Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 15)

`

Κεφάλαιο

ΕΝΑ ΚΟΡΠΟΡΑΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

 ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ

ΜΕ ΜΙΑ ΑΨΙΔΑ ΘΡΙΑΜΒΟΥ


«Πιστεύω ότι είναι αλλόκοτο και θεοπάλαβο.

Πιστεύω ότι είναι παραλογισµός να

 υπαινίσσεται κάποιος ότι κάνουµε ό,τι

 κάνουµε επειδή διψάµε για χρήµα.

Πιστεύω ότι πρέπει να ξαναγυρίσετε

στα θρανία».

-Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος, απαντώντας

στην κατηγορία ότι ο γιος του διέταξε

την εισβολή στο Ιράκ για να ανοιχτούν

νέες αγορές για τις αµερικανικές εταιρείες.

`

«Οι δηµόσιοι λειτουργοί έχουν κάτι που

δεν υπάρχει στον ιδιωτικό τοµέα.

Το καθήκον τους είναι να υπηρετούν το

γενικότερο καλό να υπηρετούν το συλλογικό

 συµφέρον και όχι τα συµφέροντα λίγων.

Το καθήκον των εταιρειών είναι να

υπηρετούν τα συµφέροντα των µετόχων

τους και όχι το συµφέρον της χώρας».

-Ντέιβιντ Μ. Γουόκερ, γενικός οικονοµικός

επιθεωρητής των Ηνωµένων Πολιτειών,

 Φεβρουάριος 2007

`

«Δεν µπορεί να διακρίνει τη διαφορά

ανάµεσα στα δηµόσια και στα

ιδιωτικά συµφεροντα»

-Σαµ Γκάρντινερ, απόστρατος σµήναρχος

 της πολεµικής αεροπορίας των ΗΠΑ,

µιλώντας για τον Ντικ Τσέινι,

Φεβρουάριος 2004

ατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις ενδιάµεσες εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου το 2006, και µόλις τρεις βδοµάδες πριν από την παραίτηση του Ντόναλντ Ράµσφελντ, ο Τζορτζ Μπους υπέγραψε το Νόµο Εξουσιοδότησης για την Άµυνα. Στις 1.400 σελίδες του νόµου περιλαµβανόταν ένα άρθρο που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Έδινε στον Πρόεδρο την εξουσία να κηρύσσει στρατιωτικό νόµο και «να χρησιµοποιεί τις ένοπλες δυνάµεις, συµπεριλαµβανοµένης της Εθνοφρουράς, παρακάµπτοντας τις αποφάσεις των κυβερνητών των Πολιτειών, σε περίπτωση «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», µε σκοπό να «αποκαταστήσει τη δηµόσια τάξη» και να «καταστείλει» την αταξία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης θα µπορούσε να είναι ένας τυφώνας, µαζικές διαδηλώσεις διαµαρτυρίας ή «κάποιος έκτακτος κίνδυνος για τη δηµόσια υγεία». Στην τελευταία περίπτωση ο Πρόεδρος θα µπορούσε να χρησιµοποιήσει το στρατό για να επιβάλει καραντίνες και να προστατέψει τα αποθέµατα εµβολίων. Πριν από την υπογραφή του νόµου ο Πρόεδρος είχε την εξουσία να επιβάλει στρατιωτικό νόµο µόνο στην περίπτωση µιάς εξέγερσης.

Ενώ οι συνάδελφοί του ήταν αφοσιωµένοι στις προεκλογικές τους εκστρατείες, ο Δηµοκράτης γερουσιαστής Πάτρικ Λίχι υπήρξε µια µοναχική σειρήνα συναγερµού, δηλώνοντας δηµόσια ότι «η χρησιµοποίηση του στρατού για την επιβολή του νόµου είναι αντίθετη σε ένα από τα θεµελιώδη αξιώµατα της δηµοκρατίας µας» και επισηµαίνοντας ότι «Οι επιπτώσεις θα είναι τεράστιες, κι όµως η αλλαγή αυτή του νόµου παρεισέφρησε σε ένα άρθρο του νοµοσχεδίου για την άµυνα χωρίς να προηγηθεί επαρκής µελέτη. Οι επιτροπές του Κογκρέσου που έχουν αρµοδιότητες σε αυτά τα ζητήµατα δεν είχαν την ευκαιρία να σχολιάσουν, πόσο µάλλον να συνεδριάσουν για αυτές τις προτάσεις».

Ράμσφελν Ντόναλτ Υπ. Άμυνας ΗΠΑ

Εκτός από την εκτελεστική εξουσία, που απέκτησε αυτές τις νέες έκτακτες αρµοδιότητες, υπήρχε ένας ακόµα ξεκάθαρα κερδισµένος: η φαρµακευτική βιοµηχανία. Σε περίπτωση που ξεσπούσε κάποια επιδηµία, θα µπορούσε να κληθεί ο στρατός για να προστατέψει τα εργαστήρια και τα αποθέµατα φαρµάκων και να επιβάλει καραντίνες ένας προ πολλού υφιστάµενος πολιτικός στόχος της κυβέρνησης Μπους. Επρόκειτο για µια πολύ καλή είδηση για την Gilead Sciences, την πρώην εταιρεία του Ράµσφελντ, η οποία διαθέτει τα αποκλειστικά δικαιώµατα χρήσης της πατέντας για το Tamiflu, που χρησιµοποιείται για τη θεραπεία της γρίπης των πτηνών. Ο νέος νόµος, αλλά και ο πανικός για τη γρίπη των πτηνών συνέβαλαν στις εξαιρετικές επιδόσεις της µετοχής της Gilead Sciences µετά την υπουργοποίηση του Ράµσφελντ: Μέσα σε µόλις πέντε µήνες η τιµή της αυξήθηκε κατά 24%.

Πόσο επηρέασαν τα συµφέροντα των φαρµακοβιοµηχανιών στη διαµόρφωση του νέου νόµου για την άµυνα; Ίσως καθόλου, όµως αξίζει να τεθεί το ερώτηµα. Παροµοίως, αλλά σε πολύ µεγαλύτερη κλίµακα, πόσο επηρέασαν τα προσδοκώµενα οφέλη εργοληπτικών εταιρειών όπως η Halliburton και η Bechtel, αλλά και πετρελαϊκών εταιρειών όπως η Exxon Mobil, την απόφαση της οµάδας του Μπους για εισβολή και κατοχή στο Ιράκ; Είναι αδύνατον να δοθεί µια σαφής απάντηση, επειδή οι εµπλεκόµενοι άνθρωποι είναι διαβόητοι για την τάση τους να ταυτίζουν τα συµφέροντα των εταιρειών µε το εθνικό συµφέρον σε τέτοιο βαθµό, ώστε να είναι φαινοµενικά ανίκανοι να τραβήξουν µια διαχωριστική γραµµή ανάµεσά τους.

Στο βιβλίο του Overthrow, που εκδόθηκε το 2006, ο πρώην ανταποκριτής των New York Times Στίβεν Κίνζερ προσπαθεί να εξιχνιάσει τα βαθύτερα κίνητρα των Αµερικανών πολιτικών που διέταξαν και ενορχήστρωσαν πραξικοπήµατα σε ξένες χώρες κατά τη διάρκεια του προηγούµενου αιώνα. Αναλύοντας την ανάµειξη των ΗΠΑ στην αλλαγή καθεστώτων από τη Χαβάη το 1893 µέχρι το Ιράκ το 2003, παρατηρεί ότι συχνά ενεργοποιείται µια διαδικασία τριών σταδίων.

Κατ’ αρχάς, µια πολυεθνική εταιρεία που εδρεύει στις ΗΠΑ αντιµετωπίζει κάποιου είδους απειλή από τις ενέργειες µιάς ξένης κυβέρνησης, η οποία απαιτεί από την εταιρεία «είτε να καταβάλλει φόρους είτε να τηρεί την εργατική ή την περιβαλλοντική νοµοθεσία. Σε µερικές περιπτώσεις η εταιρεία εθνικοποιείται ή της ζητούν να πουλήσει ένα µέρος των περιουσιακών της στοιχείων», γράφει ο Κίνζερ.

Στη συνέχεια, όταν Αµερικανοί πολιτικοί πληροφορούνται τα προβλήµατα της εταιρείας, τα ερµηνεύουν ως µια επίθεση έναντίον των Ηνωµένων Πολιτειών: «Μετατρέπουν τα κίνητρα [της ξένης κυβέρνησης] από οικονοµικά σε πολιτικά ή γεωστρατηγικά. Θεωρούν δεδοµένο ότι οποιοδήποτε καθεστώς δυσαρεστεί ή φέρνει σε δύσκολη θέση µια αµερικανική εταιρεία είναι αντι-αµερικανικό, καταπιεστικό, δικτατορικό και, πιθανότατα, το όργανο µιάς ξένης δύναµης ή κάποιων ξένων συµφερόντων που επιθυµούν να υπονοµεύσουν τις Ηνωµένες Πολιτείες».

Το τρίτο στάδιο είναι η προσπάθεια των πολιτικών να πείσουν την κοινή γνώµη για την αναγκαιότητα µιάς επέµβασης, παρουσιάζοντας την αντιπαράθεση ως έναν αγώνα του καλού εναντίον του κακού, ως «µια ευκαιρία να απελευθερωθεί ένα φτωχό, καταπιεσµένο έθνος από τη βαναυσότητα ενός καθεστώτος το οποίο θεωρούµε δεδομένο ότι είναι δικτατορία, επειδή τι άλλο είδος καθεστώτος θα δυσαρεστούσε µια αµερικανική εταιρεία;». Με άλλα λόγια, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ βασίζεται σε µεγάλο βαθµό σε µια µαζική προβλητική ταύτιση µέσω της οποίας οι ανάγκες και οι επιθυµίες µικρών ιδιοτελών ελίτ ταυτίζονται µε εκείνες ολόκληρου του κόσµου.

Ο Κίνζερ επισηµαίνει ότι αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα έντονη στους πολιτικούς που µεταπηδούν από τον επιχειρηµατικό κόσµο σε δηµόσια αξιώµατα. Για παράδειγµα, ο Τζον Φόστερ Ντάλες, ο υπουργός Εξωτερικών του Αϊζενχάουερ, εργαζόταν για το µεγαλύτερο µέρος της ζωής του σε µια δικηγορική εταιρεία που ειδικευόταν στο διεθνές δίκαιο, εκπροσωπώντας μερικές από τις µεγαλύτερες εταιρείες του κόσµου στις αντιπαραθέσεις τους µε ξένες κυβερνήσεις. Όπως και ο Κίνζερ, οι διάφοροι βιογράφοι του Ντάλες έχουν καταλήξει στο συµπέρασµα ότι ο πρώην υπουργός Εξωτερικών ήταν ανίκανος να κάνει τη διάκριση ανάµεσα στα συµφέροντα των εταιρειών και στα συµφέροντα της χώρας του. «Ο Ντάλες είχε δύο έµµονες ιδέες σε όλη του ζωή: την καταπολέµηση του κοµουνισµού και την προστασία των δικαιωµάτων των πολυεθνικών εταιρειών», γράφει ο Κίνζερ. «Στη σκέψη του αυτά τα δύο ήταν [ … ] «αλληλένδετα και αµοιβαία ενισχυόµενα».Αυτό σηµαίνει ότι δε χρειαζόταν να επιλέξει ανάµεσα στις έµµονες ιδέες του: Αν, για παράδειγµα, η κυβέρνηση της Γουατεµάλα έπαιρνε µια απόφαση που έθιγε τα συµφέροντα της United Fruit Company, αυτό αποτελούσε µια ντε φάκτο επίθεση εναντίον της Αµερικής και έπρεπε να αντιµετωπιστεί µε στρατιωτικά µέσα.

Στην προσπάθειά της να υλοποιήσει τις δύο έµµονες ιδέες της, τη καταπολέµηση της τροµοκρατίας και την προστασία των συµφερόντων των πολυεθνικών εταιρειών, η κυβέρνηση Μπους, που έβριθε πρώην διευθυνόντων συµβούλων µεγάλων εταιρειών, ήταν εγγενώς επιρρεπής στις ίδιες συγχύσεις και ταυτίσεις. Όµως υπήρχε µια σηµαντική διαφορά: Οι εταιρείες µε τα συµφέροντα των οποίων ταυτιζόταν ο Ντάλες ήταν πολυεθνικές οι οποίες είχαν κάνει µεγάλες επενδύσεις σε άλλες χώρες σε ορυχεία, στη γεωργία, σε τράπεζες και σε πετρελαϊκά κοιτάσµατα.

Σε γενικές γραµµές, οι εταιρείες αυτές είχαν ένα σαφή αντικειµενικό στόχο: Επεδίωκαν ένα σταθερό και επικερδές περιβάλλον (χαλαρούς νόµους για τις ξένες επενδύσεις, πειθήνιους εργαζόµενους και την αποφυγή αιφνιδιαστικών απαλλοτριώσεων) προκειµένου να κάνουν απρόσκοπτα τη δουλειά τους. Τα πραξικοπήµατα και οι στρατιωτικές επεµβάσεις αποτελούσαν τα µέσα για την επίτευξη ενός σκοπού, δεν ήταν αυτοσκοπός.

ι αρχιτέκτονες του πολέµου κατά της τροµοκρατίας ανήκουν σε µια διαφορετική γενιά πολιτικών. Για αυτούς, οι πόλεµοι και οι άλλες καταστροφές είναι αυτοσκοπός. Όταν ο Ντικ Τσέινι και ο Ντόναλντ Ράµσφελντ ταυτίζουν αυτό που είναι καλό για τη Lοckheed, τη Halliburton, την Carlyle και την Gilead µε το καλό των Ηνωµένων Πολιτειών και ολόκληρου του κόσµου, προβαίνουν σε ένα είδος προβλητικής ταύτισης η οποία έχει εξαιρετικά επικίνδυνες επιπτώσεις, επειδή αυτό που, σε τελική ανάλυση, είναι καλό για τις εν λόγω εταιρείες είναι κατακλυσµιαία γεγονόταν πόλεµοι, επιδηµίες, φυσικές καταστροφές, µείωση των φυσικών πόρων. Για αυτόν ακριβώς το λόγο τα κέρδη των συγκεκριµένων εταιρειών αυξήθηκαν θεαµατικά από τη µέρα που ο Μπους εκλέχτηκε Πρόεδρος. Το γεγονός που καθιστά ακόµα πιο επικίνδυνη αυτή την ταύτιση είναι ότι κοµβικής σηµασίας αξιωµατούχοι της κυβέρνησης Μπους συνέχισαν να διατηρούν συµφέροντα στο σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής ακόµα και µετά την αυγή µιάς νέας εποχής ιδιωτικοποίησης των πολέµων και της ανταπόκρισης σε καταστροφές, γεγονός που τους επιτρέπει να επωφελούνται από τις καταστροφές τις οποίες εξαπολύουν.

Για παράδειγµα, όταν ο Ράµσφελντ παραιτήθηκε µετά την ήττα των Ρεπουµπλικάνων στις ενδιάµεσες εκλογές για το Κογκρέσο το 2006, ο Τύπος ανέφερε ότι θα επέστρεφε στον ιδιωτικό τοµέα. Η αλήθεια είναι ότι στην πραγµατικότητα δεν είχε φύγει ποτέ από τον ιδιωτικό τοµέα. Όταν αποδέχτηκε το διορισµό του στη θέση του υπουργού Άµυνας, ο Ράµσφελντ -όπως όλοι όσοι κατέχουν δηµόσια αξιώµατα όφειλε να απαλλαγεί από όσες µετοχές θα µπορούσαν να ζηµιωθούν ή να ευνοηθούν από τις αποφάσεις του ως υπουργού. Πολύ απλά, αυτό σήµαινε ότι έπρεπε να πουλήσει όλες τις µετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στους τοµείς της άµυνας και της εθνικής ασφάλειας. Ο Ράµσφελντ βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, Είχε τόσο πολλές µετοχές στις διάφορες βιοµηχανίες της καταστροφής, ώστε ισχυρίστηκε ότι ήταν δύσκολο να απεµπλακεί µέσα στα προβλεπόµενα χρονικά περιθώρια και προσπάθησε να παρακάµψει τους κανόνες δεοντολογίας προκειµένου να διατηρήσει όσο περισσότερες µετοχές µπορούσε.

Πούλησε όσες µετοχές της Lοckheed, της Boeing και άλλων εταιρειών του αµυντικού τοµέα είχε στο όνοµά του και τοποθέτησε µετοχές αξίας 50 εκατοµµυρίων δολαρίων σε ένα καταπίστευµα ελεύθερης διαχείρισης. Ωστόσο εξακολουθούσε να είναι µέτοχος ή ιδιοκτήτης εταιρειών που επένδυαν σε µετοχές επιχειρήσεων οι οποίες δραστηριοποιούνταν στον τοµέα της άµυνας ή της βιοτεχνολογίας. Ο Ράµσφελντ δεν ήθελε να χάσει χρήµατα πουλώντας γρήγορα τις µετοχές του και ζήτησε δύο τριµηνιαίες παρατάσεις της διορίας κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Αυτό σήµαινε ότι, παρόλο που είχαν περάσει έξι µήνες ή και περισσότεροι από τη µέρα που έγινε υπουργός Άµυνας, ο Ράµσφελντ συνέχιζε να αναζητά αγοραστές για τις εταιρείες του και για τα υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία.

Όσο για τις µετοχές της Gilead Sciences, της εταιρείας που είχε την πατέντα για το Tamiflu και της οποίας είχε υπάρξει πρόεδρος, ο Ράµσφελντ αντιστάθηκε επίµονα. Όταν κλήθηκε να διαλέξει ανάµεσα στα επιχειρηµατικά του συµφέροντα και στα δηµόσια καθήκοντά του, αρνήθηκε να το κάνει. Οι επιδηµίες είναι ένα ζήτηµα που σχετίζεται µε την εθνική ασφάλεια, άρα εµπίπουν άµεσα στις αρµοδιότητες του υπουργού Άµυνας. Ωστόσο, παρά αυτή την εξόφθαλµη σύγκρουση συµφερόντων, ο Ράµσφελντ δεν πούλησε το χαρτοφυλάκιο της Gilead που είχε στην κυριότητά του, διατηρώντας σε όλη τη διάρκεια της υπουργικής του θητείας µετοχές που η αξία τους κυµαινόταν από 8 εκατοµµύρια µέχρι 39 εκατοµµύρια δολάρια.

Όταν η Επιτροπή Δεοντολογίας της Γερουσίας του ζήτησε να συµµορφωθεί µε τους κανόνες, ο Ράµσφελντ υιοθέτησε µια ξεκάθαρα επιθετική στάση. Έστειλε µια επιστολή στο Γραφείο Κυβερνητικής Δεοντολογίας στην οποία διαµαρτυρόταν για το γεγονός ότι έπρεπε να καταβάλει 60.000 δολάρια σε λογιστές προκειµένου να τον βοηθήσουν να συµπληρώσει τα «εξαιρετικά πολύπλοκα και ασαφή» έντυπα του «πόθεν έσχες». Για κάποιον που διατηρούσε στην κυριότητά του µετοχές αξίας 95 εκατοµµυρίων δολαρίων καθ’ όλη τη διάρκεια της υπουργικής του θητείας, τα 60.000 δολάρια που έδωσε για να παρακάµψει τη νοµοθεσία ήταν ένα εξαιρετικά µικρό ποσό.

Η ανένδοτη άρνηση του Ράµσφελντ να σταµατήσει να κερδίζει χρήµατα από τις βιοµηχανίες της καταστροφής, αν και κατείχε το υψηλότερο αξίωµα για την ασφάλεια της χώρας, τον εµπόδισε σε αρκετές περιπτώσεις να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατά το πρώτο έτος της θητείας του, και ενώ προσπαθούσε να πουλήσει τις µετοχές του, ο Ράµσφελντ υποχρεώθηκε να απέχει από τη λήψη σηµαντικών πολιτικών αποφάσεων: Σύµφωνα µε το Assciated Press, απέφευγε να παρευρίσκεται σε συνεδριάσεις στο Πεντάγωνο όταν ετίθετο προς συζήτηση το ζήτηµα του AIDS». Κι όταν η οµοσπονδιακή κυβέρνηση έπρεπε να αποφασίσει αν θα έπρεπε να παρέµβει για να εµποδίσει ή όχι τις συγχωνεύσεις και εξαγορές µεγάλων εταιρειών του τοµέα της άµυνας (συµπεριλαµβανοµένων των General Electric, Honeywell, Northrop Grumman και Silicon Valley Graphics), ο Ράµσφελντ ήταν υποχρεωµένος να µη συµµετέχει στις διαβουλεύσεις, καθώς, σύµφωνα µε τον εκπρόσωπό του για τον Τύπο, είχε οικονοµικούς δεσµούς µε αρκετές από τις προαναφερθείσες εταιρείες. «Προσπάθησα να µείνω µακριά µέχρι τώρα», είπε ο Ράµσφελντ σε ένα δηµοσιογράφο που τον ρώτησε για κάποια από τις εξαγορές.

Στα έξι χρόνια της θητείας του ως υπουργού Άµυνας ο Ράµσφελντ ήταν υποχρεωµένος να αποχωρεί κάθε φορά που η συζήτηση αφορούσε το ζήτηµα της γρίπης των πτηνών και της αγοράς φαρµάκων για την αντιµετώπισή της. Βάσει της διευθέτησης που του επέτρεψε να διατηρήσει τις µετοχές του, δεν έπρεπε να συµµετέχει στη λήψη αποφάσεων «Οι οποίες θα επηρέαζαν τις οικονοµικές προοπτικές της Gilead». Ωστόσο οι συνάδελφοί του φρόντισαν να εξυπηρετήσουν τα συµφέροντά του. Τον Ιούλιο του 2005 το Πεντάγωνο αγόρασε ποσότητες Tamiflu αξίας 58 εκατοµµυρίων δολαρίων, ενώ µερικούς µήνες µετά το Υπουργείο Υγείας ανακοίνωσε µια παραγγελία για Tamiflu ύψους 1 δισεκατοµµυρίου δολαρίων .

Η άρνηση του Ράµσφελντ να συµµορφωθεί µε τους κανόνες δεοντολογίας υπήρξε εξαιρετικά επικερδής. Αν τον Ιανουάριο του 2001, όταν διορίστηκε υπουργός Άµυνας, είχε πουλήσει τις µετοχές της Gilead που είχε στην κυριότητά του, θα εισέπραττε 7,45 δολάρια για κάθε µετοχή. Όµως ο πανικός για τη γρίπη των πτηνών, η υστερία όσον αφορά τυχόν βιολογικές τροµοκρατικές επιθέσεις και οι αποφάσεις της κυβέρνησης να αγοράσει τεράστιες ποσότητες Tamiflu είχαν ως αποτέλεσµα η αξία της µετοχής να έχει φτάσει τα 67,60 δολάρια όταν ο Ράµσφελντ έπαψε να είναι υπουργός Άµυνας, σηµειώνοντας αύξηση κατά 807%. (Τον Απρίλιο του 2007 η αξία της µετοχής είχε φτάσει τα 84 δολάρια.) Αυτό σήµαινε ότι, όταν ο Ράµσφελντ έφυγε από την κυβέρνηση, ήταν πολύ πιο πλούσιος από ό,τι πριν υπουργοποιηθεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο για πολυεκατοµµυριούχους που αναλαµβάνουν δηµόσια αξιώµατα.

Όπως ο Ράµσφελντ δεν αποστασιοποιήθηκε ποτέ πλήρως από την Gilead, έτσι και ο Τσέινι ήταν επίσης απρόθυµος να διακόψει τους δεσµούς του µε τη Halliburton (µια σχέση που, σε αντίθεση µε εκείνη του Ράµσφελντ µε την Gilead, προσέλκυσε σε σηµαντικό βαθµό την προσοχή των µέσων ενηµέρωσης). Πριν παραιτηθεί από διευθύνων σύµβουλος της Halliburton για να είναι συνυποψήφιος του Μπους, ο Τσέινι διαπραγµατεύτηκε ένα πακέτο αποχώρησης χάρη στο οποίο απέκτησε πολλές µετοχές της εταιρείας και το δικαίωµα προαίρεσης για την αγορά ακόµα περισσότερων. Έπειτα από µερικές ενοχλητικές ερωτήσεις του Τύπου, δέχτηκε να πουλήσει µερικές από τις µετοχές του, αποκοµίζοντας 18,5 εκατοµµύρια δολάρια. Σύµφωνα µε τη Wall Street Journal, ο Τσέινι διατήρησε 189.000 µετοχές της Halliburton και το δικαίωµα προαίρεσης για την αγορά άλλων 500.000, αν και στη συνέχεια δεσµεύτηκε εγγράφως ότι θα έδινε τα κέρδη του από αυτές σε φιλανθρωπίες.

Ντικ Τσέϊνι Αντ/δρος ΗΠΑ-Επί Μπους

Τα τέσσερα πρώτα χρόνια της αντιπροεδρίας του ο Τσέινι εισέπραττε από τη Halliburton ετήσια αποζηµίωση ύψους 211.000 δολαρίων περίπου όσο και ο κυβερνητικός µισθός του. Εν τω µεταξύ, τα κέρδη της εταιρείας αυξήθηκαν θεαµατικά εξαιτίας της εκτόξευσης στα ύψη της τιµής του πετρελαίου, αλλά και των ύψους δισεκατοµµυρίων δολαρίων στρατιωτικών συµβάσεων που υπογράφτηκαν χωρίς µειοδοτικούς διαγωνισµούς. Φυσικά, και οι δύο αυτές παράµετροι συνδέονταν άµεσα µε την απόφαση να πραγµατοποιηθεί η εισβολή στο Ιράκ, για την οποία ο Τσέινι επέµενε ότι είχε καθοριστική σηµασία για την προστασία των συµφερόντων των ΗΠΑ. Όπως έµελλε να αποδειχτεί, ο πόλεµος θα είχε ως συνέπεια οι Αµερικανοί να είναι λιγότερο ασφαλείς τόσο από φυσική όσο και από οικονοµική άποψη, όµως υπήρξε ένας θρίαµβος για τη Halliburton, της οποίας η αξία της µετοχής αυξήθηκε από 10 δολάρια πριν από τον πόλεµο σε 41 δολάρια τρία χρόνια µετά, πραγµατοποιώντας ένα άλµα της τάξης του 300%. Η ανάλυση του Κίνζερ ταιριάζει απόλυτα για την εισβολή στο Ιράκ. Ο Σαντάµ Χουσεϊν δε συνιστούσε απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ, όµως συνιστούσε απειλή για τις αµερικανικές ενεργειακές εταιρείες, καθώς είχε υπογράψει συµβάσεις µε ένα ρωσικό πετρελαϊκό κολοσσό και διαπραγµατευόταν µε τη γαλλική Total, αφήνοντας µε άδεια χέρια τις αµερικανικές και βρετανικές πετρελαϊκές εταιρείες.

Τα τρίτα σε µέγεθος παγκοσµίως πετρελαϊκά αποθέµατα ξεγλιστρούσαν από τον αγγλοαµερικανικό έλεγχο.Η αποµάκρυνση του Σαντάµ από την εξουσία άνοιξε νέους ορίζοντες ευκαιριών για πετρελαϊκούς γίγαντες όπως η Exxon Mobil, η Cheντon, η Shell και η ΒΡ, οι οποίες είχαν προετοιµάσει το έδαφος για νέες συµφωνίες που θα τους επέτρεπαν να εκµεταλλευτούν τα πετρελαϊκά κοιτάσµατα του Ιράκ, αλλά και για τη Halliburton, η οποία, µετά τη µετακίνησή της στο Ντουµπάι, βρισκόταν στην ιδανική θέση για να πουλήσει τις υπηρεσίες της σε όλες αυτές τις πετρελαϊκές εταιρείες. Ο πόλεµος του Ιράκ θα αποδεικνυόταν το πιο προσοδοφόρο γεγονός στην ιστορία της Halliburton.

Όταν επέλεξαν να ασχοληθούν και πάλι µε την πολιτική, τόσο ο Ράµσφελντ όσο και ο Τσέινι θα µπορούσαν να είχαν ρευστοποιήσει όλες τις µετοχές τους στις διάφορες συναφείς µε καταστροφές εταιρείες, εξαλείφοντας έτσι κάθε αµφιβολία για το ρόλο που ο προσωπικός τους πλουτισµός και η αφοσίωσή τους στις πρώην εταιρείες τους είχαν παίξει στον ενθουσιασµό τους για την πρόκληση καταστάσεων που οδηγούσαν αναπόφευκτα σε µεγάλης κλίµακας καταστροφές. Αντίθετα, αρνήθηκαν να το κάνουν, εξαναγκάζοντας τις κυβερνητικές επιτροπές δεοντολογίας να αποδεχτούν την προκλητική συµπεριφορά τους.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ επέκρινε δριµύτατα όσους επωφελούνταν από τους πολέµους, λέγοντας: «Δε θέλω να δω να δηµιουργείται ούτε ένας εκατοµµυριούχος στις Ηνωµένες Πολιτείες εξαιτίας αυτού του καταστροφικού πολέµου». Αναρωτιέται κανείς πώς θα χαρακτήριζε τη στάση του Ράµσφελντ, ο οποίος, σύµφωνα µε την ετήσια δήλωσή του «πόθεν έσχες, το 2004, και ενώ ήταν ακόµα υπουργός Άµυνας, δεν αντιστάθηκε στον πειρασµό να πουλήσει µερικές µετοχές της Gilead, αποκοµίζοντας 5 εκατοµµύρια δολάρια ένα µικρό µόνο δείγµα των κερδών που τον περίµεναν µετά το τέλος της υπουργικής του θητείας. Κατά τη διάρκεια της Προεδρίας Μπους οι πολεµοκάπηλοι δεν προσπαθούσαν απλώς να αποκτήσουν πρόσβαση στην κυβέρνηση ήταν η κυβέρνηση, δεν υπήρχε κανένας διαχωρισµός µεταξύ των δύο.

Μείνε στην κυβέρνηση όσο χρειάζεται για να αποκτήσεις ένα αξίωµα µε βαρύγδουπο τίτλο σε κάποιο από τα υπουργεία που αναθέτουν σε ιδιωτικές εταιρείες µεγάλες συµβάσεις, συγκέντρωσε πληροφορίες για το τι θέλει να αγοράσει η κυβέρνηση και στη συνέχεια παραιτήσου και πούλα τις διασυνδέσεις σου µε τους πρώην συναδέλφους σου.

Φυσικά, τα χρόνια του Μπους χαρακτηρίστηκαν από µερικά από τα πιο πολύκροτα και κραυγαλέα σκάνδαλα διαφθοράς στην πρόσφατη ιστορία ιων ΗΠΑ. Χαρακτηριστικά παραδείγµα ο Τζακ Αµπράµοφ και οι δωρεάν διακοπές που πρόσφερε σε µέλη του Κογκρέσους Ράντι «Ντιουκ» Κάνιγχαµ, που εκτίει ποινή οκταετούς κάθειρξης επειδή δωροδοκήθηκε και παραχώρησε το γιοτ του Duke-Stir σε έναν εργολάβο του τοµέα της άµυνας στο πλαίσιο ενός επίσηµου «καταλόγου δωροδοκιών» του Κογκρέσου και τα πάρτι µε ιερόδουλες στο ξενοδοχείο Watergate πράξεις που θυµίζουν όσα συνέβαιναν στη Μόσχα και στο Μπουένος Άιρες στα µέσα της δεκαετίας του 1990.

Φυσικά και υπάρχει µια περιστρεφόµενη πόρτα ανάµεσα στην κυβέρνηση και στον ιδιωτικό τοµέα. Υπήρχε πάντα, όµως µέχρι πρόσφατα οι περισσότεροι πολιτικοί περίµεναν να τελειώσει η θητεία τους πριν αρχίσουν να εξαργυρώνουν τις διασυνδέσεις τους. Επί Προεδρίας Μπους τα διαρκώς αυξανόµενα κέρδη της βιοµηχανίας της εθνικής ασφάλειας αποδείχτηκαν υπερβολικά µεγάλος πειρασµός για να αντισταθούν σε αυτόν πολλοί κυβερνητικοί αξιωµατούχοι αντί, λοιπόν, να περιµένουν να τελειώσει η θητεία τους, εκατοντάδες αξιωµατούχοι από ένα ευρύ φάσµα κυβερνητικών υπηρεσιών περνούσαν την περιστρεφόµενη πόρτα. Σύµφωνα µε το δηµοσιογράφο των New York Times Έρικ Λίπτον, ο οποίος ερεύνησε αυτό το φαινόµενο στο Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, «βετεράνοι λοµπίστες της Ουάσινγκτον και οµάδες ελέγχου για αθέµιτες δραστηριότητες υποστηρίζουν ότι στη νεότερη ιστορία των ΗΠΑ υπήρξαν ελάχιστες περιπτώσεις τόσο µεγάλης εξόδου από την κυβέρνηση ανώτερων αξιωματούχων πριν από τη λήξη της θητείας τους». Ο Λίπτον εντόπισε ενενήντα τέσσερις περιπτώσεις αξιωματούχων των υπηρεσιών ασφάλειας οι οποίοι εργάζονται πλέον σε κάποια από τις ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εθνικής ασφάλείας.

ι περιπτώσεις είναι υπερβολικά πολλές για να παρουσιαστούν αναλυτικά, όμως υπάρχουν μερικές που ξεχωρίζουν, καθώς αφορούν τους βασικούς αρχιτέκτονες του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Ο Τζον Άσκροφτ, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και ο κατεξοχήν υπεύθυνος για τον Πατριωτικό Νόμο, είναι πλέον πρόεδρος της Ashcroft Group, η οποία ειδικεύεται στην παροχή βοήθειας σε ιδιωτικές εταιρείες που θέλουν να εξασφαλίσουν ομοσπονδιακές συμβάσεις στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Ο Τομ Ριτζ, ο πρώτος επικεφαλής του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας, είναι τώρα πρόεδρος της Ridge Global και σύμβουλος της εταιρείας Lucent, η οποία ειδικεύεται στην τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών και δραστηριοποιείται στον τομέα της ασφάλειας. Ο Ρούντι Τζουλιάνι, ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης και ήρωας της 11ης Σεπτεμβρίoυ, ίδρυσε τέσσερις μήνες μετά την Giuliani Partners προκειμένου να πουλάει τις υπηρεσίες του ως συμβούλου κρίσεων. Ο Ρίτσαρντ Κλαρκ, ο τσάρος της αντιτρομοκρατίας επί Κλίντον και Μπους και ένας από τους πιο σθεναρούς επικριτές του κράτους, είναι πλέον πρόεδρος της Good Harbor Consulting, η οποία ειδικεύεται στην εθνική ασφάλεια και στην αντιτρομοκρατία. Ο Τζέιμς Γούλσεϊ, επικεφαλής της CIA μέχρι το 1995, είναι πλέον στην Paladin Capital Group, μια εταιρεία που επενδύει σε επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, αλλά και αντιπρόεδρος της Βοοz Allen, μιας από τις εταιρείες που δεσπόζουν στη βιομηχανία της εθνικής ασφάλειας. Ο Τζο Όλμποου, επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Έκτακτων Καταστάσεων όταν έγιναν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, εξαργύρωσε το δημόσιο αξίωμά του δεκαοχτώ μήνες μετά ιδρύοντας τη Νew Bridge Strategies, η οποία αυτοδιαφημίζεται ως η «γεφυρα που συνδέει τον επιχειρηματικό κόσμο με τις κερδοφόρες κρατικές συμβάσεις και τις επενδυτικές ευκαιρίες στο Ιράκ. Τον αντικατέστησε ο Μάικλ Μπράουν, ο οποίος παραιτήθηκε δύο χρόνια μετά για να ιδρύσει την Michael D. Brown LLC, η οποία ειδικεύεται στην προετοιμασία για την αντιμετώπιση καταστροφων.

«Μπορώ να παραιτηθώ αυτή τη στιγμή;», έγραψε ο Μπράουν σε ένα e-mail που έστειλε σε κάποιο συνάδελφό του στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διαχείρισης Έκτακτων Καταστάσεων εν μέσω της καταστροφής που προκάλεσε ο τυφώνας Κατρίνα. Η ερώτηση αυτή απεικονίζει με απόλυτη ακρίβεια τη φιλοσοφία που κυριαρχεί: Μείνε στην κυβέρνηση όσο χρειάζεται για να αποκτήσεις ένα αξίωµα µε βαρύγδουπο τίτλο σε κάποιο από τα υπουργεία που αναθέτουν σε ιδιωτικές εταιρείες µεγάλες συµβάσεις, συγκέντρωσε πληροφορίες για το τι θέλει να αγοράσει η κυβέρνηση και στη συνέχεια παραιτήσου και πούλα τις διασυνδέσεις σου µε τους πρώην συναδέλφους σου. Το να υπηρετείς το δηµόσιο συµφέρον δεν είναι πλέον παρά µια αναγνωριστική αποστολή που σου επιτρέπει στο µέλλον να εργαστείς στο σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής.

Μπέϊκερ Τζέιμς-Τζώρτζ Μπους

Ωστόσο όλα αυτά τα περιστατικά διαφθοράς και αθέµιτης διάβασης της περιστρεφόµενης πόρτας δηµιουργούν µια εσφαλµένη εντύπωση: Υπονούν ότι εξακολουθεί να υπάρχει σαφής διαχωριστική γραµµή ανάµεσα στο κράτος και στον ιδιωτικό τοµέα, ενώ στην πραγµατικότητα έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται. Η καινούρια διάσταση στα χρόνια της Προεδρίας Μπους δεν έγκειται µόνο στο πόσο γρήγορα οι πολιτικοί περνούν από τον κόσµο της πολιτικής στον κόσµο της οικονοµίας, αλλά και στο γεγονός ότι είναι παρά πολλοί αυτοί που θεωρούν ότι έχουν το δικαίωµα να πατούν και στις δύο βάρκες. Άνθρωποι όπως ο Ρίτσαρντ Περλ και ο Τζέιµς Μπέικερ διαµορφώνουν την πολιτική, είναι υψηλόβαθµοι σύµβουλοι και µιλούν στα µέσα ενηµέρωσης ως αµερόληπτοι ειδικοί, ενώ ταυτόχρονα έχουν άµεσα συµφέροντα στην ιδιωτικοποίηση των πολέµων και της ανοικοδόµησης. Ενσαρκώνουν την πλήρη υλοποίηση του κορπορατικού οράµατος: της απόλυτης συγχώνευσης των πολιτικών και επιχειρηµατικών ελίτ εν ονόµατι της ασφάλειας, µε το κράτος να διαδραµατίζει το ρόλο του προέδρου της ένωσης επιχειρηµατιών, καθώς και της µεγαλύτερης πηγής για νέες επιχειρηµατικές ευκαιρίες χάρη στις συµβάσεις µε τις οποίες εκχωρεί τις αρµοδιότητές του στον ιδιωτικό τοµέα.

Όπου κι αν εµφανίστηκε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, από το Σαντιάγο µέχρι τη Μόσχα και από το Πεκίνο µέχρι την Ουάσινγκτον, η συµµαχία ανάµεσα σε µικρές επιχειρηµατικές ελίτ και δεξιές κυβερνήσεις θεωρήθηκε ένα είδος παρέκκλισης: µαφιόζικος καπιταλισµός, ολιγαρχικός καπιταλισµός και, επί Προεδρίας Μπους, «ευνοιοκρατικός καπιταλισµός». Όµως δεν πρόκειται για µια παρέκκλιση: Είναι ο στόχος τον οποίο θέλει να επιτύχει η σταυροφορία της Σχολής του Σικάγου µε τις τρεις έµµονες ιδέες της: ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθµιση και συντριβή των συνδικάτων.

Η πεισµατική άρνηση του Ράµσφελντ και του Τσέινι να επιλέξουν ανάµεσα στις µετοχές τους στις βιοµηχανίες της καταστροφής και στα δηµόσια καθήκοντά τους υπήρξε η πρώτη ένδειξη ότι έχει εγκαθιδρυθεί ένα κορπορατικό κράτος. Υπάρχουν πολλές ακόµα.

Η δύναµη των πρώην

να από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσµατα της κυβέρνησης Μπους ήταν η εξάρτησή της από εξωτερικούς ειδικούς συµβούλους και ανεξάρτητους αντιπροσώπους για καθοριστικής σηµασίας λειτουργίες της: Τζέιµς Μπέικερ, Πολ Μπρέµερ, Χένρι Κίσινγκερ, Τζορτζ Σουλτς, Ρίτσαρντ Περλ, αλλά και µέλη του Συµβουλίου Αµυντικής Πολιτικής και της Επιτροπής για την Απελευθέρωση του Ιράκ, για να αναφέρουµε µόνο µερικούς από αυτούς. Ενώ το Κογκρέσο είχε µετατραπεί σε τυφλό όργανο της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια των ετών που λαµβάνονταν οι καθοριστικές αποφάσεις και οι ετυµηγορίες του Ανώτατου Δικαστηρίου αντιµετωπίζονταν ως ήπιες υποδείξεις, όλοι αυτοί οι «εθελοντές» σύµβουλοι ασκούσαν τεράστια επιρροή.

Η δύναµή τους πήγαζε από το γεγονός ότι είχαν υπηρετήσει σε σηµαντικές κυβερνητικές θέσεις: Ήταν πρώην υπουργοί Εξωτερικών, πρώην πρέσβεις ή πρώην υφυπουργοί Άµυνας. Όλοι τους είχαν αποχωρήσει από τα κρατικά τους αξιώµατα πολλά χρόνια πριν και σταδιοδροµούσαν πλέον στο σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής. Επειδή δε θεωρούνταν µόνιµο πολιτικό προσωπικό, οι περισσότεροι δεν υπόκειντο στους κανόνες για τη σύγκρουση συµφερόντων που ισχύουν για τους εκλεγµένους ή διορισµένους πολιτικούς. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να καταργηθεί η λεγόµενη «αεριοτρεφοµενη πόρτα ανάµεσα στον κρατικό µηχανισµό και στον ιδιωτικό τοµέα και να αντικατασταθεί από «µια αψίδα θριάµβου» (όπως τη χαρακτήρισε σε µια συζήτησή µας ο ειδικός στη διαχείριση καταστροφών Ίρβιν Ρέντλενερ). Με αυτό τον τρόπο οι βιοµηχανίες της καταστροφής κατάφεραν να ανοίξουν υποκαταστήµατα µέσα στην κυβέρνηση, χρησιµοποιώντας ως προκάλυµµα τη φήµη αυτών των επιφανών πρώην πολιτικών.

Όταν τον Μάρτιο του 2006 ο Τζέιµς Μπέικερ διορίστηκε συµπρόεδρος της Οµάδας Μελέτης για το Ιράκ (της συµβουλευτικής επιτροπής που ήταν επιφορτισµένη µε το καθήκον να προτείνει µια νέα στρατηγική απεµπλοκής από το Ιράκ), υπήρξε µια έκδηλη ανακούφιση και στα δύο κόµµατα: Ο Μπέικερ ήταν ένας πολιτικός της παλαιάς σχολής, ένας άνθρωπος που είχε οδηγήσει τη ,ώρα σε µια σταθερή πορεία, ένας ώριµος και συνετός πολιτικός. Ο Μπέικερ ήταν όντως βετεράνος μιας περιόδου κατά την οποία η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ήταν λιγότερο απερίσκεπτη, αυτό όμως ίσχυε δεκαπέντε χρόνια πριν. Ποιος ήταν σήμερα ο Τζέιμς Μπέικερ;

Όπως είχε συμβεί και με τον Τσέινι μετά την ολοκλήρωση της θητείας της κυβέρνησης του Μπους του πρεσβύτερου, ο Τζέιμς Μπέικερ απέκτησε μια μεγάλη περιουσία χάρη στις κυβερνητικές διασυνδέσεις του. Ιδιαίτερα επικερδείς αποδείχτηκαν οι φιλίες που είχε δημιουργήσει στη Σαουδική Αραβία και στο Κουβέιτ κατά τη διάρκεια του πρώτου Πολέμου του Κόλπου. Η νομική εταιρεία του Baker Botts, που εδρεύει στο Χιούστον, εκπροσωπεί τη βασιλική οικογένεια της Σουηδικής Αραβίας, τη Halliburton και το ρωσικό πετρελαϊκό κολοσσό Gazprom, είναι δε μια από τις μεγαλύτερες νομικές εταιρείες παγκοσμίως που ειδικεύονται σε συμφωνίες για το πετρέλαιο και το φυσικό πέριο. Ο Μπέικερ έγινε, επίσης, συνέταιρος στην Carlyle Group, κερδίζονται; κατά προσέγγιση 180 εκατομμύρια δολάρια από το μετοχικό του μερίδιο στην εξαιρετικά μυστικοπαθή σχετικά με τις δραστηριότητές της εταιρεία.

Η Carlyle αποκόμισε τεράστια κέρδη από τον πόλεμο στο Ιράκ χάρη στις πωλήσεις ρομποτικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, αλλά και επειδή στη θυγατρική της USIS ανατέθηκε μια μεγάλη σύμβαση για να εκπαιδεύσει την ιρακινή αστυνομία. Η Carlyle, που η αξία της αποτιμάται σε 56 δισσεκατομμύρια δολάρια, έχει ιδρύσει μια επενδυτική εταιρεία η οποία ειδικεύεται στην εισαγωγή στο χρηματιστήριο εργοληπτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας μια επιχειρηματική δραστηριότητα που αποδείχτηκε εξαιρετικά προσοδοφόρα τα τελευταία χρόνια. «Είναι οι καλύτεροι δεκαοχτώ μήνες που είχαμε ποτέ», δήλωσε ο Μπιλ Κόνυογεϊ, ο επικεφαλής επενδύσεων της Carlyle, αναφερόμενος στους πρώτους δεκαοχτώ μήνες (μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ). «Βγάλαμε χρήματα, και τα βγάλαμε γρήγορα». Ο πόλεμος στο Ιράκ, μια ολοφάνερη καταστροφή και για τις ΗΠΑ είχε ως αποτέλεσμα επίλεκτοι επενδυτές της Carlyle να αποκομίσουν 6.6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Όταν ο Τζορτζ Μπους επανέφερε τον Μπέικερ στο δημόσιο βίο, διoρίζοντας τον ειδικό απεσταλμένο για το χρέος του Ιράκ, ο τελευταίος δε ρευστοποίησε τις μετοχές της Carlyle και της Baker Botts που είχε στην κυριότητα του, παρόλο που τα συμφέροντά τους συνδέονταν άμεσα με τον πόλεμο. Aρκετοί σχολιαστές επεσήμαναν αυτή τη δυνητικά σημαντική σύγκρουση συμφερόντων. Σε ένα κύριο άρθρο τους οι New York Times καλούσαν τον Mπέϊκερ να παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο τόσο της Carlyle Group όσο και της Baker Botts, προκειµένου να διατηρήσει την αµεροληψία του ως απεσταλµένος για το χρέος του Ιράκ: «Ο κύριος Μπέικερ είναι σε υπερβολικά µεγάλο βαθµό αναµεµειγµένος σε ένα πλέγµα επικερδών επιχειρηµατικών σχέσεων, ώστε να δηµιουργεί την αίσθηση ότι ενδέχεται να είναι δυνητικά ενδιαφερόµενο µέρος σε οποιαδήποτε πρόταση για την αναδιάρθρωση του χρέους». Και το κύριο άρθρο κατέληγε ότι δεν αρκούσε «να αδιαφορήσει για τα κέρδη πελατών [των εταιρειών του] τα οποία σχετίζονται άµεσα µε τα χρέη του Ιράκ. [ … ] Για να επιτελέσει µε αξιοπρέπεια τα νέα δηµόσια καθήκοντά του, ο κύριος Μπέικερ οφείλει να παραιτηθεί από τις δραστηριότητές του στον ιδιωτικό τοµέα».

Ακολουθώντας το παράδειγµα των κορυφαίων αξιωµατούχων της κυβέρνησης Μπους, ο Μπέικερ αρνήθηκε να το κάνει, και ο Μπους υποστήριξε την απόφασή του, επιτρέποντάς του να παραµείνει επικεφαλής της προσπάθειας να πειστούν διάφορες κυβερνήσεις σε όλο τον κόσµο να διαγράψουν τα τεράστια χρέη του Ιράκ. Ένα χρόνο µετά το διορισµό του Μπέικερ έφτασε στα χέρια µου το αντίγραφο ενός εµπιστευτικού εγγράφου που αποδείκνυε ότι η σύγκρουση συµφερόντων ήταν πολύ πιο σοβαρή και άµεση από όσο θα µπορούσε κανείς να υποθέσει. Το έγγραφο ήταν ένα επιχειρηµατικό σχέδιο έκτασης 65 σελίδων που είχε υποβάλει ένα κονσόρτσιουµ εταιρειών, στο οποίο συµπεριλαµβανόταν και η Carlyle Group, προς την κυβέρνηση του Κουβέιτ, στην οποία το Ιράκ όφειλε ένα πολύ µεγάλο µέρος του χρέους του. Το κονσόρτσιουµ πρότεινε να χρησιµοποιήσει τις υψηλού επιπέδου πολιτικές διασυνδέσεις του για να εισπράξει 27 δισεκατοµµύρια δολάρια απλήρωτων χρεών τα οποία όφειλε το Ιράκ εξαιτίας της εισβολής του Σαντάµ στο Κουβέιτ µε άλλα λόγια, να κάνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνει ο Μπέικερ ως ειδικός απεσταλµένος, δηλαδή να πείσει τις διάφορες κυβερνήσεις ότι έπρεπε να διαγράψουν τα χρέη της εποχής Σαντάµ.

Το έγγραφο, που τιτλοφορείται «Πρόταση Βοήθειας της Κυβέρνησης του Κουβέιτ ώστε να Προστατέψει και να Ικανοποιήσει Αξιώσεις της εις βάρος του Ιράκ», υποβλήθηκε δύο µήνες µετά το διορισµό του Μπέικερ. Ο Τζέιµς Μπέικερ κατονοµαζόταν έντεκα φορές στο έγγραφο, γεγονός που καθιστούσε σαφές ότι το Κουβέιτ θα επωφελούνταν αν συνεργαζόταν µε την εταιρεία του ανθρώπου που ήταν ο επικεφαλής της προσπάθειας να διαγραφούν τα χρέη του Ιράκ. Όµως υπήρχε ένα αντίτιµο. Ως αντάλλαγµα για αυτές τις υπηρεσίες, η κυβέρνηση του Κουβέιτ θα έπρεπε να επενδύσει 1 δισεκατοµµύριο δολάρια στην Carlyle Group. Επρόκειτο για µια ξεκάθαρη δωροδοκία: Πληρώστε την εταιρεία του Μπέικερ για να εξασφαλίσετε την προστασία του. Έδειξα το έγγραφο στην Κάθλιν Κλαρκ, καθηγήτρια νομικής στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον και από τους πιο σημαντικούς ειδικούς στους κανόνες κυβερνητικής δεοντολογίας, και μου είπε ότι η περίπτωση του Μπέικερ αποτελούσε «ένα κλασικό παράδειγμα σύγκρουσης συμφερόντων. Ο Μπέικερ έχει σχέσεις και με τα δύο συναλλασσόμενα μέρη. Υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, όμως είναι επίσης νομικός σύμβουλος της Carlyle, και η Carlyle επιδιώκει να πληρωθεί προκειμένου να βοηθήσει το Κουβέιτ να εισπράξει τα χρέη που του οφείλει το Ιράκ». Αφού εξέτασε το έγγραφο, η Κλαρκ αποφάνθηκε ότι «η Carlyle και άλλες εταιρείες χρησιμοποιούν το σημερινό αξίωμα του Μπέικερ για να κλείσουν μια συμφωνία με το Κουβέιτ η οποία αστυνομεύει τα συμφέροντα της κυβέρνησης των ΗΠΑ».

Μία μέρα μετά τη δημοσίευση ενός άρθρου μου στο περιοδικό Τhe Nation για την εμπλοκή του Μπέικερ η Carlyle αποχώρησε από το κονσόρτσιουμ, εγκαταλείποντας τις ελπίδες της να κερδίσει 1 δισεκατομμύριο δολάρια από αυτή την ιστορία. Αρκετούς μήνες μετά ο Μπέικερ ρευστοποίησε τις μετοχές της Carlyle Group που είχε στην κυριότητά του και παραιτήθηκε από νομικός σύμβουλός της. Όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει: Ο Μπέικερ είχε αποτύχει παταγωδώς ως ειδικός απεσταλμένος, καθώς δεν κατάφερε να διασφαλίσει τη διαγραφή των χρεών που του είχε ζητήσει ο Μπους και είχε ανάγκη το Ιράκ. Το 2005 και το 2006 το Ιράκ κατέβαλε 2,59 δισεκατομμύρια δολάρια ως απoζημιώσεις για τους πολέμους του Σαντάμ, κυρίως προς το Κουβέιτ κεφάλαια που ήταν απολύτως αναγκαία για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης στο Ιράκ και την ανοικοδόμηση της χώρας, ιδίως μετά την αποχώρηση των αμερικανικών εταιρειών, οι οποίες κατασπατάλησαν την οικονομική βοήθεια χωρίς να ολοκληρώσουν τα έργα που είχαν αναλάβει. Η αποστολή που είχε ανατεθεί στον Μπέικερ ήταν να διαγράψει το 90-95% του χρέους του Ιράκ. Αντίθετα, το χρέος αναπροσαρμόστηκε και εξακολουθεί να αντιστοιχεί mr 99% του ΑΕΠ της χώρας.

Όμως και άλλες κομβικές πτυχές της πολιτικής των ΗΠΑ για το Ιράκ ανατέθηκαν σε ειδικούς απεσταλμένους των οποίων οι εταιρείες αποκόμιζαν τεράστια κέρδη από τον πόλεμο. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Τζoρτζ Σoυιλτς υπήρξε ο επικεφαλής της Επιτροπής για την Απελευθέρωση του Ιράκ, μιας ομάδας πίεσης που συγκροτήθηκε, κατ’ απαίτηση του Λευκού Οίκου, το 2001 για να πείσει την κοινή γνώμη ότι ο πόλεμος ήταν αναγκαίος. Καθώς φαινομενικά ο Σουλτς δεν είχε άμεση σχέση με την κυβέρνηση, κατάφερε να προκαλέσει ένα κύμα υστερίας για τον άμεσο κίνδυνο που αποτελούσε ο Σαντάμ, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει καμία απόδειξη. «Αν υπάρχει ένας κροταλίας στην αυλή σου, δεν περιμένεις να σου επιτεθεί για να λάβεις μέτρα προστασίας», έγραψε ο Σουλτς σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριo του 2002 στη Wαshington Post με τον τίτλο «Να Δράσουμε Τώρα: Ο Κίνδυνος Είναι Άμεσος Ο Σαντάμ Χουσεϊν Πρέπει να Απομακρυνθεί». Ο Σουλτς δεν αποκάλυψε στους αναγνώστες του άρθρου του ότι ήταν την εποχή εκείνη μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Bechtel και ότι είχε διατελέσει διευθύνων σύμβουλός της πριν από αρκετά χρόνια. Η Bechtel θα εισέπραττε 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια για να ανοικοδομήσει τη χώρα που ο Σουλτς ανυπομονούσε να δει να καταστρέφεται.» Εκ των υστέρων, αξίζει να αναρωτηθούμε αν, όταν ο Σουλτς ζητούσε «Να Δράσουμε Τώρα», μιλούσε ως ένας Νέστορας της πολιτικής ή ως εκπρόσωπος της Bechtel ή  ίσως της Lοckheed Martin».

Σύμφωνα με την Ντανιέλ Μπράγαν, διευθύντρια του Προγράμματος επικεφαλής της Κυβέρνησης (Project οf Government Oversight POGO), μιας μη κερδοσκοπικής ομάδας ελέγχου για αθέμιτες δραστηριότητες, «είναι αδύνατον να πεις πού τελειώνει το κράτος και πού αρχίζει η Lοckheed». Είναι ακόμα πιο δύσκολο να πεις πού τελειώνει η Lοckheed και πού αρχίζει η Επιτροπή για την Απελευθέρωση του Ιράκ. Η επιτροπή αυτή, την οποία χρησιμοποίησε ο Σουλτς για να προωθήσει τον πόλεμο στο Ιράκ, συγκροτήθηκε από τον Μπρους Τζάκσον, ο οποίος τρεις μήνες πριν από την ίδριση της ήταν αντιπρόεδρος υπεύθυνος της Lοckheed Martin για τη στρατηγική και το σχεδιασμό. Ο Τζάκσον ισχυρίζεται ότι «άνθρωποι του Λευκού Οίκου» του ζήτησαν να συγκροτήσει την επιτροπή, την οποία στελέχωσε με παλιούς συναδέλφους του στη Lοckheed. Εκτός από τον Τζάκσον, στα μέλη της επιτροπής που προέρχονταν από τη Lοckheed συμπεριλαμβάνονταν ο αντιπρόεδρος υπεύθυνος της Lοckheed για το Διάστημα και τους στρατηγικούς βαλλιστικούς πυραύλους Τσαρλς Κούπερμαν και ο διευθυντής αμυντικών συστημάτων της Lοckheed Ντάγκλας Γκρέιαμ. Παρόλο που η επιτροπή ιδρύθηκε κατόπιν ρητής απαίτησης του Λευκού Οίκου, προκειμένου να αποτελέσει τον προπαγανδιστικό βραχίονα υπέρ του πολέμου στο Ιράκ, κανένα από τα μέλη της δεν παραιτήθηκε από τη θέση του στη Lοckheed, ούτε πούλησε τις μετοχές της που είχε στην κυριότητά του, γεγονός που, αναμφίβολα, τους ωφέλησε, καθώς η τιμή της μετοχής της Lοckheed αυξήθηκε κατά 145% (από 41 δολάρια τον Μάρτιο του 2003 σε 102 δολάρια τον Φεβρουάριο του 2007) χάρη στον πόλεμο τον οποίο βοήθησαν να πραγματοποιηθεί.

Φυσικά, δε θα μπορούσε να λείπει από τη σχετική λίστα ο Χένρι Κίσινγκερ , ο άνθρωπος που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση όταν υποστήριξε το πραξικόπημα του Πινοτσετ. Στο βιβλίο του Stαte of Deniaν, που δημοσιεύτηκε το 2006, ο Μπομπ Γούντγουoρντ αποκάλυπτε ότι ο Ντικ Τσέινι συναντιόταν κάθε μήνα με τον Κίσινγκερ και ο Μπους κάθε δύο μήνες, «γεγονός που τον καθιστά τον άνθρωπο τον οποίο ο Μπους συμβουλεύεται πιο συχνά για την εξωτερική πολιτική». Ο Τσέινι αποκάλυψε στον Γούντγουoρντ ότι «μιλάω με τον Κίσινγκερ περισσότερο από όσο με οποιονδήποτε άλλον»

Όμως ποιους εκπροσωπούσε ο Κίσινγκερ σε αυτές τις υψηλού επιπέδου συναντήσεις; Όπως ο Μπέικερ και ο Σουλτς, ο Κίσινγκερ  είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών. Όμως μετά το 1982, έτος κατά το οποίο ίδρυσε την προσωποπαγή και άκρως μυστικοπαθή εταιρεία του Κissinger Assοciates, ο Κίσινγκερ  άρχισε να εκπροσωπεί ένα πελατολόγιο στο οποίο περιλαμβάνονταν οι πάντες, από την Cοca-Cola και τη Union Carbide μέχρι τη Hunt ΟίΙ και τον κατασκευαστικό κολοσσό Fluor (στον οποίο ανατέθηκε μια από τις μεγαλύτερες συμβάσεις για την ανοικοδόμηση του Ιράκ), αλλά και την ΙTT, με την οποία είχε συνεργαστεί για την προετοιμασία του πραξικοπήματος στη Χιλή. Όταν, λοιπόν, ο Κίσινγκερ  συναντούσε τον Τσέινι, τον συμβούλευε ως ένας Νέστορας της πολιτικής ή ως ένας υψηλά αμειβόμενος εκπρόσωπος πετρελαϊκών και κατασκευαστικών εταιρειών;

Ο Κίσινγκερ  έδειξε καθαρά σε ποιους ήταν αφοσιωμένος όταν τον Σεπτέμβριο του 2002 ο Μπους τον διόρισε πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, αναθέτοντάς του ίσως τον πιο καθοριστικό ρόλο που θα μπορούσε να κληθεί να διαδραματίσει οποιοσδήποτε συνταξιοδοτημένος πολιτικός με ισχυρά πατριωτικά αισθήματα. Όταν όμως οι οικογένειες των θυμάτων ζήτησαν από τον Κίσινγκερ  να δημοσιοποιήσει το πελατολόγιο της εταιρείας του, επισημαίνοντας το ενδεχόμενο να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων που θα επηρέαζε την έρευνα, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με αυτόν το βασικό κανόνα διαφάνειας και ανάληψης δημόσιας ευθύνης. Αντί να αποκαλύψει τα ονόματα των πελατών του, προτίμησε να παραιτηθεί από πρόεδρος της επιτροπής.

Ο Ρίτσαρντ Περλ, φίλος και συνέταιρος του Κίσινγκερ, θα έκανε την ίδια επιλογή το επόμενο έτος. Ο Ράμσφελντ ζήτησε από τον Περλ, που είχε υπηρετήσει σε υψηλόβαθμο πόστο στο υπουργείο Άμυνας επί Ρέιγκαν, να αναλάβει τη θέση του προέδρου του Συμβουλίου Αμυντικής Πολιτικής. Προτού ο Περλ τεθεί επικεφαλής του, το συµβούλιο ήταν ένα χαµηλών τόνων συµβουλευτικό όργανο µεταβίβασης των εµπειριών προηγούµενων κυβερνήσεων στην τρέχουσα. Ο Περλ το µετέτρεψε σε έναν προσωπικό µηχανισµό, χρησιµοποιώντας τον εντυπωσιακό τίτλο του για να υποστηρίξει την αναγκαιότητα µιάς προληπτικής επίθεσης εναντίον του Ιράκ. Όµως χρησιµοποίησε το δηµόσιο αξίωµά του για να προωθήσει και άλλες επιδιώξεις του. Σύµφωνα µε µια έρευνα του Σέιµουρ Χερς που δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Yorker, ο Περλ εκµεταλλεύτηκε το αξίωµά του για να προσελκύει επενδύσεις στη νεοϊδρυθείσα εταιρεία του, γεγονός που τον καθιστά έναν από τους αρχικαπιταλιστές της καταστροφής µετά την 11η Σεπτεµβρίου: Μόλις δύο µήνες µετά τις επιθέσεις ίδρυσε την Trireme Partners, η οποία θα επένδυε σε εταιρείες που ανέπτυσσαν προϊόντα και παρείχαν υπηρεσίες σχετικές µε τους τοµείς της εθνικής ασφάλειας και της άµυνας. Σε επιχειρηµατικές επιστολές της η Trireme καυχιόταν για τις πολιτικές διασυνδέσεις της: «Τρία από τα µέλη της διαχειριστικής οµάδας της Trireme είναι σύµβουλοι του υπουργού Άµυνας των ΗΠΑ, καθώς υπηρετούν στο Συµβούλιο Αµυντικής Πολιτικής». Τα τρία αυτά µέλη ήταν ο Περλ, ο φίλος του Τζέραλντ Χίλµαν και ο Χένρι Κίσινγκερ .

Ένας από τους πρώτους επενδυτές στην εταιρεία του Περλ ήταν η Boeing (ο δεύτερος σε µέγεθος εργολήπτης του Πενταγώνου), η οποία έδωσε 20 εκατοµµύρια δολάρια για να ενισχύσει τις δραστηριότητες της Trireme. Ο Περλ µετατράπηκε σε φανατικό οπαδό της Boeing και έγραψε ένα άρθρο στο οποίο υποστήριζε ανοιχτά την εταιρεία στη διαµάχη της µε το Πεντάγωνο για µια σύµβαση ύψους 17 δισεκατοµµυρίων δολαρίων για την κατασκευή αεροπλάνων µεταφοράς καυσίµων. *

_____________________________________________________________________

* Η συµφωνία για τα αεροπλάνα µεταφοράς καυσίµων υπήρξε το µεγαλύτερο σκάνδαλο στην πρόσφατη ιστορία του Πενταγώνου, οδηγώντας τελικά στη φυλάκιση ενός ανώτερου αξιωµατούχου του Υπουργείου Άµυνας και ενός διευθυντικού στελέχους της Boeing, Ο αξιωµατούχος διαπραγµατευόταν µια υψηλόβαθµη θέση στην Boeing ενόσω συνεχίζονταν οι συζητήσεις για τη συµφωνία. Στο πλαίσιο µιάς µεταγενέστερης έρευνας ο Ράµσφελντ ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή του το γεγονός ότι η συµφωνία ήταν προϊόν διαφθοράς. Απάντησε ότι δε θυµόταν µε λεπτοµέρειες το ρόλο που είχε διαδραµατίσει στην ανάθεση µιάς σύµβασης για την οποία επρόκειτο να δαπανηθούν από 17 δισεκατοµµύρια µέχρι 30 δισεκατοµµύρια δολάρια από τα χρήµατα των φορολογουμένων. «Δε θυµάµαι αν την ενέκρινα. Όµως δε θυµάµαι ούτε αν δεν την ενεκρινα». Ο Ράµσφελντ δέχτηκε επικρίσεις για κακή διαχείριση, όµως η αµνησία του ενδέχεται να απορρέει από το πόσο συχνά απέφευγε να συµµετέχει σε συζητήσεις προκειµένου να µη δηµιουργεί την εντύπωση ότι υπήρχε σύγκρουση ανάµεσα στα καθήκοντά του ως υπουργού Άµυνας και στο γεγονός ότι είχε στην κυριότητά του πολλές µετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στον τοµέα της άµυνας, (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

αρόλο που ο Περλ ενηµέρωνε όλους όσοι επένδυαν στην εταιρεία του για την επιρρόη του στο Πεντάγωνο, αρκετοί από τους συναδέλφους του στο Συµβούλιο Αµυντικής Πολιτικής ισχυρίζονται ότι δεν τους µίλησε ποτέ για την Τrirene. Όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξη της εταιρείας, ένα από τα µέλη του Συµβουλίου Αµυντικής Πολιτικής έκρινε ότι κινούνταν «στα όρια του κώδικα δεοντολογίας». Τελικά, όταν έγινε ολοφάνερη η υφιστάµενη σύγκρουση συµφερόντων, ο Περλ και ο Κίσινγκερ  υποχρεώθηκαν να επιλέξουν ανάµεσα στη διαµόρφωση της αµυντικής πολιτικής των ΗΠΑ και στην κερδοσκοπία από τον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας. Τον Μάρτιο του 2003, και ενώ άρχιζε ο πόλεµος στο Ιράκ και η έκρηξη των εργοληπτικών εταιρειών, ο Περλ παραιτήθηκε από πρόεδρος του Συµβουλίου Αµυντικής Πολιτικής.

Τίποτα δεν εξοργίζει περισσότερο τον Ρίτσαρντ Περλ από τον υπαινιγµό ότι η απόφασή του να υποστηρίξει έναν ατέρµονα πόλεµο εναντίον του «κακού» επηρεάστηκε από τα τεράστια κέρδη που θα του απέφερε προσωπικά αυτός ο πόλεµος. Σε µια εκποµπή του CNN ο Βολφ Μπλίτζερ ζήτησε από τον Περλ να απαντήσει στο σχόλιο του Χερς ότι «έχει ιδρύσει µια εταιρεία για να κερδίσει από τον πόλεµο». Παρόλο που το σχόλιο ήταν αυταπόδεικτα αληθινό, ο Περλ εξερράγη και σχολίασε για τον Χερς, ο οποίος έχει τιµηθεί µε βραβείο Πούλιτζερ, ότι «στο χώρο της αµερικανικής δηµοσιογραφίας, είναι ό,τι πιο κοντινό σε τροµοκράτη». Για να προσθέσει στη συνέχεια: «Πιστεύω ότι καµία εταιρεία δε θέλει να κερδίσει από έναν πόλεµο. [ … ] Ο υπαινιγµός ότι οι απόψεις µου σχετίζονται κατά κάποιον τρόπο µε τη δυνατότητα επενδύσεων στον τοµέα της εθνικής άµυνας είναι καθαρή ανοησία».

Ο ισχυρισµός του Περλ ήταν παράδοξος: Αν µια εταιρεία η οποία είχε ιδρυθεί για να επενδύει σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στον τοµέα της ασφάλειας και της άµυνας δεν κέρδιζε από έναν πόλεµο, τότε, ασφαλώς, θα χρεοκοπούσε. Το περιστατικό ήγειρε ευρύτερα ερωτήµατα σχετικά µε το ρόλο ανθρώπων όπως ο Περλ, οι οποίοι κινούνται σε µια γκρίζα περιοχή όντας ταυτόχρονα επιχειρηµατίες, διανούµενοι και διαµορφωτές της πολιτικής. Αν ένα διευθυντικό στέλεχος της Lούkheed ή της Boeing εµφανιζόταν στο Fox News και επιχειρηµατολογούσε υπέρ της αλλαγής του καθεστώτα; στο Ιράκ, (όπως έχει κάνει ο Περλ), η προφανής ιδιοτέλειά του θα ακύρωνε τα επιχειρήµατά του. Κι όµως ο Περλ συνεχίζει να παρουσιάζεται ως «αναλυτής ή ως σύµβουλος του Πενταγώνου, ίσως ακόµα και ως «νεοσυντηρητικος», χωρίς ωστόσο κανείς να υπαινίσσεται έστω ότι ίσως να είναι απλώς ένας έµπορος όπλων, µε εντυπωσιακό λεξιλόγιο.

Όταν τα µέλη αυτής της κλίκας της Ουάσινγκτον ερωτώνται για τα οικονοµικά τους συµφέροντα στους πολέµους τους οποίους υποστηρίζουν, απαντούν πάντα όπως ο Περλ: ότι η ερώτηση είναι εξωφρενική, απλοϊκή και εξυπηρετεί τους σκοπούς των τροµοκρατών. Οι νεοσυντηρητικοί (µια οµάδα στην οποία ανήκουν ο Τσέινι, ο Ράµσφελντ, ο Σουλτς, ο Τζάκσον και, κατά τη γνώµη µου, ο Κίσινγκερ ) προσπαθούν να παρουσιάζονται ως διανούµενοι ή ως ρεαλιστές που κινούνται µε µοναδικό τους κίνητρο την ιδεολογία και όχι κάμπόσο πεζό όσο το κέρδος. Για παράδειγµα, ο Μπρους Τζάκσον ισχυρίζεται ότι η Lοckheed δεν ενέκρινε την ανάµειξή του στα ζητήµατα της εξωτερικής πολιτικής. Ο Περλ υποστηρίζει ότι η σχέση του µε το Πεντάγωνο τον ζηµίωσε επιχειρηµατικά, καθώς «σήµαινε ότι υπάρχουν [ … ] πράγµατα που δεν µπορείς να πεις ή να κάνεις». Ο Τζέραλντ Χίλµαν, συνέταιρος του Περλ, επιµένει ότι ο τελευταίος «δεν είναι ένα οικονοµικό ον. Δεν τον ενδιαφέρει το οικονοµικό κέρδος». Όταν ο Ντάγκλας Φέιθ ήταν υφυπουργός Άµυνας υπεύθυνος για την αµυντική πολιτική, ισχυρίστηκε ότι «η προηγούµενη σχέση του αντιπροέδρου [µε τη Halliburton] έκανε τους κρατικούς αξιωµατούχους διστακτικούς και απρόθυµους να αναθέσουν τη σύµβαση στην KBR [Kellogg, Brown and Root, πρώην θυγατρική της Halliburton], παρόλο που αυτή ήταν η πιο σωστή απόφαση».

Ακόµα και οι µεγαλύτεροι επικριτές τους τείνουν να παρουσιάζουν τους νεοσυντηρητικούς ως αγνούς ιδεολόγους που πιστεύουν σε τόσο µεγάλο βαθµό στην ανωτερότητα της Αµερικής και του Ισραήλ, ώστε είναι πρόθυµοι να θυσιάσουν τα οικονοµικά τους συµφέροντα προς χάριν της «ασφάλείας. Όµως ο διαχωρισµός ανάµεσα στις ιδέες των νεοσυντηρητικών και στα οικονοµικά τους συµφέροντα είναι επίπλαστος. Το δικαίωµα στην επιδίωξη απεριόριστου κέρδους βρισκόταν πάντα στον πυρήνα της νεοσυντηρητικής ιδεολογίας. Πριν από την 11η Σεπτεµβρίου οι «δεξαµενές σκέψης» που αποτελούσαν την κινητήρια δύναµη του νεοσυντηρητικού κινήµατος απαιτούσαν ριζοσπαστικές ιδιωτικοποιήσεις και περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες.

Με τον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας οι νεοσυντηρητικοί βρήκαν ένα νέο και πιο αποτελεσµατικό τρόπο για να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Φυσικά, τα νεοσυντηρητικά «γεράκια» της Ουάσινγκτον πιστεύουν στον αυτοκρατορικό ρόλο των Ηνωµένων Πολιτειών στον κόσµο και του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο είναι αδύνατον να διαχωριστούν τα σχέδιά τους (ατέλειωτοι πόλεµοι στο εξωτερικό και ένα κράτος ασφάλειας στο εσωτερικό) από τα συµφέροντα του συµπλέγµατος του καπιταλισµού της καταστροφής, το οποίο έχει οικοδομήσει μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων πάνω σε αυτές τις προϋποθέσεις. Πουθενά αλλού η συγχώνευση ανάμεσα σε αυτούς τους πολιτικούς και κερδοσκοπικούς στόχους δεν είναι τόσο φανερή όσα στα πεδία μαχών του Ιράκ.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • «Καλώς ήρθες» CIA #Twitter & # Facebook!

    Η CIA εισέρχεται στα κοινωνικά δίκτυα για να παρακολουθεί, κατασκόπευει και να προβλέπει τις παγκόσμιες τάσεις.

  • Πακέτο!

    θα τους ταραξουμε στη νομιμότητα (κι'όσοι προκάνουμε..)

  • Μπορεί ο αστυνομικός να είναι χρυσαυγίτης;

    Δεν υποστηρίζω ότι οι άντρες και οι γυναίκες της ΕΛΑΣ που ψηφίζουν τα αυγά είναι ναζιστές ή συνειδητοί αντι-δημοκράτες – αν και αυτή η επιλογή δεν έχει το παραμικρό ελαφρυντικό. Ωστόσο, τα μεγάλα ποσοστά που παίρνει η ΧΑ ξανά και ξανά εκεί που ψηφίζουν οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου καλό σημάδι.  Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφέστατο και κανένας δε μπορεί να το αγνοεί.

    ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΨΗΦΙΣΑΝ ΜΑΖΙΚΑ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ- http://wp.me/pVnfp-g9p

  • Σαν να μην πέρασε μιά μέρα…

    2400 Χρόνια Πίσω ;

  • Δημοφιλή άρθρα & σελίδες

  • Πρόσφατα άρθρα

  • NAOMI KLEIN Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ-ΒΙΒΛΙΟ-ΚΛΙΚ.

    Ολόκληρο το Βιβλίο Μπέστ-σέλλερ, προσφορά του συνεργάτη μας ftanei_pia στο προσωπικό της ΕΥΔΑΠ. Για να μαθαίνουν νέοι και παληοί.

    Το βιβλίο της Νάομι Κλάιν συγκλονίζει με τις ομοιότητες που βιώνει το πειραματόζωο Ελλάς. Αφού πριν χρόνια η νεοφιλελεύθερη σχολή Φρίντμαν τα εφάρμοσε στη Λατ, Αμερική, Πολωνία, Μεγ. Βρεττανία, Ινδονησία, Ρωσία, Σρι Λάνκα, Ιράκ. κ.α

  • ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ; ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!

    Μας "πυροβολούν" εν ψυχρώ, μας γυρίζουν στην Γιούλεν των αμερικάνων και αυτοί αντί να ξεσηκώνονται και να τα κάνουν όλα λαμπόγιαλο, παρακολουθούν και μελετούν τις εξελίξεις, ψύχραιμοι και ωραίοι. Και οι "πέτρες δεν έχουν ακόμη αρχίσει να ίπτανται"..

    Εκείνα τα χρήματα του "κουμπαρά" Μπάρδη-Ομοσπονδίας που μας λέγατε πως πήγαιναν οι περικοπές των αποδοχών, εννοείτε πως θα είναι το ισοδύναμο από τις απώλειες στο εφάπαξ;

  • Μεταπληροφορίιες

  • Αγωνιστικο και Λυτρωτικό το 2014

  • ΑΝ ΑΥΤΟ ΥΠΟΔΗΛΩΝΕΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΑΚΟΜΜΑΤΙΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ ΑΣ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

    Οταν στην πρώτη σελίδα του blog υπάρχει η (μοναδική) παραπομπή σε παράταξη κόμματος; Και που έχει ζητηθεί η απομάκρυνση της πολλές φορές; Μετά απορούμε για την αναξιοπιστία-ανυποληψία του κομματικού συνδικαλισμού;

  • ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ…

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ > και αν δεν ανοίγει ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ-ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ Ε.ΥΔ.Α.Π

  • ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΕΥΔΑΠ

  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

    Σεπτεμβρίου 2013
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Αυγ.   Οκτ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    30  
  • ΕΝΟΤΗΤΑ -ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΚΙ’ ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΟΥΝ ΑΠ΄ΤΗ ΠΕΙΝΑ

    Αυτοοργάνωση, επιτροπές εργαζομένων παντού, αποφάσεις με δημοκρατικές διαδικασίες

  • ΕΥΔΑΠ ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

    protovoulia1.eydap@gmail.com
    ---------
    ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΑΡΘΡΑ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ.
    ---------
    -Μπορείτε να δημοσιεύσετε άρθρο σας -επώνυμα ή με τα αρχικά*.
    Παράκληση: Χωρίς ύβρεις και συκοφαντίες
    *Τα πλήρη στοιχεία στη διάθεση μας.

  • Χάουαρντ Ζιν (1923-2010)

    ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1,2,3,4 Κεφάλαια)

  • Αρχείο

  • Kατηγορίες

  • «Έπεσε» στο μάτι μας

    και γελάσαμε ..πικρά

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ -ΛΙΝΚ //σε περίπτωση που δεν ανοίγει το προηγούμενοι ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • Τα πάντα διαλύονται, ξεπουλιούνται..Η Α.Ε. εκποίησης δημόσιας περιουσίας δουλεύει! Εμείς? (ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ)

    ...Εμείς οι χιλιάδες, οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια... τι κάνουμε, τι περιμένουμε για να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας;  Τιιιιιιιιιιιιι;

    ..και τα συνδικάτα, οι παρατάξεις, οι δεκάδες "συνδικαλιστές| (βάλτε όποια και όποιους φαντάζεστε) στη ..νιρβάνα τους?

  • ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

    Πότε θα γυρίσουμε σελίδα; Δεν αρκούν 40 σχεδόν, χρόνια συναλλαγής, διαφθοράς, ιδιοτέλειας, πελατειακών σχέσεων; Θα πρέπει μήπως να τα ..κατοστήσουμε;

  • αν

Αρέσει σε %d bloggers: