Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 17)

Κεφάλαιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΚΡΟΥΣΗ

ΜΙΑ ΓΝΗΣΙΑ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


«Ο κόσμος είναι ένα βρόμικο μέρος

και κάποιος πρέπει να τον καθαρίσει».

-Κοντολίζα Ράις, για την αναγκαιότητα

της εισβολής στο Ιράκ, Σεπτέμβριος 2002

«Η ικανότητα του Μπους να φαντάζεται

 μια διαφορετική Mέση Ανατολή ίσως

σχετίζεται με την άγνοιά του για την περιοχή.

Αν είχε ταξιδέψει στη Μέση Ανατολή

και είχε δει τις πολλές δυσλειτουργίες της,

ίσως να είχε αποθαρρυνθεί. Καθώς δεν ήταν

υποχρεωμένος να λαμβάνει υπόψη του την

 καθημερινή πραγματικότητα, ο Μπους είχε

ένα όραμα για το πώς θα μπορούσε να είναι

η περιοχή».

Φαρίντ Ζακάρια, αρθρογράφος του Nesweek

«Και είπεν ό καθήμενος επί τώ θρόνω.

Ιδού καινά ποιώ πάντα. και λέγει μοι.

Γράψον, ότι ούτοι οι λόγοι πιστοί και

αληθινοί εισί».

Αποκάλυψις Ιωάννου, 21.5

(Η Αγία Γραφή, Μετάφραση

των Εβδομήκοντα)

πόλεμος στο Ιράκ βρίσκεται σε «λειτουργία» περιορισμού των ζημιών τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε είναι εύκολο να ξεχνάμε το αρχικό όραμα για τον τρόπο με τον οποίο υποτίθεται ότι θα εξελισσόταν. Όμως υπήρχε ένα όραμα που συμπυκνώθηκε σε ένα συνέδριο το οποίο οργάνωσε το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στη Βαγδάτη τους πρώτους μήνες της κατοχής, όπου παρευρέθηκαν δεκατέσσερις υψηλόβαθμοι πολιτικοί και γραφειοκράτες από τη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη μια συνάθροιση υπουργών Οικονομικών, επικεφαλής κεντρικών τραπεζών και πρώην αναπληρωτών πρωθυπουργών. Όλοι τους έφτασαν στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης τον Σεπτέμβριο του 2003, εφοδιάστηκαν με κράνη και αλεξίσφαιρα γιλέκα και μεταφέρθηκαν στην Πράσινη Ζώνη, την περιτειχισμένη πόλη μέσα στην πόλη της Βαγδάτης όπου στεγαζόταν η ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ κυβέρνηση του Ιράκ (η Προσωρινή Συμμαχική Αρχή) και όπου σήμερα βρίσκεται η αμερικανική πρεσβεία. Μέσα στο πρώην συνεδριακό κέντρο του Σαντάμ οι σημαίνοντες καλεσμένοι παρέδωσαν σε μια μικρή ομάδα σημαντικών Ιρακινών μαθήματα για τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό.

Ένας από τους βασικούς ομιλητές ήταν ο Μάρεκ Μπέλκα, ο δεξιός πρώην υπουργός Οικονομικών της Πολωνίας, που για αρκετούς μήνες εργαζόταν στο Ιράκ υπό τις εντολές του Μπρέμερ. Σύμφωνα με μια επίσημη έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για το συνέδριο, ο Μπέλκα σφυροκόπησε τους Ιρακινούς με το μήνυμα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτούν αυτή την περίοδο χάους και να προωθήσουν «με αποφασιστικότητα  πολιτικές που «θα οδηγήσουν στην απόλυση πολλών ανθρώπων από τις δουλειές τους». Το πρώτο μάθημα από την περίπτωση της Πολωνίας, ισχυρίστηκε ο Μπέλκα, ήταν ότι «οι μη παραγωγικές κρατικές επιχειρήσεις πρέπει να πωλούνται αμέσως, χωρίς να γίνεται καμία προσπάθεια σωτηρίας τους με κρατικά κεφάλαια». (Απέφυγε να αναφέρει ότι η λαϊκή πίεση είχε υποχρεώσει την Αλληλεγγύη να εγκαταλείψει τα σχέδιά της για γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις, με αποτέλεσμα η Πολωνία να γλυτώσει από μια κατάρρευση ρωσικού τύπου.) Η δεύτερη υπόδειξή του ήταν ακόμα πιο τολμηρή. Είχαν περάσει μόλις πέντε μήνες από την πτώση της Βαγδάτης και το Ιράκ βρισκόταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η ανεργία ήταν στο 67%, ο υποσιτισμός θέριζε και το μόνο πράγμα που απέτρεπε ένα μαζικό λιμό ήταν το γεγονός ότι τα ιρακινά νοικοκυριά εξακολουθούσαν να λαμβάνουν κρατικά επιδοτούμενα τρόφιμα και άλλα βασικά είδη, όπως συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της περιόδου των κυρώσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Πετρέλαιο για Τρόφιμα» του ΟΗΕ. Μπορούσαν επίσης να γεμίζουν τα ντεπόζιτα των αυτοκινήτων με ελάxιστα χρήματα, όταν υπήρχε διαθέσιμη βενζίνη. Ο Μπέλκα είπε στους Ιρακινούς ότι έπρεπε να διακόψουν αμέσως όλες αυτές τις παροχές που στρέβλωναν την αγορά. «Αναπτύξτε τον ιδιωτικό τομέα, αρχίζοντας με την κατάργηση των επιδοτήσεων». Και επεσήμανε ότι αυτά τα μέτρα ήταν «πολύ πιο σημαντικά και καθοριστικά από τις ιδιωτικοποιήσεις».

Ο επόμενος ομιλητής ήταν ο Γεγκόρ Γκαϊντάρ, ο πρώην αναπληρωτής πρωθυπουργός του Γέλτσιν, ο οποίος θεωρείται ο αρχιτέκτονας του ρωσικού προγράμματος της θεραπείας-σοκ. Όταν τον προσκάλεσε στη Βαγδάτη, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ θα πρέπει να πίστευε ότι οι Ιρακινοί δε γνώριζαν πως ο Γκαϊντάρ αντιμετωπιζόταν πλέον ως παρίας στη Μόσχα, καθώς το όνομά του είχε αμαυρωθεί εξαιτίας των στενών σχέσεών του με τους ολιγάρχες, αλλά και των πολιτικών του που οδήγησαν στη φτώχεια εκατομμύρια Ρώσους.* Παρόλο που επί Σαντάμ οι Ιρακινοί είχαν περιορισμένη πρόσβαση στις ειδήσεις από τον υπόλοιπο κόσμο, οι άνθρωποι που συμμετείχαν στο συνέδριο στηv Πράσινη Ζώνη είχαν, στην πλειοψηφία τους, μόλις πρόσφατα επιστρέψει από την εξορία: Τη δεκαετία του 1990, ενώ η Ρωσία κατέρρεε, διάβαζαν την International Herald Tribune.

Ο Μοχάμαντ Τόφικ, ο μεταβατικός υπουργός Βιoμηχανίας του Ιράκ, μου μίλησε για αυτό το παράξενο συνέδριο, το οποίο δεν κάλυψε ο Τύπος όταν πραγματοποιήθηκε. Μερικούς μήνες μετά το συνέδριο, όταν συναντηθήκαμε στο προσωρινό γραφείο του στη Βαγδάτη (από το παλιό κτίριο του υπουργείου είχε απομείνει μόνο το καψαλισμένο εξωτερικό κέλυφός του), ο Τόφικ εξακολουθούσε να γελάει με τα όσα είχε ακούσει. Μου είπε ότι οι Ιρακινοί ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες εναντίον των επισκεπτών που φορούσαν αλεξίσφαιρα γιλέκα, λέγοντάς τους πως η απόφαση του Πολ Μπρέμερ να ανοίξει τα σύνορα του Ιράκ σε ανεξέλεγκτες εισαγωγές είχε ήδη επιδεινώσει δραματικά τη ζωή του ρημαγμένου από τον πόλεμο λαού. Αν, λοιπόν, καταργούνταν οι επιδοτήσεις για τη βενζίνη και τα τρόφιμα, η πίεση που θα υφίστατο ο λαός θα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι κατοχικές Αρχές θα βρίσκονταν αντιμέτωπες με μια επανάσταση. Όσο για τον πιο διάσημο ομιλητή του συνεδρίου, ο Τόφικ μου είπε: «Είπα σε μερικούς από τους ανθρώπους που είχαν οργανώσει το συνέδριο ότι, αν ήθελα να προωθήσω τις ιδιωτικοποιήσεις στο Ιράκ, θα υποχρέωνα τον Γκαϊντάρ να δηλώσει: «Κάντε το αντίθετο από ό,τι κάναµε εµείς».·

_____________________________________________________________________

*Πολλοί από τους ανθρώπους που διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην εισβολή και στην κατοχή του Ιράκ υπήρξαν μέλη της ομάδας που είχε απαιτήσει να εφαρμοστεί η θεραπεία-σοκ στη Ρωσία: Ο Ντικ Τσέινι ήταν υπουργός Άμυνας όταν ο Μπους ο πρεσβύτερος διαμόρφωνε τη μετα-σοβιετική πολιτική του για τη Ρωσία, ο Πολ Γούλφοβιτς ήταν αναπληρωτής του Τσεινι, ενώ η Κοντολίζα Ράις ήταν η βασική σύμβουλος του Μπους του πρεσβύτερου για τη μετάβαση της Ρωσίας. Όλοι οι παραπάνω, αλλά και δεκάδες λιγότερο σημαντικοί αξιωματούχοι, υπoστήριζαν, χωρίς την παραμικρή διάθεση ειρωνείας, ότι, παρά τις δυσάρεστες επιπτώσεις του για τους απλούς ανθρώπους, το ρωσικό πείραμα της δεκαετίας του 1990 έπρεπε να αποτελέσει το μοντέλο το οποίο θα μιμούνταν το Ιράκ για τη δική του μετάβαση. (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Μπρέμερ Πωλ, τοποτηρητής ΗΠΑ σε Ιράκ

Όταν ο Μπρέµερ άρχισε να εκδίδει νοµοθετικά διατάγµατα στη Βαγδάτη, ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, ο πρώην επικεφαλής οικονοµολόγος της Παγκόσµιας Τράπεζας, προειδοποίησε ότι στο Ιράκ εφαρµοζόταν «µια ακόµα πιο ριζoσπαστική µορφή της θεραπείας-σοκ από εκείνη που προωθήθηκε στον πρώην σοβιετικό κόσµο». Είχε απόλυτο δίκιο. Σύµφωνα µε το αρχικό σχέδιο της Ουάσινγκτον, το Ιράκ επρόκειτο να είναι ένα νέο σύνορο που είχε κατακτηθεί, όπως υπήρξε η Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, µε τη διαφορά ότι αυτή τη φορά οι αµερικανικές εταιρείες (και όχι οι εγχώριες ή οι ευρωπαϊκές, οι ρωσικές και οι κινεζικές) θα ήταν οι πρώτες στη σειρά για να εισπράξουν δισεκατοµµύρια εύκολου χρήµατος. Και τίποτα δε θα εµπόδιζε ακόµα και τις πιο επώδυνες οικονοµικές αλλαγές, επειδή, σε αντίθεση µε ό,τι συνέβη στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στη Λατινική Αµερική ή στην Αφρική, ο µετασχηµατισµός δε θα ήταν αποτέλεσµα πολιτισµένων διαπραγµατεύσεων ανάµεσα σε αξιωµατούχους του ΔΝΤ και σε ονειροπαρµένους ντόπιους πολιτικούς, ενόσω το Υπουργείο Οικονοµικών των ΗΠΑ θα έλεγχε την κατάσταση παρασκηνιακά. Στο Ιράκ η Ουάσινγκτον απέκλεισε τους µεσάζοντες: Το ΔΝΤ και η Παγκόσµια Τράπεζα περιορίστηκαν σε υποστηρικτικούς ρόλους, ενώ οι ίδιες οι ΗΠΑ βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων. Ο Πολ Μπρέµερ ήταν ο άνθρωπος που κυβερνούσε το Ιράκ. Όπως δήλωσε στo Assοciated Press ένας ανώτατος αξιωµατικός των ενόπλων δυνάµεων των ΗΠΑ, δεν είχαν νόηµα οι διαπραγµατεύσεις µε την τοπική κυβέρνηση, επειδή «τη δεδοµένη στιγµή θα ήταν σαν να διαπραγµατευόµασταν µε τον εαυτό µας».

Αυτή ακριβώς η δυναµική είναι που διαχωρίζει τον οικονοµικό µετασχηµατισµό του Ιράκ από τα προηγούµενα πειράµατα. Εγκαταλείφθηκαν όλες οι προσεκτικές προσπάθειες που είχαν γίνει τη δεκαετία του 1990 για να παρουσιαστεί το «ελεύθερο εµπόριο» ως κάτι διαφορετικό από ένα ιμπεριαλιστικό σχέδιο. Αλλού θα συνέχιζε να υφίσταται η ήπια εκδοχή του ελεύθερου εµπορίου, προωθούµενη µέσω τυπικών διαπραγµατεύσεων, όµως παράλληλα θα υπήρχε πλέον και η σκληρή εκδοχή του ελεύθερου εµπορίου, χωρίς ενδιάµεσους ή αχυρανθρώπους, µε τους προληπτικούς πολέµους να ανοίγουν νέες αγορές για τις Δυτικές πολυεθνικές.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας του «προτύπου» ισχυρίζονται σήµερα ότι αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο ο πόλεµός τους απέτυχε παταγωδώς. Όπως θα έλεγε το 2006 ο Ρίτσαρντ Περλ, «το θεµελιώδες λάθος ήταν ο διορισµός του Μπρεμερ». Ο Ντέιβιντ Φραµ συµφώνησε, λέγοντας ότι για να ανοικοδοµήσουν το Ιράκ θα έπρεπε να είχαν «κάποιου είδους ιρακινή πρόσοψη». Αντί για αυτό, είχαν τον Πολ Μπρέµερ, που είχε εγκατασταθεί στο Μέγαρο Δηµοκρατίας του Σαντάµ µε το γαλαζωπό θόλο, λάµβανε από το Υπουργείο  Άµυνας των ΗΠΑ e-mail µε νόµους για το εµπόριο και τις επενδύσεις, τους εκτύπωνε, τους υπέγραφε και τους επέβαλλε µε αυταρχικά διατάγµατα στον ιρακινό λαό. Ο Μπρέµερ δεν ήταν ένας διακριτικός Αµερικανός που καθοδηγούσε  τις εξελίξεις από το παρασκήνιο. Η εξωτερική του εµφάνιση θύµιζε κινηµατογραφικό σταρ, του άρεσε να εµφανίζεται στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και επιδείκνυε αλαζονικά την απόλυτη εξουσία του στους Ιρακινούς, διατρέχοντας ολόκληρη τη χώρα µε ένα φανταχτερό ελικόπτερο Blackhawk, συνοδευόµενο από πάνοπλους σωµατοφύλακες της Blackwater και φορώντας πάντα τα ίδιο ρούχα: ένα άψογα σιδερωµένο κοστούµι Brooks Brothers και µπεζ άρβυλα Timberland. Τα άρβυλα ήταν ένα δώρο του γιου του κατά την αναχώρησή του για τη Βαγδάτη. Η συνοδευτική κάρτα έγραφε: «Κόψε µερικούς κώλους, μπαμπά».

Κατά δική του οµολογία, ο Μπρέµερ γνώριζε ελάχιστα πράγµατα για Ιράκ. «Είχα ζήσει στο Αφγανιστάν», είχε πει σε µια συνέντευξή του. Ωστόσο  αυτή του η άγνοια ήταν άνευ σηµασίας, καθώς ο Μπρέµερ γνώριζε πολύ καλά ποια ήταν η βασική αποστολή του στο Ιράκ: η επιβολή του καπιταλισµού της καταστροφής.

Στις 11 Σεπτεµβρίου 2001 ο Μπρέµερ εργαζόταν ως διοικητικός διευθυντής και «κύριος πολιτικός σύµβουλος» του ασφαλιστικού γίγαντα Marsh McLennan. Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας καταστράφηκαν από τις τροµοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου, καθώς βρίσκονταν στο Βόρειο Πύργο του Παγκόσµιου Κέντρου Εµπορίου. Τις πρώτες µέρες µετά τις  επιθέσεις αγνοούνταν 700 από τους εργαζόµενους της εταιρείας. Τελικά, επιβεβαιώθηκε ο θάνατος 295 από αυτούς. Ακριβώς ένα µήνα µετά, στις 11 Οκτωβρίου, ο Πολ Μπρέµερ ίδρυσε την Crisis Consulting Practice, µια νέα θυγατρική της Marsh & McLennan µε ειδίκευση στην παροχή συµβουλών και βοήθησε πολυεθνικές εταιρείες ώστε να είναι προετοιµασµένες για τροµοκρατικές  επιθέσεις και άλλες κρίσεις. Διαφηµίζοντας την εµπειρία του ως υπευθύνου την αντιτροµοκρατία επί κυβέρνησης Ρέιγκαν, ο Μπρέµερ παρείχε στους πελάτες της εταιρείας του ένα ευρύ φάσµα υπηρεσιών για την αντιµετώπιση της τρομοκρατίας, από ασφαλιστικά συμβόλαια έναντι πολιτικών κινδύνων μέχρι δημόσιες σχέσεις και συμβουλές για είδη προς αποθήκευση ώστε να υπάρχει απόθεμα.

Η ανάμειξη του Μπρέμερ στη βιομηχανία εθνικής ασφάλειας υπήρξε η ιδανική προετοιμασία για το ρόλο του στο Ιράκ, καθώς η κυβέρνηση Μπους χρησιμοποίησε για την ανοικοδόμηση του Ιράκ την ίδια συνταγή που είχε δοκιμάσει μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου: Αντιμετώπισε το μεταπολεμικό Ιράκ ως μια δυνητική πηγή για εύκολα και γρήγορα κέρδη. Η αποστολή του Μπρέμερ δεν ήταν να κερδίσει την καρδιά και το μυαλό των Ιρακινών, αλλά να προετοιμάσει τη χώρα για να ιδρυθεί η Ιράκ ΑΕ. Υπό αυτό το πρίσμα, οι πρώτες του αποφάσεις, που τόσο πολύ επικρίθηκαν, είχαν μια σαφέστατη λογική συνοχή.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πρώτων μηνών αφότου αντικατέστησε το συνετό στρατηγό Τζέι Γκάρνερ στη θέση του κορυφαίου απεσταλμένου των ΗΠΑ στο Ιράκ ο Μπρέμερ εστίασε σχεδόν αποκλειστικά στον οικονομικό μετασχηματισμό της χώρας, θέτοντας σε ισχύ μια σειρά νόμων που επέβαλλαν το πρόγραμμα της θεραπείας-σοκ της Σχολής του Σικάγου. Πριν από την εισβολή η οικονομία του Ιράκ εξαρτιόταν από την εθνική πετρελαϊκή εταιρεία και από διακόσιες κρατικές εταιρείες που παρήγαν τα βασικά είδη διατροφής των Ιρακινών και επεξεργάζονταν τις πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες της χώρας: από τσιμέντο και χαρτί μέχρι μαγειρικό λάδι. Ένα μήνα μετά το διορισμό του ο Μπρέμερ ανακοίνωσε ότι έπρεπε να ιδιωτικοποιηθούν αμέσως οι διακόσιες κρατικές εταιρείες. «Είναι ουσιώδες για την οικονομική ανάκαμψη του Ιράκ να περάσουν σε ιδιωτικά χέρια οι μη αποδοτικές κρατικές εταιρείες», δήλωσε.

Ακολούθησε η νέα νομοθεσία για την οικονομία. Για να προσελκύσει ξένους επενδυτές τόσο για να πάρουν μέρος στο χορό των ιδιωτικοποιήσεων όσο και για να ανοίξουν νέα εργοστάσια και πολυκαταστήματα λιανικών πωλήσεων στο Ιράκ, ο Μπρέμερ έθεσε σε ισχύ μια σειρά ριζοσπαστικών νόμων, τους οποίους εκθείασε ο Economist γράφοντας ότι ήταν «ένας κατάλογος με όλες τις ευχές που οι ξένοι επενδυτές και οι δωρητές ονειρεύονται να εκπληρωθούν στις αναπτυσσόμενες αγορά». Η φορολόγηση των εταιρειών στο Ιράκ μειώθηκε από το 45% στο 15% (μια νομοθετική ρύθμιση βγαλμένη από το συνταγολόγιο του Μίλτον Φρίντμαν). Ένας άλλος νόμος επέτρεπε σε ξένες εταιρείες να κατέχουν το 100% των περιουσιακών στοιχείων μιας ιρακινής επιχείρησης, αποτρέποντας μια επανάληψη αυτού που είχε συμβεί στη Ρωσία, όπου οι εγχώριοι ολιγάρχες απέσπασαν τη µερίδα του λέοντος. Επιπλέον, οι ξένοι επενδυτές µπορούσαν να µεταφέρουν έξω από τη χώρα το 100% των κερδών που αποκόµιζαν στο Ιράκ. Δεν ήταν υποχρεωµένοι να επενδύσουν ένα µέρος των κερδών τους στη χώρα και τα κέρδη τους δε φορολογούνταν. Το νοµοθετικό διάταγµα όριζε επίσης ότι οι ξένοι επενδυτές µπορούσαν να αποκτήσουν άδειες και να τους ανατεθούν συµβάσεις διάρκειας τουλάχιστον σαράντα χρόνων, ενώ θα ήταν οι πρώτοι υποψήφιοι για την ανανέωση των αδειών και των συµβάσεων µετά το τέλος της ισχύος τους, κάτι που σήµαινε ότι οι µελλοντικές εκλεγµένες κυβερνήσεις θα δεσµεύονταν από συµφωνίες που είχαν υπογράψει οι κατοχικές Αρχές. Το µοναδικό ζήτηµα στο οποίο έκανε πίσω η Ουάσινγκτον ήταν το πετρέλαιο: Οι Ιρακινοί σύµβουλοί της την προειδοποίησαν ότι θα θεωρούνταν αιτία πολέµου οποιαδήποτε προσπάθεια να ιδιωτικοποιηθεί η εθνική πετρελαϊκή εταιρεία ή να εκχωρηθούν δικαιώµατα για τα ανεκµετάλλευτα αποθέµατα πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας µια ιρακινή κυβέρνηση. Ωστόσο οι κατοχικές Αρχές δέσµευσαν 20 δισεκατοµµύρια δολάρια από τα έσοδα της εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας του Ιράκ, για να τα διαθέσουν κατά το δοκούν.*

Ο Λευκός Οίκος ήταν τόσο αποφασισµένος να παρουσιάσει το Ιράκ ως µια λαµπρή νέα οικονοµία, ώστε ήδη από τις πρώτες µέρες της κατοχής αποφάσισε να εισαγάγει ένα ολοκαίνουριο νόµισµα, προβαίνοντας σε µια τεραστίων διαστάσεων λογιστική αλχηµεία. Η βρετανική εταιρεία De La Rue τύπωσε τα νέα χαρτονοµίσµατα, τα οποία µεταφέρθηκαν από έναν αεροπορικό στόλο στο Ιράκ και διανεµήθηκαν από τεθωρακισµένα οχήµατα και φορτηγά, τα οποία πραγµατοποίησαν τουλάχιστον χίλιες εξορµήσεις σε ολόκληρη τη χώρα και όλα αυτά ενώ το 50% του πληθυσµού εξακολουθούσε να µην έχει πρόσβαση σε πόσιµο νερό, οι φωτεινοί σηµατοδότες στους δρόµους δε λειτουργούσαν και η εγκληµατικότητα κάλπαζε.

____________________________________________________

* Περίπου 8,8 δισεκατοµµύρια δολάρια από αυτά τα χρήµατα συχνά αναφέρονται ως «τα χαµένα δισεκατοµµύρια του Ιράκ», επειδή το 2004 κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, χωρίς να αφήσουν πίσω τους κανένα ίχνος, µέσα στους γραφειοκρατικούς µαιάνδρους των ελεγχόµενων από τις ΗΠΑ υπουργείων του Ιράκ. Τον Φεβρουάριο του 2007 ο Μπρέµερ υπερασπίστηκε σε µια επιτροπή του Κογκρέσου αυτή την ελλιπή επίβλεψη λέγοντας: «Η προτεραιότητά µας ήταν να θέσουµε πάλι σε κίνηση την οικονοµία. Το πρώτο βήµα ήταν να δώσουµε χρήµατα στον ιρακινό λαό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα». Όταν ο οικονοµικός σύµβουλος του Μπρέµερ, ο εν αποστρατεία ναύαρχος Ντέιβιντ Όλιβερ, ρωτήθηκε από την επιτροπή για τα δισεκατοµµύρια που έλειπαν, απάντησε: «Ναι, καταλαβαίνω. Όµως αυτό που λέω είναι: Και τι πειράζει:». (Σ.τ.Σ.)
__________________________________________________________________

Παρόλο που τα σχέδια αυτά εφαρµόστηκαν από τον Μπρέµερ, οι προτεραιότητες καθορίζονταν από τους κορυφαίους αξιωµατούχους της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Καταθέτοντας σε µια επιτροπή της Γερουσίας, ο Ράµσφελντ δήλωσε για τις «σαρωτικές µεταρρυθµίσεις» του Μπρέµερ ότι είχαν δηµιουργήσει -µερικούς από τους πιο ορθολογικούς -και θελκτικούς φορολογικούς και επενδυτικούς νόµους στον ελεύθερο κόσµο». Αρχικά οι επενδυτές έδειξαν να εκτιµούν την προσπάθεια. Μέσα σε διάστηµα λίγων µηνών ξεκίνησαν διαπραγµατεύσεις για να ανοίξει στο κέντρο της Βαγδάτης ένα McDonald’s (ο απόλυτος συµβολισµός ότι το Ιράκ είχε ενταχθεί στην παγκόσµια οικονοµία), εγκρίθηκε η χρηµατοδότηση για την ανέγερση ενός πολυτελούς ξενοδοχείου Starwood, ενώ η General Motors σχεδίαζε να φτιάξει ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων. Στο χρηµατοπιστωτικό τοµέα, η διεθνής τράπεζα HSBC, που εδρεύει στο Λονδίνο, κέρδισε µια σύµβαση για το άνοιγµα υποκαταστηµάτων της σε όλο το Ιράκ, ενώ η Citigroup ανακοίνωσε ότι σχεδίαζε να χορηγήσει σηµαντικά δάνεια µε εγγύηση τα έσοδα από τις µελλοντικές πωλήσεις ιρακινού πετρελαίου. Οι µεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες (η Shell, η ΒΡ, η Exxon Mobil, η Cheνron και η ρωσική Lukoil) έκαναν τα πρώτα αναγνωριστικά βήµατα υπογράφοντας συµφωνίες για να εκπαιδεύσουν Ιρακινούς δηµόσιους υπαλλήλους στις πιο πρόσφατες τεχνολογίες εξόρυξης και στα τελευταία µοντέλα διαχείρισης, µε την απόλυτη βεβαιότητα ότι σύντοµα θα ερχόταν η ώρα τους.

Οι νόµοι του Μπρέµερ, σχεδιασµένοι για να δηµιουργήσουν συνθήκες επενδυτικής φρενίτιδας, δεν ήταν κάτι καινούριο. Απλώς, αποτελούσαν µια επιτυχηµένη εκδοχή των όσων είχαν εφαρµοστεί σε προηγούµενα πειράµατα της θεραπείας-σοκ. Όµως το υπουργικό συµβούλιο του καπιταλισµού της καταστροφής του Μπους δεν ήταν διατεθειµένο να περιµένει να φανούν τα αποτελέσµατα από την εφαρµογή των νέων νόµων. Η τολµηρή καινοτοµία του ιρακινού πειράµατος συνίστατο στο ότι µετέτρεπε την εισβολή, την κατοχή και την ανοικοδόµηση σε µια ενδιαφέρουσα, πλήρως ιδιωτικοποιημένη νέα αγορά. Η αγορά αυτή, όπως και το σύµπλεγµα της βιοµηχανίας εθνικής ασφάλειας στο εσωτερικό των ΗΠΑ, δηµιουργήθηκε µε τεράστιες ποσότητες δηµόσιου χρήµατος. Μόνο για την ανοικοδόµηση το Κογκρέσο των ΗΠΑ ενέκρινε 38 δισεκατοµµύρια δολάρια, άλλες χώρες έδωσαν 15 δισεκατοµµύρια δολάρια, εγώ χρησιµοποιήθηκαν και 20 δισεκατοµµύρια δολάρια από τα έσοδα της εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας του Ιράκ.

Μπους: Αν ένα έργο μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια ιδιωτική οντότητα, τότε έτσι πρέπει να γίνει.

Όταν ανακοινώθηκε το αρχικό ύψος των κονδυλίων, ήταν αναπόφευκτο να γίνουν συγκρίσεις µε το Σχέδιο Μάρσαλ. Ο Μπους επεδίωξε αυτό τον παραλληλισµό, δηλώνοντας ότι η ανοικοδόµηση ήταν «η µεγαλύτερη οικονοµική δέσµευση αυτού του είδους από την εποχή του Σχεδίου Μάρσαλ» και ανακοινώνοντας σε ένα τηλεοπτικό του διάγγελµα τους πρώτους µήνες της κατοχής ότι «η Αµερική έχει επιτελέσει αυτού του είδους το έργο και στο παρελθόν. Μετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο ανορθώσαµε τα ηττηµένα έθνη της Ιαπωνίας και της Γερµανίας και σταθήκαµε στο πλευρό τους καθώς οικοδοµούσαν αντιπροσωπευτικούς θεσµούς διακυβέρνησης»

Ωστόσο τα δισεκατοµµύρια που προορίζονταν για την ανοικοδόµηση του Ιράκ δεν είχαν καµία σχέση µε τα ιστορικά γεγονότα που επικαλέστηκε ο Μπους. Στο πλαίσιο του αρχικού σχεδίου Μάρσαλ οι αµερικανικές εταιρείες επωφελήθηκαν στέλνοντας µηχανολογικό εξοπλισµό και τρόφιµα στην Ευρώπη, όµως ο ρητός στόχος ήταν να βοηθηθούν οι ρηµαγµένες από τον πόλεµο οικονοµίες να ανακάµψουν ως αυτάρκεις αγορές, προκειµένου να δηµιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αναπτυχθεί µια φορολογική βάση ικανή να χρηµατοδοτεί την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών τα αποτελέσµατα είναι ολοφάνερα στις σηµερινές µεικτές οικονοµίες της Γερµανίας και της Ιαπωνίας.

Στην πραγµατικότητα, το υπουργικό συµβούλιο του Μπους εφάρµοσε ένα αντι-Σχέδιο Μάρσαλ, ένα σχέδιο που ήταν το ακριβώς αντίθετο του Σχεδίου Μάρσαλ, υπό οποιαδήποτε πιθανή οπτική γωνία κι αν το δει κανείς. Το σχέδιο της κυβέρνησης Μπους εξασφάλιζε την ακόµα µεγαλύτερη υπονόµευση του ήδη εξασθενηµένου δηµόσιου τοµέα του Ιράκ, αλλά και την εκτίναξη στα ύψη της ανεργίας. Ενώ το Σχέδιο Μάρσαλ απαγόρευε στις ξένες εταιρείες να επενδύουν, ώστε να αποφευχθεί η αίσθηση ότι εκµεταλλεύονταν χώρες που ήταν αποδυναµωµένες, το σχέδιο της κυβέρνησης Μπους επεδίωκε να δελεάσει την κορπορατική Αµερική (ενώ προέβλεπε και µερικά ψίχουλα για εταιρείες που έδρευαν σε χώρες οι οποίες µετείχαν στη «Συµµαχία των Προθύµων»). Αυτή η κλοπή από τους Ιρακινούς των κεφαλαίων που προορίζονταν για την ανοικοδόµηση του Ιράκ, η οποία δικαιολογήθηκε µε ρατσιστικές αναφορές στην ανωτερότητα των Αµερικανών και στην κατωτερότητα των Ιρακινών (και όχι µόνο µε τη συνήθη επίκληση των δαιµόνων της «διαφθοράς και τη «αναποτελεσµατικότητας»), καταδίκασε το σχέδιο εξαρχής.

Ούτε ένα δολάριο δε δόθηκε στα ιρακινά εργοστάσια ώστε να ξαναρχίσουν να λειτουργούν, αποτελώντας τα θεµέλια για µια βιώσιµη οικονοµία, δηµιουργώντας θέσεις εργασίας και χρηµατοδοτώντας ένα σύστηµα κοινωνικών υπηρεσιών. Οι Ιρακινοί δεν είχαν πραγµατικά καµία συµµετοχή στην υλοποίηση του σχεδίου. Αντίθετα, οι συµβάσεις έργου που ανέθεσε σε διάφορες αµερικανικές εταιρείες η οµοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ, κυρίως µέσω της USAJD προωθούσαν ένα είδος «λυόμενης χώρας» η οποία είχε σχεδιαστεί στη Βιρτζίνια και στο Τέξας και η συναρμολόγησή της θα γινόταν στο Ιράκ. Όπως θα επαναλάμβαναν συχνά οι κατοχικές Αρχές, ήταν «ένα δώρο του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών προς το λαό του Ιράκ»: Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν οι Ιρακινοί ήταν να το ξετυλίξουν. Ούτε καν το φτηνό εργατικό δυναμικό του Ιράκ δε χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία συναρμολόγησης, επειδή οι μεγάλες αμερικανικές εργοληπτικές εταιρείες, όπως η Halliburton, η Bechtel και ο μηχανολογικός κολοσσός Parsons, που εδρεύει στην Καλιφόρνια, προτίμησαν να φέρουν από το εξωτερικό εργάτες, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να τους ελέγχουν καλύτερα. Για μία ακόμα φορά, οι Ιρακινοί περιορίστηκαν στο ρόλο των έμπλεων δέους θεατών στην αρχή είχαν παρακολουθήσει με δέος την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής τεχνολογίας των ΗΠΑ και τώρα έβλεπαν τα επιτεύγματά της στη μηχανική και στη διαχείριση.

Όπως και στη βιομηχανία εθνικής ασφάλειας, ο ρόλος των κρατικών υπαλλήλων (ακόμα και των Αμερικανών κρατικών υπαλλήλων) περιορίστηκε στο ελάχιστο. Το προσωπικό του Μπρέμερ το αποτελούσαν μόνο 1.500 άνθρωποι, που έπρεπε να κυβερνήσουν μια αχανή χώρα 25 εκατομμυρίων κατοίκων. Αντίθετα, η Halliburton είχε στην περιοχή 50.000 εργαζόμενους, πολλοί από τους οποίους ήταν πρώην δημόσιοι λειτουργοί τους οποίους το δέλεαρ των καλύτερων μισθών είχε προσελκύσει στον ιδιωτικό τομέα.

Η ασθενής δημόσια και η ισχυρή εταιρική παρουσία αντανακλούν το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μπους χρησιμοποίησε την ανοικοδόμηση του Ιράκ (που βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχό της, κάτι που δεν ίσχυε για την ομοσπονδιακή γραφειοκρατία των ΗΠΑ) για να υλοποιήσει το όραμά της για την πλήρη ανάθεση των κρατικών λειτουργιών σε εξωτερικούς προμηθευτές. Στο Ιράκ ούτε μία αρμοδιότητα δε θεωρήθηκε ότι ανήκε στον «πυρήνα του κράτους» σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην ανατεθεί σε μια εργοληπτική εταιρεία κατά προτίμηση, σε κάποια που εξασφάλιζε για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα χρηματοδοτήσεις ή χριστιανούς εθελοντές κατά τη διάρκεια των προεκλογικών εκστρατειών. Όλες οι πτυχές της ανάμειξης των ξένων δυνάμεων στο Ιράκ διέπονταν από το γνωστό απόφθεγμα του Μπους: Αν ένα έργο μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια ιδιωτική οντότητα, τότε έτσι πρέπει να γίνει.

Παρόλο που ο Μπρέμερ υπέγραφε τα νομοθετικά διατάγματα, ο σχεδιασμός και η διαχείριση της οικονομίας γίνονταν από ιδιωτικές λογιστικές εταιρείες. (Η Bearing Point, θυγατρική της μεγάλης διεθνούς λογιστικής και συμβουλευτικής εταιρείας KPMG, εισέπραξε 240 εκατομμύρια δολάρια για να δηµιουργήσει ένα «κινούµενο από τις αγορές σύστηµα» στο Ιράκ. Στην έκτασης 107 σελίδων σύµβαση η λέξη «ιδιωτικοποίηση» αναφέρεται πενήντα µία φορές, ενώ το µεγαλύτερο µέρος της αρχικής σύµβασης συντάχθηκε από την ίδια την Bearing Point. «Δεξαµενές σκέψης» αµείφθηκαν για να προτείνουν ιδέες (στο βρετανικό Adam Smith Institute ανατέθηκε µε σύµβαση η παροχή βοήθειας στην ιδιωτικοποίηση των ιρακινών εταιρειών). Ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας και εργοληπτικές εταιρείες του αµυντικού τοµέα (ανάµεσά τους η Dyn Corp, η Vinnell και η USIS του οµίλου Carlyle Group) ανέλαβαν την εκπαίδευση του νέου στρατού και της νέας αστυνοµίας του Ιράκ. Και εταιρείες συµβούλων εκπαίδευσης ετοίµασαν προσχέδια για τα προγράµµατα σπουδών στη µετά Σαντάµ εποχή και τύπωσαν τα νέα σχολικά βιβλία. (Στην Creative Assοsiates, µια συµβουλευτική εταιρεία µε έδρα στην Ουάσινγκτον, ανατέθηκαν συµβάσεις έργου ύψους 100 εκατοµµυρίων δολαρίων.*)

Εν τω µεταξύ, το µοντέλο που είχε εγκαινιάσει ο Τσέινι στα Βαλκάνια, όπου στρατιωτικές βάσεις είχαν µεταµορφωθεί σε µικρά προάστια της Halliburton, υιοθετήθηκε σε απείρως µεγαλύτερη κλίµακα. Εκτός από το γεγονός ότι η Halliburton κατασκεύασε και ανέλαβε τη συντήρηση στρατιωτικών βάσεων σε ολόκληρο το Ιράκ, η Πράσινη Ζώνη ήταν από την αρχή µια πόλη-κράτος υπό την απόλυτη εποπτεία της εταιρείας, από τη συντήρηση των δρόµων και την απολύµανση των κτιρίων µέχρι την προβολή κινηµατογραφικών ταινιών και τη διοργάνωση χορευτικών βραδιών.

Η Προσωρινή Συµµαχική Αρχή είχε ελάχιστο προσωπικό για να ελέγχει όλες τις εργοληπτικές εταιρείες. Εξάλλου η κυβέρνηση Μπους θεωρούσε άτι ο έλεγχος δεν ήταν µια αρµοδιότητα που ανήκε στον «πυρήνα του κράτους, άρα έπρεπε να ανατεθεί σε εξωτερικούς προµηθευτές. Η µηχανολογική και κατασκευαστική εταιρεία CH2M Hill, που εδρεύει στο Κολοράντο, εισέπραξε 28,5 εκατοµµύρια δολάρια για να επιβλέπει, σε συνεργασία µε την Parsons, τέσσερις άλλες µεγάλες εργοληπτικές εταιρείες. Ακόµα και η οικοδόµηση των εγχώριων δηµοκρατικών θεσµών» ιδιωτικοποιήθηκε, καθώς ανατέθηκε µε µια σύµβαση ύψους 466 εκατοµµυρίων δολαρίων στο Research Triangle Inscitute, µε έδρα στη Βόρεια Καρολίνα, παρόλο που δεν είναι καθόλου σαφές ποια κριτήρια πληρούσε αυτό για να φέρει τη δηµοκρατία στο Ιράκ. Επικεφαλής της συµβουλευτικής οµάδας που έστειλε η εταιρεία στο Ιράκ ήταν µορµόνοι, άνθρωποι όπως ο Τζέιµς Μέιφιλντ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι η αποστολή του ήταν να πείσει τους µουσουλµάνους να αποδεχτούν το Βιβλίο του Μόρµον ως απόλυτα συµβατό µε τη διδασκαλία του προφήτη Μωάµεθ. Σε ένα e-mail που έστειλε στις ΗΠΑ φαντασιωνόταν τους Ιρακινούς να στήνουν έναν ανδριάντα του για να τον τιµήσουν ως «θεµελιωτή της δηµοκρατίας» τους.*

_____________________________________________________________________

* Ο Αχµέντ αλ-Ραχίµ, ένας ιρακινής καταγωγής Αµερικανός που εργαζόταν για την Creative Assοsiates, έχει εξηγήσει ότι «η αρχική ιδέα ήταν να ετοιµάσουµε ένα πρόγραµµα σπουδών και να το στείλουµε στο Ιράκ». Όµως οι Ιρακινοί διαµαρτυρήθηκαν ότι «ήταν απαράδεκτο ένα πρόγραµµα σπουδών που είχε προετοιµαστεί στην Αµερική, και το απέρριψαν». (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Ενώ οι ξένες εταιρείες εισέβαλλαν στη χώρα, οι µηχανές των διακοσίων κρατικών εταιρειών του Ιράκ έµεναν ανενεργές, ακινητοποιηµένες από τις επαναλαµβανόµενες διακοπές του ηλεκτρικού ρεύµατος. Το Ιράκ διέθετε κάποτε την πιο εξελιγµένη βιοµηχανική οικονοµία της περιοχής, όµως πλέον οι µεγαλύτερες ιρακινές εταιρείες αδυνατούσαν να αναλάβουν ακόµα και την πιο ασήµαντη υπεργολαβία για την ανοικοδόµηση της χώρας τους. Για να µπορέσουν να αποσπάσουν µερίδιο από την πίτα, οι ιρακινές εταιρείες χρειάζονταν γεννήτριες ώστε να συνεχίζουν να λειτουργούν όταν γίνονταν διακοπές του ηλεκτρικού ρεύµατος, ενώ έπρεπε να προβούν και σε µερικές βασικές επιδιορθώσεις στο µηχανολογικό εξοπλισµό τους (κάτι που δε θα έπρεπε να αποτελεί αξεπέραστο πρόβληµα, δεδοµένης της ταχύτητας µε την οποία η Halliburton κατασκεύαζε στρατιωτικές βάσεις που έμοιαζαν µε προάστια των µεσοδυτικών Πολιτειών).

Ο Μοχάµαντ Τόφικ µου είπε ότι ως υπουργός Βιοµηχανίας είχε επανειληµµένα ζητήσει γεννήτριες, επισηµαίνοντας ότι οι δεκαεφτά κρατικές τσιµεντοβιοµηχανίες του Ιράκ είχαν τη δυνατότητα να παράγουν τα οικοδοµικά υλικά για την ανοικοδόµηση, προσφέροντας ταυτόχρονα δουλειά σε χιλιάδες Ιρακινούς. Οι τσιµεντοβιοµηχανίες δεν πήραν τίποτα: ούτε γεννήτριες ούτε συµβάσεις ούτε κανενός είδους βοήθεια. Οι αµερικανικές εταιρείες προτίµησαν να εισαγάγουν από το εξωτερικό το τσιµέντο που χρειάζονταν (όπως είχαν κάνει και µε το εργατικό δυναµικό), παρόλο που το κόστος ήταν δεκαπλάσιο. Ένα από τα οικονοµικά διατάγµατα του Μπρέµερ απαγόρευε ρητά στην κεντρική τράπεζα του Ιράκ να χρηµατοδοτεί κρατικές επιχειρήσεις (γεγονός που έγινε γνωστό αρκετά χρόνια µετά).  Ο Τόφικ µου εξήγησε ότι ο λόγος για αυτό το αποτελεσµατικό µποϊκοτάζ της ιρακινής βιοµηχανίας δεν ήταν πρακτικός, αλλά ιδεολογικός. Και πρόσθεσε ότι κανείς από αυτούς που έπαιρναν τις αποφάσεις «δεν πίστευε στο δηµόσιο τοµέα».

_____________________________________________________________________

*Τελικά, η Research Triangle Institute υποχρεώθηκε να φύγει από το Ιράκ επειδή βοήθησε να εµποδιστούν ισλαµικά κόµµατα να αναλάβουν µε δηµοκρατικές µεθόδους την τοπική εξουσία σε αρκετές πόλεις. (Σ.τ.Σ.)

___________________________________________________________________________________

Ενώ οι ιδιωτικές ιρακινές εταιρείες έκλειναν η μια μετά την άλλη, αδυνατώντας να ανταγωνιστούν τα αδασμολόγητα εισαγόμενα προϊόντα, το προσωπικό του Μπρέμερ δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει τους ιδιοκτήτες τους μιλώντας σε μια συγκέντρωση Ιρακινών επιχειρηματιών, ο Μάικλ Φλάισερ, ένας από τους υφισταμένους του Μπρέμερ, επιβεβαίωσε ότι πολλές επιχειρήσεις θα χρεοκοπούσαν εξαιτίας του εισαγόμενου ανταγωνισμού, όμως αυτή ήταν η πεμπτουσία της ελεύθερης αγοράς. «Θα σας σαρώσουν οι ξένοι επιχειρηματίες;» ρώτησε ρητορικά. «Η απάντηση εξαρτάται από εσάς: Μόνο οι καλύτεροι θα επιβιώσουν». Τα λόγια του θύμιζαν εκείνα του Γεγκόρ Γκαϊντάρ, ο οποίος φημολογείται ότι είχε πει σχετικά με τις μικρές ρωσικές επιχειρήσεις που χρεοκόπησαν εξαιτίας της θεραπείας-σοκ: «Και λοιπόν; Όποιος πρόκειται να πεθάνει, του αξίζει να πεθάνει».

Όπως όλοι γνωρίζουμε σήμερα, το αντι-Σχέδιο Μάρσαλ του Μπους δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι Ιρακινοί δεν είδαν την ανοικοδόμηση ως ένα «δώρο». Οι περισσότεροι τη θεώρησαν μια εκσυγχρονισμένη μορφή λεηλασίας, ενώ οι αμερικανικές εταιρείες δεν εντυπωσίασαν κανέναν με την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητά τους. Αντίθετα, κατάφεραν να μετατρέψουν τη λέξη «ανοικοδόμηση» σε ένα «αστείο με το οποίο δε γελάει κανένας», όπως μου είπε ένας Ιρακινός μηχανικός.  Κάθε λανθασμένος υπολογισμός κλιμάκωνε την αντίσταση, τα ξένα στρατεύματα αντιδρούσαν αυξάνοντας την καταστολή, και τελικά η χώρα βυθίστηκε σε μια κόλαση βίας. Σύμφωνα με μια αξιόπιστη μελέτη, ο πόλεμος στο Ιράκ είχε ως συνέπεια να χάσουν τη ζωή τους 650.000 Ιρακινοί μέχρι τον Ιούλιο του 2006, άνθρωποι που δε θα είχαν πεθάνει αν δεν είχε γίνει η εισβολή και δεν είχε επακολουθήσει η κατοχή.

Τον Νοέμβριο του 2006 ο Ραλφ Πίτερς, ένας απόστρατος αξιωματικός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, έγραψε στη USA Todαy ότι «προσφέραμε στους Ιρακινούς μια μοναδική ευκαιρία να οικοδομήσουν ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου», όμως εκείνοι «προτίμησαν να υποκύψουν σε παλιά μίση, στη θρησκευτική βία, στην εθνικιστική μισαλλοδοξία και στην κουλτούρα της διαφθοράς. Φαίνεται ότι οι κυνικοί έχουν δίκιο: Οι αραβικές κοινωνίες δεν μπορούν να ανεχτούν τη δημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε. Και οι λαοί έxoυν τις κυβερνήσεις που τους αξίζουν. [ … ] Η βία που βάφει με αίμα τους δρόμoυς της Βαγδάτης δεν είναι σύμπτωμα μόνο της ανικανότητας της ιρακινής κυβέρνησης, αλλά και της πλήρους αδυναμίας του αραβικού κόσμου να κάνει βήματα προόδου σε οποιονδήποτε τοµέα της οργανωµένης ανθρώπινης συνύπαρξης. Είµαστε µάρτυρες της κατάρρευσης ενός πολιτισµού». Παρόλο που ο Πίτερς ήταν ιδιαίτερα ωµός στις διατυπώσεις του, πολλοί Δυτικοί σχολιαστές έχουν καταλήξει στην ίδια ετυµηγορία: Ρίξτε την ευθύνη στους Ιρακινούς.

Όµως οι σεχταριστικοί διχασµοί και ο θρησκευτικός εξετρεµισµός που µαστiζoυν τo Ιράκ δεν µπορούν να διαχωριστούν, πολύ βολικά, από την εισβολή και την κατοχή. Παρόλο που οι τάσεις αυτές υπήρχαν, ασφαλώς, και πριν από τον πόλεµο, ήταν πολύ πιο αδύναµες προτού το Ιράκ µετατραπεί από τις ΗΠΑ σε ένα εργαστήριο δοκιµαστικής εφαρµογής του δόγµατος του σοκ. Αξίζει να θυµίσουµε ότι τον Φεβρουάριο του 2004, έντεκα µήνες µετά την εισβολή, µια δηµοσκόπηση της Oxford Research International έδειξε πως στην πλειοψηφία τους οι Ιρακινοί ήθελαν ένα κοσµικό κράτος: Μόνο το 21% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι το πολιτικό σύστηµα που προτιµούσαν ήταν «ένα ισλαµικό κράτους , ενώ µόλις το 14% είπαν ότι θα ήθελαν οι πολιτικοί ηγέτες να είναι «κληρικοί». Έξι µήνες αργότερα, και ενώ η κατοχή είχε περάσει σε µια νέα, πιο βίαιη φάση, µια άλλη δηµοσκόπηση έδειξε ότι το 70% των Ιρακινών ήθελαν ο ισλαµικός νόµος να αποτελεί το θεµέλιο λίθο του κράτους. Όσο για τη σεχταριστική βία, κυριολεκτικά δεν υπήρχε πριν από το πρώτο έτος της κατοχής. Το πρώτο σοβαρό συµβάν, οι βοµβιστικές επιθέσεις σε σιιτικά τεµένη κατά τη διάρκεια της εορτής της Ασούρα, συνέβη τον Μάρτιο του 2004, έναν ολόκληρο χρόνο µετά την εισβολή. Δεν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι η κατοχή βάθυνε και πυροδότησε τα σεχταριστικά και θρησκευτικά µίση.

ΦΩΤΟ ΦΡΙΝΤΜΑΝ ΣΧΟΛΗ ΣΙΚΑΓΟΥ

Ανάλογες επιθέσεις εναντίον του δημόσιου τομέα είχαν γίνει παντού όπου εφαρμόστηκε η θεραπεία-σοκ, αρχής γενομένης από τότε που ο Μίλτον Φρίντμαν συμβούλεψε τον Πινοτσέτ να περικόψει τις κρατικές δαπάνες κατά 25%.

Μίλτον Φρίντμαν -Οικονομικός εμπνευστής του Δόγματος-Σοκ

Στην πραγµατικότητα, όλα τα δυσάρεστα φαινόµενα που µαστίζουν σήµερα το Ιράκ, η διαφθορά, ο σεχταρισµός, η ανάδυση του θρησκευτικού φονταµενταλισµού και η τυραννία των αποσπασµάτων θανάτου, κλιµακώθηκαν παράλληλα µε την εφαρµογή του αντι-Σχεδίου Μάρσαλ του Μπους. Μετά την ανατροπή του Σαντάµ Χουσεϊν, το Ιράκ χρειαζόταν απεγνωσµένα να επουλώσει τις πληγές του και να επανενωθεί, µια διαδικασία της οποίας θα µπορούσαν να ηγηθούν µόνο Ιρακινοί. Αντίθετα, σε αυτήν ακριβώς την κρίσιµη συγκυρία η χώρα µετατράπηκε σε ένα εργαστήριο δοκιµαστικής εφαρµογής της πιο αιµοσταγούς εκδοχής του καπιταλισµού, ενός συστήµατος που οδηγούσε άτοµα και κοινότητες στον αλληλοσπαραγµό, που καταργούσε εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και αποστερούσε τα προς το ζην, που αντικαθιστούσε το αίτηµα για δικαιοσύνη µε την ατιµωρησία των ξένων κατακτητών.

Η ερµηνεία για τη σηµερινή τραγική κατάσταση του Ιράκ δεν µπορεί να περιοριστεί µόνο στην ανικανότητα και στην ευνοιοκρατία του Λευκού Οίκου του Μπους ή στο σεχταρισμό και στο φυλετισμό των Ιρακινών. Πρόκειται για μια καταστροφή που την προκάλεσε ο καπιταλισμός, για έναν εφιάλτη ασύδοτης απληστίας που τον μετέτρεψε σε πραγματικότητα ο πόλεμος. Το «φιάσκο στο Ιράκ οφείλεται στην πιστή εφαρμογή της αχαλίνωτης ιδεολογίας της Σχολής του Σικάγου. Ακολουθεί μια αρχική (και σε καμία περίπτωση εξαντλητική) περιγραφή των σχέσεων ανάμεσα στον «εμφύλιο πόλεμο» στο Ιράκ και στο κορπορατικό σχέδιο που αποτελούσε τον πυρήνα της εισβολής. Πρόκειται για μια περίπτωση που η ιδεολογία γύρισε μπούμερανγκ εναντίον των ανθρώπων που την εμπνεύστηκαν για μια ιδεολογική ανάκρουση.

Το πιο γνωστό περιστατικό αυτής της ιδεολογικής ανάκρουσης προκλήθηκε από την πρώτη σημαντική ενέργεια του Μπρέμερ: την απόλυση περίπου 500.000 εργαζομένων στον κρατικό τομέα, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν στρατιωτικοί, ενώ ανάμεσά τους υπήρχαν επίσης και γιατροί, νοσοκόμες, δάσκαλοι και μηχανικοί. Υποτίθεται ότι το κίνητρο για την «αποφασιστικότητα-μπααθοποίησης, όπως αποκλήθηκε, ήταν να εκκαθαριστεί το κράτος από τους πιστούς του Σαντάμ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό ήταν ένα από τα κίνητρα, όμως δεν αρκεί για να εξηγηθεί η κλίμακα των απολύσεων ή το συνολικό πλήγμα που δέχτηκε ο δημόσιος τομέας, καθώς τιμωρήθηκαν ακόμα και εργαζόμενοι που δεν ήταν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι.

Ανάλογες επιθέσεις εναντίον του δημόσιου τομέα είχαν γίνει παντού όπου εφαρμόστηκε η θεραπεία-σοκ, αρχής γενομένης από τότε που ο Μίλτον Φρίντμαν συμβούλεψε τον Πινοτσέτ να περικόψει τις κρατικές δαπάνες κατά 25%.

Ο Μπρέμερ δεν έκρυβε την αντιπάθειά του για τη «σταλινική οικονομία» του Ιράκ (εννοώντας τις κρατικές εταιρείες και τα υπουργεία με το πολυάριθμο προσωπικό), ενώ δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για τις εξειδικευμένες ικανότητες και τα χρόνια συσσωρευμένης γνώσης των μηχανικών, των γιατρών, των ηλεκτρολόγων και των οδοποιών του Ιράκ. Ο Μπρέμερ γνώριζε ότι οι άνθρωποι που θα έχαναν τις δουλειές τους θα συγκλονίζονταν, αλλά, όπως γίνεται σαφές στα απομνημονεύματά του, δεν είχε αναλογιστεί σε πόσο μεγάλο βαθμό η αιφνίδια απόλυση τόσων πολλών επιστημόνων θα καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία του ιρακινού κράτους, δυσχεραίνοντας έτσι το έργο του. Η τύφλωσή του είχε ελάχιστη σχέση με την «αποφασιστικότητα-μπααθοποίηση», όμως σχετιζόταν απόλυτα με το νεοφιλελεύθερο ζήλο του. Μόνο κάποιος που είχε την τάση να αντιμετωπίζει το κράτος ως ένα δυσβάσταχτο βάρος και τους εργαζόμενους του δηµόσιου τοµέα ως άχρηστου ς θα µπορούσε να κάνει τις επιλογές που έκανε ο Μπρέµερ.

Αυτή η ιδεολογική τύφλωση είχε τρεις απτές επιπτώσεις: Έβλαψε την επιχείρηση ανοικοδόµησης, καθώς απόλυτα ικανοί ειδικοί αποµακρύνθηκαν από τις θέσεις τους, αποδυνάµωσε τη φωνή των κοσµικών Ιρακινών και τροφοδότησε την αντίσταση µε οργισµένους ανθρώπους. Δεκάδες ανώτεροι αξιωµατικοί των ενόπλων δυνάµεων και των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ έχουν παραδεχτεί ότι πολλοί από τους 400.000 στρατιωτικούς που απέλυσε ο Μπρέµερ εντάχτηκαν αµέσως στην αντίσταση.

Σύµφωνα µε το συνταγµατάρχη των πεζοναυτών Τόµας Χέιµς, «έχουµε απέναντί µας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που είναι οπλισµένοι, επειδή πήραν µαζί τους τα όπλα τους, ξέρουν να χρησιµοποιούν όπλα, δεν έχουν µέλλον και έχουν κάθε λόγο να είναι οργισµένοι µαζί µας».

Ταυτόχρονα, η απόφαση του Μπρέµερ να ανοίξει τα σύνορα σε απεριόριστες εισαγωγές, αλλά και να επιτρέψει σε ξένες εταιρείες να κατέχουν το 100% των περιουσιακών στοιχείων µιας ιρακινής επιχείρησης, εξόργισε τους Ιρακινούς επιχειρηµατίες. Πολλοί αντέδρασαν χρηµατοδοτώντας την αντίσταση µε το µικρό εισόδηµα που τους είχε αποµείνει. Έπειτα από ένα επιτόπιο ρεπορτάζ για την ιρακινή αντίσταση στο Σουνιτικό Τρίγωνο, ο δηµοσιογράφος ερευνητής Πάτρικ Γκρέιαµ έγραψε στο Harper’s ότι οι Ιρακινοί επιχειρηµατίες «είναι εξοργισµένοι µε τους νέους νόµους για τις ξένες επενδύσεις, οι οποίοι επιτρέπουν σε ξένες εταιρείες να αγοράζουν εργοστάσια µε πολύ µικρό αντίτιµο. Τα εισοδήματα τους έχουν υποστεί καθίζηση, επειδή η χώρα έχει κατακλυστεί µε ξένα αγαθά. [ … ] Οι επιχειρηµατίες αυτοί συνειδητοποιούν ότι η βία είναι το µοναδικό ανταγωνιστικό τους πλεονέκτηµα. Πρόκειται για µια απλή επιχειρηµατική λογική: Όσο περισσότερο αυξάνονται τα προβλήµατα στο Ιράκ τόσο πιο δύσκολα θα έρχονται στη χώρα ξένοι επιχειρηµατίες».

Ακόµα πιο έντονη ήταν η ιδεολογική ανάκρουση που προήλθε από την απόφαση του Λευκού Οίκου να εµποδίσει εκ προοιµίου µελλοντικές ιρακινές κυβερνήσεις να αλλάξουν την οικονοµική νοµοθεσία του Μπρέµερ. (Η ίδια τάση να «κλειδώνονται» οι αλλαγές που γίνονται έπειτα από µια κρίση παρατηρείται από την πρώτη φορά που το ΔΝΤ εκπόνησε ένα πρόγραµµα «διαρθρωτικών προσαρµογών».) Για την Ουάσινγκτον, δεν είχε νόηµα να υπάρχουν οι πιο ορθολογικοί επενδυτικοί κανόνες σε ολόκληρο τον κόσµο, αν µερικούς µήνες µετά µια κυρίαρχη και ανεξάρτητη ιρακινή κυβέρνηση τους τροποποιούσε. Επειδή τα περισσότερα διατάγµατα του Μπρέµερ κινούνταν από νοµική άποψη σε µια γκρίζα ζώνη, η λύση που επέλεξε η κυβέρνηση Μπους ήταν να σχεδιάσει ένα νέο σύνταγµα για το Ιράκ, και επεδίωξε αυτόν το στόχο µε άκαµπτη αποφασιστικότητα: στην αρχή µε ένα µεταβατικό σύνταγµα που «κλείδωνε» τους νόµους του Μπρέµερ και στη συνέχεια µε ένα µόνιµο σύνταγµα τι οποίο επιχειρούσε (ανεπιτυχώς) να κάνει το ίδιο.

Πολλοί νοµικοί απόρησαν µε την εµµονή της Ουάσινγκτον να αποκτήσει το Ιράκ ένα καινούριο σύνταγµα. Επιφανειακά, δεν υπήρχε κάποια πιεστική ανάγκη για να συνταχθεί από το µηδέν ένας νέος καταστατικός χάρτης της Xώρας. Το ιρακινό σύνταγµα του 1970, που ο Σαντάµ το καταπατούσε, ήταν απόλυτα λειτουργικό και η χώρα είχε πιο επείγουσες ανάγκες. Επιπλέον, η δηµιουργία ενός συντάγµατος είναι µια από τις πιο δύσκολες διαδικασίες για ένα έθνος, ακόµα και σε καιρό ειρήνης, καθώς φέρνει στην επιφάνεια εντάσσει αντιπαλότητες, προκαταλήψεις και λανθάνουσες αιτιάσεις. Η επιβολή αυτή της διαδικασίας (και µάλιστα δύο φορές) σε µια χώρα τόσο διχασµένη και κατακερµατισµένη όσο το Ιράκ κατά τη µετά Σαντάµ εποχή αύξανε δραµατικά τις πιθανότητες µιας εµφύλιας σύρραξης. Τα κοινωνικά ρήγµατα που προκάλεσαν οι διαπραγµατεύσεις για το νέο σύνταγµα δεν έχουν ακόµα κλείσει και ίσως να οδηγήσουν στη διάσπαση της χώρας.

Στο τέλος της συνοµιλίας µας ρώτησα τον Μαχµούντ τι θα συµβεί αν η εταιρεία πουληθεί παρά τις αναρρήσεις τους. «Εχουµε δύο επιλογές», µου απάντησε χαµογελώντας µου ευγενικά. «Είτε θα βάλουµε φωτιά στο εργοστάσιο και θα το αφήσουµε να παραδοθεί εξολοκλήρου στις φλόγες είτε θα ανατιναχτούµε µέσα στο εργοστάσιο. Όµως σίγουρα δε θα επιτρέψουµε να ιδιωτικοποιηθεί»

Όπως συνέβη και µε την κατάργηση όλων των περιορισµών στο εµπόριο το σχέδιο του Μπρέµερ να ιδιωτικοποιήσει τις διακόσιες κρατικές εταιρείες του Ιράκ εκλήφθηκε από πολλούς Ιρακινούς ως µία ακόµα πολεµική ενέργεια των ΗΠΑ. Οι εργαζόµενοι πληροφορήθηκαν ότι, για να γίνουν οι εταιρείες τους θελκτικές στα µάτια των ξένων επενδυτών, τα δύο τρίτα από αυτούς έπρεπε χάσουν τις δουλειές τους. Σε µια από τις µεγαλύτερες κρατικές επιχειρήσει του Ιράκ (ένα σύµπλεγµα εφτά εργοστασίων που παρήγαν µαγειρικό λάδι, σαπούνι, υγρό καθαρισµού για τα πιάτα και άλλα βασικά είδη) µου αφηγήθηκε µια ιστορία που αποτυπώνει µε ανάγλυφο τρόπο πόσους νέους εχθρούς δηµιούργησε η ανακοίνωση για τις ιδιωτικοποιήσεις.

Όταν επισκέφθηκα το σύµπλεγµα των εργοστασίων σε κάποιο προάστιο της Βαγδάτης, γνώρισα τον Μαχµούντ, έναν γεµάτο αυτοπεποίθηση εικοσιπεντάχρονο µε περιποιηµένη γενειάδα. Μου είπε ότι όταν, έξι µήνες µετά την έναρξη της κατοχής, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έµαθαν πως σχεδιαζόταν, πώληση της εταιρείας τους, συγκλονίστηκαν. «Αν ιδιώτες αγόραζαν την εταιρεία µας, η πρώτη τους ενέργεια θα ήταν να µειώσουν το προσωπικό για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Θα καταδικαζόµασταν σε µια πολύ σκληρή µοίρα επειδή το εργοστάσιο ήταν ο µοναδικός τρόπος για να βγάζουµε το ψωµί µας. Τροµαγµένοι από αυτή την προοπτική, µια οµάδα δεκαεφτά εργατών -ανάµεσά τους και ο Μαχµούντ πήγαν στο γραφείο ενός από τους διευθυντές για να του µιλήσουν. Ξέσπασε καβγάς: Ένας από τους εργάτες χτύπησε το διευθυντή και ο σωµατοφύλακάς του πυροβόλησε εναντίον των εργατών, οι οποίοι του όρµησαν. Ο σωµατοφύλακας έµεινε ένα µήνα στο νοσοκοµείο. Δύο µήνες µετά συνέβη ένα ακόµα πιο βίαιο περιστατικό. Ο διευθυντής και ο γιος του πυροβολήθηκαν και τραυµατίστηκαν βαριά στο δρόµο τους προς την εταιρεία. Στο τέλος της συνοµιλίας µας ρώτησα τον Μαχµούντ τι θα συµβεί αν η εταιρεία πουληθεί παρά τις αναρρήσεις τους. «Εχουµε δύο επιλογές», µου απάντησε χαµογελώντας µου ευγενικά. «Είτε θα βάλουµε φωτιά στο εργοστάσιο και θα το αφήσουµε να παραδοθεί εξολοκλήρου στις φλόγες είτε θα ανατιναχτούµε µέσα στο εργοστάσιο. Όµως σίγουρα δε θα επιτρέψουµε να ιδιωτικοποιηθεί». Ήταν µια από τις πρώτες προειδοποιήσεις ότι η κυβέρνηση Μπους είχε υπερεκτιµήσει την ικανότητά της να εξαναγκάσει τους Ιρακινούς να υποταχτούν.

πήρχε ένα ακόµα εµπόδιο στο όνειρο της Ουάσινγκτον να προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις: οι φονταµενταλιστές της ελεύθερης αγοράς που στελέχωναν τις ίδιες τις κατοχικές Αρχές. Χάρη στις αντιρρήσεις τους για οτιδήποτε «κρατικιστικό», οι κατοχικές Αρχές διέθεταν ελάχιστο προσωπικό και πόρους για να υλοποιήσουν τα φιλόδοξα σχέδιά τους ιδίως όταν είχαν να αντιµετωπίσουν τη σκληρή αντίσταση εργαζοµένων όπως ο Μαχµούντ. Όπως έχει αποκαλύψει ο δηµοσιογράφος της Wαshington Post Ρατζίβ Τσαντρασεκαράν, το οργανόγραµµα της Προσωρινής Συµµαχικής Αρχής ήταν τόσο σκελετώδες, ώστε το τεράστιο έργο της ιδιωτικοποίησης των κρατικών εργοστασίων του Ιράκ είχε ανατεθεί µόνο σε τρεις ανθρώπους. «Μην µπείτε καν στον κόπο να ξεκινήσετε», συµβούλεψε τους τρεις υπευθύνους για τις ιδιωτικοποιήσεις µια αντιπροσωπεία από την Ανατολική Γερµανία, η οποία, όταν εκποίησε την κρατική περιουσία, είχε αναθέσει την υλοποίηση του σχεδίου σε 8.000 ανθρώπους. Εν ολίγοις, η ίδια η Προσωρινή Συµµαχική Αρχή ήταν υπερβολικά ιδιωτικοποιηµένη για να µπορέσει να ιδιωτικοποιήσει το Ιράκ.

Το πρόβληµα δεν ήταν µόνο ότι η Προσωρινή Συµµαχική Αρχή διέθετε ελάχιστο προσωπικό, αλλά και ότι τη στελέχωναν άνθρωποι που δεν είχαν τη στοιχειώδη εµπιστοσύνη στις δυνατότητες του δηµόσιου τοµέα η οποία απαιτείται για το πολύπλοκο έργο της ανοικοδόµησης ενός κράτους από την αρχή. Όπως έχει πει ο πολιτικός επιστήµονας Μάικλ Γουλφ, «οι συντηρητικοί δεν µπορούν να κυβερνούν καλά για τον ίδιο λόγο που ένας χορτοφάγος δεν µπορεί να µαγειρέψει ένα πρώτης τάξεως µοσχάρι µπουργκιντόν: Αν πιστεύεις ότι αυτό που καλείσαι να κάνεις είναι κακό, είναι απίθανο να το κάνεις καλά». Για να προσθέσει στη συνέχεια: «Ως τρόπος διακυβέρνησης, ο συντηρητισµός είναι συνώνυµος της καταστροφής».

Στο Ιράκ σίγουρα ήταν. Έχουν ειπωθεί πολλά για τη νεαρή ηλικία και την απειρία των πολιτικών στελεχών που διόρισαν οι ΗΠΑ στην Προσωρινή Συµµαχική Αρχή για το γεγονός ότι µια χούφτα τριαντάρηδων Ρεπουµπλικάνων είχαν κοµβικό ρόλο στην επίβλεψη του ύψους 13 δισεκατοµµυρίων προϋπολογισµού του Ιράκ. Παρόλο που δεν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι η ηλικία των µελών αυτής της αποκαλούµενης «παρέας των κακοµαθηµένων» ήταν ανησυχητικά µικρή, δεν ήταν αυτό το µεγαλύτερο ελάττωμα τους. Δεν είχαν διοριστεί απλώς επειδή είχαν πολιτικές διασυνδέσεις, είχαν πολεµήσει στην πρώτη γραµµή κατά τη διάρκεια της αντεπανάστασης εναντίον των υπολειµµάτων του κεϊνσιανισµού, ενώ πολλοί από αυτούς συνδέονταν µε το Heritage Foundation, που ήταν το επίκεντρο του φριντµανισµού από το 1973. Είτε, λοιπόν, επρόκειτο για εικοσάχρονους που έκαναν τη µαθητεία τους στο γραφείο του Ντικ Τσέϊνι είτε για εξηντάχρονους προέδρους πανεπιστηµίων, ένιωθαν την ίδια πολιτισµική αντιπάθεια για το κράτος και την κυβέρνηση, η οποία, αν και πολύτιµη για την αποδιάρθρωση της κοινωνικής ασφάλισης και της δηµόσιας παιδείας στις ΗΠΑ, ήταν ελάχιστα χρήσιµη στην ανασυγκρότηση των δηµόσιων υποδοµών του Ιράκ που είχαν καταστραφεί. Στην πραγµατικότητα, πολλοί από αυτούς πίστευαν ότι η διαδικασία της ανοικοδόµησης ήταν περισσή. Ο Τζέιµς Χάβµαν, υπεύθυνος για την αναδόµηση του συστήµατος υγείας του Ιράκ, ήταν σε τόσο µεγάλο βαθµό ιδεολογικά αντίθετος στη δωρεάν ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, ώστε, σε µια χώρα όπου το 70% της παιδικής θνησιµότητας οφειλόταν σε θεραπεύσιµες ασθένειες όπως η διάρροια και όπου οι θερµοκοιτίδες επισκευάζονταν µε κολλητική ταινία, έθεσε ως προτεραιότητά του την ιδιωτικοποίηση του συστήµατος διανοµής φαρµάκων.

Η έλλειψη έµπειρων δηµόσιων λειτουργών στην Πράσινη Ζώνη δεν ήταν µια αβλεψία. Αποτελούσε έκφραση του γεγονότος ότι η κατοχή του Ιράκ υπήρξε από την αρχή ένα ακραίο πείραµα «κούφιας διακυβέρνησης. Οι κοµβικές αρµοδιότητες για την ανοικοδόµηση του Ιράκ είχαν ήδη ανατεθεί στη Halliburton και στην KPMG όταν έφτασαν στη Βαγδάτη τα νεοσυντηρητικά πολιτικά στελέχη. Στο εξής το έργο τους ως δηµόσιων λειτουργών θα περιοριζόταν απλώς στη διαχείριση του ταµείου, κάτι που σήµαινε την παράδοση στις εργοληπτικές εταιρείες πακέτων µε δεσµίδες χαρτονοµισµάτων των εκατό δολαρίων. Πρόκειται για µια παραστατική απεικόνιση του αποδεκτού ρόλου της κυβέρνησης σε ένα κορπορατικό κράτος: να λειτουργεί ως µεταφορικός ιµάντας για να µεταβιβάζεται δηµόσιο χρήµα σε ιδιωτικά χέρια, ένα έργο για το οποίο η ιδεολογική αφοσίωση είναι πολύ πιο σηµαντική από την εµπειρία.

Αυτός ο αδιάκοπα κυλιόµενος µεταφορικός ιµάντας ήταν ένας από τους λόγους της οργής των Ιρακινών για την επιµονή των ΗΠΑ να δηµιουργήσουν µια αυστηρά ελεύθερη αγορά, χωρίς επιδοτήσεις ή προστατευτικούς δασµούς. Σε µια από τις πολλές οµιλίες του σε Ιρακινούς επιχειρηµατίες ο Μάικλ Φλάισερ εξήγησε ότι «Οι προστατευόµενες επιχειρήσεις δε γίνονται ποτέ ανταγωνιστικές».! Δεν έδειξε να αντιλαµβάνεται την ειρωνεία της κατάστασης: Η Halliburton, η Bechtel, η Parsons, η KPMG, η RTI, η Blackwater και οι υπόλοιπες αµερικανικές εταιρείες που είχαν σπεύσει στο Ιράκ για να επωφεληθούν από την ανοικοδόµηση βρίσκονταν κάτω από µια τεράστια προστατευτική οµπρέλα, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε δηµιουργήσει νέες αγορές για αυτές τις εταιρείες µε τον πόλεµο, είχε εµποδίσει τους ανταγωνιστές τους να µπουν στο παιχνίδι, τις πλήρωνε για να φέρουν σε πέρας το έργο της ανοικοδόµησης και εγγυόταν το ελάχιστο κέρδος τους και όλα αυτά µε χρήµατα των φορολογουµένων. Η σταυροφορία της Σχολής του Σικάγου, που η βασική της επιδίωξη ήταν η αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας του Νιου Ντιλ, είχε επιτέλους φτάσει στο αποκορύφωμα της µε αυτό το κορπορατικό Νιου Ντιλ. Ήταν µια απλούστερη, περισσότερο απροκάλυπτη µορφή ιδιωτικοποιήσεων, στο πλαίσιο της οποίας δεν ήταν καν αναγκαία η µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων: Οι εταιρείες τρέφονταν απευθείας από τα κρατικά ταµεία, χωρίς να χρειάζεται να κάνουν επενδύσεις, χωρίς να έχουν καµία νοµική ευθύνη και αποκοµίζοντας τεράστια κέρδη.

Τα δύο µέτρα και δύο σταθµά που ίσχυαν δηµιούργησαν µια εκρηκτική κατάσταση, καθώς απέκλειαν συστηµατικά του Ιρακινούς από το σχέδιο ανοικοδόµησης. Έχοντας δοκιµαστεί ήδη πολύ από τις κυρώσεις και την εισβολή, ήταν φυσικό οι περισσότεροι Ιρακινοί να θεωρούν δεδοµένο ότι είχαν το δικαίωµα να ωφεληθούν από την ανοικοδόµηση της χώρας τους και όχι µόνο από το τελικό αποτέλεσµα, αλλά και από τις θέσεις εργασίας που θα δηµιουργούνταν στην πορεία. Η είσοδος στη χώρα δεκάδων χιλιάδων ξένων εργατών προκειµένου να εργαστούν για τις ξένες εργοληπτικές εταιρείες αντιµετωπίστηκε ως µια προέκταση της εισβολής. Αντί για ανοικοδόµηση, αυτό που συνέβαινε ήταν µια νέα καταστροφή µε διαφορετική αµφίεση, αυτή της ολοκληρωτικής ισοπέδωσης των βιομηχανιών της χώρας, που αποτελούσαν σημαντική πηγή εθνικής υπερηφάνειας, η οποία υπερέβαινε τις σεχταριστικές διαχωριστικές γραμμές. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Μπρέμερ μόλις 15.000 Ιρακινοί εργάστηκαν για τη χρηματοδοτούμενη από τις ΗΠΑ ανοικοδόμηση. ένας εντυπωσιακά μικρός αριθμός. «Όταν ο λαός του Ιράκ είδε όλες τις συμβάσεις να ανατίθενται σε ξένους και οι άνθρωποι αυτοί να φέρνουν τους δικούς τους φρουρούς ασφάλειας και τους δικούς τους μηχανικούς, τι περιμένατε να συμβεί;» μου είπε ο Νούρι Σίτο, ένας ιρακινής καταγωγής Αμερικανός, όταν τον συνάντησα στην Πράσινη Ζώνη. Ο Σίτο είχε πάει στη Βαγδάτη για να βοηθήσει την Προσωρινή Συμμαχική Αρχή στην ανοικοδόμηση, όμως είχε κουραστεί να μιλάει διπλωματικά. «Η οικονομία αποτελεί την υπ’ αριθμόν ένα αιτία για την τρομοκρατία και την έλλειψη ασφάλειας».

Σε μεγάλο βαθμό, η βία στόχευε τις κατοχικές δυνάμεις, τα σχέδια ανοικοδόμησης και όσους εργάζονταν σε αυτά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αρκετές από τις επιθέσεις έγιναν από οργανώσεις, όπως η Αλ-Κάιντα, που η στρατηγική τους συνίστατο στην πρόκληση χάους. Ωστόσο, αν η ανοικοδόμηση είχε εξαρχής ενταχθεί σε ένα εθνικό σχέδιο, ενδεχομένως οι κάτοικοι του Ιράκ να την είχαν υπερασπιστεί, δυσκολεύοντας το έργο των προβοκατόρων.

Η κυβέρνηση Μπους θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε θέσει ως όρο κάθε εταιρεία που θα εισέπραπε χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων να χρησιμοποιεί Ιρακινούς για την υλοποίηση των σχεδίων της. Θα μπορούσε επίσης να είχε αναθέσει απευθείας συμβάσεις σε ιρακινές εταιρείες. Αυτά τα απλά μέτρα, που βασίζονται στην κοινή λογική, δεν εφαρμόστηκαν επί χρόνια επειδή έρχονταν σε αντίθεση με τη στρατηγική της μετατροπής της ανοικοδόμησης του Ιράκ σε μια οικονομική «φούσκα» και όλοι γνωρίζουν ότι οι .φούσκες» δε διογκώνονται με κανόνες και ρυθμίσεις, αλλά με την απουσία τους Ως εκ τούτου, εν ονόματι της ταχύτητας και της αποτελεσματικότητας, οι εργοληπτικές εταιρείες μπορούσαν να προσλαμβάνουν όποιον ήθελαν, να εισάγουν από οποιαδήποτε χώρα ήθελαν και να αναθέτουν υπεργολαβίες σε οποιαδήποτε επιχείρηση ήθελαν.

Το έργο ανατέθηκε σε έναν υπεργολάβο, ο οποίος το ανέθεσε σε κάποιον άλλο, για να καταλήξει τελικά σε έναν τρίτο. Επομένως, για τις συσκευές κλιματισμού πληρώθηκαν τέσσερις διαδοχικοί εργολάβοι, ο τελευταίος από τους οποίους τοποθέτησε ανεμιστήρες.

Αν έξι μήνες μετά την εισβολή οι Ιρακινοί έπιναν καθαρό νερό από υδραγωγεία που είχε κατασκευάσει η Bechtel, αν τα σπίτια τους φωτίζονταν από λαμπτήρες της GE, αν οι ασθενείς τους νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία που είχε ανεγείρει η Parsons, αν στους δρόμους τους περιπολούσαν ικανοί αστυνομικοί εκπαιδευμένοι από την DynCorp, πολλοί πολίτες (αν και όχι όλοι) θα είχαν δώσει τόπο στην οργή που τους προκαλούσε το γεγονός ότι είχαν αποκλειστεί από τη διαδικασία της ανοικοδόμησης. Όμως τίποτα από όλα αυτά δε συνέβη, και, πολύ πριν οι δυνάμεις της ιρακινής αντίστασης αρχίσουν να στοχοποιούν συστηματικά τα εργοτάξια της ανοικοδόμησης, κατέστησαν φανερές οι καταστροφικές επιπτώσεις της εφαρμογή των αρχών του lαissez-faire για την υλοποίηση ενός τόσο μεγάλου έργου, που, κανονικά, θα έπρεπε να εμπίπτει στις αρμοδιότητες του κράτους.

Καθώς δεν υπόκειντο σε καμία ρύθμιση, ήταν σε μεγάλο βαθμό προστατευμένες από την άσκηση ποινικών διώξεων και είχαν υπογράψει συμβάσεις που εξασφάλιζαν ότι το κόστος τους θα καλυπτόταν και θα είχαν και ένα κέρδος, αρκετές ξένες εταιρείες έκαναν κάτι απολύτως αναμενόμενο: Άρχισαν να διαπράττουν απάτες. Γνωστές στο Ιράκ ως «οι κυρίαρχοι», οι μεγάλες εργοληπτικές εταιρείες οργάνωσαν πολύπλοκα υπεργολαβικά σχήματα. Άνοιξαν γραφεία στην Πράσινη Ζώνη, στο Κουβέιτ ή στο Αμμάν και άρχισαν να αναθέτουν υπεργολαβίες σε εταιρείες του Κουβέιτ, οι οποίες, με τη σειρά τους, τις ανέθεσαν σε σαουδαραβικές εταιρείες, που, όταν οι συνθήκες ασφάλειας επιδεινώθηκαν υπερβολικά, τις ανέθεσαν σε ιρακινές εταιρείες (οι περισσότερες από τις οποίες έδρευαν στο Κουρδιστάν) για ένα κλάσμα του αρχικού ύψους της σύμβασης. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπάιρον Ντόργκαν έχει περιγράψει αυτό το δίκτυο χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα μια σύμβαση για συσκευές κλιματισμού στη Βαγδάτη: «Το έργο ανατέθηκε σε έναν υπεργολάβο, ο οποίος το ανέθεσε σε κάποιον άλλο, για να καταλήξει τελικά σε έναν τρίτο. Επομένως, για τις συσκευές κλιματισμού πληρώθηκαν τέσσερις διαδοχικοί εργολάβοι, ο τελευταίος από τους οποίους τοποθέτησε ανεμιστήρες. Ναι, ενώ ο Αμερικανός φορολογούμενος είχε πληρώσει για συσκευές κλιματισμού, αφού τα χρήματα άλλαξαν τέσσερις φορές χέρια, τελικά τοποθετήθηκαν ανεμιστήρες».  Ωστόσο το σημαντικότερο είναι ότι οι Ιρακινοί έβλεπαν όλο αυτό το διάστημα να λεηλατούνται τα χρήματα της βοήθειας που προοριζόταν για αυτούς, ενώ η χώρα τους έβραζε.

Όταν η Bechtel αποχώρησε από το Ιράκ, τον Νοέμβριο του 2006, απέδωσε στην «εξάπλωση της βίας» την αδυναμία της να ολοκληρώσει τα έργα που της είχαν ανατεθεί. Όμως η αποτυχία των εργοληπτικών εταιρειών είχε διαφανεί πολύ πριν γιγαντωθεί η ένοπλη αντίσταση στο Ιράκ. Τα πρώτα σχολεία που ανοικοδόμησε η Bechtel προκάλεσαν αμέσως πολλές διαμαρτυρίες.  Στις αρχές Απριλίου του 2004, προτού η βία κλιμακωθεί στο Ιράκ, επισκέφθηκα το Κεντρικό Νοσοκομείο Παίδων της Βαγδάτης. Υποτίθεται πώς το είχε ανοικοδομήσει μια αμερικανική εργοληπτική εταιρεία, όμως στους διαδρόμους υπήρχαν βοθρολύματα, καμία από τις τουαλέτες δε λειτουργούσε και οι άνθρωποι που προσπαθούσαν να επιδιορθώσουν τα προβλήματα ήταν τόσο φτωχοί, ώστε δεν είχαν καν παπούτσια ήταν υπο-υπο-υπο-υπο-υπεργολάβοι, σαν τις γυναίκες που ράβουν με το κομμάτι στις κουζίνες των σπιτιών τους για τον υπεργολάβο ενός δεύτερου υπεργολάβου που έχει αναλάβει το έργο από έναν εργολάβο της Wal-Mart.

Η κακοδιαχείριση συνεχίστηκε για τριάμισι χρόνια, έως ότου αποχώρησαν από το Ιράκ όλες οι μεγάλες αμερικανικές εργοληπτικές εταιρείες, έχοντας δαπανήσει δισεκατομμύρια, αλλά αφήνοντας πίσω τους ημιτελές το έργο τους. Η Parsons εισέπραξε 186 εκατομμύρια δολάρια για να κατασκευάσει εκατόν σαράντα δύο κλινικές. Μόνο έξι ολοκληρώθηκαν. Ακόμα και όσα έργα θεωρήθηκαν επιτυχίες του σχεδίου ανοικοδόμησης αμφισβητήθηκαν. Σύμφωνα με τους New York Τimes, Αμερικανοί ελεγκτές επιθεώρησαν τον Απρίλιο του 2007 οχτώ έργα τα οποία είχαν ολοκληρώσει αμερικανικές εργοληπτικές εταιρείες (συμπεριλαμβανομένων ενός μαιευτηρίου και ενός συστήματος καθαρισμού του νερού) και διαπίστωσαν ότι «τα εφτά από αυτά δε λειτουργούσαν πλέον βάσει των προδιαγραφών». Η εφημερίδα ανέφερε επίσης ότι το 2007 το ηλεκτροπαραγωγικό δίκτυο του Ιράκ παρήγε λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια από ό,τι το 2006.  Τον Δεκέμβριο του 2007, όταν πλέον είχαν εκπνεύσει όλες οι συμβάσεις για την ανοικοδόμηση του Ιράκ, το Γραφείο Γενικής Επιθεώρησης ερεύνησε ογδόντα εφτά περιπτώσεις ενδεχόμενης απάτης στις οποίες ενέχονται αμερικανικές εργοληπτικές εταιρείες. Η διαφθορά δεν ήταν αποτέλεσμα κακοδιαχείρισης, αλλά μια πολιτική απόφαση: Αν το Ιράκ ήταν το νέο σύνορο που έπρεπε να κατακτήσει ο καπιταλισμός της Άγριας Δύσης, δε θα έπρεπε να υπάρχουν νόμοι.

Η Προσωρινή Συμμαχική Αρχή δεν προσπάθησε να σταματήσει τις διάφορες απάτες, τις παράπλευρες συμφωνίες και τα τεχνάσματα, επειδή η ίδια η ύπαρξή της ήταν ένα τέχνασμα. Παρόλο που υποτίθεται ότι αποτελούσε το φορέα εξουσίας που εκπροσωπούσε τις ΗΠΑ, αυτό ίσχυε μόνο κατ’ όνομα, όπως επισήμανε ο δικαστής που εκδίκασε την περίφημη υπόθεση διαφθοράς στην οποία ενεχόταν η εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας Custer Battles.

Δύο πρώην υπάλληλοι της εν λόγω εταιρείας κατέθεσαν αγωγή κατηγορώντας τη ότι παραβίαζε τις συμβάσεις που είχε υπογράψει με την Πρόωρη Συμμαχική Αρχή και ότι είχε εξαπατήσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ αποσπώντας της εκατομμύρια δολάρια, κυρίως για τις υπηρεσίες της στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Το κατηγορητήριο βασιζόταν σε έγγραφα της εταιρείας που αποδείκνυαν ότι τηρούσε διπλά λογιστικά βιβλία: για την ίδια και για την Προσωρινή Συµµαχική Αρχή. Ο απόστρατος ταξίαρχος Χιου Ταντ κατέθεσε ότι η απόδοση της εταιρείας ήταν «ίσως η χειρότερη που έχω δει στα τριάντα χρόνια υπηρεσίας µου στο στρατό». (Μια από τις κατηγορίες εναντίον της Custer Battles ήταν ότι είχε ιδιοποιηθεί ιρακινά οχήµατα φορτοεκφόρτωσης του αεροδροµίου, τα είχε ξαναβάψει και είχε χρεώσει την Προσωρινή Συµµαχική Αρχή για την εκμίσθωση τους.)

Τον Μάρτιο του 2006 οι ένορκοι ενός οµοσπονδιακού δικαστηρίου της Βιρτζίνια αποφάνθηκαν ότι η εταιρεία είχε διαπράξει το αδίκηµα της απάτης και την υποχρέωσαν να καταβάλει αποζηµίωση 10 εκατοµµυρίων δολαρίων. Όµως η εταιρεία ζήτησε από το δικαστή να ακυρωθεί η δικαστική απόφαση, επικαλούµενη ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό υπερασπιστικό επιχείρηµα: ισχυριζόµενη ότι η Προσωρινή Συµµαχική Αρχή δεν υπαγόταν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, άρα δεν υπόκειτο στη νοµοθεσία των Ηνωµένων Πολιτειών. Οι προεκτάσεις αυτής της υπερασπιστικής γραµµής ήταν τεράστιες: Η κυβέρνηση Μπους είχε προσφέρει ασυλία από την ιρακινή νοµοθεσία στις αµερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στο Ιράκ, συνεπώς, αν η Προσωρινή Συµµαχική Αρχή δεν υπόκειτο στη νοµοθεσία των ΗΠΑ, αυτό σήµαινε ότι οι εργοληπτικές εταιρείες δεν υπόκειντο σε καµία νοµοθεσία, ούτε στην αµερικανική ούτε στην ιρακινή. Ο δικαστής αποφάνθηκε υπέρ της εταιρείας. Παραδέχτηκε ότι υπήρχαν άφθονα αποδεικτικά στοιχεία πως η Custer Battles είχε υποβάλει «πλαστά και δολίως διογκωµένα τιµολόγια» στην Προσωρινή Συµµαχική Αρχή, όµως αποφάσισε ότι οι ενάγοντες «απέτυχαν να αποδείξουν ότι εγείρονταν απαιτήσεις αποζηµίωσης βάσει της νοµοθεσίας των Ηνωµένων Πολιτειών».  Με άλλα λόγια, η εκπροσώπηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ στο Ιράκ κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους αυτού του οικονοµικού πειράµατος ήταν µια οφθαλµαπάτη: Δεν υπήρξε καµία κυβέρνηση, µόνο ένας αγωγός διοχέτευσης των δολαρίων των Αµερικανών φορολογουµένων και των εσόδων από τις πωλήσεις του ιρακινού πετρελαίου σε ξένες εταιρείες µε εντελώς παράνοµο τρόπο. Υπό αυτό το πρίσµα, η κατοχή του Ιράκ αποτελεί την πιο ακραία έκφραση της αντικρατικής αντεπανάστασης ένα κενό κράτος που, όπως αποφάσισαν τα δικαστήρια, δεν υπήρχε.

Όπως ο γκανγκστερικός στη Ρωσία και η ευνοιοκρατία του Μπους, το σηµερινό Ιράκ είναι ένα δηµιούργηµα της πενηντάχρονης σταυροφορίας για να ιδιωτικοποιηθεί ολόκληρος ο πλανήτης.

Όταν πλέον είχε µοιράσει δισεκατοµµύρια δολάρια στις εργοληπτικές εταιρείες, η Προσωρινή Συµµαχική Αρχή έπαψε να υφίσταται. Τα πρώην στελέχη της επέστρεψαν στον ιδιωτικό τοµέα, κι όταν αποκαλύφθηκαν τα σκάνδαλα, δεν υπήρχε στην Πράσινη Ζώνη κανείς για να υπερασπιστεί τις ολέθριες αποφάσεις της. Όµως η εξαφάνιση τόσων δισεκατοµµυρίων είχε έναν ισχυρό αvτίκτυπο. «Η σηµερινή κατάσταση είναι πολύ χειρότερη και δε δείχνει να βελτιώνεται, παρά τις υπέρογκες συµβάσεις που υπογράφτηκαν µε αµερικανικές εταιρείες», παρατήρησε ένας µηχανικός που εργαζόταν για το Υπουργείο Ενέργειας µία βδοµάδα µετά την αποχώρηση της Bechtel από το Ιράκ. «’Οχι µόνο δεν υπήρξε καµία βελτίωση, παρά τα δισεκατοµµύρια δολάρια που ξοδεύτηκαν για τον ηλεκτρισµό, αλλά, αντίθετα, τα πράγµατα χειροτέρεψαν». Ένας ταξιτζής στη Μοσούλη αναρωτιόταν: «Ποια ανοικοδόµηση; Σήµερα πίνουµε βρόµικο νερό από ένα υδραγωγείο που κατασκευάστηκε πριν από δεκαετίες και δεν το συντήρησαν ποτέ. Έχουµε ηλεκτρικό ρεύµα µόνο δύο ώρες τη µέρα. Και γυρίζουµε όλο και πιο πίσω. Μαγειρεύουµε µε καυσόξυλα που µαζεύουµε στα δάση, επειδή υπάρχουν ελλείψεις όσον αφορά το φυσικό αέριο».

Επιπλέον, η καταστροφική αποτυχία της ανοικοδόµησης του Ιράκ ευθύνεται άµεσα για την πιο θανάσιµη µορφή ανάκρουσης: για την επικίνδυνη άνοδο του θρησκευτικού φονταµενταλισµού και για τις σεχταριστικές συγκρούσεις. Όταν οι κατοχικές Αρχές αποδείχτηκαν ανίκανες να προσφέρουν τις πιο στοιχειώδεις υπηρεσίες, συµπεριλαµβανοµένης της ασφάλειας, οι κληρικοί και οι τοπικές πολιτοφυλακές κάλυψαν το κενό. Ο νεαρός σιίτης κληρικός Μογκτάντα αλ-Σαντρ αποκάλυψε ιδιαίτερα εύγλωττα τις αποτυχίες της ιδιωτικοποιηµένης ανοικοδόµησης πραγµατοποιώντας µια δική του σκιώδη ·ανοικοδόµηση στις σιιτικές φτωχογειτονιές από τη Βαγδάτη µέχρι τη Βασόρα, µε αποτέλεσµα να κερδίσει πολλούς αφοσιωµένους οπαδούς. Χρηµατοδοτούµενες αρχικά από τις δωρεές στα τεµένη και αργότερα από το Ιράν, οι σιιτικές οργανώσεις έστελναν ηλεκτρολόγους να επιδιορθώσουν το ηλεκτρικό και τηλεφωνικό δίκτυο, προγραµµάτιζαν την αποκοµιδή των απορριµµάτων σε τοπικό επίπεδο, τοποθετούσαν γεννήτριες έκτακτης ανάγκης, οργάνωναν εθελοντικές αιµοδοσίες και ρύθµιζαν την κυκλοφορία στους δρόµους. «Υπήρχε ένα κενό και κανείς δεν το κάλυπτε», είχε δηλώσει τις πρώτες µέρες ο αλ-Σαντρ, για να προσθέσει στη συνέχεια: «Κάνω ό,τι µπορω». Επιπλέον, στρατολόγησε νέους άντρες που δεν είχαν δουλειά και καµία ελπίδα στο Ιράκ του Μπρέµερ, τους έντυσε µε µαύρες στολές, τους όπλισε µε σκουριασµένα Καλάσνικοφ και συγκρότησε το Στρατό του Μαχντί, που είναι σήµερα µια από τις πιο βίαιες οµάδες που λαµβάνουν µέρος στις σεχταριστικές συγκρούσεις στο Ιράκ. Οι πολιτοφυλακές αυτές αποτελούν επίσης ένα κληροδότηµα του κορπορατισµού:Αν η ανοικοδόµηση είχε προσφέρει θέσεις εργασίας, ασφάλεια και υπηρεσίες στους Ιρακινούς, ο αλ-Σαντρ ούτε θα είχε να επιδείξει κάποιο έργο ούτε διέθετε τόσους πολλούς οπαδούς. Οι αποτυχίες της κορπορατικής Αµερικής έστρωσαν το δρόµο για την επιτυχία του αλ-Σαντρ.

Το Ιράκ υπό τον Μπρέµερ ήταν η λογική κατάληξη της ιδεολογία ς της Σχολής του Σικάγου: Οι υπάλληλοι του δηµόσιου τοµέα περιορίστηκαν στο ελάχιστο, οι δε περισσότεροι από αυτούς ήταν συµβασιούχοι, ζούσαν στην πόλη-κράτος της Halliburton, υπέγραφαν ευνοϊκούς για τις εταιρείες νόµους που τα προσχέδιά τους είχε ετοιµάσει η KPMG και µοίραζαν τσάντες γεµάτες µετρητά σε Δυτικούς εργολάβους που τους προστάτευαν µισθοφόροι και απολάµβαναν πλήρη ασυλία. Εν τω µεταξύ οι οργισµένοι Ιρακινοί στρέφονταν ολοένα και περισσότερο στο θρησκευτικό φονταµενταλισµό, επειδή αυτή είναι η µοναδική πηγή εξουσίας σε ένα απογυµνωµένο, κενό κράτος. Όπως ο γκανγκστερικός στη Ρωσία και η ευνοιοκρατία του Μπους, το σηµερινό Ιράκ είναι ένα δηµιούργηµα της πενηντάχρονης σταυροφορίας για να ιδιωτικοποιηθεί ολόκληρος ο πλανήτης. Αντί να µας παραπλανούν οι δηλώσεις αποκήρυξης των δηµιουργών του, οφείλουµε να το δούµε ως την πιο καθαρή ενσάρκωση της ιδεολογίας που το γέννησε.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: