Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 14)

Κεφάλαιο


ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΕΠΟΧΕΣ ΣΟΚ

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΟΣ

ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

«»Δημιουργική καταστροφή» είναι το μεσαίο όνομά μας,

τόσο μέσα στην ίδια την κοινωνία μας όσο και στο

εξωτερικό. Καθημερινά καταλύουμε την παλαιά τάξη

πραγμάτων, από τις επιχειρήσεις, την επιστήμη, τη λογοτεχνία,

 την τέχνη και την αρχιτεκτονική μέχρι τον κινηματογράφο, την

πολιτική και τη νομοθεσία. [ … ]

Πρέπει να μας επιτεθούν για να επιβιώσουν, ενώ εμείς πρέπει

να τους καταστρέψουμε για να προωθήσουμε την ιστορική

μας αποστολή».

 

 Μάικλ Λεντίν, The War Against the Τerοr Masters, 2002

«Η λύση του Τζορτζ σε κάθε πρόβλημα στο ράvτσo

είναι το κομμάτιασμα με ένα αλυσοπρίονο.

Νομίζω ότι για αυτόν το λόγο τα πηγαίνει τόσο

 καλά με τον Τσέινι και τον Ράμσφελντ».

-Λόρα Μπους, σε δείπνο στο Λευκό Οίκο

για τους ανταποκριτές ξένου Τύπου, 30 Απριλίου 2005


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ-ΣΟΚ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Η «ΦΟΥΣΚΑ» ΤΗΣ ΕΘΝIΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

«Μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι είναι

ένας ανελέητος µπάσταρδος».

 

Ρίτσαρντ Νίξον, Πρόεδρος των ΗΠΑ,

µιλώντας για τον Ντόναλντ Ράµσφελντ,1971

 

«Φοβάµαι ότι σήµερα αφυπνιζόµαστε,

στην πραγµατικότητα, µπροστά σε

µια κοινωνία παρακολούθησης που ήδη

υπάρχει παντού τριγύρω µας».

 

Ρίτσαρντ Τόµας, επίτροπος πληροφοριών

του Ηνωµένου Βασιλείου, Νοέµβριος 20062

 

 

«Η εθνική ασφάλεια ίσως έχει µόλις φτάσει

στο στάδιο όπου βρίσκονταν οι επενδύσεις

στο διαδίκτυο το 1997. Τότε αρκούσε

να βάλεις ένα «e» µπροστά από το όνοµα της

 εταιρείας σου, και ο δείκτης βιοµηχανικής

παραγωγής σου θα εκτοξευόταν. Σήµερα µπορείς να

κάνεις το ίδιο χρησιµοποιώντας τη λέξη «οχυρό’».

 

Ντάνιελ Γκρος, περιοδικό Slαte, Ιούνιος2005

Ράμσφελν Ντόναλτ Υπ. Άμυνας ΗΠΑ

κείνη τη συννεφιασµένη Δευτέρα στην Ουάσινγκτον ο Ντόναλντ Ράµσφελντ ετοιµαζόταν να κάνει κάτι που απεχθανόταν: να µιλήσει στους υφισταµένους του. Από τη µέρα που ανέλαβε τα καθήκοντα του υπουργού Άµυνας τα µέλη του Μεικτού Γενικού Επιτελείου είχαν διαπιστώσει πολλές φορές ότι δίκαια τον συνόδευε η φήµη πως ήταν αυταρχικός, κρυψίνους και -ένας χαρακτηρισµός που επαναλαµβανόταν ολοένα και πιο συχνά-αλαζόνας. Η αντιπάθειά τους για τον Ράµσφελντ ήταν κατανοητή. Από την πρώτη µέρα που πάτησε το πόδι του στο Πεντάγωνο ο Ράµσφελντ, αντί να φέρεται ως ηγέτης και εµψυχωτής, όπως απαιτούσε το αξίωµά του, ασκούσε ανελέητη κριτική, συµπεριφερόµενος σαν ένας διευθύνων σύµβουλος που είχε ως αποστολή του να µειώσει το µέγεθος των ενόπλων δυνάµεων των ΗΠΑ.

Όταν ο Ράµσφελντ δέχτηκε τη θέση του υπουργού Άµυνας, πολλοί αναρωτήθηκαν για ποιο λόγο την ήθελε. Ήταν εξήντα οχτώ ετών, είχε πέντε εγγόνια και η προσωπική του περιουσία υπολογιζόταν σε 250 εκατοµµύρια δολάριο ενώ είχε ήδη υπηρετήσει στην ίδια θέση στην κυβέρνηση του Τζέραλvτ Φορντ. Ωστόσο ο Ράµσφελντ δεν επεδίωκε να γίνει ένας παραδοσιακός υπουργός Άµυνας, που το όνοµά του θα συνδεόταν µε τους πολέµους που θα γίνovταν κατά τη θητεία του. Οι φιλοδοξίες του ήταν πολύ µεγαλύτερες.

Ο νέος υπουργός Άµυνας είχε περάσει τα τελευταία είκοσι χρόνια ως επικεφαλής και µέλος των διοικητικών συµβουλίων πολυεθνικών εταιρειών, ενώ συχνά είχε διαδραµατίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε δραµατικές συγχωνεύσεις και εξαγορές, αλλά και σε οδυνηρές αναδιαρθρώσεις. Τη δεκαετία του 1990 ασχολήθηκε µε τη Νέα Οικονοµία: Διοικούσε µια εταιρεία που ειδικεύοταν στην ψηφιακή τηλεόραση, ήταν µέλος του διοικητικού συµβουλίου µιας άλλης που προωθούσε «ηλεκτρονικές επιχειρηµατικές λύσεις» και προήδρευε του διοικητικού συµβουλίου µιας βιοτεχνολογικής εταιρείας που είχε την αποκλειστική πατέντα για τη θεραπεία της γρίπης των πτηνών, αλλά και για αρκετά  σηµαντικά φάρµακα για το AIDS. Όταν το 200l ο Ράµσφελντ έγινε µέλος του υπουργικού συµβουλίου του Τζορτζ Μπους, έθεσε ως προσωπική του αποστολή να διαµορφώσει τον πόλεµο του εικοστού πρώτου αιώνα, µετατρέποντας τον σε µια δραστηριότητα που θα ήταν περισσότερο ψυχολογική παρά σωματική, περισσότερο θέαµα παρά σύγκρουση και, κυρίως, πολύ πιο κερδοφορα από ό,τι µέχρι τότε.

Πολλά έχουν γραφτεί για το αµφιλεγόµενο σχέδιο «μεταφόρτωσης» Ράµσφελντ, το οποίο παρακίνησε οχτώ απόστρατους στρατηγούς να ζητήσουν την παραίτησή του, µε τελική συνέπεια να εξαναγκαστεί να φύγει από το πεντάγωνο µετά τις εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου το 2006. ‘Oταν ο  Μπους ανακοίνωσε την παραίτηση του Ράµσφελντ, αναφέρθηκε στο σχέδιο «σαρωτικής µεταµόρφωσης» -και όχι στον πόλεµο στο Ιράκ ή στον ευρύτερο «πόλεµο κατά της τροµοκρατίας» ως τη σηµαντικότερη συνεισφορά του Ραμσφελντ: «Το έργο του Ντον σε αυτούς τους τοµείς δε γινόταν συχνά πρωτοσέλιδη είδηση, όμως οι μεταρρυθμίσεις που έθεσε σε κίνηση είναι ιστορικές». Και πράγματι είναι, παρόλο που δεν είναι πάντα απόλυτα σαφές σε τι συνίστανται αυτές οι μεταρρυθμίσεις.

Υψηλόβαθμοι αξιωματικοί ειρωνεύονταν αυτή τη «μεταμόρφωσης» θεωρώντας τη «κούφια λόγια», και σε αρκετές περιπτώσεις ο Ράμσφελντ φαινόταν αποφασισμένος να αποδείξει (σχεδόν αυτογελοιοποιούμενος) ότι οι επικριτές του είχαν δίκιο. «Ο στρατός διέρχεται ένα στάδιο μείζονος εκσυγχρονισμού», είχε δηλώσει τον Απρίλιο του 2006. «Από μια δύναμη προσανατολισμένη στην οργάνωση σε μεραρχίες μετατρέπεται σε μια αρθρωτή δύναμη οργανωμένη σε ταξιαρχίες αποτελούμενες από πολυσύνθετες και αλληλοσυμπληρούμενες ομάδες μάχης. [ … ] Από την επικεντρωμένη στη στρατιωτική θητεία και στο μάχιμο προσωπικό διεξαγωγή του πολέμου οδηγηθήκαμε στη διακλαδική διεξαγωγή του πολέμου με στόχο την αποκλιμάκωση και την αποτροπή, ενώ τώρα οδηγούμαστε στην αλληλεξάρτηση. Είναι δύσκολο να το επιτύχουμε». Ωστόσo το σχέδιο δεν ήταν τόσο περίπλοκο όσο θα υπέθετε κανείς ακούγοντας τον Ράμσφελντ. Πίσω από την εξειδικευμένη ορολογία, το σχέδιό του ήταν απλώς μια προσπάθεια να εισαχθεί και στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ η μέθοδος της ανάθεσης σε εξωτερικούς προμηθευτές, η οποία είχε επιφέρει επαναστατικές αλλαγές στον κόσμο των εταιρειών.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 πολλές εταιρείες που παραδοσιακά κατασκεύαζαν οι ίδιες τα προϊόντα τους και απασχολούσαν ένα μεγάλο και σταθερό εργατικό δυναμικό άρχισαν να υιοθετούν αυτό που έγινε γνωστό ως «μοντέλο της Νike»: να μην έχεις δικά σου εργοστάσια, να παράγεις τα προϊόντα σου μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου εργοληπτικών και υπεργολαβικών ιδιωτικών εταιρειών και να διοχετεύεις τους πόρους σου στο σχεδιασμό και ατό μάρκετινγκ. Άλλες εταιρείες επέλεξαν μια άλλη εναλλακτική λύση, το «μοντέλο της Μicrosoft»: διατήρηση του κεντρικού ελέγχου μέσω μετόχων/υπαλλήλων που εξασφαλίζουν την «αποδοτικότητα» της εταιρείας και ανάθεση σε προσωρινούς εξωτερικούς προμηθευτές όλων των υπόλοιπων δραστηριοτήτων, από την αλληλογραφία μέχρι τη σύνταξη νέων κωδικοποιημένων προγραμμάτων λογισμικού. Μερικοί χαρακτήρισαν τις εταιρείες στις οποίες έγιναν αυτές οι ριζικές αναδιαρθρώσεις «κενές εταιρείες», επειδή αποτελούσαν, κατά βάση, ένα κέλυφος με ελάχιστο απ’τό περιεχόμενο.

Ο Ράμσφελντ ήταν πεπεισμένος ότι το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ χρειαζόταν μια ανάλογη αναδιαμόρφωση. Όπως είχε γράψει το Fortune όταν ο Ράμσφελντ πήγε στο Πεντάγωνο, «ο κύριος Διευθύνων Σύμβουλος είναι έτοιμος να  πραγματοποιήσει μια αναδιάρθρωση παρόμοια με εκείνες που είχε τόσο καλά ενορχηστρώσει στον κόσμο των εταιρειών». Φυσικά, υπήρχαν μερικές διαφορές. Ενώ οι εταιρείες απαλλάσσονταν από μόνιμες εργοστασιακές μονάδες και από εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, ο Ράμσφελντ επεδίωκε να δημιουργήσει ένα στρατό που δε θα είχε μεγάλο αριθμό μόνιμων επαγγελματιών οπλιτών, αλλά θα τον αποτελούσε ένας μικρός πυρήνας στελεχών τα οποία θα πλαισιώνονταν από προσωρινούς και με μικρές απολαβές στρατιώτες από την Εφεδρεία και την Εθνοφυλακή. Παράλληλα, εταιρείες όπως η Blackwater και η Halliburton θα αναλάμβαναν μέσω εργολαβιών να προμηθεύουν προσωπικό για μια σειρά από καθήκοντα, από την οδήγηση οχημάτων σε περιοχές υψηλού κινδύνου και την ανάκριση κρατουμένων μέχρι τη σίτιση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Και ενώ οι εταιρείες διοχέτευαν τα κεφάλαια που εξοικονομούσαν από τη μείωση του εργασιακού κόστους στο σχεδιασμό και στο μάρκετινγκ, ο Ράμσφελντ θα δαπανούσε τα κεφάλαια που θα εξοικονομούνταν από τη μείωση των μόνιμων οπλιτών και των αρμάτων μάχης στην αγορά των πιο προηγμένων δορυφόρων και συστημάτων νανοτεχνολογίας από εταιρείες του ιδιωτικού τομέα. «Στον εικοστό πρώτο αιώνα», είχε πει ο Ράμσφελντ για τις νέες ένοπλες δυνάμεις, «θα πρέπει να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με όρους υλικού, αριθμών και μαζών και να αρχίσουμε να σκεφτόμασιε πρώτα απ’ όλα με όρους ταχύτητας, ευκινησίας και ακρίβειας». Τα λόγια του θύμιζαν τα όσα είχε πει στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο υπερδραστήριος σύμβουλος μάνατζμεντ Τομ Πίτερς, ο οποίος είχε δηλώσει ότι οι εταιρείες έπρεπε να αποφασίσουν αν θα γίνονταν «εγκεφαλικοί παίκτες» ή «προμηθευτές υλικών αντικειμένων».

Ωστόσο οι στρατηγοί που μέχρι τότε επέβαλλαν τις απόψεις τους στο Πεντάγωνο ήταν απολύτως βέβαιοι ότι το «υλικό» και οι «µάζες εξακολουθούσαν να είναι σημαντικές παράμετροι στη διεξαγωγή πολέμων. Πολύ σύντομα άρχισαν να αντιμετωπίζουν εχθρικά το όραμα του Ράμσφελντ για έναν «κενό στρατό». Εφτά μόλις μήνες αφότου έγινε υπουργός, είχε εκνευρίσει τόσους πολλούς ισχυρούς άντρες στο Πεντάγωνο, ώστε κυκλοφορούσε η φήμη ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες.

Αυτή ήταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα όταν ο Ράμσφελντ συγκάλεσε μια σπάνια για τα δεδομένα του Πενταγώνου «ανοιχτή συνεδρίαση». Aμέσως άρχισαν οι εικασίες: Θα ανακοίνωνε την παραίτησή του; Θα εκφωνούσε έναν εμψυχωτικό λόγο; Θα προσπαθούσε, έστω και καθυστερημένα, να πείσει τους στρατηγούς για την αναγκαιότητα της «μεταμόρφωσης-; Όταν το αμφιθέατρο του Πενταγώνου γέµισε µε εκατοντάδες υψηλόβαθµους αξιωµατικούς και αξιωµατούχους εκείνο το δευτεριάτικο πρωινό, «επικρατούσε, αναµφισβήτητα, ένα αίσθηµα περιεργείας-, µου αφηγήθηκε ένας από τους παρευρισκόµενους. «»Πώς θα µας πείσεις;» σκεφτόµασταν, επειδή υπήρχε ήδη πολύ µεγάλη αντιπάθεια απέναντί του».

Όταν µπήκε ο Ράµσφελντ, «σηκωθήκαµε όλοι όρθιοι για λόγους ευγένειας και ξανακαθίσαµε». Πολύ γρήγορα έγινε φανερό ότι ο υπουργός δε θα ανακοίνωνε ότι παραιτείται, ενώ σε καµία περίπτωση δεν εκφώνησε έναν εµψυχωτικό λόγο. Αντίθετα, ήταν η πιο παράδοξη οµιλία οποιουδήποτε υπουργού Άµυνας των ΗΠΑ µέχρι τότε. Ο Ράµσφελντ ξεκίνησε το λόγο του ως εξής:

Το θέµα της σηµερινής συνάντησης είναι ένας αντίπαλος που συνιστά απειλή, σηµαντική απειλή για την ασφάλεια των Ηνωµένων Πολιτειών της Αµερικής. Ο αντίπαλος αυτός είναι ένας από τους τελευταίους παγκόσµιους προμαχώνες του κεντρικού σχεδιασµού. Κυβερνάει υπαγορεύοντας πενταετή σχέδια. Από την πρωτεύουσα όπου εδρεύει προσπαθεί να επιβάλει τις απαιτήσεις του πέρα από χρονικές ζώνες, ηπείρους και ωκεανούς, µέχρι και στο Διάστηµα. Με βάναυση συνέπεια, καταπνίγει την ελεύθερη σκέψη και συνθλίβει τις νέες ιδέες. Υπονοµεύει την άµυνα των Ηνωµένων Πολιτειών και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή των ένστολων αντρών και γυναικών.

Ίσως να νοµίζετε ότι ο αντίπαλος είναι κάποιος σαν την πρώην Σοβιετική Ένωση, όµως δεν υπάρχουν πλέον τέτοιοι εχθροί. Οι σηµερινοί µας ανταγωνιστές είναι πιο δυσδιάκριτοι και περισσότερο αδυσώπητοι. [ … ] Ο αντίπαλος βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πατρίδα µας: Είναι η γραφειοκρατία του Πενταγώνου.

Ενόσω ο Ράµσφελντ ξεδίπλωνε το ρητορικό του ταλέντο, τα πρόσωπα όσων βρίσκονταν στο αµφιθέατρο πάγωναν. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που τον άκουγαν είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στον αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και, προφανώς, δεν τους άρεσε καθόλου να τους συγκρίνουν µε τα «κοµούνια». Ωστόσο ο Ράµσφελντ δεν είχε τελειώσει: «Γνωρίζουµε τον αντίπαλο. Γνωρίζουµε την απειλή. Και, µε την ίδια προσήλωση στην επίτευξη του στόχου που απαιτεί οποιαδήποτε προσπάθεια για την αντιµετώπιση ενός αποφασισµένου αντιπάλου, πρέπει να αρχίσουµε την επιχείρηση και να επιµείνουµε σε αυτή. [ … ] Σήµερα κηρύσσουµε τον πόλεµο εναντίον της γραφειοκρατίας»

Ο υπουργός Άμυνας δεν είχε απλώς περιγράψει το Πεντάγωνο ως μια σοβαρή απειλή για την Αμερική, αλλά και είχε κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του θεσμού τον οποίο υπηρετούσε. Το ακροατήριο είχε μείνει εμβρόντητο. «Μα έλεγε ότι ήμασταν ο εχθρός, ότι εμείς ήμασταν ο εχθρός. Κι όλα αυτά ενώ εμείς πιστεύαμε ότι υπηρετούσαμε το έθνος», μου είπε ο ίδιος άνθρωπος του προσωπικού του υπουργείου.

Η πρόθεση του Ράμσφελντ δεν ήταν να κάνει οικονομία στη χρησιμοποίηση των δολαρίων των φορολογουμένων είχε ήδη ζητήσει από το Κογκρέσο να αυξηθεί κατά 11% ο προϋπολογισμός για την άμυνα. Εφαρμόζοντας το θεμελιώδη κορπορατικό κανόνα της αντεπανάστασης, σύμφωνα με τον οποίο το Μεγάλο Κράτος πρέπει να συνεργαστεί με τις Μεγάλες Επιχειρήσεις για να αναδιανεμηθεί ο πλούτος προς τα πάνω, ο Ράμσφελντ επεδίωκε να μειωθούν οι δαπάνες για το ένστολο προσωπικό και να μεταφερθεί ακόμα περισσότερο δημόσιο χρήμα στα χρηματοκιβώτια των ιδιωτικών εταιρειών. Έτσι ξεκίνησε, λοιπόν, τον «πόλεμό του». Κάθε υπηρεσία των ενόπλων δυνάμεων έπρεπε να μειώσει το προσωπικό της κατά 15%, συμπεριλαμβανομένων «όλων των αρχηγείων στις βάσεις μας ανά τον κόσμο. Όχι μόνο επειδή το προβλέπει ο νέος νόμος, αλλά και επειδή είναι μια καλή ιδέα, και θα την υλοποιήσουμε».

Είχε δώσει οδηγίες στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους του να «εντοπίσουν ποιες λειτουργίες του Υπουργείου [Άμυνας] θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται καλύτερα και πιο φτηνά μέσω της ανάθεσής τους σε εξωτερικούς προμηθευτές». Ήθελε να μάθει «γιατί το Υπουργείο Άμυνας είναι ένας από τους τελευταίους οργανισμούς που εξακολουθούν να κόβουν οι ίδιοι τις επιταγές τους; Γιατί, αφού υπάρχει μια ολόκληρη βιομηχανία για την αποτελεσματική διαχείριση αποθηκών, εμείς έχουμε και διαχειριζόμαστε δικές μας αποθήκες; Γιατί στις βάσεις μας ανά τον κόσμο μαζεύουμε εμείς τα σκουπίδια και σφουγγαρίζουμε τα πατώματα αντί να αναθέτουμε με συμβάσεις αυτές στις υπηρεσίες, όπως κάνουν πολλές επιχειρήσεις; Και σίγουρα μπορούμε να αναθέσουμε σε εξωτερικούς προμηθευτές την υποστήριξη ακόμα περισσότερων υπολογιστικών συστημάτων μας».

Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να θίξει ένα ζήτημα που αποτελούσε ταμπού για το στρατιωτικό καταστημένο: την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των στρατιωτών. Ο Ράμσφελντ ήθελε να μάθει για ποιο λόγο υπήρχαν τόσοι πoλλoί γιατροί: «Μερικές  από αυτές τις ανάγκες, ιδίως όσες σχετίζονται με τη γενική παθολογία ή με ειδικότητες που δεν έχουν σχέση με τη μάχη, θα μπορούσαν να  καλυφθούν πιο αποτελεσματικά από τον ιδιωτικό τομέα». Όσο για τις κατοικίες των στρατιωτών και των οικογενειών τους, θα μπορούσαν, ασφαλώς, να κατασκευάζονται μέσω «κοινοπραξιών του ιδιωτικού με το δημόσιο τομέα».

Το Υπουργείο Άμυνας έπρεπε να εστιάζει στη βασική του αρμοδιότητα, «τη διεξαγωγή πολέμων. [ … ] Όμως για όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει να αναζητήσουμε προμηθευτές που θα μπορούν να φέρουν σε πέρας αποδοτικά και αποτελεσματικά τις μη βασικές δραστηριότητες».

Μετά την ομιλία του Ράμσφελντ η μοναδική ελπίδα πολλών αξιωματούχων του Πενταγώνου ότι δε θα υλοποιούνταν το τολμηρό όραμά του να παραδοθούν σε εξωτερικούς προμηθευτές οι ένοπλες δυνάμεις ήταν το σύνταγμα των ΗΠΑ, το οποίο όριζε ρητά ότι η εθνική ασφάλεια αποτελούσε καθήκον της κυβέρνησης και όχι ιδιωτικών εταιρειών. «Σκέφτηκα ότι η ομιλία του Ράμσφελντ θα τoυ κόστιζε τη δουλειά του», μου είπε η πηγή μου.

Όμως ο Ράμσφελντ παρέμεινε στη θέση του, ενώ τα μέσα ενημέρωσης κάλυψαν ελάχιστα το γεγονός ότι είχε κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του Πενταγώνου, επειδή η ημερομηνία κατά την οποία εκφώνησε τον αμφιλεγόμενο λόγο του ήταν η l0η Σεπτεμβρίου 2001.

Αποτελεί μια παράξενη ιστορική υποσημείωση ότι στις 10 Σεπτεμβρίου η εκπομπή Evening News του CNN αφιέρωσε λίγο χρόνο στην είδηση, παρουσιάζοντάς τη υπό τον τίτλο «Ο Υπουργός Άμυνας Κηρύσσει τον Πόλεμο στη Γραφειοκρατία του Πενταγώνου», ενώ την επόμενη μέρα το ίδιο τηλεοπτικό δίκτυο θα μετέδιδε ότι το Πεντάγωνο δέχτηκε μια κυριολεκτική επίθεση, με συνέπεια, να σκοτωθούν 125 και να τραυματιστούν σοβαρά 110 από τους ανθρώπους τους οποίους είκοσι τέσσερις ώρες πριν ο Ράμσφελντ είχε παρουσιάσει ως εχθρούς του κράτους.

Τσέινι και Ράμσφελντ: Οι αρχικαπιταλιστέs της  καταστροφής

ιδέα που αποτελούσε τον πυρήνα της ξεχασμένης ομιλίας του Ράμσφελντ υπήρξε το κεντρικό δόγμα του καθεστώτος Μπους: ότι η δουλειά της κυβέρνησης δεν είναι να κυβερνάει, αλλά να εκχωρεί εργολαβικά αυτή την αποστολή στον  περισσότερο αποδοτικό και, εν γένει, ικανότερο ιδιωτικό τομέα. Όπως διευκρίνισε ο Ράμσφελντ, η αποστολή αυτή δεν αφορούσε κάτι τόσο πεζό όσο οι  περικοπές στον προϋπολογισμό, αλλά ήταν μια σταυροφορία που θα άλλαζε τoν κόσμο, ισάξια με τη σταυροφορία που οδήγησε στην ήττα του κομουνισμού.

Όταν ο Μπους και η οµάδα του ανήλθαν στην εξουσία, η µανία των ιδιωτικοποιήσεων που είχε κυριαρχήσει τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 (και η οποία είχε κυριεύσει τόσο την κυβέρνηση Κλίντον όσο και τις πολιτειακές και τοπικές Αρχές) είχε ως αποτέλεσµα την εκποίηση ή την ανάθεση σε εξωτερικούς προµηθευτές πολλών από τις κοινωφελείς υπηρεσίες που µέχρι τότε πρόσφερε το κράτος, από την ύδρευση και την ηλεκτροδότηση µέχρι τη διαχείριση των εθνικών οδών και την αποκοµιδή των απορριµµάτων. Ύστερα από αυτό τον ακρωτηριασµό του κράτους το µόνο που είχε αποµείνει ήταν «ο πυρήνας του κράτους», δηλαδή εκείνες οι αρµοδιότητες που είναι τόσο σύµφυτες µε την έννοια της διακυβέρνησης, ώστε η ιδέα να παραδοθούν στον ιδιωτικό τοµέα θέτει υπό αµφισβήτηση την ίδια την έννοια του «έθνους-κράτους: οι ένοπλες δυνάµεις, η αστυνοµία, η πυροσβεστική, οι φυλακές, ο έλεγχος των συνόρων, οι µυστικές υπηρεσίες πληροφοριών, η δηµόσια υγεία, το εκπαιδευτικό σύστηµα και η δηµόσια διοίκηση.

Όµως τα πρώτα στάδια του κύµατος των ιδιωτικοποιήσεων αποδείχτηκαν τόσο επικερδή, ώστε πολλές από τις εταιρείες που είχαν καταβροχθίσει τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα έβλεπαν µε απληστία αυτές τις κρατικές αρµοδιότητες ως την επόµενη πηγή για άµεσα κέρδη.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 εκδηλώθηκε µια ισχυρή τάση για σπάσιµο των ταµπού που προστάτευαν «τον πυρήνα του κράτους» από τις ιδιωτικοποιήσεις. Από πολλές απόψεις, ήταν µια λογική προέκταση του µέχρι τότε διαµορφωµένου στάτους κβο. Όπως τη δεκαετία του 1990 τα πετρελαϊκά κοιτάσµατα της Ρωσίας, οι τηλεπικοινωνίες της Λατινικής Αµερικής και οι βιοµηχανίες της Ασίας είχαν αποφέρει υπερκέρδη στις χρηµατιστηριακές αγορές, έτσι τώρα είχε έρθει η σειρά της κυβέρνησης των ΗΠΑ να διαδραµατίσει αυτό τον κοµβικής σηµασίας οικονοµικό ρόλο ένα ρόλο καθοριστικής σηµασίας, επειδή οι αντιδράσεις εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και του ελεύθερου εµπορίου επεκτείνονταν ταχύτατα στον αναπτυσσόµενο κόσµο, µε συνέπεια να κλείνουν οι άλλες λεωφόροι οικονοµικής µεγέθυνσης.

Η τάση αυτή οδήγησε το δόγµα του σοκ σε µια νέα, αυτοαναφορική φάση: Μέχρι τότε οι καταστροφές και οι κρίσεις χρησιµοποιούνταν για να προωθηθούν ριζοσπαστικά σχέδια ιδιωτικοποιήσεων µετά το συµβάν, όµως οι θεσµοί που είχαν την ισχύ τόσο να προκαλούν όσο και να ανταποκρίνονται σε κατακλυσµιαία γεγονότα (οι ένοπλες δυνάµεις, η CIA, ο Ερυθρός Σταυρός, ο ΟΗΕ, οι υπηρεσίες «άµεσης ανταπόκρισης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης) ήταν οι τελευταίοι προμαχώνες του δηµόσιου ελέγχου. Τώρα, µε τον «πυρήνα του… κράτους» να έχει µπει στο στόχαστρο, οι µέθοδοι εκµετάλλευσης των κρίσεων που είχαν τελειοποιηθεί τις προηγούµενες τρεις δεκαετίες θα χρησιµοποιούνταν ως µοχλός για να ιδιωτικοποιηθούν τόσο οι υποδοµές πρόκλησης καταστροφών όσο και οι υποδοµές ανταπόκρισης στις καταστροφές. Η θεωρία των κρίσεων του Φρίντµαν περνούσε στη µεταµοντέρνα εποχή.

Στην εµπροσθοφυλακή της επίθεσης για να δηµιουργηθεί αυτό που θα µπορούσε να περιγραφεί ως «ιδιωτικοποιηµενο αστυνοµικό κράτους βρίσκονταν οι πιο ισχυροί άνθρωποι της µελλοντικής κυβέρνησης Μπους: ο Ντικ Τσέινι, ο Ντόναλντ  Ράµσφελντ και ο ίδιος ο Τζορτζ Μπους.

Το σχέδιο του Ράµσφελντ να εφαρµόσει τη «λογική της αγοράς» στις ένοπλες δυνάµεις των ΗΠΑ απέρρεε από µια ιδέα την οποία είχε συλλάβει για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν είχε παρακολουθήσει σεµινάρια του Τµήµατος Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου. Εκεί γνώρισε και δηµιούργησε µια στενή σχέση µε τον Μίλτον Φρίντµαν, ο οποίος, µετά την εκλογή του Ράµσφελντ στο Κογκρέσο σε ηλικία τριάντα ετών, τον πήρε υπό την προστασία του και τον µύησε στην οικονοµική θεωρία των ελεύθερων αγορών. Οι δύο άντρες διατήρησαν τους στενούς δεσµούς τους στο πέρασµα των χρόνων και ο Ράµσφελντ παρευρισκόταν στον εορτασµό των γενεθλίων του Φρίντµαν που οργάνωνε κάθε χρόνο ο Εντ Φόλνερ, ο πρόεδρος του Heritage Foundation. «Ο Μίλτον έχει κάτι που, όταν βρίσκοµαι δίπλα του και του µιλάω, µε κάνει να νιώθω πιο έξυπνος», είχε πει ο Ράµσφελντ όταν ο Φρίντµαν είχε γίνει ενενήντα ετών.

Ο θαυµασµός ήταν αµοιβαίος. Η ιδεολογική προσήλωση του Ράµσφελντ στις απορρυθµισµένες αγορές είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ τον Φρίντµαν, ώστε είχε πιέσει ασφυκτικά τον Ρέιγκαν να τον χρίσει υποψήφιο αντιπρόεδρό του στις εκλογές του 1980 αντί του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου και δεν τον συγχώρεσε ποτέ για το γεγονός ότι αγνόησε τη συµβουλή του. «Πιστεύω ότι ο Ρέιγκαν έκανε λάθος όταν επέλεξε τον Μπους ως υποψήφιο αντιπρόεδρό του», έχει γράψει ο Φρίντµαν στα αποµνηµονεύµατά του. «Θεωρώ ότι ήταν η χειρότερη απόφαση που πήρε όχι µόνο στην προεκλογική του εκστρατεία αλλά και σε ολόκληρη την Προεδρία του. Ο υποψήφιος που προτιµούσα ήταν ο Ντόναλντ Ράµσφελντ. Αν είχε επιλεγεί, πιστεύω ότι θα διαδεχόταν, τον Ρέιγκαν στη θέση του Προέδρου και δε θα είχε υπάρξει η θλιβερή περίοδος Μπους-Κλίντον».

Μετά την αποτυχία του να χριστεί υποψήφιος αντιπρόεδρος του Ρέιγκαν ο Ράµσφελντ σταδιοδρόµησε στον κόσµο των επιχειρήσεων. Ως διευθύνων σύµβουλος της φαρµακευτικής και χηµικής εταιρείας Searle Pharmaceuticals χρησιµοποίησε τις πολιτικές διασυνδέσεις του για να λάβει την εξαιρετικά επικερδή και αµφιλεγόµενη έγκριση του Οργανισµού Τροφίµων και Φαρµάκων για  την ασπαρτάµη (που η εµπορική ονοµασία της είναι Nutra Sweet). Η δε διοµεσολάβηση του Ράµσφελντ για την εξαγορά της Searle από τη Monsanto του απέφερε 12 εκατοµµύρια δολάρια.

Αυτή η πανάκριβη εξαγορά εδραίωσε τη φήµη του Pάµσφελvτ ως ενός «ισχυρού παίκτη στον κόσµο των εταιρειών», µε συνέπεια να γίνει µέλος των διοικητικών συµβουλίων εταιρειών όπως οι Sears και Kellogg’s. Ταυτόχρονα, η προϋπηρεσία του ως υπουργού Άµυνας τον έκανε περιζήτητο από όλες τις εταιρείες που απάρτιζαν αυτό που ο Αϊζενχάουερ είχε ονοµάσει «στρατιωτικο· βιοµηχανικό σύµπλεγµα». Ο Ράµσφελντ συµµετείχε στο διοικητικό συµβούλιο της αεροναυπηγικής εταιρείας Gulfstream, ενώ παράλληλα αµειβόταν µε 190.000 δολάρια ετησίως ως µέλος του διοικητικού συµβουλίου της ASEA Brown Boveri (ΑΒΒ), της ελβετικής εταιρείας που προσέλκυσε άθελά της τα φώτα της δηµοσιότητας όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε πουλήσει πυρηνική τεχνολογία στη Βόρεια Κορέα, συµπεριλαµβανοµένου του µηχανολογικού εξοπλισµού για την παραγωγή πλουτωνίου. Η πώληση του πυρηνικού αvτιδραπτήρα πραγµατοποιήθηκε το 2000, όταν ο Ράµσφελντ ήταν ο µοναδικός Βορειαµερικανός στο διοικητικό συµβούλιο της ΑΒΒ. Ο Ράµσφελντ ισχυρίζεται ότι δε θυµάται να ενέκρινε το διοικητικό συµβούλιο την πώληση του αvτιδραστήρα, παρόλο που η εταιρεία επιµένει ότι «τα µέλη του διοικητικού συµβουλίου ήταν ενηµερωµένα για το σχέδιο».

Όταν το 1997 ο Ράµσφελντ έγινε πρόεδρος του διοικητικού συµβουλίου της βιοτεχνολογικής εταιρείας Gilead Sciences, εδραίωσε τη φήµη του ως αρχικαπιταλιστή της καταστροφής. Η εταιρεία είχε κατοχυρώσει µε δίπλωµα ευρεσιτεχνίας το Tamiflu, που θεραπεύει πολλές µορφές γρίπης και είναι το προτιµώµενο φάρµακο για τη γρίπη των πτηνών. * Αν ξεσπούσε µια επιδηµία αυτού του εξαιρετικά µεταδοτικού ιού (ή αν υπήρχε έστω το ενδεχόµενο µιας τέτοιας επιδηµίας), οι κυβερνήσεις θα εξαναγκάζονταν να αγοράσουν από την Gilead Sciences τεράστια; ποσότητες Tamiflu, αξίας πολλών δισεκατοµµυρίων δολαρίων.

_____________________________________________________________________

*Το Τamiflu είναι ένα εξαιρετικά αµφιλεγόµενο φάρµακο. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις νεαρών ανθρώπων που, όταν το πήραν, είχαν παραισθήσεις, παρανοϊκές εκδηλώσεις και τάσεις αυτοκτονίας. Μεταξύ Νοεµβρίου 2005 και Νοεµβρίου 2006 είκοσι πέντε θάνατοι σε ολόκληρο τον κόσµο συνδέθηκαν µε το Τamiflu. Σήµερα αυτό πωλείται στις Ηνωµένες Πολιτείες µέσα σε συσκευασίες µε προειδοποιητικές επιγραφές που επισηµαίνουν ότι «υπάρχει αυξηµένος κίνδυνος πρόκλησης αυτοτραυµατισµών και νοητικής σύγχυσης» και συνιστoύν στους ασθενείς ,να επαγρυπνούν για σηµάδια ασυνήθιστης συµπεριφοράς». (Σ.τ.Σ.)

____________________________________________________________________

Η κατοχύρωση µε πατέντες φαρµάκων και εµβολίων απαραίτητων για την αντιµετώπιση απειλών για τη δηµόσια υγεία παραµένει ένα ιδιαίτερα αµφιλεγόµενο ζήτηµα. Τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχουν ξεσπάσει επιδηµίες στις ΗΠΑ, όµως στα µέσα της δεκαετίας του 1950, όταν η επιδηµία της πολιοµυελίτιδας βρισκόταν στην έξαρσή της, είχε διεξαχθεί ένας έντονος δηµόσιος διάλογος για το κατά πόσο είναι ηθικό να αποκοµίζονται κέρδη από τη θεραπεία ασθενειών. Καθώς υπήρχαν 60.000 κρούσµατα πολιοµυελίτιδας και οι γονείς είχαν τροµοκρατηθεί από το ενδεχόµενο τα παιδιά τους να µολυνθούν από αυτή τη νόσο που προκαλεί παράλυση και συχνά αποβαίνει µοιραία, οι προσπάθειες να βρεθεί µια θεραπεία ήταν πυρετώδεις. Όταν το 1952 ο Τζόνας Σαλκ, επιστήµονας του Πανεπιστηµίου του Πίτσµπεργκ, ανακάλυψε το πρώτο εµβόλιο για την πολιομυελίτιδα, δεν κατοχύρωσε µε πατέντα τα αποκλειστικά δικαιώµατα για τη χορήγηση της σωτήριας θεραπείας. «Δεν υπάρχει πατέντα», είχε πει ο Σαλκ στην εκποµπή του Έντουαρντ Ρ. Μάροου. «Μπορείς να κατοχυρώσεις µε πατέντα τον ήλιο;»

Μπορούµε µε ασφάλεια να πούµε ότι, αν µπορούσε να κατοχυρώσει µε πατέντα τον ήλιο, ο Ντόναλντ Ράµσφελντ θα είχε προ πολλού υποβάλει τη σχετική αίτηση στην Υπηρεσία Κατοχύρωσης Ευρεσιτεχνιών και Εµπορικών Σηµάτων των ΗΠΛ. Η Gilead Sciences, της οποίας υπήρξε πρόεδρος, διαθέτει επίσης αποκλειστικά δικαιώµατα χρήσης για τέσσερα φάρµακα για το AIDS και καταβάλλει πολλές προσπάθειες για να εµποδίσει τη διανοµή φτηνότερων εκδοχών των φαρµάκων της στον αναπτυσσόµενο κόσµο. Εξαιτίας αυτών των δραστηριοτήτων της έχει µπει στο στόχαστρο ακτιβιστών στις ΗΠΑ, οι οποίοι επισηµαίνουν ότι µερικά από τα φάρµακα της Gilead αναπτύχθηκαν µε κρατικές επιχορηγήσεις, που προέρχονταν από τα χρήµατα των φορολογουμένων. Από τη µεριά της, η Gilead βλέπει τις επιδηµίες ως µια αναπτυσσόµενη αγορά και, µε επιθετικές εκστρατείες µάρκετινγκ, παροτρύνει επιχειρήσεις αλλά και απλούς πολίτες να έχουν προµήθειες σε Tamiflu για παν ενδεχόµενο. Προτού ξαναγίνει υπουργός, ο Ράµσφελντ ήταν σε τόσο µεγάλο βαθµό πεπεισµένος ότι επρόκειτο για µια νέα και εξαιρετικά επικερδή βιοµηχανία, ώστε συνέβαλε στη δηµιουργία αρκετών επενδυτικών κεφαλαίων µε εξειδίκευση στη βιοτεχνολογία και στη φαρµακευτική. Οι εταιρείες αυτές ποντάρουν σε ένα δυσοίωνο µέλλον ανεξέλεγκτων επιδηµιών, ώστε οι κυβερνήσεις να εξαναγκάζονται να αγοράζουν µε υψηλότατο αντίτιµο τα σωτήρια φάρµακα των ιδιωτικών εταιρειών που είναι κατοχυρωµένα µε πατέντες.

Αλλά και ο Ντικ Τσέινι, που υπήρξε προστατευόµενος του Ράµσφελντ επί Προεδρίας Φορντ, οικοδόµησε την τεράστια περιουσία του ποντάροντας στην προοπτική ενός δυσοίωνου µέλλοντος, µε τη µόνη διαφορά ότι, ενώ ο Ράμσφελντ έβλεπε µια αναπτυσσόµενη αγορά στις επιδηµίες, ο Τσέινυ  πόνταρε σε ένα µέλλον µε πολέµους. Ως υπουργός Άµυνας στην κυβέρνηση του Μπους του πρεσβύτερου ο Τσέινι µείωσε τον αριθµό των µόνιµων οπλιτών και αύξησε δραµατικά την εξάρτηση του Πενταγώνου από εργοληπτικές ιδιωτικές ειαιρείες. Εξουσιοδότησε την Brown & Root, το µηχανολογικό κλάδο της πολυεθνικής εταιρείας Halliburton, που εδρεύει στο Χιούστον, να ερευνήσει ποια καθήκοντα των αντρών των ενόπλων δυνάµεων θα µπορούσαν να ανατεθούν στον ιδιωτικό τοµέα. Όπως ήταν αναµενόµενο, η Halliburton κατέληξε στο συµπέρασµα ότι υπήρχαν πάρα πολλές λειτουργίες που θα µπορούσε να αναλάβει ο ιδιωτικός τοµέας, και το πόρισµά της οδήγησε στην υπογραφή µιας τολµηρής νέας σύµβασης έργου: του Προγράµµατος για τη Διεύρυνση της Πολιτικής Υποστήριξης στις ένοπλες δυνάµεις (Logistics Civil Augmentation Program LOGCAP). Το Πεντάγωνο είναι διαβόητο για την ανάθεση συµβάσεων πολλών δισεκατοµµυρίων δολαρίων σε κατασκευαστές οπλικών συστηµάτων, όµως στη συγκεκριµένη περίπτωση η σύµβαση δεν αφορούσε την προµήθεια πολεµικού υλικού, αλλά την ανάθεση σε ιδιώτες της διαχείρισης της διοικητικής µέριµνας.

Επίλεκτες εταιρείες κλήθηκαν να υποβάλουν προσφορές για να παρέχουν απεριόριστη «επιµελητειακή υποστήριξη στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των, ΗΠΑ µια εξαιρετικά ασαφής περιγραφή του έργου που θα αναλάµβαναν. Επιπλέον, η σύµβαση δεν προέβλεπε ποιο θα ήταν το αντίτιµο: Το Πεντάγωνο θα κάλυπτε το κόστος όλων όσα θα έκανε για τις ένοπλες δυνάµεις η εταιρεία που θα επικρατούσε στο διαγωνισµό, συν ένα εγγυηµένο κέρδος επρόκειτο για το είδος των συµβάσεων που είναι γνωστές ως «αποζηµίωση κόστους συν κέρδος». Ήταν οι τελευταίες µέρες της διακυβέρνησης του Μπους του πρεσβύτερου, και η εταιρεία που κέρδισε το διαγωνισµό δεν ήταν άλλη από τη Halliburton. Όπως επεσήµανε ο Τ. Κρίστιαν Μίλερ στους Los Angeles Τίmes, η Halliburton «επικράτησε των υπόλοιπων τριάντα έξι συµµετεχόντων στο µειοδοτικό διαγωνισµό και κέρδισε ένα πενταετές συµβόλαιο γεγονός µάλλον  αναµενόµενο, δεδοµένου ότι ήταν η εταιρεία που είχε προετοιµάσει τα σχέδια».

Το 1995, όταν πλέον στο Λευκό Οίκο βρισκόταν ο Κλίντον, η Halliburton προσέλαβε τον Τσέινι   ως πρόεδρό της. Παρόλο που η Brown & Root της Halliburton είχε μακρά παράδοση ως προμηθευτής των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, υπό την ηγεσία του Τσέινι   ο ρόλος της εταιρείας θα διευρυνόταν τόσο πολύ, ώστε να μεταμορφωθεί η φύση των σύγχρονων πολέμων. Χάρη στην ασάφεια της σύμβασης, η οποία είχε συνταχθεί όταν ο Τσέινι   ήταν ακόμα στο Πεντάγωνο, η Halliburton μπόρεσε να διευρύνει και να επεκτείνει τη σημασία του όρου «επιμελητειακή υποστήριξη» τόσο πολύ, ώστε να αναλάβει την ευθύνη για το σύνολο των υποδομών των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ στο εξωτερικό. Ο στρατός παρείχε μόνο το «περιεχόμενο» (τους άντρες και τα όπλα), ενώ η Halliburton ήταν αυτή που διηύθυνε την όλη επιχείρηση.

Το αποτέλεσμα, όπως το είδαμε για πρώτη φορά στα Βαλκάνια, ήταν η ανάπτυξη στρατευμάτων στο εξωτερικό να μοιάζει με ένα είδος ένοπλων και επικίνδυνων διακοπών. «Ο πρώτος άνθρωπος που υποδέχεται τους στρατιώτες μας όταν φτάνουν στα Βαλκάνια και ο τελευταίος που τους αποχαιρετά είναι κάποιος από τους υπαλλήλους μας», εξηγεί ένας εκπρόσωπος Τύπου της εταιρείας, παρουσιάζοντας το προσωπικό της περισσότερο ως υπεύθυνους κρουαζιέρας παρά ως συντονιστές της στρατιωτική; διοικητικής μέριμνας. Αυτή ήταν η διαφορά της σύμβασης με τη Halliburton σε σχέση με τις υπόλοιπες συμβάσεις που υπογράφει το Πεντάγωνο. Ο Τσέινι   δεν έβλεπε για ποιο λόγο ο πόλεμος να μην είναι μία ακόμα επικερδής δραστηριότητα της εξαιρετικά προσοδοφόρας βασιζόμενης στην προσφορά υπηρεσιών αμερικανικής οικονομίας εισβολής με το χαμόγελο.

Πρώην Γιουγκοσλαβία

τα Βαλκάνια, όπου ο Κλίντον έστειλε 19.000 στρατιώτες, άρχισαν να ξεφυτρώνουν στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ που έμοιαζαν με μικρές πόλεις κατασκευασμένες από τη Halliburton καλά φυλασσόμενα, περιποιημένα προάστια, χτισμένα και εξολοκλήρου διοικούμενα από την εταιρεία, η οποία ήταν αποφασισμένη να προσφέρει στους στρατιώτες, όλες τις ανέσεις που υπήρχαν στην πατρίδα, συμπεριλαμβανομένων φαστ-φουντ, σούπερ μάρκετ, κινηματογράφων και γυμναστηρίων. Κάποιοι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί αναρωτιούνταν τι επιπτώσεις θα είχε στην πειθαρχία των στρατευμάτων αυτή η μετατροπή των στρατώνων σε εμπορικά κέντρα όμως και οι ίδιοι απολάμβαναν αυτή την πολυτελή διαβίωση. «’Ολα όσα πρόσφερε η Halliburton ήταν χλιδάτα, συνεπώς δε διαμαρτυρόμασταν», μου είπε ένας αξιωματικός. Όσο για την ίδια την εταιρεία, το να διατηρεί τον πελάτη ικανοποιημένο ήταν επικερδές, απέφερε περισσότερες συμβάσεις, κι επειδή τα κέρδη της καθορίζονταν ποσοστιαία βάσει του κόστους, όσο µεγαλύτερο ήταν το κόστος τόσο υψηλότερα ήταν και τα κέρδη. Η φράση «Μην ανησυχείς, είναι «κόστος συν». θα γινόταν διάσηµη στην Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης, όµως η διεξαγωγή πανάκριβων πολέµων εγκαινιάστηκε την περίοδο διακυβέρνησης του Κλίντον. Μέσα σε πέντε χρόνια ο Τσέινι   σχεδόν διπλασίασε τα χρήµατα που η Halliburton αποσπούσε από το δηµόσιο ταµείο των ΗΠΑ, από 1,2 δισεκατοµµύριο δολάρια σε 2,3 δισεκατοµµύρια δολάρια, ενώ δεκαπενταπλαστάστηκαν τα ποσά των δανείων και των εγγυήσεων που της χορηγούσε η οµοσπονδιακή κυβέρνηση. Ο Τσέινι  ανταµείφθηκε πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες του. Πριν αναλάβει το αξίωµα του αντιπροέδρου, -αποτιµούσε την αξία της περιουσίας του κάπου µεταξύ 18 εκατοµµυρίων δολαρίων και 81,9 εκατοµµυρίων δολαρίων, συµπεριλαµβανοµένων µετοχών της Halliburton Co. αξίας µεταξύ 6 και 30 εκατοµµυρίων δολαρίων. [ … ] Συνολικά, ο Τσέινι   είχε δικαίωµα προαίρεσης για 1.260.000 µετοχές της αξίας εκατοµµυρίων δολαρίων, έχοντας χρησιµοποιήσει ήδη το δικαίωµα για 100.000 µετοχές, µε τη δυνατότητα απόκτησης άλλων 760.000 µετοχών, ενώ για 166.667 µετοχές το δικαίωµα άρχιζε να ισχύει τον Δεκέµβριο [του 2000]»

Για τον Τσέινι, η προσπάθεια επέκτασης της οικονοµίας των υπηρεσιών στην καρδιά του κράτους ήταν µια οικογενειακή υπόθεση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και ενώ ο ίδιος µετέτρεπε τις στρατιωτικές βάσεις σε προάστια χτισµένα από τη Halliburton, η σύζυγός του Λιν αµειβόταν, επιπλέον του µισθού της ως µέλους του διοικητικού συµβουλίου, µε δικαιώµατα προαίρεσης για µετοχές της Lοckheed Martin, της µεγαλύτερης εταιρείας κατασκευής οπλικών συστηµάτων σε ολόκληρο τον κόσµο. Το διάστηµα που η Λιν Τσέινι   ήταν µέλος του διοικητικού συµβουλίου της εταιρείας (από το 1995 µέχρι το 2001) συνέπεσε µε µια κρίσιµη µεταβατική περίοδο για εταιρείες όπως η Lοckheed. Ο Ψυχρός Πόλεµος είχε τελειώσει, οι αµυντικές δαπάνες µειώνονταν και, µε το σύνολο σχεδόν των κερδών τους να προέρχονται από κρατικές συµβάσεις για οπλικά του συστήµατα, οι εταιρείες αυτές χρειάζονταν ένα νέο επιχειρηµατικό µοντέλο. Τόσο η Lοckheed όσο και οι υπόλοιπες εταιρείες κατασκευής οπλικών συστηµάτων τροποποίησαν τις δραστηριότητές τους και υιοθέτησαν µια νέα επιθετική στρατηγική: την επιδίωξη της επ’ αµοιβή ανάληψης της διεύθυνσης του κράτους.

Στα µέσα της δεκαετίας του 1990 η Lοckheed άρχισε να αναλαµβάνει τα τµήµατα των νέων τεχνολογιών πληροφόρησης της κυβέρνησης των ΗΠΑ, επιβλέποντας τη λειτουργία των υπολογιστικών συστηµάτων και την ηλεκτρονική συλλογή δεδομένων. Η εταιρεία επεκτάθηκε τόσο πολύ προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε το 2004 οι New York Times έγραψαν: «Η Lοckheed Martin δεν κυβερνά τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως βοηθάει στη διεύθυνση ενός εξαιρετικά μεγάλου τμήματός τους. [ … ] Ταξινομεί την αλληλογραφία σας και υπολογίζει τους φόρους σας. Κόβει τις επιταγές κοινωνικής ασφάλισης και διεξάγει την απογραφή του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι υπεύθυνη για τις συστημικές πτήσεις και επιβλέπει την εναέρια κυκλοφορία. Για να τα κάνει όλα αυτά, η Lοckheed συντάσσει περισσότερα κωδικοποιημένα υπολογιστικά προγράμματα λογισμικού από τη Microsoft».

Ντικ ΤσέΙνι

ι Τσέινι   ήταν ένα πανίσχυρο ζευγάρι. Ενώ ο Ντικ οδηγούσε τη Halliburton στην ανάληψη της διαχείρισης των στρατιωτικών υποδομών στο εξωτερικό, η Λιν βοηθoύσε τη Lοckheed να αναλάβει τη διεύθυνση των κρατικών υπηρεσιών στο εσωτερικό. Υπήρξαν περιπτώσεις που το ζευγάρι εκπροσωπούσε αντικρουόμενα συμφέροντα. Το 1996, όταν η Πολιτεία του Τέξας ανακοίνωσε ότι εταιρείες μπορούσαν να υποβάλουν προσφορές για να αναλάβουν τη διεύθυνση του προγράμματος κοινωνικής πρόνοιας (επρόκειτο για μια πενταετή σύμβαση ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων), τόσο η Lοckheed όσο και ο πληροφορικός κολοσσός Electronic Data System, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του οποίου ήταν ο Ντικ Τσέινι, συμμετείχαν στο μειοδοτικό διαγωνισμό. Τελικά, η κυβέρνηση Κλίντον παρενέβη και ακύρωσε το διαγωνισμό. Παρότι ενθουσιώδης υποστηρικτής της ανάθεσης σε εξωτερικούς προμηθευτές, η κυβέρνηση Κλίντον αποφάσισε ότι η επιλογή των ανθρώπων που έπρεπε να λάβουν επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας ήταν μια από τις ουσιώδεις αρμόδιοτητες του κράτους, η οποία δεν έπρεπε να περάσει σε ιδιωτικά χέρια. Τόσο η Lοckheed όσο και η Electronic Data System διαμαρτυρήθηκαν έντονα, όπως και ο κυβερνήτης του Τέξας Τζορτζ Μπους, ο οποίος θεωρούσε εξαιρετική ιδέα την ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικής προνοίας.

Ο Τζορτζ Μπους δε διακρίθηκε ιδιαίτερα ως κυβερνήτης, όμως υπήρξε ένα πεδίο στο οποίο διέπρεψε: η διάλυση του κρατικού μηχανισμού τον οποίο είχε εκλεγεί να διευθύνει και η ανάθεση σε ιδιωτικές εταιρείες διαφόρων διοικητικών αρμοδιοτήτων (κυρίως αρμοδιοτήτων που αφορούσαν την ασφάλεια. μια προαναγγελία του ιδιωτικοποιημένου πολέμου κατά της τρομοκρατίας το οποίο θα εξαπέλυε μερικά χρόνια μετά). Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως κυβερνήτη ο αριθμός των ιδιωτικοποιημένων φυλακών του Τέξας αυξήθηκε από είκοσι έξι σε σαράντα δύο, γεγονός που ώθησε το περιοδικό The American Prospect να χαρακτηρίσει το Τέξας του Μπους «παγκόσμια πρωτεύουσα τη βιομηχανίας των ιδιωτικοποιημένων φυλακών». Το 1997 το FBI ξεκίνησε μια έρευνα για τη φυλακή της κομητείας της Μπραζόρια, 65 χιλιόμετρα από το Χιούστον, όταν ένας τοπικός τηλεοπτικός σταθμός παρουσίασε μια βιντεοταινία στην οποία απεικονίζονταν δεσμοφύλακες να κλωτσούν στα γεννητικά όργανα, να πυροβολούν με όπλα ηλεκτρικής εκκένωσης και να βάζουν σκυλιά να  επιτίθενται σε φυλακισμένους που δεν πρόβαλλαν την παραμικρή αντίσταση. Τουλάχιστον ένας από τους δεσμοφύλακες φορούσε τη στολή της Capital Correctional Resources, μιας ιδιωτικής εταιρείας που παρείχε προσωπικό για τη φρούρηση της φυλακής.

____________________________________________________________________

*Όλες οι μεγάλες εταιρείες κατασκευής οπλικών συστημάτων δραστηριοποιήθηκαν στη διεύθυνση  κρατικών υπηρεσιών εκείνη την περίοδο. Η Computer Sciences (η οποία παρέχει πληροφορική τεχνολογία στις ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ταυτότητας βάσει βιομετρικών στοιχείων) κέρδισε μια σύμβαση ύψους 644 εκατομμυρίων δολαρίων για να διευθύνει τα συστήματα πληροφορικής της κομητείας του Σαν Ντιέγκο μια από τις μεγαλύτερες συμβάσεις αυτού του είδους που υπογράφτηκαν ποτέ. Η κομητεία δεν έμεινε ικανοποιημένη από την απόδοση της Computer Sciences και δεν ανανέωσε τη σύμβαση, ωστόσο την ανέθεσε σε έναν άλλο κολοσσό της πολεμικής βιομηχανίας, τη Νorthrop Grumman, η οποία κατασκευάζει το στελθ βομβαρδιστικό Β-2. (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Ο ενθουσιασμός του Μπους για τις ιδιωτικοποιήσεις δε μειώθηκε στο ελάχιστο από το περιστατικό στην κομητεία της Μπραζόρια. Μερικές βδομάδες αργότερα είχε κάτι που έμοιαζε με επιφοίτηση κατά τη διάρκεια της συνάντησης του με τον Χοσέ Πινιέρα, το Χιλιανό υπουργό που είχε ιδιωτικοποιήσει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοτσέτ. Ιδού πώς περιέγραψε τη συνάντησή τους ο Πινιέρα: «Από την εξαιρετική συγκέντρωσή του, τη γλώσσα του σώματός του και τις καίριες ερωτήσεις του κατάλαβα αμέσως ότι ο κύριος Μπους είχε κατανοήσει πλήρως την ουσία της ιδέας μου: ότι η μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης θα πρόσφερε μια αξιοπρεπή συνταξιοδότηση, αλλά και θα δημιουργούσε έναν κόσμο εργαζόμενων-καπιταλιστών, μια κοινωνία ιδιοκτητών. [ … ] Ήταν τόσο ενθουσιασμένος, ώστε στο τέλος της συνάντησης μου ψιθύρισε στο αφτί χαμογελώντας «Πήγαινε στη Φλόριντα και μίλησε για όλα αυτά στον αδελφό μου. Θα ξετρελαθεί».

Η προσήλωση του μελλοντικού Προέδρου στην εκποίηση του κράτους σε συνδυασμό με την πρωτοβουλία του Τσέινι να ανατεθεί σε εξωτερικούς προμηθευτές ένα μεγάλο μέρος των αρμοδιοτήτων των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και με την πρωτοβουλία του Ράμσφελντ: να κατοχυρώνονται με πατέντες τα  φάρμακα που αποτρέπουν επιδημίες, αποτελούσαν μια προαναγγελία του κράτους που θα οικοδοµούσαν οι τρεις αυτοί άντρες, αντιπροσωπεύοντας ένα όραµα για µια εντελώς κενή, «σκιώδη» κυβέρνηση. Παρόλο που αυτό το ακραίο πρόγραµµα δεν αποτέλεσε τον πυρήνα της προεκλογικής εκστρατείας του για τις προεδρικές εκλογές του 2000, ο Μπους δεν παρέλειψε να υπαινιχτεί ποιες ήταν οι προθέσεις του: «Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες οµοσπονδιακοί υπάλληλοι πλήρους απασχόλησης που τα καθήκοντά τους θα µπορούσαν να τα αναλάβουν εταιρείες του ιδιωτικού τοµέα», είχε πει ο Μπους σε µια προεκλογική οµιλία του. «Θα πραγµατοποιήσω µειοδοτικούς διαγωνισµούς για την ανάθεση όσο το δυνατόν περισσότερων από αυτά τα καθήκοντα. Αν ο ιδιωτικός τοµέας µπορεί να κάνει καλύτερα τη δουλειά, τότε πρέπει να παραχωρηθούν αυτές οι συµβάσεις έργου στον ιδιωτικό τοµέα».

ΦΩΤΟ 11 ΣΕΠ 2011

Η 11η Σεπτεµβρίου και η επανάκαµψη ιων δηµόσιων υπηρεσιών

Όταν τον Ιανουάριο του 2001 ο Μπους και το υπουργικό του συµβούλιο ανέλαβαν τη διακυβέρνηση των ΗΠΑ, η ανάγκη για νέες πηγές οικονοµικής µεγέθυνσης των αµερικανικών. εταιρειών απέκτησε ακόµα µεγαλύτερη προτεραιότητα. Καθώς η «φούσκα» της νέας τεχνολογίας είχε σκάσει και ο Dow Jones κατρακύλησε 824 µονάδες τους δυόμιση πρώτους µήνες µετά την άνοδό τους στην εξουσία, βρέθηκαν αντιµέτωποι µε µια σοβαρή πτωτική πορεία της οικονοµίας. Ο Κέινς υποστήριζε ότι, για να βγει η οικονοµία από την ύφεση, οι κυβερνήσεις πρέπει να αυξάνουν τις δηµόσιες δαπάνες, χρησιµοποιώντας τα δηµόσια έργα ως οικονοµικά κίνητρα. Η λύση του Μπους ήταν να αποδοµήσει το κράτος, κόβοντας µεγάλα κοµµάτια από το δηµόσιο πλούτο για να ταϊσει µε αυτά τις αµερικανικές εταιρείες τόσο µέσω της µείωσης των φόρων όσο και µέσω κερδοφόρων συµβάσεων. Ο Μιτς Ντάνιελς, υπεύθυνος για τον προϋπολογισµό της κυβέρνησης Μπους, είχε δηλώσει: «Νοµίζω ότι η γενική ιδέα, ότι η δουλειά της κυβέρνησης δεν είναι να παρέχει υπηρεσίες αλλά να διασφαλίζει ότι παρέχονται, είναι αυτονόητη». Αυτή η εκτίµηση συµπεριλάµβανε και τις υπηρεσίες ανταπόκρισης σε καταστροφές. Ο Τζόζεφ Όλµποου, στέλεχος του Ρεπουµπλικανικού Κόµµατος, τον οποίο ο Μπους τοποθέτησε επικεφαλής της Οµοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Έκτακτων Καταστάσεων, που ήταν υπεύθυνη για την ανταπόκριση σε κάθε είδους καταστροφές, συµπεριλαµβανοµένων των τροµοκρατικών επιθέσεων, δήλωσε ότι το έργο που είχε αναλάβει ήταν «ένα τεράστιο πρόγραµµα παραχώρησης αρµοδιοτήτων [σε εξωτερικούς προμηθευτές]».

Όµως µετά την 11η Σεπτεµβρίου η κοινή γνώµη άρχισε να θεωρεί ότι δεν ήταν και τόσο καλή η ιδέα µιας κυβέρνησης που είχε ως κεντρική αποστολή της τον αυτοακρωτηριασµό. Καθώς ο τροµαγµένος πληθυσµός ζητούσε προστασία από µια ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου θα µπορούσαν να έχουν βάλει τέλος στο σχέδιο του Μπους να δηµιουργήσει ένα «άδειο κέλυφος» κυβέρνησης πριν καν αρχίσει η υλοποίηση του.

Για ένα διάστηµα φάνηκε ότι αυτό ακριβώς θα συνέβαινε. «Η 11η Σεπτεµβρίου άλλαξε τα πάντα», δήλωσε δέκα µέρες µετά τις επιθέσεις ο Eντ Φόλνερ, ο παλιός φίλος του Μίλτον Φρίντµαν και πρόεδρος του Heritage Foundation, µια δήλωση που τον κατέστησε τον πρώτο άνθρωπο που θα ξεστόµιζε αυτή τη µοιραία φράση. Πολλοί θεώρησαν ότι µια από τις αλλαγές θα αφορούσε την αναθεώρηση της ακραίας αντικρατικής ατζέντας την οποία ο Εντ Φόλνερ και οι ιδεολόγοι σύμμαχοι του προωθούσαν επί τρεις δεκαετίες τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και σε ολόκληρο τον κόσµο. Σε τελική ανάλυση, η αποτυχία των µέτρων ασφάλειας την 11η Σεπτεµβρίου είχε αποκαλύψει τις συνέπειες µιας εικοσαετίας περιστολής του δηµόσιου τοµέα και ανάθεσης των κρατικών αρµοδιοτήτων σε ιδιωτικές εταιρείες. Όπως ακριβώς οι πληµµύρες στη Νέα Ορλεάνη θα αποκάλυπταν τη σαθρή κατάσταση των δηµόσιων υποδοµών, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου εξέθεσαν σε κοινή θέα ένα κράτος που είχε αποδυναµωθεί επικίνδυνα: Οι ραδιοεπικοινωνίες της αστυνοµίας και της πυροσβεστικής κατέρρευσαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσης, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας δεν αντιλήφθηκαν έγκαιρα την αλλαγή πορεία των αεροπλάνων, οι δε τροµοκράτες πέρασαν ανενόχλητοι από τα σηµεία ελέγχου των αεροδροµίων, που ήταν στελεχωµένα µε συµβασιούχους, πολλοί από τους οποίους κέρδιζαν λιγότερα από εργαζόµενους σε φαστ φουντ.

πρώτη µεγάλη νίκη της φριντµανικής αντεπανάστασης στις Ηνωµένες Πολιτείες υπήρξε η επίθεση του Ρόναλντ Ρέιγκαν εναντίον του συνδικάτου των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και η απορρύθµιση των αεροµεταφορών. Είκοσι χρόνια µετά ολόκληρο το σύστηµα των αεροπορικών µεταφορών είχε ιδιωτικοποιηθεί και απορυθμισθεί, το προσωπικό είχε µειωθεί και η συντριπτική πλειονότητα των υπευθύνων για την ασφάλεια στα αεροδρόµια ήταν κακοπληρωμένοι, άσχηµα εκπαιδευόμενοι και µη συνδικαλισμένοι συµβασιούχοι Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου ο γενικός επιθεωρητής του Υπουργείου Μεταφορών δήλωσε ότι οι αεροπορικές εταιρείες είχαν διαθέσει ελάχιστα κονδύλια για την ασφάλεια των πτήσεων (για την οποία ήταν υπεύθυνες), προκειµένου να διατηρήσουν χαµηλό το κόστος. «Οι πιέσεις είχαν ως αποτέλεσµα µια σηµαντική αποδυνάµωση της ασφάλειας, κατέθεσε στην Επιτροπή για τις Επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου. Ένας έµπειρος αξιωµατούχος της Οµοσπονδιακής Αρχής Αεροπλοϊας κατέθεσε στην ίδια επιτροπή ότι ο τρόπος µε τον οποίο οι αεροπορικές εταιρείες αντιµετώπιζαν το ζήτηµα της ασφάλειας ήταν διαµαρτυρίες, αρνήσεις και καθυστερήσεις».

Μέχρι τις 10 Σεπτεµβρίου κανείς δεν ανησυχούσε: Αρκούσε που οι πτήσεις ήταν φτηνές και πολλές. Όµως µετά τη 12η Σεπτεµβρίου θεωρούνταν µεγάλη απερισκεψία η τοποθέτηση συµβασιούχων που αµείβονταν µε έξι δολάρια την ώρα ως υπευθύνων για την ασφάλεια. Κι όταν τον Οκτώβριο φάκελοι που περιείχαν λευκή σκόνη ταχυδροµήθηκαν σε µέλη του Κογκρέσου και σε δηµοσιογράφους, επικράτησε ένας γενικευµένος πανικός µπροστά στο ενδεχόµενο να εξαπλωθεί µια επιδηµία άνθρακα. Για µία ακόµα φορά, η κοινή γνώµη άρχισε να βλέπει υπό ένα διαφορετικό πρίσµα τις ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του 1990: Για ποιο λόγο µια ιδιωτική εταιρεία εργαστηριακών ερευνών είχε το αποκλειστικό δικαίωµα να παράγει το εµβόλιο για τον άνθρακα; Η οµοσπονδιακή κυβέρνηση είχε απεµπολήσει την αρµοδιότητά της να προστατεύει τον πληθυσµό από µια µείζονα κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δηµόσια υγεία; Και, ασφαλώς, δε βοηθούσε το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία, η Bioport, δεν είχε καταφέρει να σταθεί στο ύψος των υποχρεώσεών της σε µια σειρά από διαδοχικούς ελέγχους, µε συνέπεια ο αµερικανικός Οργανισµός Τροφίµων και Φαρµάκων να µην της έχει δώσει ακόµα την άδεια για να θέσει σε κυκλοφορία το εµβόλιο.  Επιπλέον, αν αλήθευε, όπως ανέφεραν τα µέσα ενηµέρωσης, ότι ο άνθρακας, η ευλογιά και άλλα θανατηφόρα στελέχη ιών µπορούσαν να µεταδοθούν µέσω της αλληλογραφίας, των τροφίµων και του συστήµατος ύδρευσης, ήταν λογικό να ιδιωτικοποιηθεί η ταχυδροµική υπηρεσία, όπως σχεδίαζε ο Μπους; Μήπως θα έπρεπε να επανέλθουν στις θέσεις τους οι απολυµένοι επιθεωρητές τροφίµων και νερού;

Οι αντιδράσεις εναντίον της φιλοκορπορατικής συναίνεσης εντάθηκαν µετά την αποκάλυψη σκανδάλων σαν αυτό της Enron. Τρεις µήνες µετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου η Enron κήρυξε πτώχευση, µε συνέπεια χιλιάδες εργαζόµενοι να χάσουν τις συνταξιοδοτικές αποταµιεύσεις τους, ενώ τα διευθυντικά στελέχη ρευστοποίησαν τις µετοχές τους πριν από την κήρυξη της πτώχευσης χάρη στην εσωτερική πληροφόρηση που διέθεταν. Η πτώχευση της Enron αύξησε ακόµα περισσότερο τη δυσπιστία για το κατά πόσο οι ιδιωτικές εταιρείες µπορούν να παρέχουν κοµβικής σηµασίας υπηρεσίες, ιδίως όταν έγινε γνωστό ότι λίγους µήνες πριν η χειραγώγηση των τιµών της ηλεκτρικής ενέργειας από την εταιρεία είχε προκαλέσει τα τεράστια µπλακ άουτ στην Καλιφόρνια. Ο Μίλτον Φρίντµαν, ενενήντα ετών πλέον, ανησύχησε τόσο πολύ για το ενδεχόµενο να υπάρξει µια αναστροφή του ρεύµατος υπέρ του κεϊνσιανισµού, ώστε διαµαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι «οι επιχειρηµατίες παρουσιάζονται στην κοινή γνώµη ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Ενώ διευθύνοντες σύµβουλοι αποκαθηλώνονταν, αυξανόταν κατακόρυφα η εκτίµηση της κοινής γνώµης για τους συνδικαλισµένους εργαζόµενους του δηµόσιου τοµέα τους «εγκληµατίες» εναντίον των οποίων ο Φρίντµαν είχε κηρύξει την αντεπανάστασή του. Σε λιγότερο από δύο µήνες µετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου η εµπιστοσύνη της κοινής γνώµης στις κρατικές υπηρεσίες είχε φτάσει στα υψηλότερα ποσοστά µετά το 1968 και αυτό, όπως δήλωσε ο Μπους σε µια συνάντησή του µε οµοσπονδιακούς υπαλλήλους, «επειδή επιτελέσατε το καθήκον σας».   Οι αναµφισβήτητοι ήρωες της 11ης Σεπτεµβρίου ήταν οι αστυνοµικοί, οι πυροσβέστες και τα µέλη των συνεργείων διάσωσης, 403 από τα οποία έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να εκκενώσουν  τους Δίδυµους Πύργους και να βοηθήσουν τα θύµατα της επίθεσης. Ξαφνικά η Αµερική άρχισε να αγαπάει όλους τους ένστολους, άντρες και γυναίκες, ενώ οι πολιτικοί (που έσπευσαν να φορέσουν καπέλα του µπέιζµπολ µε το έµβληµα της Αστυνοµίας ή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας της Νέας Υόρκης) προσπαθούσαν απεγνωσµένα να συµπλεύσουν µε το νέο ρεύµα της κοινής γνώµης.

Όταν στις 14 Σεπτεµβρίου ο Μπους επισκέφθηκε το Σηµείο Μηδέν, όπου άλλοτε υψώνονταν οι Δίδυµοι Πύργοι (µια ενέργεια που οι σύµβουλοί του θεώρησαν καθοριστική όσον αφορά τη µετέπειτα δηµοτικότητά του), τον συνόδευαν πυροσβέστες και µέλη των συνεργείων διάσωσης, δηλαδή ακριβώς εκείνοι οι συνδικαλισμένοι δηµόσιοι υπάλληλοι τους οποίους το σύγχρονο συντηρητικό κίνηµα είχε θέσει ως σκοπό του να αφανίσει. Φυσικά, ήταν αναγκασµένος να το κάνει (ακόµα και ο Ντικ Τσέινι   φόρεσε την κάσκα του εργατοπατέρα εκείνες τις µέρες). Όµως δεν ήταν υποχρεωµένος να το κάνει µε τόση µεγάλη πειστικότητα. Κάποια γνήσια συναισθήµατα εκ µέρους του Μπους σε συνδυασµό µε τη λαχτάρα της κοινής γνώµης για έναν ηγέτη αντάξιο των περιστάσεων είχαν ως αποτέλεσµα οι δηµόσιες οµιλίες του Προέδρου εκείνη την περίοδο να είναι οι πιο συγκινητικές ολόκληρης της πολιτικής σταδιοδροµίας του.

ια βδομάδες μετά τις επιθέσεις ο Πρόεδρος περιόδευε σε υπηρεσίες του δημόσιου τομέα (δημόσια σχολεία, πυροσβεστικούς σταθμούς, κέντρα ελέγχου και πρόληψης ασθενειών), αγκαλιάζοντας και ευχαριστώντας τους δημόσιους υπαλλήλους για τη συνεισφορά τους και τον ανιδιοτελή πατριωτισμό τους . Αποκτήσαμε καινούριους ήρωες», είπε ο Μπους σε μια ομιλία του, εκθειάζοντας όχι μόνο όσους εργάζονταν στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, αλλά και τους δασκάλους, τους ταχυδρόμους και το εργαζόμενους στο χώρο της υγείας. Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες κανείς άλλος δεν είχε μιλήσει με τόσο σεβασμό για το έργο των δημόσιων υπηρεσιών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξαφνικά η περικοπή των κρατικών δαπανών έμοιαζε να έχει βγει από την ατζέντα, καθώς σε κάθε ομιλία του ο Πρόεδρος ανακοίνωνε ένα νέο φιλόδοξο δημόσιο πρόγραμμα .

«Οι απαιτήσεις της βυθιζόμενης οικονομίας και του κατεπείγοντος νέου πολέμου κατά της τρομοκρατίας μεταμόρφωσαν το φιλοσοφικό πυρήνα της ατζέντας του Προέδρου Μπους», δήλωσαν στη Washington Post έντεκα μέρες μετά τις επιθέσεις οι Τζον Χάρις και Ντέινα Μίλμπανκ. «Ενας άνθρωπος που ανέβηκε στην εξουσία παρουσιαζόμενος ως ιδεολογικός απόγονος του Ρόναλντ Ρέιγκαν εμφανίζεται εννέα μήνες μετά ως κληρονόμος του Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ». Για να προσθέσουν στη συνέχεια ότι «ο Μπους ετοιμάζει ένα μεγάλο πακέτο οικονομικών κινήτρων για να αποτρέψει την ύφεση. Υποστηρίζει ότι μια εξασθενημένη οικονομία πρέπει να δέχεται από την κυβέρνηση μια μεγάλη ένεση ρευστότητας μια βασική αρχή της κεϊνσιανικής οικονομικής θεωρίας, η οποία βρισκόταν στον πυρήνα του νιου Ντιλ του Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ».

Ενα κορπορατικό ντου Ντιλ

Μπους

Παρά τις δημόσιες ανακοινώσεις και φωτογραφίσεις προκειμένου να αυξήσουν τη δημοτικότητά τους, ο Μπους και οι στενοί συνεργάτες του δεν είχαν καμία πρόθεση να μεταστραφούν προς τον κεϊνσιανισμό. Αντί η αποτυχία των μέτρων ασφάλειας κατά τη διάρκεια των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου να κλονίσει την αποφασιστικότητά τους να αποδυναμώσουν το δημόσιο τομέα, ισχυροποίησε τις βαθιές ιδεολογικές (και ιδιοτελείς) πεποιθήσεις τους ότι μόνοι ιδιωτικές εταιρείες διαθέτουν την πληροφόρηση και την καινοτομική τεχνολογία για να αντεπεξέλθουν στις νέες προκλήσεις στον τομέα της ασφάλειας. Παρόλο που ήταν αλήθεια ότι ο Λευκός Οίκος σκόπευε να δαπανήσει τεράστια χρηματικά ποσά για να δώσει κίνητρα στην οικονομία, δεν επρόκειτο να  το κάνει έχοντας ως πρότυπο το μοντέλο του Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ. Αντίθετα, το Νιου Ντιλ του Μπους θα συναπτόταν αποκλειστικά με την εταιρική Αμερική και θα ήταν μια απευθείας μεταφορά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δoλαρίων ετησίως σε ιδιωτικά χέρια με τη μορφή συμβάσεων. Πολλές από αυτές υπογράφτηκαν κρυφά, χωρίς να γίνουν μειοδοτικοί διαγωνισμοί και με ελάχιστη επίβλεψη, και κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα: την τεχνολογία, τις τηλεπικοινωνίες, τα μέσα ενημέρωσης, τις φυλακές, την εκπαίδευση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.*

Αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια της περιόδου του μαζικού αποπροσανατολισμού μετά τις επιθέσεις ήταν, στην ουσία, μια εγχώρια μορφή της οικονομικής θεραπείας-σοκ. Η ομάδα του Μπους, φριντμανική μέχρι μυελού οστών, έσπευσε να εκμεταλλευτεί το σοκ που υπέστη το έθνος προκειμένου να προωθήσει το ριζοσπαστικό όραμα μιας «κενής περιεχομένου» Kυβέρνησης στο πλαίσιο του οποίου τα πάντα, από τη διεξαγωγή των πολέμων μέχρι την ανταπόκριση σε καταστροφές, θα αποτελούσαν ευκαιρίες για κερδοφόρες επενδύσεις.

Επρόκειτο για μια θρασύτατη εξέλιξη της θεραπείας-σοκ. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, όταν εκποιούνταν οι ήδη υπάρχουσες δημόσιες επιχειρήσεις, η ομάδα του Μπους δημιούργησε ένα εντελώς καινούριο πλαίσιο δράσης, τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, εξαρχής σχεδιασμένο να είναι ιδιωτικοποιημένος. Για την υλοποίηση του σχεδίου τους απαιτούνταν δύο στάδια. Αρχικά ο Λευκός Οίκος χρησιμοποίησε τη διάχυτη αίσθηση του κινδύνου που επικρατούσε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου για να ενισχύσει δραματικά τις αρμοδιότητες αστυνόμευσης, παρακολούθησης, κράτησης και διεξαγωγής πολέμων της εκτελεστικής εξουσίας μια υφαρπαγής αρμοδιοτήτας που ο στρατιωτικός ιστορικός Άντριου Μπάσεβιτς περιέγραψε ως «κυλιόμενο πραξικόπημα». Στη συνέχεια οι ενισχυμένες και πλουσιοπάροχα χρηματοδοτούμενες αρμοδιότητες σχετικά με την εσωτερική ασφάλεια, αλλά και την εισβολή σε ξένες χώρες, την κατοχή τους και την ανοικοδόµησή τους, εκχωρήθηκαν στον ιδιωτικό τοµέα µέσω της ανάθεσής τους σε εξωτερικούς προµηθευτές. ·

____________________________________________________________________

* Η ανάθεση συμβάσεων χωρίς να διεξάγονται μειοδοτικοί διαγωνισμοί ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Προεδρίας Μπους. Σύμφωνα με μια ανάλυση των New York Times που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1997, «λιγότερες από τις μισές «συμβάσεις” έργου) (νέες συμβάσεις και πληρωμές για ήδη ισχύουσες συμβάσεις) ανατίθενται με ανοιχτούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς. Το 2005 πραγματοποιήθηκαν διαγωνισμοί μόνο για το 48% των συμβάσεων, μια σημαντική μείωση από το αντίστοιχο ποσοστό του 2001, που ανερχόταν σε 79% (Σ.τ.Σ.)

____________________________________________________________________

Παρόλο που ο διακηρυγµένος στόχος ήταν η καταπολέµηση της τροµοκρατίας, το αποτέλεσµα ήταν η δηµιουργία του συµπλέγµατος του καπιταλισµού της καταστροφής µιας Νέας Οικονοµίας µε επίκεντρο την εθνική ασφάλεια, την ιδιωτικοποίηση των πολέµων και την ανοικοδόµηση έπειτα από καταστροφές, η οποία οδήγησε στην οικοδόµηση και στη διατήρηση ενός ιδιωτικοποιηµένου αστυνοµικού κράτους τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό. Τα οικονοµικά κίνητρα αυτής της σαρωτικής πρωτοβουλίας αποδείχτηκαν αρκετά για να δοθεί µια νέα ώθηση στον αχαλίνωτο καπιταλισµό µετά τη «φούσκα» της νέας τεχνολογίας και την επιβράδυνση της παγκοσµιοποίησης. Όπως ακριβώς το διαδίκτυο είχε δηµιουργήσει τη «φούσκα» της νέας τεχνολογίας, έτσι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου δηµιούργησαν τη «φούσκα» του καπιταλισµού της καταστροφής. «Οταν, µετά το σκάσιµο της «φούσκας», κατέρρευσε η βιοµηχανία της πληροφορικής, ποιος είχε άµεσα διαθέσιµο χρήµα; Η κυβέρνηση, δήλωσε ο Ρότζερ Νόβακ της Noνak Biddle Venture Partners, µιας εταιρείας που επενδύει σε νέες επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τοµέα της εθνικής ασφάλειας. Και πρόσθεσε: «Κάθε επενδυτικό κεφάλαιο βλέπει πόσο σηµαντική είναι η λεία και αναρωτιέται: «Πώς θα αποκτήσω ένα µερίδιο από την πίτα.;”.

Ήταν το αποκορύφωµα της αντεπανάστασης την οποία είχε εγκαινιάσει ο Φρίντµαν. Για δεκαετίες ολόκληρες η αγορά τρεφόταν µε τις περιφερειακές αρµοδιότητες του κράτους. Τώρα θα καταβρόχθιζε τον πυρήνα του.

Παραδόξως, το πιο αποτελεσµατικό ιδεολογικό εργαλείο για την προώθηση αυτής της διαδικασίας ήταν ο ισχυρισµός ότι ο οικονοµικός φιλελευθερισµάς δεν ήταν πλέον ο βασικός κινητήριος µοχλός της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η διαρκώς επαναλαµβανόµενη φράση «Η 11η Σεπτεµβρίου άλλαξε τα πάντα» συγκάλυπτε, πολύ βολικά, το γεγονός ότι για τους ιδεολόγους της ελεύθερης αγοράς και τις εταιρείες των οποίων τα συµφέροντα υπηρετούσαν το µόνο που είχε αλλάξει ήταν η ευκολία µε την οποία θα µπορούσαν να υλοποιήσουν τη φιλόδοξη ατζέντα τους. Αντί οι νέες πολιτικές να τίθενται προς συζήτηση στο Κογκρέσο ή να αποτελούν αντικείµενο αντιπαραθέσεων µε τα συνδικάτα του δηµόσιου τοµέα, ο Λευκός Οίκος µπορούσε πλέον να χρησιµοποιεί την πατριωτική συµπαράταξη του λαού µε τον Πρόεδρο και την απουσία κριτικής από τον Τύπο για να σταµατήσει να µιλάει και να αρχίσει να πράττει. Όπως σχολίασαν τον Φεβρουάριο του 2007 οι New York Times, «χωρίς να προηγηθεί δημόσιος διάλογος ή μια επίσημη πολιτική απόφαση, οι εργοληπτικές ιδιωτικές εταιρείες μετατράπηκαν, στην oυσία, στηv τέταρτη εξουσία».»

Αντί μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου να αντιμετωπίσει τους κινδύνους για την ασφάλεια με ένα συνεκτικό σχέδιο που θα έκλεινε τις τρύπες στις δημόσιες υποδομές, η ομάδα του Μπους επινόησε ένα νέο ρόλο για την Kυβέρνηση: Το κράτος δεν έπρεπε να παρέχει ασφάλεια, αλλά να την αγοράζει από τον ιδιωτικό τομέα. Τον Νοέμβριο του 2001, δύο μόλις μήνες μετά τις επιθέσεις, το Υπουργείο Άμυνας συγκρότησε αυτό που το ίδιο περιέγραψε ως «μια μικρή ομάδα συμβούλων επενδύσεων» οι οποίοι είχαν εμπειρία στον τομέα της  νέας τεχνολογίας. Η αποστολή τους ήταν να εντοπίζουν «καινοτόμες τεχνολογικές λύσεις που θα μπορούσαν να συνδράμουν τις προσπάθειες των HΠA στον παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Στις αρχές του 2006 η ανεπίσημη αυτή ομάδα μετατράπηκε σε επίσημο βραχίονα του Πενταγώνου με την ονομασία Πρωτοβουλία Καταλυτικών Επενδύσεων στην Άμυνα (Defense Venture Catalyst Initiative De VenCI), ένα «πλήρως επιχειρησιακό γραφείο» που παρείχε πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια σε καπιταλιστές επενδυτές με πολιτικές διασυνδέσεις, οι οποίοι, με τη σειρά τους, αναζητούσαν  στον ιδιωτικό τομέα καινούριες εταιρείες που θα μπορούσαν να κατασκευάζουν» νέες συσκευές παρακολούθησης και συναφή προϊόντα. «Είμαστε μια μηχανή «αναζήτησης», εξηγεί ο Μπομπ Ποχάνκα, διευθυντής της DeVenCI). Σύμφωνα με το όραμα του Μπους, ο ρόλος της κυβέρνησης περιοριζόταν απλώς στη συγκέντρωση των αναγκαίων χρημάτων προκειμένου να δημιουργηθεί μια νέα αγορά, η αγορά του πολέμου, στην επιλογή των καλύτερων προϊόντων που θα αναδύονταν από τη χοάνη του δημιουργικού ανταγωνισμού και στην ενθάρρυνση των βιομηχανιών ώστε να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο την καινοτομία . Με  άλλα λόγια, οι πολιτικοί θα δημιουργούσαν τη ζήτηση και ο ιδιωτικός τομέας θα πρόσφερε κάθε είδους λύσεις μια ανθηρή οικονομία με επίκεντρο την εθνική ασφάλεια και τον πόλεμο, με εγγυημένη χρηματοδότηση από τους φορολογούμενους.

Το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, ο ολοκαίνουριος βραχίονας του κράτους τον οποίο δημιούργησε το καθεστώς Μπους, αποτελεί την πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτού του νέου τρόπου διακυβέρνησης με εξ’ολοκλήρου ανάθεση σε εξωτερικούς προµηθευτές Όπως εξηγεί η Τζέιν Αλεξάντερ, αναπληρώτρια διευθύντρια του τµήµατος ερευνών του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας, «δεν κατασκευάζουµε τίποτα. Αν κάτι δεν προέρχεται από τη βιοµηχανία, δεν µπορούµε να το αποκτήσουµε».»

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την Επιτόπια Δράση Αντικατασκοπείας (Counterintelligence Field Activity CIFA), µια νέα υπηρεσία πληροφοριών την οποία ίδρυσε ο Ράµσφελντ και είναι ανεξάρτητη από τη CIA. Το 70% του προϋπολογισµού αυτής της παράλληλης υπηρεσίας κατασκοπείας καταλήγει στα χέρια εργοληπτικών ιδιωτικών εταιρειών όπως συµβαίνει και µε το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, πρόκειται για ένα «κενό κέλυφος». Σύµφωνα µε τον Κεν Μίνιχαν, πρώην διευθυντή της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας, «η εθνική ασφάλεια είναι πολύ σηµαντική για να την αφήσουµε στα χέρια της κυβέρνησης». Ο Μίνιχαν, όπως και εκατοντάδες άλλοι αξιωµατούχοι της κυβέρνησης, παραιτήθηκε από τη θέση του για να εργαστεί στην ανθούσα βιοµηχανία της εθνικής ασφάλειας, στη δηµιουργία της οποίας συνέβαλε και ο ίδιος.

Όλες οι παράµετροι του τρόπου µε τον οποίο η κυβέρνηση Μπους καθόρισε τον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας εξυπηρετούν τη µεγιστοποίηση του κέρδους και τη βιωσιµότητα του πολέµου ως αγοράς: από το ποιος ορίζεται ως εχθρός µέχρι τους κανόνες συµπλοκής και την ολοένα επεκτεινόµενη κλιµάκωση των µαχών. Σύµφωνα µε ένα επίσηµο έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας, «οι σηµερινοί τροµοκράτες µπορούν να χτυπήσουν οπουδήποτε, οποτεδήποτε και, στην ουσία, µε οποιοδήποτε όπλο» κάτι που σηµαίνει ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας οφείλουν να παρέχουν προστασία από κάθε δυνητικό κίνδυνο, σε κάθε πιθανή τοποθεσία και ανά πάσα στιγµή. Και δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι η απειλή είναι πραγµατική για να υπάρχει µια πλήρους κλίµακας αντιμετώπιση της αυτό τουλάχιστον προβλέπει το διάσηµο «Δόγµα του 1%» του Τσέινι, µε το οποίο δικαιολογήθηκε η εισβολή στο Ιράκ βάσει του επιχειρήµατος ότι, ακόµα κι αν η πιθανότητα απειλής είναι 1%, οι ΗΠΑ οφείλουν να αντιδράσουν σαν η απειλή να ήταν 100% βέβαιη. Η λογική αυτή αποτελεί ένα τεράστιο δώρο για τους κατασκευαστές των διαφόρων συσκευών εντοπισµού. Για παράδειγµα, επειδή µπορεί δυνητικά να πραγµατοποιηθεί µια βιολογική επίθεση µε όπλο τη νόσο της ευλογιάς, το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας έδωσε µισό δισεκατοµµύριο δολάρια σε ιδιωτικές εταιρείες προκειµένου να αναπτύξουν και να εγκαταστήσουν συσκευές εντοπισμού αυτής της µη αποδεδειγµένης απειλής.

Παρά το ευρύ φάσµα των ονοµασιών που της έχουν κατά καιρούς δοθεί «πόλεµος κατά της τροµοκρατίας», «πόλεµος κατά του ριζοσπαστικού ισλάµ», «πόλεµος εναντίον του ισλαµοφασισµού», «Γ’ Παγκόσµιος Πόλεµο», «διαρκής πόλεµος», «πόλεµος της γενιάς µας»), το βασικό σχήµα αυτής της σύρραξης παραµένει αναλλοίωτο. Δεν περιορίζεται από το χρόνο, το χώρο ή τους δυνητικούς στόχους. Από στρατιωτική σκοπιά, αυτά τα άναρχα και άµορφα χαρακτηριστικά καθιστούν αδύνατη την προοπτική της νίκης στον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας. Όµως, από οικονοµική σκοπιά, τον καθιστούν µια ακαταµάχητη προοπτική: Δεν πρόκειται για έναν πόλεµο που θα λήξει µε µια λαµπρή νίκη, αλλά για ένα νέο και µόνιµο γνώρισµα της παγκόσµιας οικονοµικής αρχιτεκτονικής.

Αυτή ήταν η επιχειρηµατική προοπτική που η κυβέρνηση Μπους παρουσίασε στην εταιρική Αµερική µετά την 11η Σεπτεµβρίου. Ένας φαινοµενικά ανεξάντλητος πακτωλός χρηµάτων των φορολογουµένων θα διοχετευόταν στον ιδιωτικό τοµέα από το Πεντάγωνο (270 δισεκατοµµύρια δολάρια ετησίως σε εργοληπτικές ιδιωτικές εταιρείες, µια αύξηση κατά 137 δισεκατοµµύρια δολάρια µετά την άνοδο του Μπους στην εξουσία), από τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ (42 δισεκατοµµύρια δολάρια ετησίως σε εργοληπτικές ιδιωτικές εταιρείες, ποσό υπερδιπλάσιο σε σύγκριση µε το 1995) και από το νεοϊδρυθέν Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας. Από τις 11 Σεπτεµβρίου 2001 µέχρι το 2006 το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας έδωσε 130 δισεκατοµµύρια δολάρια σε εργοληπτικές ιδιωτικές εταιρείες χρήµατα που µέχρι τότε δεν υπήρχαν στην οικονοµία και ξεπερνούν το ΑΕΠ της Χιλής ή της Τσεχίας. Το 2003 η κυβέρνηση Μπους υπέγραψε συµβάσεις αξίας 327 δισεκατοµµυρίων δολαρίων µε ιδιωτικές εταιρείες ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν σαράντα σεντς για κάθε δολάριο του κρατικού προϋπολογισμού.

Πολύ σύντοµα τα προάστια της Ουάσινγκτον γέµισαν µε γκρίζα κτίρια στα οποία στεγάζονταν οι νέες ή «εκκολαπτόμενες» εταιρείες που δραστηριοτήτων στον τοµέα της ασφάλειας. Όπως είχε συµβεί και µε τη Σίλικον Βάλεϊ τη δεκαετία του 1990, το χρήµα άρχισε να ρέει προς αυτές τις νέες εταιρείες πριν καλά-καλά προλάβουν να επιπλώσουν τα γραφεία τους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μπους άρχισε να λειτουργεί ως ένας ανοιχτοχέρης επενδυτής. Ενώ τη δεκαετία του 1990 ο στόχος ήταν η ανάπτυξη τεχνολογικών εφαρµογών και η πώλησή τους στη Microsoft ή στην Oracle, µετά την 11η Σεπτεµβρίου ο στόχος έγινε η δηµιουργία τεχνολογικού εξοπλισµού που θα «αναζητούσε και θα εντόπιζε» τροµοκράτες και τη πώλησή του στο Υπουργείο Εθνικής Ασφάλεια ή στο Πεντάγωνο. Εκτός από τις νέες εταιρείες του τοµέα της ασφάλειας και τα νέα επενδυτικά κεφάλαια, η βιοµηχανία της καταστροφής γέννησε επίσης και µια στρατιά από εταιρείες δηµοσίων σχέσεων και άσκησης πίεσης, που υπόσχονταν να φέρουν σε επαφή τις νέες επιχειρήσεις µε τους κατάλληλους ανθρώπους στο Λόφο του Καπιτωλίου το 2001 υπήρχαν µόνο δύο τέτοιες εταιρείες που ασχολούνταν µε τον τοµέα της ασφάλειας, ενώ στα µέσα του 2006 υπήρχαν 543. «Είµαι στο χώρο των εταιρειών δηµοσίων σχέσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ποτέ δεν είδα µια τόσο συνεχή ροή συµφωνιών», δήλωσε στο Wired ο Μάικλ Στιντ, διευθυντής της εταιρείας εσωτερικής ασφάλειας Paladin.

Μια αγορά για την τροµοκρατία

πως συνέβη και µε τη «φούσκα» των εταιρειών νέας τεχνολογίας, η «φούσκα» του καπιταλισµού της καταστροφής διογκώνεται ad hoc και µε χαοτικό τρόπο. Μια από τις πρώτες «εκρήξεις» της βιοµηχανίας εθνικής ασφάλειας αφορούσε τις κάµερες παρακολούθησης: 4,2 εκατοµµύρια κάµερες εγκαταστάθηκαν στη Βρετανία (µία για κάθε δεκατέσσερις πολίτες) και 30 εκατοµµύρια στις ΗΠΑ, βιντεοσκοπώντας εικόνες συνολικής διάρκειας τεσσάρων δισεκατοµµυρίων ωρών. Το γεγονός αυτό δηµιούργησε το ακόλουθο πρόβληµα: Ποιος θα παρακολουθούσε βιντεοκασέτες διάρκειας τεσσάρων δισεκατοµµυρίων ωρών; Αναδύθηκε, λοιπόν, µια νέα αγορά «αναλυτικού λογισµικού» το οποίο θα σάρωνε τις βιντεοσκοπηµένες εικόνες και θα τις ταύτιζε µε εικόνες που υπήρχαν ήδη στα αρχεία (η δικτύωση των διαφόρων συστηµάτων ασφάλειας υπήρξε η πηγή µερικών εξαιρετικά κερδοφόρων συµβάσεων, όπως η ύψους 9 δισεκατοµµυρίων σύµβαση που υπέγραψε η πολεµική αεροπορία µε ένα κονσόρτσιουµ εταιρειών στο οποίο συµµετείχαν η ΒΟΟΖ Allen Hamilton, από τις παλαιότερες εταιρείες στρατηγικών συµβουλών, και µερικές από τις µεγαλύτερες εταιρείες του αµυντικού τοµέα).

Η εξέλιξη αυτή γέννησε ένα ακόµα πρόβληµα, επειδή το λογισµικό αναγνώρισης προσώπων µπορεί να εξακριβώσει µε απόλυτη βεβαιότητα την ταυτότητα ενός ατόµου µόνο όταν αυτό κοιτάζει κατά πρόσωπο την κάµερα, κάτι που σπάνια κάνουν οι άνθρωποι όταν µετακινούνται βιαστικά στους δρόµους πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από τις δουλειές τους. Δηµιουργήθηκε, εποµένως, µία ακόµα νέα αγορά, που αφορούσε την ψηφιακή βελτίωση των εικόνων. Η Salient Stills, µια εταιρεία που κατασκευάζει λογισµικό για την αποµόνωση και τη βελτίωση βιντεοσκοπηµένων εικόνων, αποσκοπούσε αρχικά στο να πουλήσει την τεχνολογία της στις εταιρείες των µέσων ενηµέρωσης, όµως στην πορεία αντιλήφθηκε ότι τα έσοδά της θα ήταν µεγαλύτερα αν απευθυνόταν στο FBI και στις άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόµου. Και, µε την παρακολούθηση να επεκτείνεται διαρκώς (τηλεφωνικές κλήσεις, υποκλοπές συνδιαλέξεων, οικονοµικά αρχεία, αλληλογραφία, κάµερες παρακολούθησης, αναζήτηση στο διαδίκτυο), οι κρατικές υπηρεσίες άρχισαν να κατακλύζονται από δεδοµένα, µε συνέπεια να δηµιουργηθεί µία ακόµα νέα αγορά, που αφορά τη διαχείριση των πληροφοριών και την επεξεργασία δεδοµένων, αλλά και την ανάπτυξη λογισµικού που υποτίθεται ότι µπορεί να «συνδέει τις κουκκίδες µέσα σε αυτό τον ωκεανό λέξεων και αριθµών και να εντοπίζει ύποπτες δραστηριότητες.

Τη δεκαετία του 1990 οι τεχνολογικές εταιρείες ευαγγελίζονταν έναν κόσµο χωρίς σύνορα και εκθείαζαν τη δυνατότητα της τεχνολογίας της πληροφόρησης να ανατρέπει αυταρχικά καθεστώτα και να γκρεµίζει τείχη. Σήµερα, στο πλαίσιο του συµπλέγµατος του καπιταλισµού της καταστροφής, τα εργαλεία της επανάστασης της πληροφόρησης εξυπηρετούν τους αντίθετους σκοπούς. Τα κινητά τηλέφωνα και το διαδίκτυο έχουν µετατραπεί σε πανίσχυρα εργαλεία παρακολούθησης από αυταρχικά καθεστώτα, χάρη στην αγαστή συνεργασία των ιδιωτικών τηλεφωνικών εταιρειών και των µηχανών αναζήτησης στο διαδίκτυο, είτε πρόκειται για τη Yahoo που συνεργάζεται µε την κινεζική κυβέρνηση για τον εντοπισµό διαφωνούντων είτε για την ΑΤΤ που βοηθάει την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ να υποκλέπτει χωρίς δικαστικά εντάλµατα τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις των συνδροµητών της (µια πρακτική που η κυβέρνηση Μπους ισχυρίζεται ότι έχει πια διακόψει). Η κατάργηση των συνόρων, το µεγάλο σύµβολο και η µεγάλη υπόσχεση της παγκοσµιοποίησης, έχει αντικατασταθεί από τη διογκούµενη βιοµηχανία της παρακολούθησης, από τους οπτικούς σαρωτές και τις βιοµετρικές ταυτότητες µέχρι το σχεδιαζόµενο νέας τεχνολογίας τείχος στα σύνορα ανάµεσα στο Μεξικό και στις ΗΠΑ, µια σύµβαση ύψους 2,5 δισεκατοµµυρίων δολαρίων που έχει ανατεθεί στην Boeing και σε ένα κονσόρτσιουµ άλλων εταιρειών.

Καθώς οι «φούσκες» των εταιρειών της νέας τεχνολογίας έσκαγαν η µια µετά την άλλη, το αποτέλεσµα ήταν µια αλλόκοτη συγχώνευση ανάµεσα στην κουλτούρα της ασφάλειας και στην κουλτούρα του καταναλωτισµού. Πολλές από τις τεχνολογίες που χρησιµοποιούνται σήµερα στον πόλεµο κατά της τρομοκρατίας (βιομετρική αναγνώριση της ταυτότητας, παρακολούθηση με βίντεο, εντοπισμός των κινήσεων στο διαδίκτυο, επεξεργασία δεδομένων, τεχνολογίες που πουλούν εταιρείες όπως η Verint Systems και η Seisint, η Accenture και η Choice Point) αναπτύχθηκαν από τον ιδιωτικό τομέα πριν από την 11η Σεπτεμβρίου ως ένας τρόπος σχεδιασμού λεπτομερών προφίλ των καταναλωτών, προκειμένου να ανοιχτούν νέοι ορίζοντες στο μάρκετινγκ. Οι τεχνολογίες αυτές υπόσχονταν επίσης να μειώσουν τον αριθμό των εργαζομένων στα σούπερ μάρκετ και στα εμπορικά κέντρα, επειδή οι βιομετρικές ταυτότητες, σε συνδυασμό με τις πιστωτικές κάρτες, θα εξαφάνιζαν την ανάγκη για υπαλλήλους στα ταμεία. Όμως η γενικευμένη δυσαρέσκεια για αυτές τις τεχνολογίες του «Μεγάλου Αδελφού» ανέστειλε πολλές από τις εν λόγω πρωτοβουλίες, προκαλώντας την απογοήτευση τόσο των εταιρειών νέας τεχνολογίας όσο και των ιδιοκτητών καταστημάτων. Η 11η Σεπτεμβρίου παραμέρισε αυτό το εμπόδιο: Ξαφνικά ο φόβος για την τρομοκρατία έγινε μεγαλύτερος από το φόβο του να είσαι σε μια κοινωνία διαρκούς παρακολούθησης. Πλέον οι πληροφορίες που συλλέγονται από τις πιστωτικές κάρτες δεν πωλούνται μόνο σε ταξιδιωτικά πρακτορεία ή στην Gap, για να αξιοποιηθούν ως δεδομένα για το μάρκετινγκ, αλλά και στο FBI, ως δεδομένα για την ασφάλεια, καθώς χρησιμοποιούνται για να εντοπιστούν όσοι αναπτύσσουν «ύποπτες» δραστηριότητες, όπως η αγορά μη εντοπιζόμενων καρτοτηλεφώνων ή τα ταξίδια στη Μέση Ανατολή.

Όπως εξηγεί χωρίς να κρύβει τον ενθουσιασμό του ο συντάκτης ενός άρθρου που δημοσιεύτηκε στο οικονομικό περιοδικό Red Herring, υπάρχει ένα πρόγραμμα που «μπορεί να εντοπίζει τα ίχνη τρομοκρατών διαπιστώνοντας αν οι εκατό διαφορετικές προφορές ενός ονόματος ταιριάζουν με κάποιο όνομα που βρίσκεται στις βάσεις δεδομένων των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το όνομα Μοχάμαντ. Το λογισμικό εμπεριέχει εκατοντάδες δυνητικούς τρόπους προφοράς του και μπορεί να ερευνήσει ολόκληρα terabytes δεδομένων μέσα σε ένα δευτερόλεπτο». Είναι πράγματι εντυπωσιακό, εκτός αν εντοπιστεί ο λάθος Μοχάμαντ μια κακή συνήθεια που τείνει να επαναλαμβάνεται από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι τα προάστια του Τορόντο.

Αυτό το τεράστιο περιθώριο σφαλμάτων είναι που καθιστά πραγματικά ολέθριες την ανικανότητα και την απληστία που υπήρξαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Προεδρίας Μπους από το Ιράκ μέχρι τη Νέα Ορλεάνη. Μια λανθασμένη ταυτοποίηση από αυτά τα ηλεκτρονικά συστήματα εντοπισμού αρκεί ώστε ένας μη πολιτικοποιημένος οικογενειάρχης που μοιάζει εμφανισιακά με κάποιον του οποίου το όνομα ηχεί παρόμοιο με το δικό του (τουλάχιστον για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την αραβική ή τη μουσουλμανική κουλτούρα) να θεωρηθεί εν δυνάμει τρομοκράτης. Και η διαδικασία κατάρτισης καταλόγων ονομάτων ανθρώπων και οργανώσεων προς παρακολούθηση έχει πλέον ανατεθεί σε ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες έχουν, επιπλέον, την ευθύνη να διασταυρώνουν τα ονόματα όσων ταξιδεύουν με τα ονόματα που βρίσκονται στις βάσεις δεδομένων. Μέχρι τον Ιούνιο του 2007 το Εθνικό Κέντρο Αντιτρομοκρατίας είχε στους καταλόγους του πεντακόσιες χιλιάδες ονόματα υπόπτων. Ένα άλλο πρόγραμμα που τέθηκε σε εφαρμογή τον Νοέμβριο του 2006, το Αυτόματο Σύστημα Στοχοποίησης (Automated Targeting System -ATS), αξιολογεί την «επικινδυνότητα» δεκάδων εκατομμυρίων ταξιδιωτών στις ΗΠΑ. Η αξιολόγηση, για την οποία έχουν πλήρη άγνοια οι ταξιδιώτες, βασίζεται σε ύποπτες συμπεριφορές που αποκαλύπτονται μέσω της επεξεργασίας εμπορικών δεδομένων, όπως, για παράδειγμα, των πληροφοριών που παρέχουν οι αεροπορικές εταιρείες για το «αν ο ταξιδιώτης αγοράζει εισιτήρια άνευ επιστροφής, σε ποιες θέσεις στο αεροπλάνο προτιμά να κάθεται, πόσο συχνά ταξιδεύει, πόσες αποσκευές έχει, πώς πληρώνει για τα εισιτήριά του, ακόμα και τι είδους γεύματα παραγγέλνει». Οι διάφορες ύποπτες συμπεριφορές συνεκτιμώνται για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας των ταξιδιωτών.

Ο οποιοσδήποτε μπορεί να πέσει θύμα αυτών των αμφίβολης αποτελεσματικότητας τεχνολογιών: να του απαγορευτεί η επιβίβαση σε μια πτήση, να μην του δοθεί βίζα εισόδου στις ΗΠΑ ή ακόμα και να συλληφθεί ως «εχθρικός  μαχητής». Κι όλα αυτά επειδή στο πρόγραμμα αναγνώρισης προσώπων υπήρχε μια θολή φωτογραφία του, επειδή κάποιος δεν πρόφερε σωστά το όνομά του ή επειδή κάποιος άλλος παρεξήγησε κάτι που είπε. Αν οι «εχθρικοί μαχητές. δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ, κατά πάσα πιθανότητα δε θα μάθουν ποτέ βάσει ποιων στοιχείων καταδικάστηκαν, επειδή η κυβέρνηση Μπους δεν τους αναγνωρίζει το δικαίωμα προστασίας από την αυθαίρετη σύλληψη και την παράνομη κράτησή τους (hαbeαs corpus), το δικαίωμα να ενημερώνονται για τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον τους κατά τη διάρκεια της δίκης τους, ακόμα και το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και της υπεράσπισής τους.

ν ο ύποπτος οδηγηθεί στο Γκουαντάναμο, είναι πολύ πιθανό να καταλήξει στη νέα φυλακή υψίστης ασφαλείας για διακόσιους κρατούμενους που κατασκεύασε η Halliburton. Αν πέσει θύμα του προγράμματος «έκτακτης έκδοσης» της CIA και τον απαγάγουν στους δρόμους του Μιλάνου ή ενώ αλλάζει πτήση σε ένα αεροδρόμιο των ΗΠΑ, θα τον οδηγήσουν σε κάποια άγνωστη τοποθεσία του αρχιπελάγους των μυστικών φυλακών της CIA, όπου, κατά πάσα πιθανότητα, ο κρατούμενος, τυφλωμένος από μια κουκούλα που θα του έχουν φορέσει, θα μεταφερθεί με ένα Boeing 737, ένα πολυτελές αεριωθούμενο προοριζόμενο για διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων που όμως θα έχει μετασκευαστεί για τη μεταφορά κρατουμένων. Σύμφωνα με το The New Yorker, η Boeing λειτουργεί ως «Ο ταξιδιωτικός πράκτορας της CIA», καταρτίζοντας τα σχέδια πτήσεων για τη μεταφορά 1.245 κρατουμένων που έπεσαν θύματα «έκτακτης έκδοσης», φροντίζοντας για τον ανεφοδιασμό και τη συντήρηση των αεροπλάνων, κάνοντας κρατήσεις σε ξενοδοχεία για να φιλοξενηθούν τα πληρώματα των αεροπλάνων και οι πράκτορες της CIA. Σύμφωνα με μια έκθεση της ισπανικής αστυνομίας, για όλα αυτά μεριμνά η Jeppesen International Τrip Planning, μια θυγατρική της Boeing που εδρεύει στο Σαν Χοσέ. Τον Μάιο του 2007 η Αμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες μήνυσε τη θυγατρική της Boeing, όμως η εταιρεία αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις κατηγορίες.

Όταν οι κρατούμενοι φτάνουν στον προορισμό τους, έχουν να αντιμετωπίσουν ανακριτές αρκετοί από τους οποίους δεν ανήκουν στη CIA ή στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά εργάζονται για ιδιωτικές εταιρείες. Σύμφωνα με τον Μπιλ Γκόλντεν, που είναι ο υπεύθυνος της ιστοσελίδας http://www.lntelligencecareers.com. «περισσότεροι από τους μισούς ειδικούς στη συλλογή πληροφοριών εργάζονται για ιδιωτικές εταιρείες». Για να ανανεώσουν τα πλουσιοπάροχα συμβόλαιά τους, αυτοί οι «ελεύθεροι επαγγελματίες ανακριτές  πρέπει να αποσπούν από τους κρατούμενους τις «αξιοποιήσιμες πληροφορίες» που θέλουν οι εργοδότες τους στην Ουάσινγκτον. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια δυναμική κατάχρησης εξουσίας: Ένας κρατούμενος είναι συνήθως πρόθυμος να πει οτιδήποτε προκειμένου να σταματήσει ο πόνος, οι δε ανακριτές που δουλεύουν για εργοληπτικές ιδιωτικές εταιρείες έχουν ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε τεχνική θεωρείται αναγκαία για να αποσπάσουν την πολιτικά επιδιωκόμενη πληροφορία, ανεξαρτήτως της αξιοπιστίας της. (Ένας από τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση Μπους βασιζόταν σε τόσο μεγάλο βαθμό σε ανακριτές εργοληπτικών ιδιωτικών εταιρειών οι οποίες αναλάμβαναν τη συλλογή πληροφοριών για λογαριασμό νέων δομών όπως το μυστικό Γραφείο Ειδικών Σχεδίων που δημιουργήθηκε από τον Ράμσφελντ ήταν το γεγονός ότι έχουν αποδειχτεί πολύ πιο πρόθυμοι από τους ομολόγους τους στις κρατικές υπηρεσίες για την απόσπαση με κάθε τρόπο και τη χειραγώγηση πληροφοριών ώστε να εξυπηρετούν τους πολιτικούς στόχους της κυβέρνησης σε τελική ανάλυση, από αυτό εξαρτάται το επόµενο συμβόλαιο τους.)

Έπειτα, υπάρχει και η χαµηλής τεχνολογίας εκδοχή της εφαρµογής των’ «λύσεων της αγοράς» στον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας: η πλουσιοπάροχη αµοιβή σε οποιονδήποτε είναι πρόθυµος να δώσει πληροφορίες για υποτιθέµενους τροµοκράτες. Κατά τη διάρκεια της εισβολής στο Αφγανιστάν πράκτορες των αµερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών γνωστοποίησαν ότι θα έδιδαν από 3.000 µέχρι 25.000 δολάρια σε οποιονδήποτε τους παρείχε πληροφορίες για τους µαχητές της Αλ Κάιντα και των Ταλιµπάν. «Γίνετε πιο πλούσιοι και ισχυροί από όσο είχατε ποτέ ονειρευτεί», έγραφε ένα φυλλάδιο που έριχναν τα αµερικανικά αεροπλάνα στο Αφγανιστάν και το οποίο παρουσιάστηκε το 2002 σε ένα οµοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ ως αποδεικτικό στοιχείο εκ µέρους αρκετών κρατουµένων στο Γκουαντάναµο. «Μπορείς να αποκτήσεις εκατοµµύρια δολάρια αν βοηθήσεις τις δυνάµεις που πολεµούν τους Ταλιµπάν.» Τα χρήµατα αυτά αρκούν για να φροντίσεις την οικογένειά σου, το χωριό σου, τη φυλή σου για το υπόλοιπο της ζωής σου-.

Πολύ σύντοµα οι φυλακές του Μπαγκράµ και του Γκουαντάναµο γέµισαν µε γιδοβοσκούς, ταξιτζήδες, µάγειρες και καταστηµατάρχες όλοι τους ήτοι εξαιρετικά επικίνδυνοι, σύµφωνα µε αυτούς που τους κατέδωσαν και εισέπραξαν τις αµοιβές.

«’Εχετε κάποια θεωρία για το λόγο που η κυβέρνηση και οι υπηρεσίες πληροφοριών του Πακιστάν σας πούλησαν και σας παρέδωσαν στους Αμερικανούς;» ρώτησε ένας στρατοδίκης κάποιον Αιγύπτιο κρατούµενο στο Γκουαντάναµο.

Σύµφωνα µε τα αποχαρακτηρισµένα πρακτικά της δίκης, ο κρατούμενος  απάντησε απορηµένος:

«’Ελα τώρα, ξέρεις πολύ καλά τι έγινε. Στο Πακιστάν µπορείς να αγοράσεις έναν άνθρωπο για 10 δολάρια. Φαντάσου τι µπορεί να γίνει µε 5.000 δολάρια … »

«Άρα σας πουλήσανε;» ρώτησε ο στρατοδίκης, σαν να µην είχε σκεφτεί» ποτέ πριν αυτό το ενδεχόµενο.

«Ναι».

Σύµφωνα µε τα στοιχεία του ίδιου του Πενταγώνου, το 86% των κρατούμενων στο Γκουαντάναµο προδόθηκαν από Αφγανούς και Πακιστανούς µαχητές ή πράκτορες µετά την ανακοίνωση των αµοιβών. Μέχρι τον Δεκέµβριο τού 2006 το Πεντάγωνο είχε απελευθερώσει 360 κρατούµενους από το Γκουαντάναμο. Το Assοciated Press κατάφερε να εντοπίσει 245 από αυτούς: Οι 205 αφέθηκαν ελεύθεροι ή απαλλάχτηκαν από όλες τις κατηγορίες που τους βάραιναν όταν επέστρεψαν στις πατρίδες τους. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν μια σοβαρή καταγγελία για την ποιότητα των πληροφοριών που συλλέγονται όταν το κράτος χρησιμοποιεί τις μεθόδους της αγοράς για να εξακριβώνει την ταυτότητα τρομοκρατών.

Μέσα σε λίγα χρόνια το μέγεθος της βιομηχανίας της εθνικής ασφάλειας, η οποία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, διογκώθηκε τόσο πολύ, ώστε να είναι πλέον μεγαλύτερο από το Χόλιγουντ ή τη βιομηχανία της μουσικής.  Ωστόσο ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το πόσο λίγες αναλύσεις και συζητήσεις έχουν γίνει για την άνθηση της βιομηχανίας της ασφάλειας ως οικονομίας, ως μιας πρωτοφανούς σύγκλισης ανάμεσα σε έναν ανεξέλεγκτο αστυνομικό μηχανισμό και στον αχαλίνωτο καπιταλισμό, ως μιας συγχώνευσης ανάμεσα στα εμπορικά κέντρα και στις μυστικές φυλακές. Όταν η πληροφόρηση για το ποιος συνιστά ή όχι απειλή για την ασφάλεια μετατρέπεται σε ένα προϊόν που μπορεί να πουληθεί, όπως και οι πληροφορίες για το ποιος αγοράζει από το Amazon βιβλία με ήρωα τον Χάρι Πότερ ή έχει κάνει μια κρουαζιέρα στην Καραϊβική και θα ήθελε ενδεχομένως να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στην Αλάσκα, τότε αλλάζουν οι αξίες ενός πολιτισμού. Όχι μόνο δημιουργούνται κίνητρα για χαφιεδισμό, πρόκληση βασανιστηρίων και απόσπαση λανθασμένων πληροφοριών, αλλά γεννιέται και μια ισχυρή τάση διαιώνισης του φόβου και της αίσθησης του κινδύνου που αποτέλεσαν την αρχική αιτία για τη δημιουργία της βιομηχανίας της ασφάλειας.

Όταν στο παρελθόν αναδύονταν νέες οικονομίες (από τη φορντική επανάσταση μέχρι την άνθηση της νέας τεχνολογίας), πυροδοτούσαν ένα κύμα αναλύσεων και ενστάσεων σχετικά με το πώς αυτές οι σεισμικές αλλαγές στην παραγωγή πλούτου θα αλλοίωναν τον πολιτισμό μας, τον τρόπο που ταξιδεύουμε, ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται τις πληροφορίες. Η Νέα Οικονομία της καταστροφής δεν αποτέλεσε αντικείμενο ανάλογων συζητήσεων για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της. Φυσικά, διατυπώθηκαν ενστάσεις (για τη συνταγματικότητα του Πατριωτικού Νόμου, για το απροσδιόριστο χρονικό διάστημα κράτησης υπόπτων, για τα βασανιστήρια και για την πρακτική της «έκτακτης έκδοσης»), όμως έχει αποφευχθεί σχεδόν ολοκληρωτικά ο δημόσιος διάλογος για το τι σημαίνει αυτές οι πράξεις να πραγµατοποιούνται σαν να ήταν εµπορικές συναλλαγές. Οι όποιες ενστάσεις περιορίζονται στις ατοµικές περιπτώσεις οικονοµικής εκµετάλλευσης του πολέµου και στα διάφορα σκάνδαλα διαφθοράς, αλλά και στις συνηθισµένες καταγγελίες για την αποτυχία της κυβέρνησης να επιβλέπει τις εργοληπτικές ιδιωτικές εταιρείες. Ελάχιστες είναι οι συζητήσεις για τις επιπτώσεις του ευρύτερου και βαθύτερου φαινοµένου της εµπλοκής σε έναν πλήρως ιδιωτικοποιηµένο πόλεµο που είναι εξαρχής σχεδιασµένος έτσι ώστε να µην έχει τέλος.

Το πρόβληµα έγκειται εν µέρει στο γεγονός ότι η οικονοµία της καταστροφής αναπτύχθηκε λαθρόβια. Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 οι νέες οικονοµίες αυτοπαρουσιάστηκαν µε ιδιαίτερη υπερηφάνεια και µε ποµπώδη τρόπο. Ιδίως η «φούσκα» της νέας τεχνολογίας οδήγησε σε µια άνευ προηγουµένου προβολή των νέων πλουσίων: Τα µέσα ενηµέρωσης ήταν γεµάτα ατελείωτα αφιερώµατα στους υπερδραστήριους νεαρούς διευθύνοντες συµβούλους, παρουσιάζοντάς τους δίπλα στα ιδιωτικά αεριωθούμενα τους, τα τηλεxειριζόµενα γιωτ τους και τις ειδυλλιακές επαύλεις τους στα βουνά του Σιάτλ.

Σήµερα το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής γεννάει έναν αντίστοιχο πλούτο, όµως σπάνια ακούµε να µιλάνε για αυτό. Σύµφωνα µε µια µελέτη του 2006, «από τότε που άρχισε ο πόλεµος κατά της τροµοκρατίας οι αµοιβές των διευθυνόντων συµβούλων των τριάντα τεσσάρων κορυφαίων εργοληπτικών εταιρειών στον τοµέα της άµυνας υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση µε την τετραετία πριν από την 11η Σεπτεµβρίου». Ενώ από το 2001 µέχρι το 2005 τα εισοδήµατα των διευθυνόντων συµβούλων των εν λόγω εταιρειών αυξήθηκαν κατά 108% κατά µέσο όρο, εκείνα των διευθυντικών στελεχών άλλων µεγάλων αµερικανικών εταιρειών αυξήθηκαν µόνο κατά 6% στη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

πορεί η βιοµηχανία της καταστροφής να πλησιάζει στα επίπεδα της κερδοφορίας των εταιρειών νέας τεχνολογίας, όµως το προφίλ της είναι εξίσου διακριτικό µε εκείνο της CIΑ. Οι καπιταλιστές της καταστροφής απoφεύγoυν τα µέσα ενηµέρωσης, προσπαθούν να υποβαθµίσουν το µέγεθος του πλούτου τους και δεν καυχώνται. «Δεν πανηγυρίζουµε για το γεγονός ότι υπάρχει µια τεράστια βιοµηχανία που ευημερεί επειδή µας προστατεύει από την τροµοκρατία», έχει δηλώσει ο Τζον Έλστνερ της Chesapeake Innovation Center (CIC), που δραστηριοποιείται στον τοµέα της εθνικής ασφάλειας. Oµως πρόκειται για έναν πολύ µεγάλο κλάδο επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων, και η CIC βρίσκεται στο επίκεντρό του».

Ο Πίτερ Σουάιρ, που διετέλεσε σύµβουλος της κυβέρνησης Κλίντον για τη προστασία της ιδιωτικότητας, έχει περιγράψει τη σύγκλιση των δυνάµεων που κρύβονται πίσω από τον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας ως εξής: «Από τη µια µεριά, υπάρχει µια κυβέρνηση που θεωρεί ιερή αποστολή της το να αποσπά διά της βίας πληροφορίες και, από την άλλη µεριά, υπάρχει η βιοµηχανία των τεχνολογιών πληροφόρησης, που αναζητά απεγνωσµένα νέες αγορές».

Με άλλα λόγια, αυτό που προκύπτει είναι κορπορατισµός: Οι Μεγάλες Επιχειρήσεις και το Μεγάλο Κράτος ενώνουν τις τεράστιες δυνάµεις τους για να επιβληθούν και να ελέγχουν τους πολίτες.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: