Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 11)

Κεφάλαιο

ΡΩΣΙΑ: ΤΟ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΡΗΣ ΔHMOKΡΑΤIAΣ

(Μήπως προλάβουμε τη συμφορά..)

Μιλάει μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα ..

«Στη σημερινή Ρωσία το χάσμα του πλούτου είναι τέτοιο, ώστε έχεις την αίσθηση ότι πλούσιοι και φτωχοί δε ζoυν απλώς σε διαφορετικές χώρες αλλά και σε διαφορετικούς αιώνες. Ο ένας χωροχρόνος είναι το κέντρο της Μόσχας, που μεταμορφώνεται ταχύτατα σε μια φουτουριστική πόλη της αμαρτίας του εικοστού πρώτου αιώνα, όπου οι ολιγάρχες μετακινούνται με κομβόι μαύρων Mercedes, προστατευόμενοι από επίλεκτους μισθοφόρους, και οι Δυτικοί διαχειριστές κεφαλαίων γοητεύονται από την έλλειψη κανόνων στις επενδύσεις τη μέρα και από τα θέλγητρα εκδιδόμενων γυναικών τη νύχτα. Στον άλλο χωροχρόνο ζει μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα που, όταν τη ρώτησαν ποιες είναι οι ελπίδες της για το μέλλον, απάντησε: «Είναι δύσκολο να μιλάς για τον εικοστό πρώτο αιώνα όταν διαβάζεις υπό το φως ενός κεριού. Για ποιον εικοστό πρώτο αιώνα μου μιλάτε; Εδώ ζούμε στο δέκατο ένατο αιώνα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

`

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ

Naomi Klein

`

`

ΤΟ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΡΗΣ  ΔHMOKΡΑΤIAΣ

Η ΡΩΣΙΑ ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΤΗ «ΛΥΣΗ ΠΙΝΟΤΣΕΤ»


«Δεν είναι δυνατόν να εκποιούνται τμήματα

μιας ζωντανής πόλης χωρίς να λαμβάνονται

υπόψη οι τοπικές παραδόσεις, ακόμα κι αν

φαίνονται αλλόκοτες στους ξένους. [ … ] Όμως

αυτές είναι οι παραδόσεις μας και η πόλη μας.

Για πολλά χρόνια ζούσαμε υπό τη δικτατορία

των κομουνιστών, σήμερα όμως διαπιστώνουμε

ότι η ζωή υπό τη δικτατορία των επιχειρηματιών

δεν είναι καλύτερη. Τους είναι παντελώς

αδιάφορο σε ποια χώρα βρίσκονται».

Γκριγκόρι Γκόριν, Ρώσος συγγραφέαςl


«Διαδώστε την αλήθεια: Οι νόμοι της

οικονομίας είναι σαν τους νόμους της

μηχανικής. Το ίδιο σύνολο νόμων

λειτουργεί παντού».

-Λόρενς Σάμερς, οικονομολόγος

της Παγκόσμιας Tράπεζας.

`

`

Γκορμπατσώφ-Ρήγκαν υπογράφουν συνθήκες για τα πυρηνικά


ταν ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ πήγε τον Ιούλιο του 1991 στο Λονδίνο για να πάρει μέρος στη σύνοδο κορυφής του G7, είχε κάθε λόγο να περιμένει ότι θα τον υποδέχονταν ως ήρωα, καθώς τα προηγούμενα τρία χρόνια δε βρισκόταν απλώς στο παγκόσμιο προσκήνιο αλλά κυριαρχούσε σε αυτό, γοητεύοντας τα μέσα ενημέρωσης, υπογράφοντας συνθήκες αφοπλισμού και τιμώμενος με βραβεία ειρήνης, συμπεριλαμβανομένου του Νομπέλ το 1990.

Είχε, μάλιστα, καταφέρει να επιτύχει κάτι που μέχρι τότε φάνταζε αδιανόητο: να κατακτήσει την αμερικανική κοινή γνώμη. Ο Ρώσος ηγέτης είχε καταφέρει να θέσει τόσο ολοκληρωτικά υπό αμφισβήτηση τη γελοιογραφική απεικόνιση της ΕΣΣΔ ως της «Αυτοκρατορίας του Κακού», ώστε ο Τύπος των ΗΠΑ είχε αρχίσει να αναφέρεται σε αυτόν με το τρυφερό παρατσούκλι «Γκόρμπι», ενώ το 1987 το περιοδικό Time πήρε την τολμηρή απόφαση να επιλέξει το Σοβιετικό  Πρόεδρο ως τον «Άνθρωπο της Χρονιάς». Οι εκδότες του περιοδικού εξήγησαν ότι, σε αντίθεση με τους προκατόχους του «τους δαίμονες με τα γούνινα καπέλλα», ο Γκορμπατσόφ ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν της Ρωσίας, η εκδοχή του Κρεμλίνου για το «Μεγάλο, Επικοινωνιακό, Χαρισματικό Ηγέτη». Η επιτροπή για το βραβείο Νομπέλ είχε δηλώσει ότι, χάρη στο έργο του, «ελπίζουμε πως γιορτάζουμε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις δίδυμες πολιτικές της γκλάσνοστ (διαφάνειας) και της περεστρόικα (ανοικοδόμησης), ο Γκορμπατσόφ οδήγησε τη Σoβιετική Ένωση σε μια αξιοσημείωτη διαδικασία εκδημοκρατισμού: Αποκαταστάθηκε η ελευθερία του Τύπου, έγιναν εκλογές για το κοινοβούλιο, τα τοπικά συμβούλια, τον αντιπρόεδρο και τον πρόεδρο της κυβέρνησης, το δε Συνταγματικό Δικαστήριο απέκτησε την ανεξαρτησία του. Όσο για την οικονομία, ο Γκορμπατσόφ κινούνταν προς ένα συνδυασμό ελεύθερης αγοράς και ισχυρού κοινωνικού δικτύου προστασίας, με τις κομβικές βιομηχανίες να παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο μια διαδικασία που, όπως προέβλεπε ο ίδιος, θα χρειαζόταν δέκα με δεκαπέντε έτη για να ολοκληρωθεί. Ο τελικός σκοπός του ήταν να οικοδομήσει ένα σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς βασισμένο στο σκανδιναβικό μοντέλο, «ένα σοσιαλιστικό φάρο για ολόκληρη την ανθρωπότητα».

Αρχικά όλα έδειχναν ότι και η Δύση επιθυμούσε να καταφέρει ο Γκορμπατσόφ να χαλαρώσει τα δεσμά της σοβιετικής οικονομίας και να τη μετατρέψει σε μια οικονομία παρεμφερή με εκείνη της Σουηδίας. Η Επιτροπή Νομπέλ εξήγησε κατηγορηματικά ότι η απονομή του βραβείου ήταν μια εκδήλωση υποστήριξης στη μετάβαση, «μια χείρα βοηθείας σε ώρα ανάγκης». Και σε μια επίσκεψή του στην Πράγα ο Γκορμπατσόφ κατέστησε σαφές ότι δεν μπορούσε να την επιτύχει μόνος του: «Σαν τους ορειβάτες που χρησιμοποιούν το ίδιο σκοινί, τα έθνη του κόσμου είτε θα ανέβουν μαζί στην κορυφή είτε θα πέσουν μαζί στην άβυσσο».

Αυτό, λοιπόν, που συνέβη στη σύνοδο κορυφής του G7 ήταν εντελώς ανεξήγητο. Το σχεδόν ομόφωνο μήνυμα που έστειλαν στον Γκορμπατσόφ οι ομόλογοί του ήταν ότι, αν δεν εφάρμοζε αμέσως μια ριζική οικονομική θεραπεία-σοκ, θα έκοβαν το σκοινί και θα τον άφηναν να πέσει μόνος του, «Οι υπoδεiξεις τους για το ρυθμό και τις μεθόδους της μετάβασης με άφησαν εμβρόντητο», θα έγραφε ο Γκορμπατσόφ για το συμβάν.

Στην Πολωνία είχε μόλις ολοκληρωθεί ο πρώτος γύρος της θεραπείας -σοκ υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ και του Τζέφρι Σάκς, και ο Βρετανός πρωθυπουγός Τζον Μέιτζορ, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, ο Καναδός πρωθυπουργός Μπράιαν Μαλρόνι και ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Τοσίκι Καϊφούσι συμφώνησαν ότι η Σοβιετική Ένωση έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμά της τηρώντας ένα συντομότερο χρονοδιάγραμμα. Μετά τη συνάντηση το ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα και άλλοι σημαντικοί οργανισμοί έδωσαν στον Γκορμπατσόφ το ίδιο «φύλλο πορείας». Όταν αργότερα εκείνο το χρόνο η Ρωσία ζήτησε τη διαγραφή του χρέους της για να αντιμετωπίσει μια καταστροφική oικονομική κρίση, η άτεγκτη απάντηση ήταν ότι έπρεπε να τιμήσει τις δανειακές υποχρεώσεις της. Από την εποχή που ο Σάκς είχε επιτύχει τη xoρήγηση βοήθειας στην Πολωνία και την ανακούφιση του χρέους της το πολιτικό κλίμαι είχε αλλάξει: Ήταν πολύ πιο σκληρό.

Τα όσα έγιναν στη συνέχεια (η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο παραμερισμός του Γκορμπατσόφ από τον Γέλτσιν και η θυελλώδης εξέλιξη της οικονομικής θεραπείας-σοκ στη Ρωσία) συνιστούν ένα πολύ καλά τεκμηριωμένο  κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας. Ωστόσο τις περισσότερες φορές η εξιστόρηση των γεγονότων γίνεται με την ήπια γλώσσα των «μεταρρυθμίσεων, ενώ είναι τόσο γενικόλογη, ώστε να αποκρύπτεται ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον της δημοκρατίας στη νεότερη ιστoρια. Η Ρωσία, όπως και η Κίνα, υποχρεώθηκε να διαλέξει ανάμεσα στο οικονομομικό πρόγραμμα της Σχολής του Σικάγου και σε μια γνήσια δημοκρατική Eπανάσταση. Όταν αντιμετώπισαν αυτό το δίλημμα, οι ηγέτες της Κίνας στράφηκαν εναντίον του ίδιου τους του λαού, προκειμένου να εμποδίσουν τη δημοκρατία να διαταράξει τα νεοφιλελεύθερα σχέδιά τους. Στη Ρωσία τα πράγματα ήταν διαφορετικά: Η δημοκρατική επανάσταση είχε ήδη ξεκινήσει, επομένως, για να προωθηθεί το οικονομικό πρόγραμμα της Σχολής του Σικάγου, έπρεπε να διακοπεί βίαια και στη συνέχεια να αναστραφεί η ειρηνική και ελπιδοφόρα διαδικασία την οποία είχε δρομολογήσει ο Γκορμπατσόφ.

The Economist: «Μιχαήλ Σεργκέγεβιτς Πινοτσετ;»

Ο Γκορμπατσόφ γνώριζε ότι μόνο διά της ισχύος θα μπορούσε να επιτευχθεί το είδος της θεραπείας-σοκ την οποία υποστήριζαν το G7 και το ΔΝΤ-όπως εξάλλου το γνώριζαν και πολλοί στη Δύση οι οποίοι προωθούσαν αυτές τις πολιτικές. Το περιοδικό The Economist σε ένα σημαντικό άρθρο του που δημοσίευσε το 1990 παρότρυνε τον Γκορµπατσόφ «να κυβερνήσει µε πυγµή, [..] συνθλίβοvτας την αντίσταση που εµπόδιζε τις σοβαρές οικονοµικές µεταρρυθµίσεις». Μόλις δύο βδοµάδες αφότου η Επιτροπή Νοµπέλ είχε διακηρύξει το τέλος του Ψυχρού Πολέµου, το Economist παρότρυνε τον Γκορµπατσόφ να χρησιµοποιήσει ως πρότυπό του έναν από τους πιο διαβόητους δολοφόνους του Ψυχρού Πολέµου. Με τον τίτλο «Μιχαήλ Σεργκέγεβιτς Πινοτσετ;», το άρθρο κατέληγε στο συµπέρασµα ότι, παρόλο που η υιοθέτηση της συµβουλής του θα µπορούσε να προκαλέσει «πιθανή αιµατοχυσία [ … ], ίσως να είχε έρθει η ώρα της Ρωσίας να στραφεί σε αυτό που θα µπορούσε να αποκληθεί “προσέγγιση Πινοτσέτ” για µια φιλελεύθερη οικονοµία». Η Wαshington Post ήταν πρόθυµη να προχωρήσει ένα βήµα παραπέρα. Τον Αύγουστο του 1991 η εφηµερίδα δηµοσίευσε ένα σχόλιο µε τον τίτλο «Η Χιλή του Πινοτσέτ ένα Πραγµατιστικό Πρότυπο για τη Σοβιετική Οικονοµία». Το άρθρο υποστήριζε την ιδέα της πραγµατοποίησης ενός πραξικοπήµατος για να απαλλαγεί η Σοβιετική Ένωση από τον Γκορµπατσόφ, που επιβράδυνε τις εξελίξεις, όµως ο συντάκτης του Μάϊκλ Σρέιτζ εξέφραζε την ανησυχία ότι οι αντίπαλοι του Σοβιετικού Προέδρου δεν είχαν ούτε την τεχνογνωσία ούτε την υποστήριξη για να αδράξουν ην ευκαιρία και να επιλύσουν το ζήτηµα µε τον τρόπο που το είχε κάνει ο Πινοτσέτ στη Χιλή. «Θα έπρεπε να έχουν ως πρότυπό τους ένα δυνάστη που πραγματικά γνωρίζει πώς να πραγµατοποιήσει ένα πραξικόπηµα: τον απόστρατο χιλιανό στρατηγό Αουγκούστο Πινοτσετ».

Ο Γκορµπατσόφ θα διαπίστωνε σύντοµα ότι είχε απέναντί του έναν αντίλαλο που ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυµος να διαδραµατίσει το ρόλο ενός Ρώσου Πινοτσέτ. Ο Μπορίς Γέλτσιν, παρότι κατείχε το αξίωµα του Προέδρου της Ρωσίας, ήταν πολύ λιγότερο γνωστός από τον Γκορµπατσόφ, ο οποίος ήταν ηγέτης ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό θα άλλαζε µε δραµατικό τρόπο στις 19 Αυγούστου 1991, ένα µήνα µετά τη σύνοδο κορυφής του G 7. Μια οµάδα κομουνιστών της παλαιάς φρουράς έστειλε άρµατα µάχης εναντίον του Λευκού Οίκου, όπως ονοµάζεται το κτίριο του ρωσικού κοινοβουλίου. Επιδιώκοντας να σταµατήσουν τη διαδικασία εκδηµοκρατισµού, απειλούσαν να επιτεθούν εναντίον των πρώτων εκλεγµένων βουλευτών της χώρας. Ο Γέλτσιν, ο οποίος βρισκόταν ανάµεσα στο πλήθος των Ρώσων που ήταν αποφασισµένοι να υπερασπίσουν τη νεαρή δηµοκρατία τους, ανέβηκε σε ένα άρµα µάχης και ανήγγειλε το εγχείρηµα ως μια «κυνική δεξιά απόπειρα πραξικοπήµατος». Τα άρµατα µάχης αποσύρθηκαν και ο Γέλτσιν προβλήθηκε ως ένας θαρραλέρς υπερασπιστής της δηµοκρατίας. Ένας από τους διαδηλωτές που είχαν κατέβει στους δρόμους εκείνη τη μέρα έχει δηλώσει: «Ηταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι μπορούσα πράγματι να επηρεάσω τις καταστάσεις σrη χώρα μου. Η ψυχική μας ανάταση και η αίσθηση της ενότητας μάς έκαναν να νιώθουμε ανίκητοι».

Το ίδιο ένιωθε και ο Γέλτσιν, που ως ηγετική φυσιογνωμία ήταν πάντα ένα είδος αντι-Γκορμπατσόφ. Ενώ ο Γκορμπατσόφ ήταν εγκρατής και νηφάλιος (ένα από τα μέτρα του που προκάλεσαν τις περισσότερες αντιδράσεις ήταν η επιθετική εκστρατεία του εναντίον της κατανάλωσης βότκας), ο Γέλτσιν ήταν πασίγνωστος για τη λαιμαργία του και την αγάπη του για το αλκοόλ. Πριν από την απόπειρα πραξικοπήματος πολλοί Ρώσοι ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στον Γέλτσιν, όμως το γεγονός ότι είχε βοηθήσει να σωθεί η δημοκρατία από ένα κομουνιστικό πραξικόπημα τον ανέδειξε -τουλάχιστον για κάποιο διάστημα σε λαϊκό ήρωα.

Ο Γέλτσιν χρησιμοποίησε αμέσως το θρίαμβό του για να αυξήσει την πολιτική του ισχύ. Για όσο διάστημα η Σοβιετική Ένωση παρέμενε ενιαία ο Γέλτσιν είχε λιγότερες εξουσίες από τον Γκορμπατσόφ. Όμως τον Δεκέμβριο τω 1991, τέσσερις μήνες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, ο Γέλτσιν πραγματοποίησε έναν αριστοτεχνικά ελιγμό: Συμμάχησε με τους Προέδρους δύο ακόμα σοβιετικών Δημοκρατιών, (σ.σ. Ουκρανία,Λευκορωσία)με συνέπεια να διαλυθεί η Σοβιετική Ένωση και να υποχρεωθεί ο Γκορμπατσόφ σε παραίτηση. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, «της μοναδικής χώρας που είχαν γνωρίσει οι περισσότεροι Ρώσοι», αποτέλεσε ένα ισχυρό σοκ για το ρωσικό ψυχισμό και αυτό ήταν, όπως το έθεσε ο πολιτικός επιστήμονας Στίβεν Κοέν, το πρώτο από «τρία τραυματικά σοκ»  που θα υφίσταντο οι Ρώσοι κατά τη διάρκεια της επόμενης τριετίας.

Τζέφρυ Σάκς, επικεφαλής της ομάδας του ΔΝΤ για την εφαρμογή του δόγματος-σοκ στη Ρωσία

Ο Τζέφρι Σάκς βρισκόταν στο Κρεμλίνο τη μέρα που ο Γέλτσιν ανακοίνωσε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε πάψει να υφίσταται. Ο Σάκς θυμάται το Ρώσο Πρόεδρο να λέει: «Κύριοι, θέλω να σας ανακοινώσω ότι η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια». «Είπα στον εαυτό μου: “Θεέ μου! Τέτοια γεγονότα συμβαίνουν μία φορά κάθε αιώνα. Είναι το πιο απίστευτο πράγμα που θα μπορούσες να φανταστείς. Πρόκειται για μια πραγματική απελευθέρωση. Πρέπει να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους». Ο Γέλτσιν είχε καλέσει τον Σάκς στη Ρωσία ως σύμβουλο και εκείνος ήταν έτοιμος να πάρει ενεργά μέρος στo παιχνίδι. «Αν μπορεί να το κάνει η Πολωνία, μπορεί και η Ρωσία», απoφάνθηκε.

Όμως ο Γέλτσιν δεν ήθελε μόνο συμβουλές, αλλά και τα κεφάλαια που ο Σάκς είχε εξασφαλίσει για την Πολωνία. «Η μοναδική μας ελπίδα», είπε ο Γέλτσιν, «είναι οι υποσχέσεις της Ομάδας των Επτά (G7) ότι θα μας χορηγήσουν σύντομα μια τεράστια οικονομική βοήθεια».» Ο Σάκς διαβεβαίωσε τον Γέλτσιν πως ήταν βέβαιος ότι, αν η Μόσχα ήταν διατεθειμένη να ακολουθήσει την προσέγγιση της «μεγάλης έκρηξης» για να εδραιώσει μια καπιταλιστική οικονομία, θα μπορούσε να συγκεντρώσει ένα ποσό της τάξεως των 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έπρεπε όμως να καταστρώσουν φιλόδοξα σχέδια και έπρεπε να ενεργήσουν γρήγορα. Αυτό που δε γνώριζε ο Γέλτσιν ήταν ότι η τύχη του Σάκς θα εξαντλούνταν σύντομα.

Ο προσηλυτισμός της Ρωσίας στον καπιταλισμό είχε πολλά κοινά στοιχεία με την υπόθεση διαφθοράς που δύο χρόνια πριν είχε πυροδοτήσει τις διαμαρτυρίες στην πλατεία Τιενανμέν. Ο Γαβριήλ Ποπόφ, τότε δήμαρχος της Μόσχας, ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν μόνο δύο εναλλακτικοί δρόμοι για τον τερματισμό της κεντρικά ελεγχόμενης οικονομίας: «Είτε το σύνολο της κρατικής ιδιοκτησίας θα μοιραστεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας είτε τα καλύτερα τμήματά της θα δοθούν στους ηγέτες. [ … ] Με μια λέξη, υπάρχει η δημοκρατική προσέγγιση και η προσέγγιση της νομενκλατούρας, των κομματικών στελεχων». Ο Γέλτσιν υιοθέτησε τη δεύτερη προσέγγιση και μάλιστα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στα τέλη του 1991 έκανε μια ανορθόδοξη πρόταση στο κοινοβούλιο: Αν του παραχωρούσαν για ένα έτος έκτακτες εξουσίες ώστε να εκδίδει νόμους με προεδρικά διατάγματα χωρίς να ψηφίζονται από το κοινοβούλιο, θα αντιμετώπιζε την οικονομική κρίση και θα δημιουργούσε ένα υγιές και ανθηρό οικονομικό σύστημα. Αυτό που ζητούσε ο Γέλτσιν ήταν το είδος της εκτελεστικής εξουσίας που διαθέτουν οι δικτάτορες και όχι οι δημοκρατικοί ανώτατοι άρχοντες, όμως το κοινοβούλιο εξακολουθούσε να είναι ευγνώμον προς τον Πρόεδρο για το ρόλο του κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος, ενώ η χώρα χρειαζόταν απεγνωσμένα ξένη βοήθεια. Η απάντηση ήταν «ναι»: Ο Γέλτσιν θα είχε για ένα έτος την απόλυτη εξουσία προκειμένου να αναμορφώσει την οικονομία της Ρωσίας.

Ο Γέλτσιν συγκρότησε αμέσως μια ομάδα από οικονομολόγους, πολλοί από τους οποίους στα τελευταία χρόνια του κομουνισμού είχαν δημιουργήσει ένα είδος λέσχης νεοφιλελεύθερων βιβλιόφιλων: Διάβαζαν τα βασικά κείμενα των στοχαστών της Σχολής του Σικάγου και συζητούσαν για το πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στη Ρωσία οι θεωρίες της ελεύθερης αγοράς. Παρόλο που δεν είχαν σπουδάσει στις ΗΠΑ, ήταν σε τόσο μεγάλο βαθμό αφοσιωμένοι οπαδοί του Μίλτον Φρίντμαν, ώστε ο ρωσικός Τύπος άρχισε να τους αποκαλεί «Παιδιά του Σικάγου», μια ονομασία εμπνευσμένη από τα αυθεντικά Παιδιά του Σικάγου της Χιλής, αλλά και ιδιαίτερα ταιριαστή στο πλαίσιο της ανθούσας μαύρης αγοράς της Ρωσίας. Στη Δύση αναφέρoνrαν σε αυτούς με το χαρακτηρισμό «οι νεαροί μεταρρυθμιστές». Η ηγετική προσωπικότητα της ομάδας ήταν ο Γεγκόρ Γκαϊντάρ, τον οποίο ο Γέλτσιν διόρισε στη θέση του ενός εκ των δύο αναπληρωτών πρωθυπουργών. Ο Πιότρ Άβεν, υπουργός του Γέλτσιν την περίοδο 1991-1992 και μέλος αυτού του στενού κύκλου εξουσίας, έχει δηλώσει για την πρώην κλίκα του: «Η ταύτισή τους με το Θεό, η οποία ήταν φυσική απόρροια της πίστης τους στην ανωτερότητά τους, αποτελούσε, δυστυχώς, ένα τυπικό γνώρισμα των μεταρρυθμιστών μας».

Σε ένα άρθρο της για την ομάδα που είχε ξαφνικά ανέλθει στην εξουσία η ρωσική εφημερίδα Nezαvisimαyα Gαzetα έγραφε για τη μάλλον απρόβλεπτη εξέλιξη «να υπάρχει για πρώτη φορά στην κυβέρνηση της Ρωσίας μια ομάδα φιλελεύθερων που θεωρούν εαυτούς οπαδούς του Φρϊντριχ φον Χάγεκ και της Σχολής του Σικάγου του Μίλτον Φρίντμαν». Οι πολιτικές τους ήταν «αρκετά σαφείς: αυστηρή χρηματοοικονομική σταθεροποίηση σύμφωνα με τις συνταγές της θεραπείας-σοκ». Και η εφημερίδα επεσήμαινε ότι, παράλληλα με αυτούς τους διορισμούς, ο Γέλτσιν είχε τοποθετήσει το διαβόητο ισχυρό άντρα Γιούρι Σκόκοφ «επικεφαλής των τομέων της άμυνας και της καταστολής, δηλαδή του στρατού, του Υπουργείου Εσωτερικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Κρατικής Αοφάλειας». Οι αποφάσεις του Γέλτσιν συνδέονταν μεταξύ τους εξυπηρετώνrας μια προφανή σκοπιμότητα: «Ο “κραταιός” Σκόκοφ θα “διασφαλίσει” την πολιτική σταθεροποίηση, ενώ οι “κραταιοί” οικονομολόγοι θα εγγυηθούν τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Το άρθρο τέλειωνε με μια πρόβλεψη: «Δε θα αποτελέσει έκπληξη αν προσπαθήσουν να οικοδομήσουν ένα σύστημα όπως αυτό του Πινοτσέτ, στο οποίο το ρόλο των Παιδιών του Σικάγου θα διαδραματίζει η ομάδα του Γκαϊντάρ».

Για να προσφέρει ιδεολογική και τεχνική υποστήριξη στα «Παιδιά του Σικάγου» του Γέλτσιν, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδότησε τους δικούς της «ειδικούς της μετάβασης», που επιφορτίστηκαν με το καθήκον να συντάξουν τα διατάγματα για τις ιδιωτικοποιήσεις, να ιδρύσουν ένα χρηματιστήριο με πρότυπο εκείνο της Νέας Υόρκης και να δημιουργήσουν μια ρωσική αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων. Το φθινόπωρο του 1992 η USAlD υπέγραψε ένα συμβόλαιο ύψους 2,1 εκατομμυρίων δολαρίων με το Ινστιτούτο για τη Διεθνή Ανάπτυξη του Χάρβαρντ, το οποίο έστειλε ομάδες νεαρών νομικών και οικονομολόγων για να παρακολουθούν στενά την ομάδα του Γκαϊντάρ. Τον Μάιο του 1995 το Χάρβαρντ ανέθεσε στον Σάκς τη διεύθυνση του Ινστιτούτου για τη διεθνή Ανάπτυξη, µε συνέπεια εκείνος να διαδραµατίσει διπλό ρόλο κατά τη διάρκεια της περιόδου των µεταρρυθµίσεων στη Ρωσία: αρχικά ως σύµβουλος του Γέλτσιν και στη συνέχεια ως εποπτεύων του προκεχωρηµένου φυλακίου του Χάρβαρντ στη Ρωσία, που το χρηµατοδοτούσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Για µία ακόµα φορά µια οµάδα αυτοαποκαλούµενων «επαναστατών» ετοίµασε σε συνθήκες απόλυτης µυστικότητας ένα ριζοσπαστικό οικονοµικό πρόγραµµα. Όπως θυµάται ο Ντιµίτρι Βασίλιεφ, ένας από τους σηµαντικότερους µεταρρυθµιστές, «στην αρχή δεν είχαµε κανέναν υπάλληλο, ούτε καν µια γραµµατέα. Δεν είχαµε καθόλου εξοπλισµό στη διάθεσή µας, ούτε καν ένα φαξ. Και υπό αυτές τις συνθήκες έπρεπε να ετοιµάσουµε µέσα σε ενάµιση µήνα ένα πλήρες πρόγραµµα ιδιωτικοποιήσεων, να συντάξουµε είκοσι κανονιστικούς νόµους. [ … ] Ήταν µια πραγµατικά ροµαντική περίοδος».

Στις 28 Οκτωβρίου 1991 ο Γέλτσιν ανακοίνωσε την κατάργηση της διατίµησης, προβλέποντας ότι «η απελευθέρωση των τιµών θα βάλει τα πράγµατα στη σωστή τους θεση». Οι «µεταρρυθµιστές περίµεναν µόνο µία βδοµάδα µετά την παραίτηση του Γκορµπατσόφ για να θέσουν σε εφαρµογή το πρόγραµµα της οικονοµικής θεραπείας-σοκ το δεύτερο από τα τρία τραυµατικά σοκ. Στο πρόγραµµα της θεραπείας-σοκ περιλαµβάνονταν πολιτικές υπέρ του ελεύθερου εµπορίου και η πρώτη φάση της εσπευσµένης ιδιωτικοποίησης των περίπου 225.000 κρατικών επιχειρήσεων της χώρας.

«Η χώρα αιφνιδιάστηκε από το πρόγραµµα της “Σχολής του Σικάγου”», θυµάται ένας από τους αρχικούς οικονοµικούς συµβούλους του Γέλτσιν. Ο αιφνιδιασµός αυτός ήταν εσκεµµένος και εντασσόταν στο πλαίσιο της στρατηγικής του Γκαϊντάρ να πραγµατοποιήσει τις αλλαγές τόσο ξαφνικά και τόσο γρήγορα, ώστε να καταστεί αδύνατη οποιαδήποτε αντίσταση. Το πρόβληµα που έπρεπε να αντιµετωπίσει η οµάδα του ήταν το σύνηθες: Ο κίνδυνος ότι η δηµοκρατία θα παρεµπόδιζε τα σχέδιά τους. Οι Ρώσοι δεν ήθελαν η οικονοµία της χώρας να ελέγχεται από την Κεντρική Επιτροπή του Κοµουνιστικού Κόµµατος, όµως οι περισσότεροι εξακολουθούσαν να πιστεύουν στην αναδιανοµή του πλούτου και στον ενεργό ρόλο του κράτους. Όπως και οι Πολωνοί υποστηρικτές της Αλληλεγγύης, το 67% των Ρώσων απάντησε σε δηµοσκοπήσεις που έγιναν το 1992 ότι η δηµιουργία εργατικών αυτοδιαχειριζόµενων επιχειρήσεων ήταν ο πιο δίκαιος τρόπος για να ιδιωτικοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία του κοµουνιστικού κράτους, ενώ το 79% απάντησε ότι η διατήρηση της πλήρους απασχόλησης έπρεπε να είναι η βασική αποστολή του κράτους. Αυτό σήµαινε ότι, αν η οµάδα του Γέλτσιν είχε παρουσιάσει τα σχέδιά της στο πλαίσιο ενός δηµοκρατικού διαλόγου αντί να εξαπολύσει µια υπόγεια επίθεση εναντίον ενός ήδη βαθιά αποπροσανατολισµένου πληθυσµού, δεν υπήρχε η παραµικρή πιθανότητα να επικρατήσει η επανάσταση της Σχολής του Σικάγου.

Ο Βλαντίµιρ Μάου, ένας από τους συµβούλους του Μπορίς Γέλτσιν εκείνη την περίοδο, εξηγεί ότι «η πιο ευνοϊκή κατάσταση για τις µεταρρυθµίσεις» είναι «ένας κουρασµένος πληθυσµός, εξαντληµένος από τις προηγούµενες πολιτικές διαµάχες. [ …] Για αυτόν το λόγο παραµονές της απελευθέρωσης των τιµών η κυβέρνηση ήταν βέβαιη πως ήταν αδύνατον να ξεσπάσει µια καθόριστική ταξική σύγκρουση, πως ήταν αδύνατον να ανατραπεί η κυβέρνηση από µια λαϊκή εξέγερση». Στη συντριπτική τους πλειοψηφία (κατά 70%) οι Ρώσοι ήταν αντίθετοι στην κατάργηση της διατίµησης, όµως, όπως εξηγεί ο Μάου, «βλέπαµε ότι οι άνθρωποι, τότε όπως και τώρα, ενδιαφέρονταν κυρίως για τα κέρδη που τους απέφεραν οι ατοµικές µικροϊδιοκτησίες τους και, εν γένει, για την προσωπική τους οικονοµική κατάσταση».

Ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, που εκείνη την εποχή ήταν ο επικεφαλής οικονοµολόγος της Παγκόσµιας Τράπεζας, έχει παρουσιάσει συνοπτικά τη νοοτροπία που καθοδηγούσε τους υποστηρικτές της θεραπείας-σοκ. Οι αναγνώστες θα πρέπει πλέον να έχουν εξοικειωθεί µε τις µεταφορικές έννοιες που χρησιµοποιεί: «Μόνο η µέθοδος του κεραυνοβόλου πολέµου κατά τη διάρκεια ενός “παραθύρου ευκαιριών” που το δηµιουργεί η “οµίχλη της µετάβασης” µπορεί να επιφέρει τις απαραίτητες αλλαγές, προτού ο πληθυσµός προλάβει να οργανωθεί για να προστατέψει τα προϋπάρχοντα συµφέροντά του». Με άλλα λόγια, το δόγµα του σοκ.

Ο Στίγκλιτζ αποκαλούσε τους µεταρρυθµιστές της Ρωσίας «μπολσεβίκους της αγοράς» εξαιτίας της έφεσής τους προς µια επανάσταση κατακλυσµιαίων, διαστάσεων. Ωστόσο, ενώ οι αυθεντικοί µπολσεβίκοι επεδίωκαν να οικοδοµήσουν ένα κράτος κεντρικού σχεδιασµού πάνω στις στάχτες του παλαιού κράτους, οι «μπολσεβίκοι της αγοράς» πίστευαν σε ένα είδος µαγείας: Αν δηµιουργούνταν οι βέλτιστες συνθήκες για να υπάρχει κερδοφορία, η χώρα θα µπορούσε να ανοικοδοµηθεί από µόνη της, χωρίς να χρειάζεται ένας κεντρικός σχεδιασµός. (Μία δεκαετία µετά το ίδιο δόγµα θα αναβίωνε στο Ιράκ.)

Ο Γέλτσιν υποσχόταν ότι «για περίπου έξι µήνες τα πράγµατα θα χειροτερεψουν», αλλά στη συνέχεια θα ξεκινούσε η ανάκαµψη και η Ρωσία θα γινόταν ένας οικονοµικός τιτάνας, µια από τις τέσσερις µεγαλύτερες οικονοµίες σε ολόκληρο τον κόσµο. Αυτή η λογική, γνωστή ως «δηµιουργική καταστροφη», οδήγησε σε ελάχιστη δηµιουργία και σε µια δίνη καταστροφής. Μόλις ένα έτος µετά η θεραπεία-σοκ είχε ένα ολέθριο αντίτιµο: Εκατοµµύρια Ρώσοι µεσοαστοί έχασαν τις αποταµιεύσεις τους όταν υποτιµήθηκε το νόµισµα, ενώ οι απότοµες περικοπές των επιδοτήσεων είχαν ως αποτέλεσµα εκατοµµύρια εργαζόµενοι να µείνουν απλήρωτοι για µήνες. Ο µέσος Ρώσος κατανάλωνε το 1992 40%λιγότερο από ό,τι το 1991, ενώ το ένα τρίτο του πληθυσµού ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας. Οι µεσοαστοί υποχρεώνονταν να πουλούν στους δρόµους τα προσωπικά τους είδη, ένα οικογενειακό κειµήλιο ή ένα σακάκι από δεύτερο χέρι, πράξεις απελπισίας τις οποίες οι οικονοµολόγοι της Σχολής του Σικάγου εξυµνούσαν ως «επιχειρηµατικό δαιµόνιο», εκλαµβάνοντάς τες ως απόδειξη ότι είχε ξεκινήσει η αναγέννηση του καπιταλισµού.

Όπως και οι Πολωνοί, ο Ρώσοι ξαναβρήκαν τελικά τον προσανατολισµό και την αποφασιστικότητά τους και άρχισαν να απαιτούν τον τερµατισµό της σαδιστικής αυτής οικονοµικής περιπέτειας «’Οχι άλλα πειράµατα» ήταν ένα από τα πιο δηµοφιλή συνθήµατα που γράφονταν στους τοίχους της Μόσχας εκείνη την εποχή. Υπό την πίεση των ψηφοφόρων τους, οι εκλεγµένοι βουλευτές της χώρας (οι ίδιοι που είχαν υποστηρίξει την άνοδο του Γέλτσιν στην εξουσία) αποφάσισαν ότι έπρεπε να χαλιναγωγηθούν ο Πρόεδρος και τα κακέκτυπα των Παιδιών του Σικάγου. Τον Δεκέµβριο του 1992 το κοινοβούλιο υπερψήφισε µια πρόταση µοµφής εναντίον του Γκαϊντάρ και τρεις µήνες µετά, τον Μάρτιo του 1993, οι βουλευτές ψήφισαν την ανάκληση των έκτακτων εξουσιών που είχαν παραχωρηθεί στον Γέλτσιν και του επέτρεπαν να επιβάλλει µε προεδρικά διατάγµατα την οικονοµική του πολιτική. Η περίοδος χάριτος είχε τελειώσει και οι επιπτώσεις υπήρξαν αβυσσαλέες: Στο εξής οι νόµοι θα έπρεπε να εγκρίνονται από το κοινοβούλιο, όπως ίσχυε σε κάθε φιλελεύθερη δηµοκρατία και όπως προέβλεπαν οι διαδικασίες του ρωσικού συντάγµατος.

Οι βουλευτές ενεργούσαν σύµφωνα µε τα δικαιώµατά τους, όµως ο Γέλτσιν είχε τόσο πολύ συνηθίσει στις αυξηµένες εξουσίες του, ώστε να φτάσει στο σηµείο να σκέφτεται τον εαυτό του περισσότερο ως µονάρχη παρά ως Πρόεδρο (είχε, µάλιστα, αρχίσει να αυτοαποκαλείται Μπορίς ο Α΄). Αντέδρασε στην «ανταρσία» του κοινοβουλίου εµφανιζόµενος στην τηλεόραση και κηρύσσοντας τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης µια κίνηση που, πολύ βολικά για τον ίδιο, αποκαθιστούσε τις αυτοκρατορικές εξουσίες του. Τρεις µέρες µετά το ανεξάρτητο Συνταγµατικό Δικαστήριο της Ρωσίας (η ίδρυση του οποίου υπήρξε µια από τις σηµαντικές δηµοκρατικές καινοτοµίες του Γκορµπατσόφ) αποφάσισε µε ψήφους 9 προς 3 ότι ο σφετερισµός των εξουσιών από τον Γέλτσιν παραβίαζε οχτώ διαφορετικά άρθρα του συντάγµατος το οποίο είχε ορκιστεί να τηρεί.

Μέχρι εκείνο το σηµείο ήταν ακόµα εφικτό να παρουσιάζονται η «οικονοµική µεταρρύθµιση» και η δηµοκρατική µεταρρύθµιση ως µέρη του ίδιου σχεδίου. Όµως όταν ο Γέλτσιν κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι δύο µεταρρυθµίσεις µπήκαν σε τροχιά σύγκρουσης, καθώς ο Πρόεδρος και οι σύµβουλοί του ήρθαν σε ανοιχτή αντιπαράθεση µε το κοινοβούλιο και µε το σύνταγµα.

Παρ’ όλα αυτά, η Δύση έριξε το βάρος της επιρροής της υπέρ του Γέλτσιν, ο οποίος συνέχιζε να υποδύεται το ρόλο ενός προοδευτικού ηγέτη, «αυθεντικά προσηλωµένου στην ελευθερία και στη δηµοκρατία, αυθεντικά προσηλωµένου στις µεταρρυθµίσεις», σύµφωνα µε τα λόγια του τότε Αµερικανού Προέδρου Μπιλ Κλίντον.  Αλλά και η πλειονότητα του δυτικού Τύπου τάχθηκε µε το µέρος του Γέλτσιν στην αντιπαράθεσή του µε το κοινοβούλιο, του οποίου τα µέλη δυσφηµίστηκαν ως «σκληροπυρηνικοί κοµουνιοτές» που προσπαθούσαν να ακυρώσουν τις δηµοκρατικές µεταρρυθµίσεις. Σύµφωνα µε τον επικεφαλής του γραφείου των New York Times στη Μόσχα, έπασχαν από µια «σοβιετική νοοτροπία, καχύποπτοι απέναντι στις µεταρρυθµίσεις, µε πλήρη άγνοια για τη δηµοκρατία και απόλυτη περιφρόνηση προς τους διανοούµενους και τoυς”δηµοκράτες”».

Στην πραγµατικότητα, επρόκειτο για τους ίδιους βουλευτές οι οποίοι, παρά τα όποια ελαττώµατά τους (και, καθώς ο αριθµός τους ανερχόταν σε 1.041, ήταν πολλά), είχαν σταθεί στο πλευρό του Γέλτσιν και του Γκορµπατσόφ όταν είχε εκδηλωθεί το πραξικόπηµα των σκληροπυρηνικών το 1991, είχαν υπερψηφίσει τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και µέχρι πρόσφατα υποστήριζαν τον Γέλτσιν. Παρ’ όλα αυτά, η Wαshington Post επέλεξε να τους παρουσιάσει ως «αντικυβερνητικούς» σαν να ήταν κάποιοι τυχάρπαστοι που δεν είχαν κανένα θεσµικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

Την άνοιξη του 1993 έγινε ένα ακόµα βήµα προς τη σύγκρουση, όταν το κοινοβούλιο ψήφισε έναν προϋπολογισµό που δε λάµβανε καθόλου υπόψη τoυ την απαίτηση του ΔΝΤ για αυστηρή λιτότητα. Ο Γέλτσιν αντέδρασε πρoσπαθώντας να διαλύσει το κοινοβούλιο. Αποφάσισε να πραγµατοποιηθεί εσπευσµένα ένα δηµοψήφισµα (το οποίο υποστήριξε µε οργουελιανές µεθόδους ο Τύπος) για το αν έπρεπε να διαλυθεί το κοινοβούλιο και να διεξαχθούν έκτακτες εκλογές. Οι ψηφοφόροι δεν έδωσαν στον Γέλτσιν την εξουσιοδότηση πoυ επεδίωκε. Ωστόσο εκείνος ισχυρίστηκε ότι είχε κερδίσει και ότι η xώρα στέκοταν στο πλάι του, επειδή στο ασαφές ερώτηµα αν οι ψηφοφόροι υποστήριζαν τις µεταρρυθµίσεις είχε επικρατήσει το «ναι» µε µικρή πλειοψηφία.

Στη Ρωσία το δηµοψήφισµα αντιµετωπίστηκε ως µια αποτυχηµένη προπαγανδιστική ενέργεια. Στην πραγµατικότητα, ο Γέλτσιν και η Ουάσινγκτον εξακολουθούσαν να έχουν απέναντί τους ένα κοινοβούλιο που διέθετε το συνταγµατικό δικαίωµα να κάνει ό,τι έκανε: να επιβραδύνει το µετασχηµατισµό της οικονοµίας µε τη θεραπεία-σοκ. Ξεκίνησε µια έντονη εκστρατεία πιέσεων. Ο Λόρενς Σάµερς, τότε υφυπουργός Οικονοµικών των ΗΠΑ, προειδοποίησε ότι «η ορµή των µεταρρυθµίσεων στη Ρωσία πρέπει να αναζωπυρωθεί και να ενισχυθεί προκειµένου να διασφαλιστεί µια διαρκής πολυµερής υποστήριξη». Το ΔΝΤ έλαβε το µήνυµα και ένας ανώνυµος αξιωµατούχος διέρρευσε στον Τύπο ότι επρόκειτο να ακυρωθεί η προβλεπόµενη χορήγηση δανείου ύψους 1,5 δισεκατοµµυρίου δολαρίων, επειδή το Ταµείο ήταν «δυσαρεστηµενο µε την οπισθοχώρηση όσον αφορά τις µεταρρυθµίσεις στη Ρωσία». Ο Πιότρ Αβεν, ο πρώην υπουργός του Γέλτσιν, δήλωσε: «Η µανιακή εµµονή του ΔΝΤ στη δηµοσιονοµική και νοµισµατική πολιτική, αλλά και η απόλυτα επιφανειακή και τυπική στάση του σε οτιδήποτε άλλο [ … ] διαδραµάτισαν σηµαντικό ρόλο σε ό.τι συνέβη».

Αυτό που συνέβη ήταν ότι την εποµένη της ανώνυµης διαρροής από το ΔΝΤ ο Γέλτσιν, βέβαιος ότι είχε την υποστήριξη της Δύσης, έκανε το πρώτο και αµετάκλητο βήµα προς αυτό που σήµερα είναι γνωστό ως «λύση Πινοτσέτ»: Εξέδωσε το διάταγµα υπ’ αριθµόν 1400, ανακοινώνοντας ότι καταργούσε το σύνταγµα και διέλυε το κοινοβούλιο. Δύο µέρες µετά, σε µια ειδική συνεδρίασή του, το κοινοβούλιο παρέπεµψε (µε 636 ψήφους υπέρ έναντι µόλις 2 κατά) σε δίκη τον Γέλτσιν για την εξωφρενική ενέργειά του (που ισοδυναµούσε µε µονοµερή διάλυση του Κογκρέσου από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ). Ο αντιπρόεδρος Αεξάντρ Ρουτσκόι δήλωσε ότι η Ρωσία είχε ήδη «πληρώσει ακριβά τον πολιτικό τυχοδιωκτισµό» του Γέλτσιν και των µεταρρυθµιστών.

Γέλτσιν-Κλίντον αγκαλιά,

όταν ξεπουλιόταν η χώρα…

Ήταν πλέον αναπόφευκτη µια ένοπλη αντιπαράθεση ανάµεσα στον Γέλτσιν και στο κοινοβούλιο. Παρά το γεγονός ότι το Συνταγµατικό Δικαστήριο της Ρωσίας αποφάνθηκε για µία ακόµα φορά ότι η στάση του Γέλτσιν ήταν αντισυνταγµατική, ο Κλίντον συνέχισε να τον υποστηρίζει και το Κογκρέσο ψήφισε τη χορήγηση βοήθειας ύψους 2,5 δισεκατοµµυρίων δολαρίων στον Πρόεδρο της Ρωσίας. Αναθαρρώντας, ο Γέλτσιν έστειλε στρατιωτικές µονάδες να περικυκλώσουν το κοινοβούλιο και διέταξε τις δηµοτικές Αρχές να κόψουν το ηλεκτρικό ρεύµα, τη θέρµανση και τις τηλεφωνικές γραµµές στο Λευκό Οίκο. Ο Μπορίς Καγκαρλίτσκι, διευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών για την Παγκοσμιοποίηση της Μόσχας, μου είπε ότι οι υποστηρικτές της δημοκρατίας σιη Ρωσία «συνερρευσαν κατά χιλιάδες, προσπαθώντας να διασπάσουν τον αποκλεισμό του κοινοβουλίου. Επί δύο βδομάδες ειρηνικοί διαδηλωτές έρχονταν αντιμέτωποι με τους άντρες του στρατού και της αστυνομίας και, καταφέρνοντας να διασπάσουν σε κάποια σημεία τον κλοιό γύρω από το κοινοβούλιο, προωθούσαν στο κτίριο νερό και τρόφιμα. Η ειρηνική αντίσταση αποκτούσε καθημερινά ολοένα και μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη».

Με τα δύο μέρη να περιχαρακώνονται στις θέσεις τους όλο και περισσότερο, κλιμακώνοντας την ένταση, ο μοναδικός συμβιβασμός που θα μπορούσε να δώσει μια λύση στο αδιέξοδο ήταν μια κοινή συμφωνία για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, ώστε όλοι να κριθούν από το λαό. Πολλοί υποστήριζαν αυτή τη διέξοδο, όμως, ενώ ο Γέλτσιν ζύγιζε τις επιλογές του και φημολογείται ότι έκλινε προς τη λύση της κάλπης, έφτασε η είδηση ότι οι Πολωνοί ψηφοφόροι είχαν τιμωρήσει στις εκλογές την Αλληλεγγύη, το κόμμα που τους είχε προδώσει εφαρμόζοντας τη θεραπεία-σοκ.

Μετά την τιμωρία της Αλληλεγγύης στις κάλπες ήταν προφανές για τον Γιέλτσιν και τους Δυτικούς συμβούλους του ότι θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένη η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές. Στη Ρωσία ο πλούτος που διακυβευόταν ήταν τεράστιος: μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου, το 30% των παγκόσμιων αποθεμάτων φυσικού αερίου, το 20% των παγκόσμιων αποθεμάτων νικελίου, εργοστάσια όπλων και ο κρατικός μηχανισμός των μέσων ενημέρωσης, με τον οποίο το Κομουνιστικό Κόμμα έλεγχε τον πληθυσμό της χώρας.

Ο Γέλτσιν σταμάτησε τις διαπραγματεύσεις και υιοθέτησε μια πoλεμική στάση. Καθώς είχε μόλις διπλασιάσει τους μισθούς των στρατιωτικών, το μεγαλύτερο μέρος του στρατού ήταν με το μέρος του, και διέταξε «να περικυκλωθεί το κοινοβούλιο από χιλιάδες άντρες του Υπουργείου Εσωτερικών, συρματοπλέγματα και εκτοξευτήρες νερού και να απαγορευτεί η είσοδος σε όλους», σύμφωνα με τη Wαshington Post. Ο αντιπρόεδρος Ρουτσκόι, ο κυριότερος από τους αντιπάλους του Γέλτσιν στο κοινοβούλιο, είχε εν τω μεταξύ οπλίσει τους φρουρούς και είχε δεχτεί στο στρατόπεδό του εθνικιστές με φασιστικές τάσεις. Παρακινούσε δε τους οπαδούς του να «μην αφήσουν ούτε για μια στιγμή σε ησυχία» τη «δικτατορία» του Γελτσιν. Ο Καγκαρλίτσκι, που συμμετείχε στις διαδηλώσεις και έγραψε ένα βιβλίο για τα γεγονότα, μου είπε ότι στις 3 Οκτωβρίου ένα πλήθος υποστηρικτών του κοινοβουλίου «κατευθύνθηκε στο τηλεοπτικό μέγαρο Οστανκίνο για να απαιτήσει αντικειμενική μετάδοση των ειδήσεων. Μερικοί από τους διαδηλωτές ήταν οπλισμένοι, αλλά οι περισσότεροι δεν ήταν. Υπήρχαν παιδιά μέσα στο πλήθος. Οι στρατιώτες του Γέλτσιν άνοιζαν πυρ με πολυβόλα». Περίπου εκατό διαδηλωτές και ένα μέλος του στρατού σκοτώθηκαν. Η επόμενη κίνηση του Γέλτσιν ήταν να διαλύσει όλα τα δημοτικά και τα περιφερειακά συμβούλια της χώρας. Η νεαρή δημοκρατία της Ρωσίας κομματιαζόταν μεθοδικά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικοί βουλευτές απεύχονταν μια ειρηνική διευθέτηση και υποκινούσαν τα πλήθη, όμως ακόμα και ο πρώην αξιωματούχoς του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ Λέσλι Γκελμπ έχει γράψει ότι στο κοινοβούλιο «δεν κυριαρχούσε μια ομάδα ακροδεξιών τρελών». Η κρίση επιδεινώθηκε εξαιτίας της παράνομης διάλυσης του κοινοβουλίου από τον Γέλτσιν και της αδιαφορίας του για την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, πράξεις που ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσαν στη λήψη απεγνωσμένων μέτρων σε μια χώρα η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να εκχωρήσει τη δημοκρατία που είχε πρόσφατα κερδίσει.*

Μια σαφής προειδοποίηση από την Ουάσινγκτον ή την Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε ίσως να υποχρεώσει τον Γέλτσιν να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τους βουλευτές. Αντίθετα, αυτό που έκαναν ήταν να τον ενθαρρύνουν. Τελικά, το πρωί της 4ης Οκτωβρίου 1993 ο Γέλτσιν εκπλήρωσε το προ πολλού προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο του και έγινε ο Πινοτσέτ της Ρωσίας, εξαπολύοντας μια σειρά από βίαιες επιθέσεις, πιστή απομίμηση των όσων είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος στη Χιλή είκοσι χρόνια πριν. Υποβάλλoντας σε ένα τρίτο τραυματικό σοκ το ρωσικό λαό, διέταξε τον απρόθυμο στρατό να επιτεθεί εναντίον του ρωσικού Λευκού Οίκου, πυρπολώντας το κτίριο που είχε αποτελέσει το θεμέλιο λίθο της δημοτικότητάς του όταν το είχε υπερασπιστεί δύο χρόνια πριν. Μπορεί ο κομουνισμός να κατέρρευσε χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός, όμως αποδείχτηκε ότι ο καπιταλισμός της Σχολής του Σικάγου χρειαζόταν έναν καταιγισμό πυρών για να υπερασπιστεί τον εαυτό του: Πέντε χιλιάδες στρατιώτες, δεκάδες άρματα μάχης και τεθωρακισµένα οχήµατα µεταφοράς προσωπικού, ελικόπτερα και επίλεκτες οµάδες εφόδου οπλισµένες µε πολυβόλα χρησιµοποιήθηκαν από τον Γέλτσιν για να υπερασπίσει τη νέα, καπιταλιστική οικονοµία της Ρωσίας από τη σοβαρή απειλή της δηµοκρατίας.

______________________________________________________________

*Σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα δημοσιογραφικής υπερβολής, η Wαshington Post έγραψε: «Περίπου διακόσιοι διαδηλωτές εφόρμησαν εναντίον του Υπουργείου Άμυνας της Ρωσίας, στο οποίο εδρεύει το κέντρο ελέγχου των πυρηνικών όπλων της χώρας και όπου συνεδρίαζε η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία» αφήνοντας να αιωρείται η παράλογη υπόνοια ότι, στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τη δημοκρατία, οι Ρώσοι διαδηλωτές λίγο έλειψε να ξεκινήσουν έναν πυρηνικό πόλεμο. «Οι φρουροί κλείδωσαν τις πόρτες του υπουργείου και το πλήθος έμεινε έξω από το κτίριο, χωρίς να συμβεί κάποιο άλλο επεισόδιο», κατέληγε η Wαshington Post. (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________

Σε ένα άρθρο της για την πολιορκία του κοινοβουλίου από τον Γέλτσιν η Boston Globe ανέφερε: «Για δέκα ώρες χτες περίπου τριάντα ρωσικά άρµατα µάχης και τεθωρακισµένα οχήµατα µεταφοράς προσωπικού, αφού περικύκλωσαν το κτίριο του κοινοβουλίου στο κέντρο της Μόσχας, που είναι γνωστό ως Λευκός Οίκος, το βοµβάρδισαν µε εκρηκτικά βλήµατα, ενώ στρατιώτες το γάζωναν µε πολυβόλα. Στις 4:15 το απόγευµα περίπου τριακόσιοι φρουροί, βουλευτές και υπάλληλοι του κοινοβουλίου βγήκαν ο ένας πίσω από τον άλλο από το κτίριο µε τα χέρια ψηλά».

Ο Γέλτσιν διατάζει βομβαρδισμό του Ρωσικού Κοινοβουλίου
που διέλυσε επειδή απέρριπτε τα μέτρα του ΔΝΤ

Μέχρι το τέλος της ηµέρας η στρατιωτικού τύπου επίθεση είχε ως αποτέλεσµα να χάσουν τη ζωή τους περίπου 500 άνθρωποι και να τραυµατιστούν σχεδόν 1.000 η µεγαλύτερη έκρηξη βίας που είχε βιώσει η Μόσχα µετά το 1917. Οι Πίτερ Ρένταγουεϊ και Ντµίτρι Γκλίνσκι, που έχουν γράψει την πιο ολοκληρωµένη µελέτη για τα χρόνια εξουσίας του Γέλτσιν (The Tragedy οf Russia’s Reforms: Mαrket Bolshevism αgαinst Democracy), επισηµαίνουν ότι «κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων µέσα στο Λευκό Οίκο και γύρω από αυτόν 1.700 άνθρωποι συνελήφθησαν και έντεκα όπλα κατασχέθηκαν. Κάποιοι από τους συλληφθέντες µεταφέρθηκαν σε ένα στάδιο, µια αναβίωση των µεθόδων που χρησιµοποίησε ο Πινοτσέτ µετά το πραξικόπηµα του 1973 στη Χιλή». Πολλοί οδηγήθηκαν σε αστυνοµικούς σταθµούς, όπου ξυλοκοπήθηκαν άγρια. Ο Καγκαρλίτσκι θυµάται ότι, ενώ τον χτυπούσε στο κεφάλι, ένας αξιωµατικός τού φώναζε: «Θέλατε δηµοκρατία, µπάσταρδοι; Θα σας δείξουµε τι είναι δηµοκρατία!».

Όµως η περίπτωση της Ρωσίας δεν ήταν µια επανάληψη της περίπτωσης της Χιλής. Ήταν η περίπτωση της Χιλής µε τη σειρά των γεγονότων αντεστραµµένη: Ο Πινοτσέτ οργάνωσε ένα πραξικόπηµα, κατέλυσε τους δηµοκρατικούς θεσµούς και µετά επέβαλε τη θεραπεία-σοκ. Ο Γέλτσιν πρώτα επέβαλε τη θεραπεία-σοκ σε µια δηµοκρατία και στη συνέχεια την υπεράσπισε καταλύοντας τη δηµοκρατία και οργανώνοντας το πραξικόπηµα. Και τα δύο σενάρια έτυχαν ενθουσιώδους υποδοχής από τη Δύση.

«Ευρύτατη Υποστήριξη στον Γέλτσιν για την Επίθεση Επικείµενη Νίκη της Δηµοκρατίας» ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος της Washington Post την εποµενη του πραξικοπήµατος. Η Boston Globe έγραφε: «Η Ρωσία Γλιτώνει από µια  Επιστροφή στα Μπουντρούµια του Παρελθόντος». Ο Γουόρεν Κρίστοφερ, τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, πήγε στη Μόσχα, συναντήθηκε µε τον Γέλτσιν και µε τον Γκαϊντάρ και δήλωσε: «Οι Ηνωµένες Πολιτείες δεν υποστηρίζουν εύκολα τη διάλυση κοινοβουλίων, όµως οι περιστάσεις είναι ασυνήθιστες».

Τα γεγονότα αντιµετωπίστηκαν υπό ένα διαφορετικό πρίσµα στη Ρωσία. Ο Γέλτσιν, ο άνθρωπος που είχε ανέλθει στην εξουσία υπερασπιζόµενος το κοινοβούλιο, το είχε κυριολεκτικά πυρπολήσει, αφήνοντάς το τόσο απανθρακωµένο, ώστε να αποκτήσει το παρωνύµιο «Μέλας Οίκος». Ένας µεσήλικας Μοσχοβίτης δήλωσε, χωρίς να κρύβει τη φρίκη του, σε ένα ξένο τηλεοπτικό συνεργείο: «Ο λαός τον υποστήριζε [τον Γέλτσιν] επειδή µας είχε υποσχεθεί ότι θα φέρει τη δηµοκρατία. Όµως πυροβόλησε τη δηµοκρατία. Όχι µόνο τη βίασε, αλλά και την πυροβόλησε». Ο Βιτάλι Νάιµαν, που είχε σταθεί φρουρός έξω από το Λευκό Οίκο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήµατος του 1991, είπε τα ακόλουθα για την προδοσία του Γέλτσιν: «Αυτό που πήραµε ήταν το ακριβώς αντίθετο από ό,τι ονειρευόµασταν. Πήγαµε στα οδοφράγµατα για αυτούς, ρισκάραµε τη ζωή µας στην πρώτη γραµµή, αλλά δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους».

Ο Τζέφρι Σάκς, που τόσο πολύ είχε εκθειαστεί επειδή είχε δήθεν αποδείξει ότι οι ριζοσπαστικές µεταρρυθµίσεις υπέρ της ελεύθερης αγοράς µπορούν να είναι συµβατές µε τη δηµοκρατία, συνέχισε να υποστηρίζει δηµόσια τον Γέλτσιν µετά την επίθεση εναντίον του κοινοβουλίου, δυσφηµίζοντας τους αντιπάλους του ως «µια οµάδα πρώην κοµουνιστών µεθυσµένων από την εξουσία». Στο βιβλίο του The End Of Poverty, στο οποίο περιγράφει την ανάµειξή του στη Ρωσία, ο Σάκς αποσιωπά αυτό το δραµατικό συµβάν, δεν το αναφέρει ούτε µία φορά, όπως ακριβώς δεν κάνει την παραµικρή µνεία στην κατάσταση πολιορκίας και στις επιθέσεις εναντίον των συνδικαλιστών ηγετών που συνόδευσαν την εφαρµογή του οικονοµικού προγράµµατός του στη Βολιβία.

Μετά το πραξικόπηµα η Ρωσία βρέθηκε κάτω από το ζυγό µιας ανεξέλεγκτης δικτατορικής εξουσίας. Τα σώµατα των εκλεγµένων αντιπροσώπων της διαλύθηκαν, το Συνταγµατικό Δικαστήριο και το σύνταγµα καταργήθηκαν, άρµατα µάχης περιπολούσαν στους δρόµους, επιβλήθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας και ο Τύπος λογοκρινόταν, παρόλο που σύντοµα αποκαταστάθηκαν οι πολιτικές ελευθερίες.

Τι έκαναν τα «Παιδιά του Σικάγου» και οι Δυτικοί σύμβουλοί τους αυτή την κρίσιμη στιγμή; Ό,τι είχαν κάνει όταν το Σαντιάγο τυλιγόταν στις φλόγες και ό,τι θα έκαναν όταν θα καιγόταν η Βαγδάτη: Απαλλαγμένοι από τον έλεγχο της δημοκρατίας, άρχισαν να νομοθετούν ασύστολα. Τρεις μέρες μετά το πραξικόπημα ο Σάκς σχολίασε ότι μέχρι τότε «δεν υφίστατο θεραπεία-σοκ», επειδή το σχέδιο είχε εφαρμοστεί «χωρίς συνοχή και χωρίς σταθερότητα. Τώρα υπάρχει η ευκαιρία να κάνουμε κάτι».

Και όντως το έκαναν. «Αυτές τις μέρες η φιλελεύθερη οικονομική ομάδα του Γέλτσιν τα πηγαίνει πολύ καλά», ανέφερε το Newsweek. «Την επομένη της διάλυσης του κοινοβουλίου από το Ρώσο Πρόεδρο δόθηκε η διαταγή στους μεταρρυθμιστές: “Αρχίστε να γράφετε διατάγματα». Το περιοδικό μετέφερε τα λόγια ενός «περιχαρούς Δυτικού οικονομολόγου που συνεργάζεται στενά με την κυβέρνηση», ο οποίος είχε καταστήσει απόλυτα σαφές ότι στη Ρωσία η δημοκρατία ήταν ένα εμπόδιο στο σχέδιο για τις ελεύθερες αγορές: «Με τον παραμερισμό του κοινοβουλίου, η συγκυρία είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για τις μεταρρυθμίσεις. [ … ] Οι οικονομολόγοι εδώ ήταν αρκετά απογοητευμένοι. Τώρα δουλεύουν νυχθημερόν». Πράγματι, φαίνεται ότι τίποτα δε σε κάνει τόσο ευδιάθετο όσο ένα πραξικόπημα, όπως εξάλλου παραδέχτηκε και ο Τσαρλς Μπλίτζερ, τότε επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη Ρωσία, στη Wαll Street Journal: «Ποτέ δε διασκέδασα τόσο πολύ στη ζωή μου».

Και η διασκέδαση είχε μόλις αρχίσει. Με τη χώρα συγκλονισμένη ακόμα από την επίθεση, τα «Παιδιά του Σικάγου» του Γέλτσιν προώθησαν τα πλέον αμφιλεγόμενα μέτρα του προγράμματός τους: δημοσιονομικές περικοπές, κατάργηση της διατίμησης στα βασικά είδη διατροφής (ακόμα και στο ψωµί, περισσότερες και πιο γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις τα τυπικά μέτρα που προκαλούν μια τόσο άμεση εξαθλίωση, ώστε η επιβολή τους να απαιτεί την ύπαρξη ενός αστυνομικού κράτους για να αποφευχθούν εξεγέρσεις.

Μετά το πραξικόπημα του Γέλτσιν ο Στάνλεϊ Φίσερ, πρώτος αναπληρωτής; διευθυντής του ΔΝΤ (και Παιδί του Σικάγου τη δεκαετία του 1970), συνηγόρησε υπέρ «της όσο το δυνατόν πιο γρήγορης προώθησης σε όλα τα μέτωπα». Το ίδιο έκανε και ο Λόρενς Σάμερς, που συνέβαλε στη διαμόρφωση της πολιτικής για τη Ρωσία κατά τη διάρκεια της Προεδρίας Κλίντον: Οι «τρεις «ποιήσεις», όπως τις αποκαλούσε, «η ιδιωτικοποίηση, η σταθεροποίηση και η φιλελευθεροποίηση, πρέπει να ολοκληρωθούν όσο το δυνατόν πιο συντομα». Οι αλλαγές ήταν τόσο γρήγορες, ώστε οι Ρώσοι αδυνατούσαν να τις παρακολουθήσουν. Συχνά οι εργάτες αγνοούσαν ότι τα εργοστάσια και τα ορυχεία τους είχαν πουληθεί πόσο µάλλον πώς ή σε ποιους είχαν πουληθεί. (Μία δεκαετία µετά θα γινόµουν µάρτυρας µιας παρόµοιας κατάστασης σύγχυσης στα κρατικά εργοστάσια του Ιράκ.) Θεωρητικά, υποτίθεται ότι όλες αυτές οι δόλιες και ανενδοίαστες µεθοδεύσεις θα δηµιουργούσαν µια οικονοµική άνθηση η οποία θα έβγαζε τη Ρωσία από την απόγνωση. Στην πράξη, το κοµουνιστικό κράτος αντικαταστάθηκε από ένα κορπορατικό κράτος και οι µοναδικοί ωφεληµένοι από την οικονοµική άνθηση ήταν µια µικρή οµάδα Ρώσων (πολλοί από τους οποίους πρώην στελέχη του Κοµουνιστικού Κόµµατος) και µια χούφτα διαχειριστών Δυτικών αµοιβαίων κεφαλαίων, που αποκόµισαν ιλιγγιώδη κέρδη επενδύοντας στις πρόσφατα ιδιωτικοποιηµένες ρωσικές εταιρείες. Μια κλίκα νεόπλουτων δισεκατοµµυριούχων (που θα αποτελούσαν την οµάδα η οποία είναι ευρέως γνωστή ως «ολιγάρχες» για τα εξωφρενικά επίπεδα πλούτου και ισχύος τους) συνεργάστηκαν µε τα «Παιδιά του Σικάγου» του Γέλτσιν και απογύµνωσαν τη χώρα από οτιδήποτε είχε αξία, µεταφέροντας τα τεράσπα κέρδη τους στο εξωτερικό µε ρυθµό της τάξης των 2 δισεκατοµµυρίων δολαρίων το µήνα.

Πριν από τη θεραπεία-σοκ στη Ρωσία δεν υπήρχαν εκατοµµυριούχοι. Το 2003 ο αριθµός των Ρώσων δισεκατοµµυριούχων ανερχόταν σε δεκαεφτά, σύµφωνα µε το σχετικό κατάλογο του περιοδικού Forbes.

υτό οφειλόταν εν µέρει στο γεγονός ότι, σε µια σπάνια παρέκκλιση από την ορθοδοξία της Σχολής του Σικάγου, ο Γέλτσιν και η οµάδα του δεν επέτρεψαν σε ξένες πολυεθνικές να αγοράσουν απευθείας τα περιουσιακά στοιχεία της Ρωσίας. Τα έπαθλα δόθηκαν σε Ρώσους και στη συνέχεια οι ιδιωτικοποιηµένες εταιρείες που ανήκαν στους λεγόµενους «ολιγάρχες» άρχισαν να πουλούν τις µετοχές τους σε ξένους µετόχους. Ακόµα κι έτσι, τα κέρδη ήταν αστρονοµικά. «Αναζητάτε µια επένδυση που θα σας αποφέρει 2.000% µέσα σε τρία χρόνια;» ρωτούσε η Wαll Street Jourνταl. «Μόνο µία χρηµατιστηριακή αγορά προσφέρει αυτή την ελπίδα: [ … ] η Ρωσία».Πολλές επενδυτικές τράπεζες, συµπεριλαµβανοµένης της Credit Suisse First Boston, αλλά και µερικοί βαθύπλουτοι χρηµατοδότες ίδρυσαν γρήγορα αµοιβαία κεφάλαια που επένδυαν απoκλειστικά στη Ρωσία.

Για τους ολιγάρχες της χώρας και τους ξένους επενδυτές υπήρχε µόνο ένα σύννεφο στον ορίζοντα: η καταβαράθρωση της δηµοτικότητας του Γέλτσιν. Οι επιπτώσεις του οικονοµικού προγράµµατος υπήρξαν τόσο βίαιες για το µέσο Ρώσο πολίτη και η διαδικασία ήταν τόσο εξόφθαλµα διεφθαρµένη, ώστε το ποσοστό επιδοκιµασίας των ενεργειών του Γέλτσιν έπεσε σε µονοψήφιο αριθµό. Αν αυτός έχανε την εξουσία, όποιος και να τον αντικαθιστούσε, θα έβαζε, κοτά πάσα πιθανότητα, τέλος στην προσπάθεια να επιβληθεί ένας ακραίος καπιταλισµός στη Ρωσία. Ακόµα πιο ανησυχητικό για τους ολιγάρχες και τους «µεταρρυθµιστές» ήταν το γεγονός ότι θα υπήρχαν ισχυρά επιχειρήµατα για να εθνικοποιηθούν πάλι πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είχαν αποκτήσει κάτω από αυτές τις εξαιρετικά αντισυνταγµατικές πολιτικές συνθήκες.

Τον Δεκέµβριο του 1994 ο Γέλτσιν έκανε κάτι που στην πορεία της ιστορίας έχουν κάνει πολλοί απελπισµένοι ηγέτες προκειµένου να διατηρηθούν στην εξουσία: Ξεκίνησε έναν πόλεµο. Ο τότε επικεφαλής του Συµβουλίου Εθνικής Ασφάλειας Όλεγκ Λοµπόφ εκµυστηρεύτηκε σε ένα βουλευτή: «Χρειαζόµαστε ένα σύντοµο νικηφόρο πόλεµο για να αυξήσουµε τα ποσοστά [δηµοτικότητας] του Προέδρου». Και ο υπουργός Άµυνας πρόβλεψε ότι ο στρατός θα µπορούσε να νικήσει τις ένοπλες δυνάµεις της αποσχισθείσας Δηµοκρατίας της Τσετσενίας µέσα σε µερικές ώρες θα ήταν ένας περίπατος.

Για κάποιο διάστηµα τουλάχιστον το σχέδιο φάνηκε να λειτουργεί. Σε µια πρώτη φάση, το κίνηµα ανεξαρτησίας της Τσετσενίας καταπνίγηκε και τα ρωσικά στρατεύµατα κατέλαβαν το ήδη εγκαταλελειµµένο Προεδρικό Μέγαρο στο Γκρόζνι, µε συνέπεια ο Γέλτσιν να µιλάει για µια ένδοξη νίκη. Ωστόσοο θρίαµβος θα αποδεικνυόταν βραχύβιος τόσο στην Τσετσενία όσο και στη Μόσχα. Όταν το 1996 ο Γέλτσιν έθεσε πάλι υποψηφιότητα για Πρόεδρος, η αντιδηµοτικότητά του ήταν τόσο µεγάλη και η ήττα του έµοιαζε τόσο βέβαιη, ώστε οι σύµβουλοί του έπαιξαν µε την ιδέα να αναστείλουν τις εκλογές. Σε µια επιστολή που την υπέγραφαν Ρώσοι τραπεζίτες και δηµοσιεύτηκε σε όλες τις Ρωσικές εφηµερίδες γίνονταν σαφείς υπαινιγµοί για ένα τέτοιο ενδεχόµενο. Ο Ανατόλι Τσουµπάις, ο υπουργός Ιδιωτικοποιήσεων του Γέλτσιν (τον οποίο ο Σάκς είχε κάποτε χαρακτηρίσει «µαχητή της ελευθερία»), ήταν ένας από τους πλέον ένθερµους υποστηρικτές της «λύσης Πινοτσετ». «Για να υπάρχει δηµοκρατία στην κοινωνία, θα πρέπει να υπάρχει µια δικτατορία στην εξουσία» υποστήριζε. Τα λόγια του αποτελούσαν ηχώ τόσο των δικαιολογιών που επικαλούνταν τα Παιδιά του Σικάγου στη Χιλή του Πινοτσέτ όσο και της φιλοσοφίας του Τενγκ Σιάο-Πινγκ για ένα φριντµανισµό χωρίς δηµοκρατία.

Τελικά, οι εκλογές έγιναν και ο Γέλτσιν επικράτησε χάρη στη χρηµατοδότησή του µε 100 εκατοµµύρια δολάρια (33% πάνω από το νόµιµο όριο) από τους ολιγάρχες, αλλά και επειδή η προβολή του από τους ελεγχόµενους από τους ολιγάρχες τηλεοπτικούς σταθµούς ήταν οκτακόσιες φορές µεγαλύτερη σε σχέση µε των αντιπάλων του. Με την απειλή µιας κυβερνητικής αλλαγής να έχει εξαλειφθεί, τα «Παιδιά του Σικάγου» της Ρωσίας µπόρεσαν να προωθήσουν το πλέον επιθετικό και επικερδές µέρος του προγράµµατός τους: να πουλήσουν αυτό που ο Λένιν είχε χαρακτηρίσει κάποτε «δεσπόζοντα τοµέα».

Ο «ολιγάρχης» της Yokos Χοντορκόφσκυ,
πίσω από τα σίδερα του Πούτιν.

Το 40% µιας πετρελαϊκής εταιρείας που το µέγεθός της ήταν συγκρίσιµο µε εκείνο της γαλλικής Total πουλήθηκε έναντι 88 εκατοµµυρίων δολαρίων (το 2006 οι συνολικές πωλήσεις της Total ανέρχονταν σε 193 δισεκατοµµύρια δολάρια). Η Οrilsk Nickel, η οποία παρήγε το ένα πέµπτο του παγκόσµιου νικελίου, πουλήθηκε έναντι 170 εκατοµµυρίων δολαρίων (παρόλο που σύντοµα τα κέρδη της θα εκτοξεύονταν στο 1,5 δισεκατοµµύριο δολάρια ετησίως). Η πετρελαϊκή εταιρεία Yukos, που ελέγχει περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι το Κουβέιτ, πουλήθηκε έναντι 309 εκατοµµυρίων δολαρίων (σήµερα τα έσοδά της υπερβαίνουν τα 3 δισεκατοµµύρια δολάρια ετησίως). Το 51% της γιγαντιαίας πετρελαϊκής εταιρείας Sidanko πουλήθηκε έναντι 130 εκατοµµυρίων δολαρίων (δύο χρόνια µετά οι διεθνείς αγορές θα αποτιµούσαν αυτό το µετοχικό µερίδιο σε 2,8 δισεκατοµµύρια δολάρια). Ένα τεράστιο εργοστάσιο όπλων πουλήθηκε έναντι 3 εκατοµµυρίων δολαρίων, όσο κοστίζει µια εξοχική κατοικία στο Άσπεν.

Το σκάνδαλο δεν έγκειται µόνο στο ότι ο πλούτος της Ρωσίας εκποιήθηκε έναντι ενός ελάχιστου αντιτίµου της αξίας του, αλλά και στο ότι αγοράστηκε µε δηµόσιο χρήµα, όπως συµβαίνει σε κάθε κορπορατικό κράτος. Όπως έχουν γράψει οι δηµοσιογράφοι Ματ Μπίβενς και Τζόνας Μπέρνσταϊν των Moscow Times, «µια χούφτα επίλεκτων ανθρώπων πήραν δωρεάν τα κρατικά πετρελαϊκά κοιτάσµατα της Ρωσίας, στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού εκποίησης όπου ο ένας κρατικός βραχίονας πλήρωνε έναν άλλο κρατικό βραχίονα». Σε µια παράτολµη πράξη συνεργασίας ανάµεσα στους πολιτικούς που εκποιούσαν τις δηµόσιες εταιρείες και στους επιχειρηµατίες που τις αγόραζαν, αρκετοί υπουργοί του Γέλτσιν µετέφεραν τεράστια ποσά δηµόσιου χρήµατος (που, κανονικά, θα έπρεπε να βρίσκονται στην εθνική τράπεζα ή στο δηµόσιο ταµείο) σε ιδιωτικές τράπεζες τις οποίες είχαν εσπευσµένα ιδρύσει οι ολιγάρχες.* Στη συνέχεια το κράτος ανέθεσε στις τράπεζες αυτές να πραγµατοποιήσουν τους δηµόσιους διαγωνισμούς για την ιδιωτικοποίηση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων και των ορυχείων. Οι τράπεζες διενήργησαν τους διαγωνισμούς, αλλά και κατέθεσαν προσφορές σε αυτούς και, όπως ήταν αναμενόμενο, οι ολιγάρχες έγιναν, μέσω των τραπεζών τους, οι υπερήφανοι νέοι ιδιοκτήτες των μέχρι πρότινος δημόσιων περιουσιακών στοιχείων. Το χρήμα που χρησιμοποίησαν για να αγοράσουν τις μετοχές αυτών των κρατικών εταιρειών ήταν, άμεσα ή έμμεσα, το δημόσιο χρήμα που οι υπουργοί του Γέλτσιν είχαν καταθέσει προηγουμένως στις ιδιωτικές τράπεζές τους. Με άλλα λόγια, ο ρωσικός λαός πρόσφερε το χρήμα που χρησιμοποιήθηκε για τη λεηλασία της χώρας του.

______________________________________________________________

*Οι δύο σηµαντικότερες τράπεζες που ελέγχονταν από ολιγάρχες ήταν η Bank Menatep του Μιχαήλ Χοντορκόφσκι και η Unexίmbank του Βλαντίµιρ Ποτάνιν. (Σ.τ.Σ.)

______________________________________________________________

Όπως έχει πει ένας από τους «νεαρούς μεταρρυθμιστές» της Ρωσίας, όταν οι κομουνιστές της χώρας αποφάσισαν να διαλύσουν τη Σοβιετική Ένωση, πραγματοποίησαν «μια ανταλλαγή εξουσίας με ιδιοκτησία». Όπως είχε συμβεί και με την οικογένεια του Πινοτσέτ, του μέντορά του, τα μέλη της οικογένειας του Γέλτσιν πλούτισαν, τα παιδιά του και οι σύζυγοί τους διορίστηκαν σε διευθυντικές θέσεις στις μεγάλες ιδιωτικοποιημένες εταιρείες.

Όταν πλέον οι ολιγάρχες είχαν αποκτήσει τον έλεγχο των βασικών περιουσιακών στοιχείων της Ρωσίας, άρχισαν να πουλούν μετοχές των εταιρειων τους σε μεγάλες πολυεθνικές, οι οποίες απέκτησαν σημαντικά μερίδια. Το 1997 η Royal Dutch/Shell και η ΒΡ συνεταιρίστηκαν με δύο γιγαντιαίες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, την Gazprom και τη Sidanko. Επρόκειτο για εξαιρετικά επικερδείς επενδύσεις, όμως το βασικό μερίδιο του πλούτου της Ρωσίας παρέμεινε σε χέρια Ρώσων επιχειρηματιών και δεν κατέληξε στα χέρια των ξένων συνεταίρων τους. Ήταν ένα σφάλμα που το ΔΝΤ και το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ θα φρόντιζαν να διορθώσουν στους μελλοντικούς διαγωνισμoύς ιδιωτικοποιήσεων στη Βολιβία και στην Αργεντινή. Μετά την εισβολή στο Ιράκ οι ΗΠΑ θα προχωρούσαν σε ακόμα πιο δραστικά μέτρα, προσπαθώντας να αποκλείσουν εξ ολοκλήρου την τοπική ελίτ από τις επικερδείς συμφωνίες ιδιωτικοποιήσεων.

Ο Γουέιν Μέρι, ο βασικός πολιτικός αναλυτής στην πρεσβεία των HΠA στη Μόσχα κατά τη διάρκεια των καθοριστικών ετών 1990-1994, έχει παραδεχτε! ότι η επιλογή ανάμεσα στη δημοκρατία και στα συμφέρονταν των αγορών στη Ρωσία υπήρξε εξαιρετικά ωμή: «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επέλεξε την οικονομία σε βάρος της πολιτικής. Επιλέξαμε την απελευθέρωση των τιμών, την ιδιωτικοποίηση των βιομηχανιών και τη δημιουργία ενός πραγματικά αχαλίνωτου, απορρυθμισμένου καπιταλισμού, ελπίζοντας ότι η κυριαρχία του νόμου, η κοινωνία των πολιτών και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θα απέρρεαν αυτόματα. [ … ] Δυστυχώς, επιλέξαµε να αγνοήσουµε τη λαϊκή βούληση και να πιέσουµε για την εφαρµογή αυτής της πολιτικής».

Ο πλούτος που µπορούσε να αποκτήσει κανείς στη Ρωσία εκείνη την περίοδο ήταν τόσο µεγάλος, ώστε µερικοί από τους «µεταρρυθµιστές» δεν µπόρεσαν ν’αντισταθοϋν στον πειρασµό να µπουν στο παιχνίδι. Πράγµατι, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού µέχρι τότε, η κατάσταση στη Ρωσία κατέρριψε το μύθo του τεχνοκράτη, διανοούµενου φιλελεύθερου οικονοµολόγου ο οποίος υποτίθεται ότι εφαρµόζει κατά γράµµα θεωρητικά µοντέλα µόνο επειδή πιστεύει ειλικρινά σε αυτά. Όπως στη Χιλή και στην Κίνα, όπου η καλπάζουσα διαφθορά συµβάδιζε µε τη θεραπεία-σοκ, αρκετοί από τους νεοφιλελεύθερους υπουργούς και τους αναπληρωτές υπουργούς του Γέλτσιν κατέληξαν να χάσουν τα αξιώµατά τους εξαιτίας πολύκροτων σκανδάλων διαφθοράς.

Υπήρχαν, επίσης, και οι νεαρές διάνοιες του Σχεδίου για τη Ρωσία του Χάρβαρντ, που είχαν ως αποστολή τους να οργανώσουν τις ιδιωτικοποιήσεις και τη δηµιουργία µιας αγοράς αµοιβαίων κεφαλαίων. Αποκαλύφθηκε ότι οι δύο ακαδηµαϊκοί που ήταν επικεφαλής του προγράµµατος, ο καθηγητής οικονοµικών στο Χάρβαρντ Αντρέι Σλέιφερ και ο αναπληρωτής του Τζόναθαν Χέι, επωφελούνταν άµεσα από την αγορά που προσπαθούσαν να δηµιουργήσουν. Ενόσω ο Σλέιφερ ήταν ο βασικός σύµβουλος της οµάδας του Γκαϊντάρ για την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, η σύζυγός του επένδυε µεγάλα ποσά στις ρωσικές εταιρείες που ιδιωτικοποιούνταν. Αλλά και ο Χέι, ένας τριαντάχρονος απόφοιτος της Νοµικής Σχολής του Χάρβαρντ, επένδυε σε µετοχές των ιδιωτικοποιηµένων πετρελαϊκών εταιρειών της Ρωσίας, παραβιάζοντας τους όρους του συµβολαίου του Χάρβαρντ µε τη USAID. Επιπλέον, ενόσω ο Χέι βοηθούσε τη ρωσική κυβέρνηση να οργανώσει µια αγορά αµοιβαίων κεφαλαίων, η φίλη του και µετέπειτα σύζυγός του απέκτησε την πρώτη άδεια να ιδρύσει µια εταιρεία αµοιβαίων κεφαλαίων στη Ρωσία, την οποία στα πρώτα στάδια της λειτουργίας της διηύθυνε από το γραφείο του Χάρβαρντ στη Ρωσία, που το χρηµατοδοτούσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ. (Τυπικά, ως επικεφαλής του Ινστιτούτου για τη Διεθνή Ανάπτυξη του Χάρβαρντ, στο οποίο υπαγόταν το Σχέδιο για τη Ρωσία, ο Σάκς ήταν ο προϊστάµενο; του Σλέιφερ και του Χέι για το µεγαλύτερο διάστηµα εκείνης της περιόδου. Ωστόσο ο Σάκς δε βρισκόταν πια στη Ρωσία και δεν αναµείχθηκε σε καµία από τις αµφιλεγόµενες πράξεις.)

Όταν αποκαλύφθηκαν αυτές οι περιπτώσεις διαπλοκής, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ µήνυσε το Χάρβαρντ, υποστηρίζοντας ότι οι επιχειρηµατικές συµφωνίες του Σλέιφερ και του Χέι παραβίαζαν το συµβόλαιο που είχαν υπογράψει αποδεχόµενοι να µην επωφεληθούν προσωπικά από το έργο που είχαν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Έπειτα από εφτά χρόνια ερευνών και δικαστικών αγώνων, το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βοστονης αποφάσισε ότι το Χάρβαρντ είχε παραβιάσει το συµβόλαιο, ότι οι δύο ακαδηµαϊκοί «είχαν συνωµοτήσει για να εξαπατήσουν τις Ηνωµένες Πολιτείες», ότι «Ο Σλέιφερ είχε επιδοθεί σε προσωπικές επιχειρηµατικές δρασηριότητες» και ότι «ο Χέι είχε αποπειραθεί να ξεπλύνει 400.000 δολάρια µέσω του πατέρα του και της φίλης του». Το Χάρβαρντ κατέβαλε 26,5 εκοτοµµύρια δολάρια στο πλαίσιο ενός διακανονισµού, του µεγαλύτερου στην ιστορία του ιδρύµατος. Ο Σλέιφερ συµφώνησε να καταβάλει 2 εκατοµµύρια δολάρια και ο Χέι ένα ποσό από 1 έως 2 εκατοµµύρια δολάρια, ανάλογα µε τα εισοδήµατά του, παρόλο που και οι δύο αρνήθηκαν την οποιαδήποτε ευθύνη.*

Ίσως αυτού του είδους οι «προσωπικές επιχειρηµατικές δραστηριότητες να ήταν αναπόφευκτες, δεδοµένης της φύσης του ρωσικού πειράµατος. Ο Άντερς Άσλαντ, ένας από τους πιο σηµαντικούς Δυτικούς οικονοµολόγους που εργάζονταν στη Ρωσία εκείνη την εποχή, έχει διατυπώσει την άποψη ότι η θεραπεία-σοκ θα λειτουργούσε επειδή «τα θαυµαστά κίνητρα ή οι πειρασµοί του καπιταλισµού υπερισχύουν, λίγο ως πολύ, των πάντων». Άρα, αν η απληστία ήταν ο κινητήρας της ανοικοδόµησης της Ρωσίας, τότε οι άνθρωποι του Χάρβαρντ µαζί µε τις φίλες και τις συζύγους τους, αλλά και οι σύµβουλοι και η οικογένεια του Γέλτσιν, δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να δίνουν το καλό παράδειγµα συµµετέχοντας στη φρενίτιδα για περισσότερα κέρδη.

_____________________________________________________________

*Δυστυχώς, τα χρήµατα δε δόθηκαν στο ρωσικό λαό, που ήταν το πραγµατικό θύµα της διεφθαρµένη  διαδικασίας των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά στην κυβέρνηση των ΗΠΑ όπως ακριβώς οι µηνύσεις εναντίον των αµερικανικών εργοληπτικών εταιρειών στο Ιράκ κατέληξαν σε ένα διακανονισµό ανάµεσα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και στον Αµερικανό πληροφοριοδότη που κατάθεσε εναντίον των εργοληπτικών εταιρειών. (Σ.τ.Σ.)

______________________________________________________________

Τίθεται, λοιπόν, ένα ενοχλητικό αλλά σηµαντικό ερώτηµα για τους ιδεολόγους της ελεύθερης αγοράς: Είναι «πραγµατικοί πιστοί», που οδηγούνται από την ιδεολογία και την πίστη τους ότι οι ελεύθερες αγορές θα θεραπεύσουν την υπανάπτυξη, όπως τόσο συxνά µας διαβεβαιώνουν, ή µήπως οι ιδέες και οί θεωρίες χρησιµοποιούνται συχνά ως µια επεξεργασµένη ορθολογική δικαιολογία που επιτρέπει στους ανθρώπους να δρουν µε αχαλίνωτη απληστία επικαλούµενοι αλτρουιστικά κίνητρα; Φυσικά, όλες οι ιδεολογίες µπορούν να διαφθαρούν (όπως απέδειξαν περίτρανα τα κοµµατικά στελέχη που την εποχή του κοµουνισµού είχαν αποκτήσει πολλά προνόµια), και σίγουρα υπάρχουν έντιµοι νεοφιλελεύθεροι. Όµως τα οικονοµικά της Σχολής του Σικάγου µοιάζουν πως είναι ιδιαίτερα επιρρεπή στη διαφθορά. Αν αποδεχτείς ότι το κέρδος και η απληστία σε µαζική κλίµακα αποφέρουν τα µεγαλύτερα δυνατά οφέλη για µια κοινωνία, τότε οποιαδήποτε πράξη αποβλέπει στον προσωπικό πλουτισµό µπορεί να δικαιολογηθεί ως µια συνεισφορά στο µεγάλο δηµιουργικό χωνευτήρι του καπιταλισµού, καθώς παράγεται πλούτος και δίνονται κίνητρα για οικονοµική µεγέθυνση έστω κι αν αυτό ισχύει µόνο για τον εαυτό σου και τους συναδέλφους σου.

Ζώρτζ Σόρος

λλά και το φιλανθρωπικό έργο του Τζορτζ Σόρος στην Ανατολική Ευρώπη (συµπεριλαµβανοµένης της χρηµατοδότησης των ταξιδιών του Σάκς στην περιοχή) δεν έχει µείνει στο απυρόβλητο. Δεν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι ο Σόρoς ήταν αφοσιωµένος στην υπόθεση του εκδηµοκρατισµού του Ανατολικού μπλόκ, όµως είναι επίσης σαφές ότι τα οικονοµικά του συµφέροντα εξυπηρετούνταν από το είδος των µεταρρυθµίσεων που συνόδευαν τον εκδηµοκρατισµό. Καθώς ήταν ο πιο ισχυρός χρηµατιστής στις αγορές συναλλάγµατος, θα µπορούσε να είναι ένας από τους δυνητικούς αγοραστές και να αποκοµίσει τεράστια κέρδη όταν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης υιοθετούσαν τη µετατρεψιµότητα του νοµίσµατός τους, καταργούσαν τους περιορισµούς στις µετακινήσεις κεφαλαίων και πραγµατοποιούσαν δηµόσιους διαγωνισµούς για την πώληση των κρατικών εταιρειών.

Θα ήταν απολύτως νόµιµο να επωφεληθεί άµεσα ο Σόρος από τις αγορές που ο ίδιος, ως φιλάνθρωπος, συνέβαλλε να ανοίξουν, όµως δε θα ήταν καλό για τη δηµόσια εικόνα του. Για κάποιο διάστηµα αντιµετώπισε αυτό το ζήτηµα της σύγκρουσης συµφερόντων απαγορεύοντας στις εταιρείες του να επενδύουν στις χώρες όπου δραστηριοποιούνταν τα ιδρύµατά του. Όµως, όταν άρχισε η εκποίηση στη Ρωσία, ο Σόρος δεν µπόρεσε να αντισταθεί. Το 1994 εξήγησε ότι η µέχρι τότε πολιτική του «τροποποιήθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι οι αγορές αναπτύσσονται στην περιοχή, και δεν έχω κανένα λόγο ή δικαιολογία ή δικαίωµα να αρνούµαι στα κεφάλαιά µου ή στους µετόχους µου τη δυνατότητα να επενδύουν εκεί ή να στερώ από αυτές τις χώρες την ευκαιρία να εισρεύσουν σε αυτές τα κεφάλαιά µου». Ο Σόρος είχε ήδη αγοράσει µετοχές του ιδιωτικοποιηµένου τηλεφωνικού δικτύου της Ρωσίας (µια πολύ κακή επένδυση, όπως αποδείχτηκε) και είχε αποκτήσει ένα σηµαντικό µερίδιο σε µια µεγάλη εταιρεία τροφίµων της Πολωνίας. Τις πρώτες µέρες µετά την πτώση του κοµουνισµού ο Σόρος υπήρξε, µέσω του Σάκς, ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της θεραπείας-σοκ για να πραγµατοποιηθεί ο οικονοµικός µετασχηµατισµός. Όµως στα τέλη της δεκαετίας του 1990 άλλαξε στάση, έγινε ένας από τους κυριότερους επικριτές της θεραπείας-σοκ και τα ιδρύµατά του άρχισαν να χρηµατοδοτούν µη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) που απαιτούσαν τη λήψη µέτρων για την καταπολέµηση της διαφθοράς πριν από την πραγµατοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων.

Αυτή η επιφοίτηση ήρθε υπερβολικά αργά για να σωθεί η Ρωσία από τον τυχοδιωκτικό καπιταλισµό. Η θεραπεία-σοκ είχε ανοίξει τους κρουνούς του ζεστού χρήµατος µε τις βραχυπρόθεσµες επενδύσεις και την κερδοσκοπία στις συναλλαγµατικές ισοτιµίες, που ήταν εξαιρετικά επικερδείς δραστηριότητες. Αυτή η έντονη κερδοσκοπία είχε ως αποτέλεσµα η Ρωσία να είναι εντελώς απροστάτευτη το 1998, όταν άρχισε να επεκτείνεται η ασιατική χρηµατοοικονοµική κρίση (που αποτελεί το θέµα του κεφαλαίου 13). Η ήδη επισφαλής οικονοµία της κατέρρευσε οριστικά. Η κοινή γνώµη θεώρησε υπεύθυνο τον Γέλτσιν και το ποσοστό της δηµοτικότητάς του καταβαραθρώθηκε στο 6%.  Καθώς για µία ακόµα φορά έμοιαζε αβέβαιο το µέλλον πολλών ολιγαρχών, ήταν αναγκαίο ένα ακόµα µείζον σοκ για να διασωθεί το οικονοµικό σχέδιο και να αποσοβηθεί η απειλή της εγκαθίδρυσης µιας γνήσιας δηµοκρατίας στη Ρωσία.

Τον Σεπτέµβριο του 1999 η χώρα επλήγη από µια σειρά εξαιρετικά βάναυσων τροµοκρατικών επιθέσεων: Φαινοµενικά χωρίς κανένα λόγο, τέσσερις πολυκατοικίες ανατινάχτηκαν στην καρδιά της νύχτας, µε συνέπεια να σκοτωθούν σχεδόν 300 άνθρωποι. Αυτό που επακολούθησε είναι εξαιρετικά οικείο για τους Αµερικανούς, καθώς το έζησαν στο πετσί τους µετά την 11η Σεπτεµβρίου 2001: Κάθε άλλο ζήτηµα διαγράφτηκε από την πολιτική ατζέντα χάρη στη µοναδική δύναµη πάνω στη γη που µπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο. «’Ηταν αυτό το είδος του απόλυτα πρωταρχικού φόβου», εξηγεί η Ρωσίδα δημοσιογράφος Γεβγκένια Άλµπατς. «Ξαφνικά όλες οι συζητήσεις για τη δηµοκρατία και τους ολιγάρχες έμοιαζαν ασήµαντες µπροστά στο φόβο ότι µπορούσες να πεθάνεις µέσα στο διαµέρισµά σου».

Ο άνθρωπος που ανέλαβε την καταδίωξη των «ζώων» που ευθύνονταν για τις τροµοκρατικές επιθέσεις ήταν ο πρωθυπουργός της Ρωσίας, ο ψυχρός και αόριστα απειλητικός Βλαντίµιρ Πούτιν.* Αµέσως µετά τις βοµβιστικές επιθέσεις, στα τέλη Σεπτεµβρίου του 1999, ο Πούτιν διέταξε να γίνουν αεροπορικές επιδροµές εναντίον κατοικηµένων περιοχών της Τσετσενίας. Υπό το κράτος του φόβου, το γεγονός ότι ο Πούτιν είχε υπηρετήσει για δεκαεφτά χρόνια στην KGB, το πιο τροµακτικό σύµβολο της κοµουνιστικής εποχής, ήταν καθησυxαστικό για πολλούς Ρώσους. Καθώς ο αλκοολισµός του Γέλτσιν τον καθιστούσε ολοένα και περισσότερο δυσλειτουργικό, ο «προστάτης» Πούτιν βρισκόταν στην πιο πλεονεκτική θέση για να τον διαδεχτεί ως Πρόεδρος. Στις 31 Δεκεµβρίου 1999, µε τον πόλεµο στην Τσετσενία να εµποδίζει κάθε προσπάθεια διεξαγωγής ενός σοβαρού δηµόσιου διαλόγου, αρκετοί ολιγάρχες µεθόδευσαν την παράδοση της εξουσίας από τον Γέλτσιν στον Πούτιν χωρίς να διεξαχθούν εκλογές. Πριν εγκαταλείψει την εξουσία, ο Γέλτσιν αντέγραψε για µία ακόµα και τελευταία φορά τον Πινοτσέτ, ζητώντας να του χορηγηθεί ασυλία. Η πρώτη πράξη του Πούτιν ως Προέδρου ήταν να υπογράψει ένα νόµο που προστάτευε τον Γέλτσιν από κάθε ποινική δίωξη, είτε για ζητήµατα διαφθοράς είτε για τις δολοφονίες των διαδηλωτών υπέρ της δηµοκρατίας από το στρατό κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του.

Ο Γέλτσιν έχει περάσει στην ιστορία µάλλον ως ένας διεφθαρµένος παλιάτσος παρά ως ένας επίφοβος ισχυρός άντρας. Ωστόσο η οικονοµική πολιτική του και ο πόλεµος που πραγµατοποίησε για να την προστατέψει συνέβαλαν σηµαντικά στην αύξηση του φόρου αίµατος της σταυροφορίας της Σχολής του Σικάγου, ο οποίος διογκωνόταν σταθερά µετά το πραξικόπηµα στη Χιλή τη δεκαετία του 1970. Εκτός από τα θύµατα του οκτωβριανού πραξικοπήµατος του Γέλτσιν, ο πόλεµος της Τσετσενίας είχε ως συνέπεια να πεθάνουν περίπου 100.000 πολίτες. Ωστόσο οι µεγαλύτερες σφαγές για τις οποίες ευθύνεται ο Γέλτσιν έγιναν σε αργό ρυθµό και είχαν πολύ περισσότερα θύµατα: Πρόκειται για τις «παράπλευρες απώλειες» της οικονοµικής θεραπείας-σοκ.

Με εξαίρεση περιπτώσεις λιµών, λοιµών ή πολέµων, ποτέ τόσοι πολλοί άνθρωποι δεν έχασαν τόσα πολλά σε τόσο σύντοµο χρονικό διάστηµα. Το 1998 το 80% των ρωσικών αγροτικών επιχειρήσεων είχαν χρεοκοπήσει, ενώ είχαν κλείσει γύρω στα 70.000 κρατικά εργοστάσια, με συνέπεια μια επιδημία χρόνιας ανεργίας. Το 1989, πριν από τη θεραπεία-σοκ, στη Ρωσική Ομοσπονδία ζούσαν 2 εκατομμύρια άνθρωποι κάτω από τα όρια της φτώχειας, με λιγότερα από τέσσερα δολάρια ημερησίως. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 οι δόκτορες του σοκ είχαν πλέον ολοκληρώσει τη χορήγηση του «πικρού φαρμάκου» τους, 74 εκατομμύρια Ρώσοι ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχειας, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα. Αυτό σημαίνει ότι οι «οικονομικές μεταρρυθμίσεις» στη Ρωσία ευθύνονται για το γεγονός ότι 72 εκατομμύρια Ρώσοι έγιναν φτωχοί μέσα σε μόλις οχτώ χρόνια. Το 1995 το 25% των Ρώσων (σχεδόν 37 εκατομμύρια άνθρωποι) ζούσαν σε μια κατάσταση φτώχειας που χαρακτηριζοταν «απελπιστική».

______________________________________________________________

• Δεδοµένη; της εγκληµατικής αναλγησίας της ρωσικής άρχουσας τάξης, δεν είναι παράξενο ότι αφθονούν οι θεωρίες συνωµοσίας σχετικά µε τα όσα συνέβησαν. Αρκετοί Ρώσοι πιστεύουν ότι οι Τσετσένοι δεν είχαν καµία σχέση µε τις βοµβιστικές επιθέσεις και ότι πραγµατοποιήθηκαν σιο πλαίσιο µιας συγκαλυµµένης επιχείρησης που απέβλεπε στο να αναδειχθεί ο Πούτιν ως ο προφανής διάδοχος του Γέλτσιν. (Σ.τ.Σ.)

______________________________________________________________

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια εκατομμύρια Ρώσοι έχουν ξεφύγει από τη φτώχεια, κυρίως χάρη στην εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, υπάρχει μια τάξη μόνιμων φτωχών με όλα τα δεινά που συνοδεύουν μια τέτοια κοινωνική έκπτωση. Όσο άθλια κι αν ήταν η ζωή στα συνωστισμένα και κρύα διαμερίσματα την εποχή του κομουνισμού, οι Ρώσοι είχαν τουλάχιστον μια στέγη. Το 2006 η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι υπήρχαν 715.000 άστεγα παιδιά στη Ρωσία, ενώ σύμφωνα με τη UNICEF ο αριθμός των παιδιών χωρίς στέγη ανερχόταν σε 3,5 εκατομμύρια.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ο εκτεταμένος αλκοολισμός θεωρούνταν στη Δύση μια απόδειξη ότι η ζωή υπό το κομουνιστικό καθεστώς ήταν τόσο θλιβερή, ώστε οι Ρώσοι χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες βότκας για να βγάζουν τη μέρα τους. Ωστόσο επί καπιταλισμού οι Ρώσοι πίνουν διπλάσιες ποσότητες αλκοόλ από ό,τι συνήθιζαν και καταναλώνουν πιο βαριά παυσίπονα-ηρεμιστικά επίσης. Ο «τσάροι» των ναρκωτικών» Αλεξάντρ Mιχαήλωφ ισχυρίζεται ότι ο αριθμός των χρηστών αυξήθηκε κατά 900% από το 1994 µέχρι το 2004, υπερβαίνοντας τους 4 εκατομμύρια ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους είναι ηρωινομανείς. Η επιδημία των ναρκωτικών είναι συνεργός ενός άλλου σιωπηρού δολοφόνου: Το 1995 γύρω στους 50.000 Ρώσους ήταν φορείς του ιού HIV, ενώ μέσα σε δύο χρόνια ο αριθμός τους διπλασιάστηκε. Μία δεκαετία μετά σχεδόν 1 εκατομμύριο Ρώσοι ήταν θετικοί στα τεστ για τον ιό HIV.

Εκτός από αυτούς τους αργούς θανάτους, υπάρχουν και γρήγοροι. Όταν το 1992 ξεκίνησε η θεραπεία-σοκ, το ήδη υψηλό ποσοστό των αυτοκτονιών στη Ρωσία άρχισε να αυξάνεται. Το 1994, το έτος που οι «μεταρρυθμίσεις» του Γέλτσιν έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, το ποσοστό των αυτοκτονιών είχε διπλασιαστεί σε σχέση με οχτώ χρόνια πριν. Επιπλέον, οι Ρώσοι άρχισαν να αλληλοσκοτώνονται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα: Το 1994 τα βίαια εγκλήματα είχαν τετρααλασιαστεί.

«Τι αποκόμισαν η πατρίδα και ο λαός μας τα τελευταία δεκαπέντε εγκληματικά χρόνια;» έθεσε το ερώτημα ο Μοσχοβίτης ακαδημαϊκός Βλαντίμιρ Γκούσεφ κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης υπέρ της δημοκρατίας το 2006. -Στα χρόνια του εγκληματικού καπιταλισμού πέθανε το 10% του πληθυσμού μας». Πράγματι, ο πληθυσμός της Ρωσίας μειώνεται δραματικά κατά σχεδόν 700.000 κατοίκους ετησίως. Μεταξύ 1996 (του πρώτου έτους της θεραπείας-σοκ) και 2006 ο πληθυσμός της Ρωσίας συρρικνώθηκε κατά 6,6 εκατομμύρια. Τρεις δεκαετίες πριν ο Αντρέ Γκούντερ Φρανκ, ο οικονομολόγος που αποστάτησε από τη Σχολή του Σικάγου, έστειλε στον Μίλτον Φρίντμαν μια επιστολή στην οποία τον κατηγορούσε για «οικονομική γενοκτονία». Πολλοί Ρώσοι χρησιμοποιούν τους ίδιους όρους για να περιγράψουν την αργή εξόντωση των συμπολιτών τους.

Αυτή η προσχεδιασμένη εξαθλίωση των Ρώσων γίνεται ακόμα πιο μακάβρια από το γεγονός ότι οι ελίτ της Μόσχας επιδεικνύουν το συσσωρευμένο πλούτο τους με τρόπο που δεν μπορεί να συναντήσει κανείς πουθενά αλλού πέρα από μερικά πετρελαιοπαραγωγά εμιράτα. Στη σημερινή Ρωσία το χάσμα του πλούτου είναι τέτοιο, ώστε έχεις την αίσθηση ότι πλούσιοι και φτωχοί δε ζoυν απλώς σε διαφορετικές χώρες αλλά και σε διαφορετικούς αιώνες. Ο ένας χωροχρόνος είναι το κέντρο της Μόσχας, που μεταμορφώνεται ταχύτατα σε μια φουτουριστική πόλη της αμαρτίας του εικοστού πρώτου αιώνα, όπου οι ολιγάρχες μετακινούνται με κομβόι μαύρων Mercedes, προστατευόμενοι από επίλεκτους μισθοφόρους, και οι Δυτικοί διαχειριστές κεφαλαίων γοητεύονται από την έλλειψη κανόνων στις επενδύσεις τη μέρα και από τα θέλγητρα εκδιδόμενων γυναικών τη νύχτα. Στον άλλο χωροχρόνο ζει μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα που, όταν τη ρώτησαν ποιες είναι οι ελπίδες της για το μέλλον, απάντησε: «Είναι δύσκολο να μιλάς για τον εικοστό πρώτο αιώνα όταν διαβάζεις υπό το φως ενός κεριού. Για ποιον εικοστό πρώτο αιώνα μου μιλάτε; Εδώ ζούμε στο δέκατο ένατο αιώνα».

Η λεηλασία μιας χώρας με τόσο μεγάλο πλούτο όσο αυτός της Ρωσίας απαίτησε ακραίες πράξεις τρομοκρατίας από την πυρπόληση του κοινοβουλίου μέχρι την εισβολή στην Τσετσενία. «Μια πολιτική που γεννάει φτώχεια και εγκληματικότητα», γράφει ο Γκεόργκι Αρμπάτοφ, ένας από τους πρώτους (και μη εισακουσθέντες) οικονομικούς συμβούλους του Γέλτσιν, «μπορεϊ να επιβιώσει μόνο αν κατασταλεί η δημοκρατία». Όπως ακριβώς είχε συμβεί στο Νότιο Κώνο της Λατινικής Αμερικής, στη Βολιβία όταν κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας, στην Κίνα κατά τη διάρκεια των γεγονότων στην πλατεία Τιε ναν μέν. Και όπως θα συνέβαινε στο Ιράκ.

Όταν αμφιβάλλεις, ρίξ’τα στη διαφθορά

ν ξαναδιαβάσει κανείς την αρθρογραφία του δυτικού Τύπου για τη θεραπεία-σοκ στη Ρωσία, θα εντυπωσιαστεί από το πόσο πολύ τα σχόλια εκείνης τη εποχής μοιάζουν με τις απόψεις που θα διατυπώνονταν για το Ιράκ μία δεκαετία μετά. Για τις κυβερνήσεις του πρεσβύτερου Μπους και του Κλίντον, αλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το G7 και το ΔΝΤ, ο πραγματικός στόχος ήτοι να εξαλειφθεί το προϋπάρχον κράτος στη Ρωσία και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια καπιταλιστική φρενίτιδα, η οποία, με τη σειρά της, θα έδινε ώθηση σε μια ανθηρή δημοκρατία της αγοράς την οποία θα διαχειρίζονταν νεαροί Αμερικανοί με υπερβολική αυτοπεποίθηση που μόλις είχαν αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Με άλλα λόγια, ό,τι θα συνέβαινε και στο Ιράκ, αλλά χωρίς τις εκρήξεις.

Όταν ο ζήλος για τη θεραπεία-σοκ στη Ρωσία βρισκόταν στο αποκορύψωμά του, οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της ήταν πεπεισμένοι ότι μόνο η ολοκληρωτική κατάλυση όλων των θεσμών θα δημιουργούσε τις συνθήκες για μια εθνική αναγέννηση το ίδιο όνειρο για τη δημιουργία μιας «λευκής σελίδας» θα αναβίωνε και στο Ιράκ. Είναι «επιθυμητό», έχει γράψει ο ιστορικός του Xάρβαρντ Ρίτσαρντ Πάιπς, «για τη Ρωσία να συνεχίσει να αποσυντίθεται μέχρι να μην απομείνει τίποτα από τις θεσμικές δομές της».  Και ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Κολούμπια Ρίτσαρντ Έρικσον έγραψε το 1995: «Η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση πρέπει να είναι καταλυτική σε μια πρωτοφανή ιστορική κλίμακα. Πρέπει να απορριφθεί ένας ολόκληρος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων όλων των οικονομικών και των περισσότερων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών του και, εν κατακλείδι, της φυσικής δομής της παραγωγής, του κεφαλαίου και της τεχνολογίας».

Μία ακόμα ομοιότητα με το Ιράκ είναι ότι, παρόλο που ο Γέλτσιν αψηφούσε οτιδήποτε θύμιζε δημοκρατία, η διακυβέρνησή του αντιμετωπιζόταν από τη Δύση ως μέρος της μετάβασης στη δημοκρατία», μια γραμμή που θα άλλαζε και μόνο όταν ο Πούτιν θα άρχιζε να επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις σε αρκετούς ολιγάρχες για τις παράνομες δραστηριότητές τους. Παρομοίως, η κυβέρνηση Μπους ισχυριζόταν πάντα ότι το Ιράκ βρίσκεται στο δρόμο για τη δημοκρατία, ακόμα κι όταν δημοσιοποιήθηκαν ακλόνητα αποδεικτικά στοιχεία για τα βάναυσα βασανιστήρια, τα ανεξέλεγκτα αποσπάσματα θανάτου και την εκτεταμένη λογοκρισία του Τύπου. Το οικονομικό πρόγραμμα της Ρωσίας χαρακτηριζόταν πάντα «μεταρρυθμιστικό», όπως, αντίστοιχα, το Ιράκ βρίσκεται μονίως σε μια διαδικασία «ανοικοδόμησης», έστω κι αν οι περισσότερες αμερικανικές εργοληπτικές εταιρείες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, αφήνοντας πίσω τους μισοτελειωμένες υποδομές, καθώς η καταστροφή συνεχίζεται. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όποιος τολμούσε στη Ρωσία να αμφισβητήσει τη σοφία των «μεταρρυθμιστών» δυσφημιζόταν ως νοσταλγός του Στάλιν, όπως, αντίστοιχα, για πολλά χρόνια οι επικριτές της κατοχής του Ιράκ κατηγορούνταν ότι θεωρούσαν πως η ζωή ήταν καλύτερη επί Σαντάμ Χουσεϊν.

Όταν πλέον ήταν αδύνατον να συγκαλυφθούν οι αποτυχίες του προγράμματος της θεραπείας-σοκ στη Ρωσία, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης άρχισαν να μιλούν για την «κουλτούρα της διαφθοράς» στη χώρα και να εικάζουν ότι οι Ρώσοι «δεν ήταν έτοιμοι» για μια αυθεντική δημοκρατία, εξαιτίας της μακροχρόνιας παράδοσης αυταρχισμού. Οι «δεξαμενές σκέψης» της Ουάσινγκτον αποδοκίμασαν την τερατώδη οικονομία της Ρωσίας, στη δημιουργία της οποίας είχαν συμβάλει, χλευάζοντάς τη ως «μαφιόζικο καπιταλισμό» ένα φαινόμενο που, υποτίθεται, απορρέει από το ρωσικό χαρακτήρα και αποτελεί ίδιον της Ρωσίας. «Τίποτα καλό δε θα προκύψει ποτέ από τη Ρωσία», έγραφε το 2001 το Atlαntic Review, παραθέτοντας τα λόγια ενός Ρώσου υπαλλήλου γραφείου. Ο δημοσιογράφος και μυθιστοριογράφος Ρίτσαρντ Λούρι ισχυρίστηκε στους Los Angeles Times ότι «οι Ρώσοι είναι ένα τόσο καταστροφικό έθνος, ώστε, ακόμα κι όταν κάνουν κάτι τόσο υγιές και κοινότοπο όπως το να ψηφίζουν ή να βγάζουν χρήματα, τα κάνουν μπάχαλο».  Ο οικονομολόγος Άντερς Άσλαντ είχε ισχυριστεί ότι οι «πειραομοί του καπιταλισμού» αρκούσαν για να μεταμορφωθεί η Ρωσία, ότι η δύναμη της απληστίας θα πρόσφερε την αναγκαία ορμή για να ανοικοδομηθεί η χώρα. Όταν λίγα χρόνια μετά τον ρώτησαν ποιος ήταν ο λόγος που τα πράγματα δεν είχαν εξελιχτεί καλά, απάντησε: «Η διαφθορά, η διαφθορά και η διαφθορά» λες και η διαφθορά είναι κάτι διαφορετικό από την αχαλίνωτη έκφραση των «πειρασμών του καπιταλισμού» που με τόσο ενθουσιασμό είχε εκθειάσει.

(Σ.Σ.«κουλτούρα της διαφθοράς» Αυτό δεν κάνουν και εδώ);

Οι ίδιες δικαιολογίες θα επαναλαμβάνονταν μία δεκαετία μετά για να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους εξαφανίσιηκαν δισεκατομμύρια δολάρια που προορίζονταν για την ανοικοδόμηση του Ιράκ, με την κληρονομιά του Σαντάμ και την παθολογία του «ριζοσπαστικού ισλάμ» να αντικαθιστούν την κληρονομιά του κομουνισμού και του τσαρισμού. Με τη μόνη διαφορά ότι στην περίπτωση του Ιράκ η οργή των ΗΠΑ για την απροθυμία των Ιρακινών να δεχτούν το δώρο της «ελευθερίας» υπό την απειλή των όπλων δε θα περιοριζόταν μόνο σε κακεντρεχή άρθρα για τους «αχάριστους» Ιρακινούς, αλλά θα ξεσπούσε και πάνω στα σώματα των Ιρακινών πολιτών από τους Αμερικανούς και Βρετανούς οτρατιώτες.

Το πραγματικό πρόβλημα με την προπαγάνδα που επιρρίπτει τις ευθύνες στο ρωσικό χαρακτήρα είναι ότι εμποδίζει την οποιαδήποτε σοβαρή εξέταση όσων μπορούν να μας διδάξουν τα ιστορικά γεγονότα για την πραγματική όψη της σταυροφορίας υπέρ των ανεξέλεγκτων ελεύθερων αγορών, η οποία υπήρξε το πιο ισχυρό πολιτικό ρεύμα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η διαφθορά πολλών ολιγαρχών αντιμετωπίζεται μέχρι σήμερα ως μια παρείσακτη συνιστώσα η οποία μόλυνε τα κατά τα άλλα έντιμα σχέδια υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Όμως η διαφθορά δεν παρεισέφρησε απλώς στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν σιη Ρωσία: Οι εσπευσμένες και ανέντιμες συμφωνίες ενθαρρύνονταν από τις Δυτικές δυνάμεις ως ο πιο γρήγορος τρόπος για να δοθεί ώθηση σιην οικονομία. Η εθνική σωτηρία μέσω της απληστίας ήταν το μοναδικό σχέδιο των «Παιδιών του Σικάγου» της Ρωσίας και των συμβούλων τους για το τι θα έκαναν όταν θα ολοκλήρωναν την κατάλυση των θεσμών τη χώρας.

Αυτού του είδους οι καταστροφικές επιπτώσεις δε σημειώθηκαν μόνο στη Ρωσία. Ολόκληρη η τριαντάχρονη ιστορία του πειράματος της Σχολής του Σικάγου είναι μια ιστορία μαζικής διαφθοράς και συμπαιγνίας ανάμεσα σε αστυνομικού τύπου κράτη και σε μεγάλες εταιρείες, από τα «πιράνχα» της Χιλής και τις ιδιωτικοποιήσεις σιην Αργεντινή μέχρι τους ολιγάρχες της Ρωσίας, τα κερδοσκοπικά παιχνίδια της Enron και την «ελεύθερη ζώνη απάτης» στο Ιράκ. Ο σκοπός της θεραπείας-σοκ είναι να δημιουργήσει ένα «παράθυρο ευκαιριων» ώστε να υπάρξουν τεράστια κέρδη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα όχι παρά την ανομία που επικρατεί, αλλά εξαιτίας της. «Η Ρωσία Xρυσoφόρο Κοίτασμα για τους Κερδοσκόπους των Διεθνών Κεφαλαίων» ήταν ο τίτλος μιας ρωσικής εφημερίδας το 1997, ενώ το Forbes περιέγραφε τη Ρωσία και την Κεντρική Ευρώπη ως «τα νέα σύνορα» που έπρεπε να κατακτηθοϋν. Η ορολογία της αποικιοκρατικής εποχής ήταν η πλέον κατάλληλη για να περιγραφούν τα γεγονότα.

Το κίνηµα που εγκαινίασε ο Μίλτον Φρίντµαν τη δεκαετία του 1950 µπορεί να κατανoηθεί καλύτερα ως µια προσπάθεια του πολυεθνικού κεφαλαίου να κατακτηθούν εξαιρετικά κερδοφόρα νέα εδάφη όπου δεν υπάρχει νόµος, ένα εγχείρηµα που είχε εγκωµιάσει ο Άνταµ Σµιθ, ο ιδεολογικός πρόγονος των σηµερινών νεοφιλελεύθερων, αλλά µε µία διαφορά: Καθώς δεν υπήρχαν πλέον τα «άγρια και βάρβαρα έθνη» για τα οποία είχε µιλήσει ο Άνταµ Σµιθ, όπου δεν ίσχυε η δυτική νοµοθεσία, το κίνηµα του Μίλτον Φρίντµαν επεδίωξε µε συστηµατικό τρόπο να καταργήσει τη νοµοθεσία και τις ρυθµίσεις στα σηµερινά κράτη, ώστε να αναδηµιουργήσει την κατάσταση ανοµίας που υπήρχε παλαιότερα. Και ενώ οι αποικιοκράτες της εποχής του Άνταµ Σµιθ πλούτισαν αποκτώντας «ακαλλιέργητες γαίες» µε ένα «ασήµαντο αντίτιµο», οι σηµερινές πολυεθνικές βλέπουν τα κρατικά προγράµµατα, τα δηµόσια περιουσιακά στοιχεία και οτιδήποτε δε θα έπρεπε να είναι προς πώληση ως το νέο έδαφος που πρέπει να κατακτήσουν: τα ταχυδροµεία, τα εθνικά πάρκα, τα σχολεία, την κoινωνική ασφάλιση, την αρωγή για φυσικές καταστροφές και οτιδήποτε άλλο εποπτεύεται από τη δηµόσια διοίκηση.

Για τη Σχολή του Σικάγου, τα κράτη είναι οι νέες αποικίες τις οποίες οι εταιρείες πρέπει να λεηλατήσουν µε την ίδια ανηλεή αποφασιστικότητα και ενεργητικότητα που επέδειξαν οι κονκισταδόροι όταν µετέφεραν στην Ισπανία το χρυσό και το ασήµι των Άνδεων. Ενώ ο Άνταµ Σµιθ έβλεπε γόνιµα λιβάδια τα οποία θα µπορούσαν να µετατραπούν σε επικερδή αγροκτήµατα, η Γουόλ Στριτ βλέπει «χρυσές ευκαιρίες» στο τηλεφωνικό δίκτυο της Χιλής, στην αεροπορική εταιρεία της Αργεντινής, στην πετρελαϊκή βιοµηχανία της Ρωσίας, στο σύστημα σύστηµα ύδρευσης της Βολιβίας, στις δηµόσιες ραδιοσυχνότητες των Ηνωµένων Πολιτειών, στα εργοστάσια της Πολωνίας όλα οικοδοµηµένα µε δηµόσιο χρήµα, για να ξεπουληθούν στη συνέχεια για ένα ασήµαντο αντίτιµο. Επιπλέον, υπάρχουν οι ευκαιρίες πλουτισµού που δηµιουργούνται µε τον εξαναγκασµό των κρατών να προστατεύουν µε πατέντες και να βάζουν τιµή πώλησης σε µορφές ζωής και σε φυσικούς πόρους που ουδέποτε µέχρι σήµερα είχαν θεωρηθεί εµπορεύσιµα: σπόρους, γονίδια, το διοξείδιο του άνθρακα στην ατµόσφαιρα. Αναζητώντας άοκνα νέα κερδoφόρα εδάφη στο δηµόσιο τοµέα, οι οικονοµολόγοι της Σχολής του Σικάγου µοιάζουν µε τους χαρτογράφους της εποχής της αποικιοκρατίας που εντοπίζουν νέες υδάτινες οδούς στον Αμαζόνιο και σημαδεύουν την τοποθεσία ενός ναού των Ίνκας όπου υπάρχουν κρυμμένα αποθέματα χρυσού.

Η διαφθορά είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής κατάκτησης νέων εδαφών, όπως ήταν και κατά την εποχή του αποικιοκρατικού «πυρετού του χρυσού». Καθώς οι πιο σημαντικές συμφωνίες ιδιωτικοποιήσεων υπογράφονται πάντα εν μέσω οικονομικών ή πολιτικών κρίσεων, δεν υπάρχει ποτέ μια σαφής νομοθεσία ή ένα αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο η περιρέουσα ατμόσφαιρα είναι χαοτική, οι τιμές είναι ρευστές, οι συνειδήσεις των πολιτικών ελαστικές. Αυτό που ζούμε εδώ και τρεις δεκαετίες είναι η διαρκής επέκταση του καπιταλισμού, με τα σύνορα των εδαφών που κατακτά να επεκτείνονται έπειτα από κάθε κρίση και να μετακινούνται προς τα εμπρός μόλις αποκαθίσταται η έννομη τάξη.

Αντί, λοιπόν, να λειτουργήσει ως μια προειδοποίηση, η άνοδος των ολιγαρχών δισεκατομμυριούχων της Ρωσίας απέδειξε πόσο επικερδής μπορεί να ειναι η καταλήστευση των πόρων ενός βιομηχανικού κράτους. Όμως η Γουώλ Στριτ ήθελε περισσότερα. Αμέσως μετά την κατάρρευση της Σoβιετικής Ένωσης το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και το ΔΝΤ απαίτησαν να πραγματοποιούνται με πολύ πιο γρήγορο ρυθμό οι ιδιωτικοποιήσεις στις χώρες πού  πλήττονται από κρίσεις. Η πιο δραματική περίπτωση μέχρι σήμερα υπήρξε η κατάρρευση της οικονομίας του Μεξικού το 1994 (ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα του Γέλτσιν), η οποία έγινε γνωστή ως «κρίση της τεκίλας : Για να διασώσουν την οικονομία του Μεξικού, οι ΗΠΑ έθεσαν ως όρο την εν ριπή oφθαλμού πραγματοποίηση ιδιωτικοποιήσεων, που, σύμφωνα με το Forbes, δημιoούγησαν είκοσι τρεις νέους δισεκατομμυριούχους. «Το δίδαγμα είναι προφανές: Για να προβλέψετε πού θα αναδυθεί μια νέα γενιά δισεκατομμυριούχων στρέψτε το βλέμμα σας προς τις χώρες όπου ανοίγουν οι αγορές». Μία ακόμα συνέπεια της κρίσης ήταν η πρωτοφανής αύξηση της ξένης ιδιοκτησίας Μεξικό: Μέχρι το 1990 μόνο μία από τις τράπεζες του Μεξικού ανήκε σε ξένους, όμως «το 2000 είκοσι τέσσερις από τις τριάντα τράπεζες ήταν σε ξένα χέρια». Αναμφίβολα, το μοναδικό δίδαγμα από την περίπτωση της Ρωσίας είναι ότι όσο πιο γρήγορα και άνομα γίνεται η μεταφορά του πλούτου τόσo μεγαλύτερα είναι τα κέρδη.

«Γκόνι» Πρόεδρος της Βολιβίας που αφού την
διέλυσε και την αιματοκύλισε, δραπετευσε στις …ΗΠΑ

Ένας από τους ανθρώπους που το γνώριζε αυτό πολύ καλά ήταν ο Γκονσάλο Σάντσες δε Λοσάδα (Γκόνι), ο επιχειρηματίας στο σαλόνι της έπαυλης του οποίου σχεδιάστηκε το 1985 το πρόγραμμα για τη θεραπεία-σοκ στη Βολιβία Ως Πρόεδρος της χώρας στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Σάντσες δε Λοσάδα πούλησε την εθνική πετρελαϊκή εταιρεία της Βολιβίας, αλλά και τις εθνικές επιχειρήσεις αερομεταφορών, σιδηροδρόμων, ηλεκτρισμού και τηλεφωνίας. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη σrη Ρωσία, όπου τα έπαθλα δόθηκαν σε ντόπιους, οι νικητές σrη διαδικασία εκποίησης της δημόσιας περιουσίας της Βολιβίας ήταν οι Enron, Royal Dutch/Shell, Amoco Corp. και Citicorp-και οι πωλήσεις έγιναν απευθείας, χωρίς να προκύψει ανάγκη για διαμεσολάβηση-συνεργασία με εγχώριες εταιρείες.  Η Wαll Street Journal περιέγραψε τα όσα συνέβησαν στη Λα Πας το 1995 ως ένα σκηνικό της Άγριας Δύσης: «Το ξενοδοχείο Radisson Plaza είναι γεμάτο με διευθυντικά στελέχη μεγάλων εταιρειών των ΗΠΑ, όπως οι AMR Corp.’s American Airlines, ΜCI Communications Corp., Exxon Corp. και Salomon Brothers Inc. Είναι προσκεκλημένοι των Βολιβιανών για να ξαναγράψουν τη νομοθεσία που θα διέπει τους τομείς οι οποίοι θα ιδιωτικοποιούνται και για να υποβάλουν προσφορές για τις εταιρείες που πωλούνται» ένας επωφελής διακανονισμός. «Εκείνο που έχει σημασία είναι να καταστήσουμε αυτές τις αλλαγές αμετάκλητες πριν αντιδράσουν τα αντισώματα», είχε δηλώσει ο Πρόεδρος Σάντσες δε Λοσάδα εξηγώντας πώς σκόπευε να εφαρμόσει τη θεραπεία-σοκ. Για να είναι απολύτως βέβαιο ότι τα «αντισώματα» δε θα αντιδρούσαν, η κυβέρνηση της Βολιβίας έκανε κάτι που είχε ξαναδοκιμάσει σε παρόμοιες καταστάσεις: Επέβαλε μία ακόμα μακροχρόνια «κατάσταση πολιορκίας», απαγορεύοντας τις πολιτικές συγκεντρώσεις και συλλαμβάνοντας όσους ήταν αντίθετοι στη διαδικασία της θεραπείας-σοκ.

Όσο για την περίοδο της περιβόητης διαφθοράς και των ιδιωτικοποιήσεων στην Αργεντινή, αυτή εξυμνήθηκε σε μια επενδυτική έκθεση της Goldman Sachs ως η δημιουργία ενός «Γενναίου Νέου Κόσμου». Ο Κάρλος Μένεμ, ο Περονιστής Πρόεδρος που είχε ανέλθει σrην εξουσία υποσχόμενος να είναι η φωνή των εργαζομένων, πραγματοποίησε απολύσεις και στη συνέχεια πούλησε την πετρελαϊκή βιομηχανία, το τηλεφωνικό δίκτυο, την αεροπορική εταιρεία, τους σιδηροδρόμους, το αεροδρόμιο, το εθνικό οδικό δίκτυο, το σύστημα ύδρευσης, το ζωολογικό κήπο του Μπουένος Άιρες και, τελικά, τα ταχυδρομεία και τα εθνικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Καθώς ο πλούτος της χώρας μεταφερόταν στο εξωτερικό, ο τρόπος ζωής των Αργεντινων πολιτικών γινόταν ολοένα και πιο πολυτελής. Ο Μένεμ, κάποτε

Μένεμ, Πρόεδρος της Αργεντινής που
αφού  κατέστρεψε και αιματοκύλισε
τη χώρα του δραπέτευσε στις …ΗΠΑ

γνωστός για τα δερμάτινα σακάκια του και τις φαβορίτες του, άρχισε να φοράει ιταλικά κοστούμια και να επισκέπτεται πλαστικούς χειρουργούς («τσίμπημα από μέλισσα», είχε δηλώσει για να εξηγήσει τα πρησμένα χαρακτηριστικά του προσώπου του). Η Μαρία Χούλια Αλσογαράι, η υπουργός του Μένεμ που ήταν υπεύθυνη για τις ιδιωτικοποιήσεις, φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο ενός ευρείας κυκλοφορίας περιοδικού φορώντας μόνο μια γούνα, ενώ ο Μένεμ άρχισε να οδηγεί μια κόκκινη Ferrari Testarossa «δώρο» ενός ευγνώμονα επιχειρηματία.”

Οι χώρες που μιμήθηκαν τις ιδιωτικοποιήσεις στη Ρωσία γνώρισαν, επίσης, πιο ήπιες εκδοχές του ανεστραμμένου πραξικοπήματος του Γέλτσιν: Οι κυβερνήσεις ανέρχονταν στην εξουσία με εκλογές, αλλά υποχρεώνονταν να καταφεύγουν στη βία για να διατηρηθούν στην εξουσία και να υπερασπίσουν τις μεταρρυθμίσεις τους. Στην Αργεντινή η εξουσία του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού τερματίστηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2001, όταν ο Πρόεδρος Φερνάντο δε λα Ρούα και ο υπουργός Οικονομικών του Ντομίνγκο Καβάγιο προσπάθησαν να επιβάλουν τα επιπλέον μέτρα λιτότητας τα οποία είχε ζητήσει το ΔΝΤ. Ο πληθυσμός εξεγέρθηκε και ο Φερνάντο δε λα Ρούα διέταξε την ομοσπονδιακή αστυνομία να διαλύσει τα πλήθη με οποιοδήποτε μέσο κρινόνταν αναγκαίο. Τελικά, ο Πρόεδρος αναγκάστηκε να δραπετεύσει από τη χώρα με ελικόπτερο, όχι όμως προτού σκοτωθούν 21 διαδηλωτές και τραυματιστούν 1.350 άνθρωποι από την αστυνομία. Οι τελευταίοι μήνες του Γκόνι στην εξουσία υπήρξαν ακόμα πιο αιματοβαμμένοι. Οι ιδιωτικοποιήσειςτοι πυροδότησαν μια σειρά από «πολέμους» στη Βολιβία: Αρχικά τον «πόλεμο του νερού» εναντίον της Bechtel, που είχε αγοράσει το σύστημα ύδρευσης και είχε αυξήσει τις τιμές κατά 300%. Έπειτα, τον «πόλεμο των φόρων» εναντίον του σχεδίου του ΔΝΤ που προέβλεπε τη φορολόγηση των φτωχών για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Και, τέλος, τον «πόλεμο του φυσικού αερίου» εναντίον των σχεδίων εξαγωγής φυσικού αερίου στις ΗΠΑ. Τελικά, ο Γκόνι υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Προεδρικό Μέγαρο και να ζήσει εξόριστος στις ΗΠΑ, όμως (όπως και στην περίπτωση του Φερνάντο δε λα Ρουά) όχι προτού χαθούν πολλές ζωές. Όταν ο Γκόνι διέταξε το στρατό να καταστείλει τις διαδηλώσεις, οι στρατιώτες σκότωσαν 70 ανθρώπους (πολλοί τους οποίους απλώς έτυχε να περνούν από τα σημεία όπου γίνονταν οι διαδηλώσεις) και τραυμάτισαν 400. Στις αρχές του 2007 το Ανώτατο Δικαστήριο της Βολιβίας απήγγειλε εναντίον του Γκόνι κατηγορίες σχετικά με τις σφαγές.

Τα καθεστώτα που επέβαλαν τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις στην Αργεντινή και στη Βολιβία θεωρήθηκαν από την Ουάσινγκτον παραδείγματα της εφαρμογής της θεραπείας-σοκ με ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο, χωρίς πραξικοπήματα και καταστολή. Παρόλο που είναι αλήθεια ότι τα καθεστώτα αυτά δεν επιβλήθηκαν µε τη δύναµη των όπλων, είναι, ασφαλώς, σηµαντικό ότι και τα δύο κατέρρευσαν µέσα σε έναν καταιγισµό πυροβολισµών.

Ο Πρόεδρος της Αργεντινής Ντε Λα ρουά,
αφού έκανε τα ίδια, διέφυγε με ελικόπτερο στις ..ΗΠΑ

Στις περισσότερες χώρες του νότιου ηµισφαιρίου αποκαλούν το νεοφιλελευθερισµό «δεύτερη αποικιοκρατική λεηλασία»: Κατά την πρώτη λεηλασία ο πλούτος ξεριζώθηκε από τη γη και στη δεύτερη αφαιρέθηκε από τα κράτη. Έπειτα από καθεµία από αυτές τις «φρενίτιδες κέρδους» έρχονταν οι υποσχέσεις: Την επόµενη φορά θα έχουν θεσπιστεί αυστηροί νόµοι πριν πουληθούν τα περιουσιακά στοιχεία µιας χώρας, ενώ τη διαδικασία θα επιβλέπουν ρυθµιστικές Αρχές µε άγρυπνο βλέµµα και ελεγκτές µε άµεµπτη ηθική. Την επόµενη φορά θα «οικοδοµηθούν θεσµοί» πριν από τις ιδιωτικοποιήσεις (για να χρησιµοποιήσω την ορολογία µετά την εφαρµογή της θεραπείάς-σοκ στη Ρωσία). Όµως το αίτηµα να υπάρξει νόµος και τάξη µετά τη µεταφορά των κερδών στο εξωτερικό είναι, στην πραγµατικότητα, ένας τρόπος για να νοµιµοποιηθεί εκ των υστέρων η καταλήστευση όπως ακριβώς οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες καθιστούσαν νόµιµες τις αρπαγές τους µε συνθήκες. Για τον Άνταµ Σµιθ, η ανοµία στα «νέα εδάφη» δεν ήταν το πρόβληµα αλλά η ουσία, µια σηµαντική παράµετρος του παιχνιδιού όπως ακριβώς και οι µεταγενέστερες δηλώσεις µεταµέλειας και οι υποσχέσεις ότι τα πράγµατα θα είναι καλύτερα την επόµενη φορά.

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • NAOMI KLEIN Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ-ΒΙΒΛΙΟ-ΚΛΙΚ.

    Ολόκληρο το Βιβλίο Μπέστ-σέλλερ, προσφορά του συνεργάτη μας ftanei_pia στο προσωπικό της ΕΥΔΑΠ. Για να μαθαίνουν νέοι και παληοί.

    Το βιβλίο της Νάομι Κλάιν συγκλονίζει με τις ομοιότητες που βιώνει το πειραματόζωο Ελλάς. Αφού πριν χρόνια η νεοφιλελεύθερη σχολή Φρίντμαν τα εφάρμοσε στη Λατ, Αμερική, Πολωνία, Μεγ. Βρεττανία, Ινδονησία, Ρωσία, Σρι Λάνκα, Ιράκ. κ.α

  • «Καλώς ήρθες» CIA #Twitter & # Facebook!

    Η CIA εισέρχεται στα κοινωνικά δίκτυα για να παρακολουθεί, κατασκόπευει και να προβλέπει τις παγκόσμιες τάσεις.

  • Πακέτο!

    θα τους ταραξουμε στη νομιμότητα (κι'όσοι προκάνουμε..)

  • Μπορεί ο αστυνομικός να είναι χρυσαυγίτης;

    Δεν υποστηρίζω ότι οι άντρες και οι γυναίκες της ΕΛΑΣ που ψηφίζουν τα αυγά είναι ναζιστές ή συνειδητοί αντι-δημοκράτες – αν και αυτή η επιλογή δεν έχει το παραμικρό ελαφρυντικό. Ωστόσο, τα μεγάλα ποσοστά που παίρνει η ΧΑ ξανά και ξανά εκεί που ψηφίζουν οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου καλό σημάδι.  Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφέστατο και κανένας δε μπορεί να το αγνοεί.

    ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΨΗΦΙΣΑΝ ΜΑΖΙΚΑ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ- http://wp.me/pVnfp-g9p

  • Σαν να μην πέρασε μιά μέρα…

    2400 Χρόνια Πίσω ;

  • Δημοφιλή άρθρα & σελίδες

  • Πρόσφατα άρθρα

  • ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ-ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ Ε.ΥΔ.Α.Π

  • ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ; ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!

    Μας "πυροβολούν" εν ψυχρώ, μας γυρίζουν στην Γιούλεν των αμερικάνων και αυτοί αντί να ξεσηκώνονται και να τα κάνουν όλα λαμπόγιαλο, παρακολουθούν και μελετούν τις εξελίξεις, ψύχραιμοι και ωραίοι. Και οι "πέτρες δεν έχουν ακόμη αρχίσει να ίπτανται"..

    Εκείνα τα χρήματα του "κουμπαρά" Μπάρδη-Ομοσπονδίας που μας λέγατε πως πήγαιναν οι περικοπές των αποδοχών, εννοείτε πως θα είναι το ισοδύναμο από τις απώλειες στο εφάπαξ;

  • Μεταπληροφορίιες

  • Αγωνιστικο και Λυτρωτικό το 2014

  • Χάουαρντ Ζιν (1923-2010)

    ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΒΙΒΛΙΟ (1,2,3,4 Κεφάλαια)

  • ΑΝ ΑΥΤΟ ΥΠΟΔΗΛΩΝΕΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΑΚΟΜΜΑΤΙΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ ΑΣ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

    Οταν στην πρώτη σελίδα του blog υπάρχει η (μοναδική) παραπομπή σε παράταξη κόμματος; Και που έχει ζητηθεί η απομάκρυνση της πολλές φορές; Μετά απορούμε για την αναξιοπιστία-ανυποληψία του κομματικού συνδικαλισμού;

  • ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ…

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ > και αν δεν ανοίγει ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΕΥΔΑΠ

  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

    Σεπτεμβρίου 2013
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Αυγ.   Οκτ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    30  
  • ΕΝΟΤΗΤΑ -ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΚΙ’ ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΟΥΝ ΑΠ΄ΤΗ ΠΕΙΝΑ

    Αυτοοργάνωση, επιτροπές εργαζομένων παντού, αποφάσεις με δημοκρατικές διαδικασίες

  • ΕΥΔΑΠ ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

    protovoulia1.eydap@gmail.com
    ---------
    ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΑΡΘΡΑ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ.
    ---------
    -Μπορείτε να δημοσιεύσετε άρθρο σας -επώνυμα ή με τα αρχικά*.
    Παράκληση: Χωρίς ύβρεις και συκοφαντίες
    *Τα πλήρη στοιχεία στη διάθεση μας.

  • Αρχείο

  • Kατηγορίες

  • «Έπεσε» στο μάτι μας

    και γελάσαμε ..πικρά

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ -ΛΙΝΚ //σε περίπτωση που δεν ανοίγει το προηγούμενοι ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • Τα πάντα διαλύονται, ξεπουλιούνται..Η Α.Ε. εκποίησης δημόσιας περιουσίας δουλεύει! Εμείς? (ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ)

    ...Εμείς οι χιλιάδες, οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια... τι κάνουμε, τι περιμένουμε για να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας;  Τιιιιιιιιιιιιι;

    ..και τα συνδικάτα, οι παρατάξεις, οι δεκάδες "συνδικαλιστές| (βάλτε όποια και όποιους φαντάζεστε) στη ..νιρβάνα τους?

  • ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

    Πότε θα γυρίσουμε σελίδα; Δεν αρκούν 40 σχεδόν, χρόνια συναλλαγής, διαφθοράς, ιδιοτέλειας, πελατειακών σχέσεων; Θα πρέπει μήπως να τα ..κατοστήσουμε;

  • αν

Αρέσει σε %d bloggers: