Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 19)

 

ΕΒΔΟΜΟ ΜΕΡΟΣ

Η MΕTAKINOYMΕNH ΠΡΑΣΙΝΗ ΖΩΝΗ

ΟΥΔΕΤΕΡΕΣ ΖΩΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΙΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

«Επειδή έχετε τη δυνατότητα να ξεκινήσετε

από την αρχή, µπορείτε να το κάνετε από µια

θέση υπεροχής, κάτι που είναι πολύ καλό.

Είναι προνόµιο να έχετε αυτή την ευκαιρία,

επειδή υπάρχουν άλλες χώρες που δεν έχουν

τέτοια συστήµατα ή τις βαραίνουν συστήµατα

ηλικίας εκατό ή διακοσίων ετών. Από µια

άποψη, είναι πλεονέκτηµα για το Αφγανιστάν

να ξεκινάει από την αρχή µε τις καλύτερες ιδέες

και την καλύτερη τεχνική γνώση».

-Πολ Ο’Νιλ, υπουργός Οικονοµικών

των ΗΠΑ, Νοέµβριος 2002,

στην κατειληµµένη Καµπούλ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΣΑΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠAPAΛIA

«ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΣΟΥΝΑΜΙ»

 

«Το τσουνάµι, που σάρωσε τις ακτές σαν ένας

γιγαντιαίος οδοστρωτήρας, πρόσφερε στους

κατασκευαστές µια ευκαιρία, και αυτοί έσπευσαν

να την εκµεταλλευτούν».

 –Σεθ Μάιντανς, International Herald Tribune,

10 Μαρτίου 2005

 

Οπουδήποτε θριάμβευσε η σταυροφορία της Σχολής του Σικάγου

το 25-60% του πληθυσμού μετατράπηκε σε μια τάξη που ζει

μόνιμα κάτω από τα όρια της φτώχειας.

ήγα στην παραλία όταν ανέτειλε ο ήλιος, ελπίζοντας ότι θα συναντούσα κάποιους από τους ψαράδες προτού οι πιρόγες τους ανοιχτούν στο γαλαζοπράσινο πέλαγος. Ήταν Ιούλιος του 2005 και η παραλία ήταν σχεδόν έρηµη. Όµως υπήρχαν µερικές βαµµένες στο χέρι ξύλινες πιρόγες µε πλωτήρες, και δίπλα σε µια από αυτές βρισκόταν µια οικογένεια που ετοιµαζόταν να ξεκινήσει για ψάρεµα. Ο σαραντάχρονος Ρότζερ, που καθόταν στην άµµο φορώντας µόνο το σαρόνγκ του, επιδιόρθωνε ένα κόκκινο δίχτυ µαζί το γιο του Ιβάν, που ήταν είκοσι ετών. Η Ζενίτα, η σύζυγος του Ρότζερ, έκανε κύκλους γύρω από την πιρόγα κουνώντας ένα µικρό τενεκεδέντο κουτί µέσα στο οποίο καιγόταν θυµίαµα. «Για να µας φέρουν τύχη και να µας προστατέψουν οι θεοί», είπε εξηγώντας το τελετουργικό.

Μερικούς µήνες πριν η παραλία αυτή, όπως και δεκάδες άλλες κατά µήκος της ακτογραµµής της Σρι Λάνκα, είχε πληγεί από την πιο ολέθρια φυσική καταστροφή στην πρόσφατη ιστορία: το τσουνάµι της 24ης Δεκεµβρίου 2004, που είχε ως αποτέλεσµα να χάσουν τη ζωή τους 250.000 άνθρωποι και να µείνουν άστεγοι 2,5 εκατοµµύρια κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής.  Είχα φτάσει στη Σρι Λάνκα, µια από τις χειρότερα πληγείσες χώρες, έξι µήνες µετά για να συγκρίνω τις προσπάθειες ανοικοδόµησης µε εκείνες που γίνονταν στο Ιράκ. Με συνόδευε η Κουµάρι, µια ακτιβίστρια από το Κολόµπο, η οποία είχε συµµετάσχει στις προσπάθειες διάσωσης και αποκατάστασης και δέχτηκε να είναι η ξεναγός και η διερµηνέας µου στην περιοχή που έπληξε το τσουνάµι. Η περιοδεία µας ξεκίνησε από τον κόλπο του Αρούγκαµ, στις ανατολικές ακτές του νησιού. Εκεί υπάρχει ένας υποβαθµισµένος οικισµός ψαράδων, τον οποίο η κρατική υπηρεσία ανοικοδόµησης παρουσίαζε ως υπόδειγµα του σχεδίου της «να τα φτιάξει όλα καλύτερα από πριν».

Εκεί συνάντησα τον Ρότζερ, ο οποίος µας παρουσίασε µια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Είπε ότι «ο στόχος του σχεδίου είναι να εκδιωχτούν οι ψαράδες από την παραλία». Ισχυρίστηκε ότι αυτό το σχέδιο µαζικής εκδίωξης είχε αρχίσει να προετοιµάζεται πριν καν το γιγαντιαίο θαλάσσιο κύµα πλήξει την περιοχή. Όµως, όπως είχε συµβεί και µε τόσες άλλες καταστροφές, το τσουνάµι χρησιµοποιήθηκε για την προώθηση µιας βαθιά αντιδηµοφιλούς ατζέντας. Ο Ρότζερ µας είπε ότι για δεκαπέντε χρόνια η οικογένειά του ζούσε κατά τη διάρκεια της αλιευτικής περιόδου σε µια καλαµένια καλύβα στην παραλία του κόλπου του Αρούγκαµ. Μαζί µε δεκάδες άλλες οικογένειες ψαράδων, άφηναν τις πιρόγες τους δίπλα στις καλύβες τους και έβαζαν τα ψάρια που είχαν πιάσει πάνω σε φύλλα µπανανιάς για να στεγνώσουν. Συνυπήρχαν χωρίς προβλήµατα µε τους τουρίστες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Αυστραλοί και Ευρωπαίοι που τους άρεσε το σερφ και έµεναν σε ξενοδοχεία χτισµένα κατά µήκος της παραλίας-το είδος των ξενοδοχείων που τοποθετούν πλαστικές ξαπλώστρες δίπλα στο κύµα και κρεµούν στα φοινικόδεντρα ηχεία από τα οποία ακούγεται µουσική που παίζεται στα κλαµπ του Λονδίνου. Τα εστιατόρια αγόραζαν τα ψάρια αµέσως µόλις οι πιρόγες τα έφερναν στην ακτή, ενώ οι ψαράδες πρόσφεραν, µε τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους, τις πινελιές γραφικότητας που αναζητούν οι περισσότεροι τουρίστες.

Για πολλά χρόνια δεν υπήρχαν ιδιαίτερες έριδες ανάµεσα στους ξενοδόχους και στους ψαράδες στον κόλπο του Αρούγκαµ, εν µέρει επειδή ο εµφύλιος  πόλεµος στη Σρι Λάνκα είχε ως συνέπεια να µην µπορούν να αναπτυχθούν σηµαντικά ούτε η αλιευτική ούτε η τουριστική βιοµηχανία. Στις ανατολικές ακτές της Σρι Λάνκα διεξήχθησαν µερικές από τις πιο σκληρές µάχες, καθώς και τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, οι Τίγρεις για την Απελευθέρωση τωνΤάµιλ (γνωστοί ως Τίγρεις Τάµιλ) και η σιναλέζικη κεντρική κυβέρνηση του Κολόµπο, διεκδικούσαν την περιοχή, χωρίς όµως κανείς να καταφέρει να τη θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό του. Για να πάει κανείς στον κόλπο του Αρούγκαµ έπρεπε να περάσει από ένα δαίδαλο σηµείων ελέγχου, κινδυνεύοντας να βρεθεί εν µέσω διασταυρούµενων πυρών ή να πεθάνει εξαιτίας κάποιας βοµβιστικής επίθεσης αυτοκτονίας (οι Τίγρεις Τάµιλ χρεώνονται µε την επινόηση της ζώνης µε εκρηκτικά που φορούν οι βοµβιστές αυτοκτονίας). Σε όλα τα τουριστικά φυλλάδια υπήρχαν προειδοποιήσεις προς τους τουρίστες να αποφεύγουν τις ανατολικές ακτές της Σρι Λάνκα. Παρόλο που τα κύµατα στις ανατολικές ακτές είναι διάσηµα στους κύκλους αυτών που αγαπούν το σερφ, µόνο οι πιο φαναπκοί σέρφερ ήταν διατεθειµένοι να πάρουν το ρίσκο.

Τα πράγµατα άλλαξαν τον Φεβρουάριο του 2002, όταν η κεντρική κυβέρνηση του Κολόµπο και οι Τίγρεις Τάµιλ υπέγραψαν εκεχειρία. Δεν ήταν µια πραγµατική συµφωνία ειρήνης, αλλά µάλλον µια συµφωνία παύσης των εχθροπραξιών, που παραβιαζόταν από περιστασιακές βοµβιστικές επιθέσεις ή δολοφονίες. Παρά την εύθραυστη αυτή εκεχειρία, µόλις άνοιξαν πάλι οι δρόµοι, τα τουριστικά φυλλάδια άρχισαν να προβάλλουν τις ανατολικές ακτές της Σρι Λάνκα ως το επόµενο Πουκέτ: υπέροχα κύµατα για σερφ, πανέµορφες παραλίες, στιλάτα ξενοδοχεία, πικάντικο φαγητό, ρέιβ πάρτι κάτω από την πανσέληνο, «ένα καυτό µέρος για διασκέδαση», σύµφωνα µε το Lonely Plαnet. Και ο κόλπος του Αρούγκαµ ήταν το επίκεντρο της ψυχαγωγίας. Ταυτόχρονα, η κατάργηση των σηµείων ελέγχου σήµαινε ότι ψαράδες από ολόκληρη τη χώρα µπορούσαν πλέον να πηγαίνουν σε µερικές από τις πιο πλούσιες σε ψάρια περιοχές των ανατολικών ακτών, ανάµεσα στις οποίες ήταν και ο κόλπος του Αρούγκαµ.

Η παραλία κατακλύστηκε από ανθρώπους. Ο κόλπος του Αρούγκαµ ήταν χαρακτηρισµένος ως αλιευτική περιοχή, όµως οι ξενοδόχοι άρχισαν να διαµαρτύρονται ότι οι καλύβες εµπόδιζαν τη θέα και ότι η δυσοσµία των ψαριών που στέγνωναν έδιωχνε τους πελάτες (ένας από τους ξενοδόχους, κάποιος εκπατρισµένος Ολλανδός, µου είπε χαρακτηριστικά ότι «υπάρχει και η µόλυνση της οσφρησης»). Μερικοί από τους ξενοδόχους άρχισαν να πιέζουν τις τοπικές Αρχές, ζητώντας να µεταφερθούν οι πιρόγες και οι καλύβες των ψαράδων σε µια άλλη παραλία, λιγότερο δηµοφιλή στους ξένους τουρίστες. Οι ψαράδες αντέδρασαν, επισηµαίνοντας ότι ζούσαν εκεί για πολλές γενιές και ότι ο κόλπος του Αρούγκαµ δεν ήταν για αυτούς απλώς ένα λιµάνι για τις πιρόγες τους: Μόνο εκεί υπήρχε καθαρό νερό και ηλεκτρισµός, σχολεία για τα παιδιά τους και αγοραστές για τα ψάρια που έπιαναν.

Οι εντάσεις αυτές κλιµακώθηκαν, φτάνοντας στα πρόθυρα µιας έκρηξης έξι µήνες πριν από το τσουνάµι, όταν µια νύχτα ξέσπασε πυρκαγιά στην παραλία. Είκοσι τέσσερις καλύβες ψαράδων µετατράπηκαν σε στάχτη. Ο Ρότζερ και η οικογένειά του µου είπαν: «Χάσαµε όλα όσα είχαµε, τα υπάρχοντά µας, τα δίχτυα µας, τα παλαµάρια µας». Η Κουµάρι µε βοήθησε να µιλήσω µε αρκετούς ψαράδες στον κόλπο του Αρούγκαµ, και όλοι τους επέµεναν ότι επρόκειτο για εµπρησµό. Κατηγόρησαν τους ιδιοκτήτες των ξενοδοχείων, οι οποίοι ήθελαν την παραλία για τον εαυτό τους.

Αν όντως η πυρκαγιά ήταν µια απόπειρα εκφοβισµού των ψαράδων, απέτυχε. Η αποφασιστικότητά τους χαλυβδώθηκε και όσοι έχασαν τις καλύβες τους τις ξανάχτισαν.

Το τσουνάµι κατάφερε αυτό που δεν είχε καταφέρει η φωτιά: Καθάρισε την παραλία. Το νερό παρέσυρε τα πάντα: τις πιρόγες, τις καλύβες των ψαράδων, αλλά και τα τουριστικά µπανγκαλόου. Από τους 4.000 ανθρώπους της κοινότητας περίπου 350 σκοτώθηκαν. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν άνθρωποι όπως ο Ρότζερ, ο Ιβάν και η Ζενίτα, που κέρδιζαν τα προς το ζην από τη θάλασοα. Ωστόσο κάτω από τα χαλάσµατα και τους νεκρούς είχε δηµιουργηθεί αυτό που επεδίωκε η τουριστική βιοµηχανία: µια παρθένα παραλία, καθαρή από κάθε ίχνος ψαράδων, µια τουριστική Εδέµ. Αυτό είχε συµβεί σε όλο το µήκος των ακτών: Όταν αποµακρύνθηκαν τα χαλάσµατα, αυτό που απέµεινε ήταν … ένας παράδεισος.

Όταν οι συντηρούµενες µε επιδόµατα οικογένειες των ψαράδων επέστρεψαν στα σηµεία όπου κάποτε υπήρχαν οι κατοικίες τους, τους υποδέχτηκε η αστυνοµία και τους απαγόρεψε να τις ξαναχτίσουν. «Νέοι κανόνες», τους είπαν. Δε θα υπήρχαν πλέον κατοικίες στην παραλία, αυτές έπρεπε στο εξής να βρίσκονται σε απόσταση διακοσίων µέτρων από τον αιγιαλό. Οι περισσότεραι δεν είχαν αντίρρηση να εγκατασταθούν πιο µακριά από τη θάλασσα, όµως δεν υπήρχε διαθέσιµη γη, µε συνέπεια οι ψαράδες να µην έχουν πού να πάνε. Η νέα «ουδέτερη ζώνη» δεν επιβλήθηκε µόνο στον κόλπο του Αρούγκαµ, αλλά σε ολόκληρη την ανατολική ακτογραµµή. Οι παραλίες τέθηκαν εκτός ορίων πρόσβασης.

Το τσουνάµι προκάλεσε το θάνατο περίπου 35.000 κατοίκων της Σρι Λάνκα και µετέτρεψε σε πρόσφυγες περίπου 1 εκατοµµύριο. Οι ψαράδες, όπως ο Ρότζερ, αποτελούσαν το 80% των θυµάτων σε µερικές περιοχές το ποσοστό προσέγγιζε το 90%. Για να τους διανέµεται συσσίτιο και να µπορούν να εισπράττουν µικρά επιδόµατα έκτακτης ανάγκης, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις παραλίες και εγκαταστάθηκαν σε προσωρινούς καταυλισµούς προσφύγων στην ενδοχώρα. Στους περισσότερους από τους καταυλισµούς υπήρχαν παραπήγµατα φτιαγµένα από λαµαρίνα, τα οποία παγίδευαν τη ζέστη σε τόσο αφόρητο βαθµό, ώστε πολλοί να κοιµούνται έξω. Σταδιακά οι καταυλισµοί άρχισαν να βροµίζουν και να µετατρέπονται σε εστίες ασθενειών, ενώ γύρω τους περιπολούσαν στρατιώτες µε απειλητικό βλέµµα και αυτόµατα όπλα.

Επισήµως, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η ουδέτερη ζώνη ήταν ένα µέτρο ασφάλειας, που απέβλεπε στην αποτροπή µιας νέας καταστροφής στην περίπτωση που ένα καινούριο τσουνάµι έπληττε τις ακτές. Επιφανειακά, το επιχείρηµα φάνταζε λογικό. Όµως υπήρχε ένα εξόφθαλµο πρόβληµα σε αυτή τη συλλογιστική: Δεν ίσχυε για την τουριστική βιοµηχανία. Αντίθετα, δόθηκαν κίνητρα προκειµένου αυτή να επεκταθεί στον πολύτιµο αιγιαλό όπου οι ψαράδες ζούσαν και εργάζονταν µέχρι τότε. Τα ξενοδοχεία εξαιρέθηκαν από την υποχρέωση µη παραβίασης της ουδέτερης ζώνης: Ανεξάρτητα από το πόσο σύνθετες ή πόσο κοντά στον αιγιαλό ήταν, µπορούσαν να ανεγείρουν ελεύθερα νέες κτιριακές εγκαταστάσεις, αρκεί να τις ταξινοµούσαν ως «επιδιορθώσεις». Καθ’όλο το µήκος του κόλπου του Αρούγκαµ άρχισαν να εργάζονται συνεργεία οικοδόµων. «Οι τουρίστες δεν κινδυνεύουν από ένα νέο τσουνάµι;»… αναρωτιόταν ο Ρότζερ.

Για εκείνον και τους συναδέλφους του η ουδέτερη ζώνη δεν ήταν τίποτα άλλο από µια δικαιολογία ώστε η κυβέρνηση να κάνει αυτό που ήθελε να κάνει πριν από το τσουνάµι: να διώξει από την παραλία τους ψαράδες. Παρόλο που οι ψαριές τους επαρκούσαν για να συντηρούν τις οικογένειές τους, η αλιεία δε συνέβαλλε στην οικονοµική µεγέθυνση της χώρας όπως την υπολογίζουν θεσµικοί οργανισµοί σαν την Παγκόσµια Τράπεξα, ενώ η γη όπου ήταν χτισµένες οι καλύβες τους θα µπορούσε να χρησιµοποιηθεί µε πολύ πιο επικερδή τρόπο. Λίγο πριν από την άφιξή µου στη Σρι Λάνκα ένα έγγραφο µε τον τίτλο «Σχέδιο για την Ανάπτυξη των Πόρων του Κόλπου του Αρούγκαµ» διέρρευσε στον Τύπο, επιβεβαιώνοντας τους χειρότερους φόβους των ψαράδων. Η οµοσπονδιακή κυβέρνηση είχε αναθέσει σε µια οµάδα διεθνών συµβούλων να επεζεργαστούν ένα αναπτυξιακό πρόγραµµα για τον κόλπο του Αρούγκαµ, και το εν λόγω σχέδιο ήταν το αποτέλεσµα. Παρόλο που το τσουνάµι είχε καταστρέψει µόνο τις ιδιοκτησίες στην παραλία, ενώ το µεγαλύτερο µέρος της κωµόπολης δεν είχε πληγεί, το σχέδιο προέβλεπε την ισοπέδωση και την ανοικοδόµησή της στον κόλπο του Αρούγκαµ, προκειµένου αυτή να µετατραπεί από µια µικρή παράκτια πόλη που γοήτευε τους χίπηδες σε έναν υψηλού επιπέδου «τουριστικό προορισµό», µε ξενοδοχεία πέντε αστέρων, πολυτελείς «οικολογικές καλύβες» στις οποίες η διανυκτέρευση θα κόστιζε 300 δολάρια, µια προβλήτα για υδροπλάνα και ένα ελικοδρόµιο. Οι συντάκτες του σχεδίου προέβλεπαν γεµάτοι ενθουσιασµό ότι ο κόλπος του Αρούγκαµ θα αποτελούσε το πρότυπο για τριάντα παρακείµενες «τουριστικές» ζώνες», ώστε οι ανατολικές ακτές της Σρι Λάνκα να µετστραπούν σε µια νοτιοασιατική Ριβιέρα.

Στο σχέδιο δε γινόταν καµία µνεία στα θύµατα που άφησε πίσω του το τσουνάµι, τις εκατοντάδες οικογένειες των ψαράδων που ζούσαν και δούλευαν στην παραλία. Όπως εξηγούσαν οι συντάκτες του σχεδίου, οι κάτοικοι του οικισµού θα µεταφέρονταν σε πιο κατάλληλα σηµεία, µερικά από τα οποία απείχαν αρκετά χιλιόµετρα από τη θάλασσα. Το χειρότερο από όλα ήταν πως τα 80 εκατοµµύρια δολάρια που απαιτούνταν για το αναπτυξιακό σχέδιο θα προέρχονταν από την οικονοµική βοήθεια που είχε συγκεντρωθεί για τα θύµατα από το τσουνάµι.

Τα δακρυσµένα πρόσωπα αυτών των ψαράδων και των οικογενειών τους, αλλά και αντίστοιχων απλών ανθρώπων στην Ταϊλάνδη και στην Ινδονησία, είχαν προκαλέσει µετά το τσουνάµι ένα πρωτοφανές στην ιστορία κύµα διεθνούς αλληλεγγύης. Οι στοιβαγµένες έξω από τεµένη σοροί συγγενών, οι γυναίκες που προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν αν ένα πνιγµένο µωρό ήταν το δικό τους, τα παιδιά που είχε καταπιεί η θάλασσα, όλα αυτά συγκίνησαν την παγκόσµια κοινή γνώµη. Όµως για τους κατοίκους οικισµών όπως εκείνος του κόλπου του Αρούγκαµ η «ανοικοδόµηση» δε σήµαινε τίποτα άλλο πέρα από την εσκεµµένη καταστροφή της κουλτούρας και του τρόπου ζωής τους, αλλά και την αρπαγή της γης τους. Όπως µου είπε η Κουµάρι, η διαδικασία τη ανοικοδόµησης «θυµατοποιεί τα θύµατα, εκµεταλλεύεται αυτούς που είναι ήδη αντικείµενα εκµετάλλευσης».

Όταν άρχισε η υλοποίηση του σχεδίου, προκάλεσε µια έκρηξη οργής σε ολόκληρη τη χώρα, και περισσότερο στον κόλπο του Αρούγκαµ. Όταν εγώ και η Κουµάρι φτάσαµε στην κωµόπολη, πέσαµε πάνω σε ένα πλήθος αρκετών εκατοντάδων διαδηλωτών ντυµένων µε ένα πολύχρωµο συνονθύλευµα από σάρι, σαρόνυκ, χιτζάµπ και σανδάλια. Αρχικά είχαν συγκεντρωθεί στην παραλία και µόλις ξεκινούσαν µια πορεία που θα περνούσε µπροστά από τα ξενοδοχεία και θα κατέληγε στη γειτονική πόλη Πότουβιλ, όπου έδρευε η τοπική αυτοδιοίκηση. Ενώ περνούσαν µπροστά από τα ξενοδοχεία, ένας νεαρός που φορούσε λευκή µπλούζα και κρατούσε κόκκινο τηλεβόα παρακινούσε τους διαδηλωτές να φωνάζουν συνθήµατα. «Δε θέλουµε, δε θέλουµε … » κραύγασε εκείνος, για να προσθέσει το πλήθος: « τουριστικά ξενοδοχεία!». «Οι Λευκοί … » συνέχισε, για να συµπληρώσει το πλήθος: « … να φύγουν!». (Η Κουµάρι µου µετέφραζε από τη γλώσσα των Τάµιλ, ζητώντας µου συγνώµη.) Ένας άλλος νεαρός, µε επιδερµίδα αργασµένη από τον ήλιο και τη θάλασσα, πήρε τον τηλεβόα και φώναξε: «Θέλουµε, θέλουµε … », για να απαντήσει το πλήθος: « τη γη µας! τα σπίτια µας! ένα λιµάνι! τα χρήµατα της βοήθειας!». Ο νεαρός συνέχισε: «Πείνα, πείνα!». Και το πλήθος συµπλήρωσε: «Οι ψαράδες πεθαίνουν από την πείνα!».

Μπροστά στο κτίριο της τοπικής αυτοδιοίκησης οι επικεφαλής της πορείας κατηγόρησαν τους εκλεγµένους αντιπροσώπους τους ότι τους είχαν εγκαταλείψει, ότι ήταν διεφθαρµένοι, ότι σπαταλούσαν τα χρήµατα της βοήθειας που προοριζόταν για τους ψαράδες «για να προικίζουν τις κόρες τους και να αγοράζουν κοσµήµατα για τις συζύγους τους». Και πρόσθεσαν ότι οι Σιναλέζοι είχαν ευνοϊκή µεταχείριση, ότι γίνονταν διακρίσεις σε βάρος των µουσουλµάνων και ότι «οι ξένοι εκµεταλλεύονται τη δυστυχία µας».

Όµως η διαµαρτυρία τους δεν είχε αποτέλεσµα. Στο Κολόµπο συνοµίλησα µε το γενικό διευθυντή του Γραφείου για τον Τουρισµό, τον Σεενιβασάγκαµ Καλαϊσέλβαµ, ένα µεσήλικα γραφειοκράτη ο οποίος είχε την κακή συνήθεια να επικαλείται λόγια «διάσηµων προσωπικοτήτων» της Σρι Λάνκα. Τον ρώτησα τι θα απογίνονταν οι ψαράδες που ζούσαν σε τοποθεσίες όπως ο κόλπος του Αρούγκαµ. Έγειρε πίσω στην ψάθινη πολυθρόνα του και µου απάντησε: «Στο παρελθόν υπήρχαν στην παράκτια ζώνη πολλές παράνοµες εγκαταστάσεις [ … ] που δεν είχαν ανεγερθεί βάσει του σχεδίου για τον τουρισµό. Είναι καλό για τον τουρισµό ότι το τσουνάµι κατέστρεψε τις περισσότερες από αυτές τις παράνοµες εγκαταστάσεις, ότι δεν υπάρχουν πλέον κτίσµατα εκεί». Και πρόσθεσε ότι, αν οι ψαράδες επιστρέψουν και ξαναχτίσουν τις καλύβες τους, «θα υποχρεωθούµε να τις κατεδαφίσουµε. [ … ] Η παραλία θα παραµείνει καθαρή».

Δεν ήταν έτσι στην αρχή. Όταν η Κουµάρι πρωτοβρέθηκε στην ανατολική ακτή, µερικές µέρες µετά το τσουνάµι, δεν είχε ακόµα φτάσει η επίσηµη βοήθεια. Αυτό σήµαινε ότι όλοι βοηθούσαν τους πληγέντες, τους περιέθαλπαν, έσκαβαν τάφους. Οι εθνικές διαφορές που σπάραζαν την περιοχή είχαν εξαφανιστεί. «Οι µουσουλµάνοι πήγαιναν στις συνοικίες των Τάµιλ και έθαβαν τους νεκρούς και οι Τάµιλ πήγαιναν στις συνοικίες των µουσουλµάνων για να φάνε και να βρουν πόσιµο νερό. Οικογένειες που ζούσαν στην ενδοχώρα έστελναν καθηµερινά από δύο µερίδες φαγητό, κάτι που για αυτούς ήταν µεγάλη ποσότητα, επειδή είναι πολύ φτωχοί άνθρωποι. Δεν το έκαναν προσδοκώντας κάποιο αντάλλαγμα. Το έκαναν επειδή αισθάνονταν ότι έπρεπε να βοηθήσουν το γείτονά τους, ότι έπρεπε να βοηθήσουν τις αδερφές, τους αδερφούς, τις κόρες, τις μητέρες τους», θυμάται η Κουμάρι.

Παρόμοια διαπολιτισμική βοήθεια έφτανε από ολόκληρη τη χώρα. Έφηβοι Τάμιλ έσπευδαν με τα τρακτέρ τους να βοηθήσουν στην ανακάλυψη των πτωμάτων. Παιδιά που οι γονείς τους ήταν χριστιανοί έστελναν τις μαθητικές στολές τους για να χρησιμοποιηθούν ως λευκά σάβανα για τους μουσουλμάνους νεκρούς, ενώ το ίδιο έκαναν και ινδουίστριες με τα λευκά σάρι τους. Αυτός ο τεράστιος όγκος θαλασσινού νερού και ερειπίων ήταν τόσο ορμητικός, ώστε, εκτός από τα σπίτια και τους δρόμους, συμπαρέσυρε στο διάβα του άσβεστα μίση, αιματηρές βεντέτες και αλληλοκατηγορίες για το ποιος δολοφόνησε ποιον. Η Κουμάρι, που για πολλά χρόνια προσπαθούσε μαζί με άλλους ειρηνιστές να γεφυρώσει τις διαφορές, συγκλονίστηκε βλέποντας τους συμπατριότες της να αντιμετωπίζουν με τόση αξιοπρέπεια μια τόσο μεγάλη τραγωδία. Αντί να συζητούν ατέρμονα για την ειρήνη, οι κάτοικοι της Σρι Λάνκα την είχαν κάνει πράξη τη στιγμή της μεγαλύτερης δυστυχίας τους.

Όλα έδειχναν ότι η χώρα θα μπορούσε να βασιστεί στη διεθνή υποστήριξη για να ανακάμψει. Στην αρχή η βοήθεια δεν προήλθε από τα κράτη, που άργησαν να αντιδράσουν, αλλά από την ατομική πρωτοβουλία ανθρώπων οι οποίοι είδαν την καταστροφή στην τηλεόραση. Μαθητές από την Ευρώπη διοργάνωναν παζάρια με προσωπικά τους είδη και μάζευαν μπουκάλια για να τα πουλήσουν, μουσικοί οργάνωναν συναυλίες, θρησκευτικές ομάδες έκαναν εράνους για να συγκεντρώσουν ρούχα, κουβέρτες και χρήματα. Στη συνέχεια οι πολίτες άρχισαν να απαιτούν από τις κυβερνήσεις των χωρών τους να δείξουν την ίδια γενναιοδωρία στέλνοντας επίσημη βοήθεια. Μέσα σε έξι μήνες συγκεντρώθηκαν 13 δισεκατομμύρια δολάρια ένα παγκόσμιο ρεκόρ.

Τους πρώτους έξι μήνες το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων για την ανοικοδόμηση έφτασε σε όσους τα δικαιούνταν. Μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις αρωγής διένειμαν τρόφιμα, πόσιμο νερό, σκηνές και προκατασκευασμένα προσωρινά καταλύματα. Οι καταυλισμοί προσφύγων δημιουργήθηκαν ως ένα προσωρινό μέτρο, ώστε να μπορούν να μένουν κάπου οι άστεγοι μέχρι να κατασκευαστούν μόνιμες κατοικίες για αυτούς. Και είναι βέβαιο ότι υπήρχαν αρκετά χρήματα για να ανεγερθούν μόνιμες κατοικίες. Όμως, όταν έξι μήνες μετά πήγα στη Σρι Λάνκα, είχε σημειωθεί ελάχιστη πρόοδος. Δεν είχε κατασκευαστεί σχεδόν καμία μόνιμη κατοικία και οι καταυλισμοί  προσφύγων είχαν αρχίσει να μετατρέπονται από προσωρινά καταφύγια σε οχυρωμένες παραγκουπόλεις.

Όσοι εργάζονταν στα προγράμματα βοήθειας διαμαρτύρονταν ότι η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα έβαζε συνεχώς καινούρια εμπόδια. Στην αρχή δημιούργησε την ουδέτερη ζώνη. Έπειτα αρνήθηκε να παραχωρήσει εκτάσεις γης για να ανεγερθούν νέες κατοικίες. Και, τέλος, ανέθεσε σε ξένους ειδικούς να ετοιμάσουν μια ατέλειωτη σειρά από μελέτες και σχέδια. Ενώ οι γραφειοκράτες συζητούσαν, όσοι είχαν επιζήσει από το τσουνάμι διέμεναν σε αποπνικτικούς καταυλισμούς στην ενδοχώρα, επιβιώνοντας χάρη σε συσσίτια, υπερβολικά μακριά από τη θάλασσα για να μπορούν να ξαναρχίσουν να ψαρεύουν. Παρόλο που η ευθύνη για τις καθυστερήσεις αποδιδόταν στη γραφειοκρατία και στην κακοδιαχείριση, στην πραγματικότητα διακυβεύονταν πολύ σοβαρότερα πράγματα.

Πριν από το κύμα: Ματαιωμένα σχέδια

ο σχέδιο για την ανάπλαση της Σρι Λάνκα είχε καταρτιστεί δύο χρόνια πριν από το τσουνάμι. Όλα άρχισαν όταν τέλειωσε ο εμφύλιος πόλεμος και οι συνήθεις «παίκτες» (με προεξάρχουσες την Αμερικανική Εταιρεία Διεθνούς Ανάπτυξης USAID, την Παγκόσμια Τράπεξα και το παρακλάδι της, την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης) κατέφτασαν στη χώρα για να συνωμοτήσουν για την ενσωμάτωση της Σρι Λάνκα στην παγκόσμια οικονομία. Όλοι συναίνεσαν ότι το πιο σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Σρι Λάνκα ήταν το γεγονός πως αποτελούσε μια από τις τελευταίες περιοχές που δεν είχαν υποκύψει στην κερδοσκοπική παγκοσμιοποίηση μια παράπλευρη συνέπεια του εμφύλιου πολέμου. Αν και μικρή χώρα, η Σρι Λάνκα παρουσίαζε σημαντική βιοποικιλότητα, με πολλά άγρια ζώα, όπως λεοπαρδάλεις, μαϊμούδες και χιλιάδες μη εξημερωμένους ελέφαντες. Οι πλημμυρίδες ήταν σπάντο φαινόμενο στις παραλίες της, ενώ στα βουνά της χώρας υπήρχαν ναοί και ιεροί τόποι του ινδουισμού, του βουδισμού και του ισλαμισμού. Και, το καλύτερο από όλα, όπως επεσήμαιναν με ενθουσιασμό οι συντάκτες της έκθεση της USAID, «όλα αυτά σε μια περιοχή που έχει την ίδια έκταση με τη Δυτική Βιρτζίνια».

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι ζούγκλες της Σρι Λάνκα, που πρόσφεραν τόσο αποτελεσματική κάλυψη στους αντάρτες, θα μετατρέπονταν σε χώρο προσέλκυσης ριψοκίνδυνων οικοτουριστών, οι οποίοι θα ήταν πρόθυμοι να ανεβαίνουν σε ελέφαντες και να µετακινούνται σαν τον Ταρζάν από το ένα δέντρο στο άλλο, µε τον τρόπο που γίνεται στην Κόστα Ρίκα. Οι θρησκείες της, υπεύθυνες για τόσες αιµατοχυσίες, θα αξιοποιούνταν για να καλυφθούν οι πνευµατικές ανάγκες των Δυτικών τουριστών: Βουδιστές µοναχοί θα διεύθυναν κέντρα διαλογισµού, ινδουίστριες θα χόρευαν παραδοσιακούς χορούς στα ξενοδοχεία, ενώ ιατρικές κλινικές θα εφάρµοζαν το ινδουιστικό σύστηµα βστανοθεραπείας και οµοιοπαθητικής για την ανακούφιση του πόνου.

Εν συντοµία, ενώ στην υπόλοιπη Ασία θα υπήρχαν κάτεργα εντατικής εκµετάλλευσης του µόχθου των ανθρώπων και φρενήρεις χρηµατιστηριακές αγορές, η Σρι Λάνκα θα εξυπηρετούσε το ρόλο του τόπου ανάπαυσης και διακοπών των πρωτοπόρων της Νέας Οικονοµίας. Εξαιτίας του τεράστιου πλούτου που παραγόταν στα υπόλοιπα προκεχωρηµένα φυλάκια του απορρυθµισµένου καπιταλισµού, δεν ετίθετο ζήτηµα χρηµάτων για να απολαύσει κανείς έναν απόλυτα εξισορροπηµένο συνδυασµό πολυτέλειας και άγριας φύσης, περιπέτειας και υψηλού επιπέδου υπηρεσιών. Οι ξένοι σύµβουλοι ήταν πεπεισµένοι ότι το µέλλον της Σρι Λάνκα εξαρτιόταν από ξενοδοχειακές αλυσίδες όπως η Aman Resorts, η οποία είχε πρόσφατα κατασκευάσει στις νόπες ακτές δύο εντυπωσιακά θέρετρα, όπου η διανυκτέρευση κόστιζε 800 δολάρια και σε κάθε σουίτα υπήρχε πισίνα.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν τόσο ενθουσιασµένη µε την προοπτική να γίνει η Σρι Λάνκα ένας προορισµός υψηλού τουρισµού, που θα πρόσφερε τεράστιες νέες ευκαιρίες για ξενοδοχειακές αλυσίδες και γραφεία οργανωµένων ταξιδιών, ώστε η USAID εκπόνησε ένα πρόγραµµα αναδιοργάνωσης της τουριστικής βιοµηχανίας της στα πρότυπα των παντοδύναµων λόµπι της Ουάσινγκτον. Ο προϋπολογισµός για την προώθηση του τουρισµού θα αυξανόταν «από λιγότερα από 500.000 δολάρια ετησίως σε περίπου 10 εκατοµµύρια δολάρια». Η πρεσβεία των ΗΠΑ κατάρτισε το Πρόγραµµα Ανταγωνιστικότητας, το οποίο θύµιζε περισσότερο διάταγµα που προωθούσε τα οικονοµικά συµφέροντα των Ηνωµένων Πολιτειών στη χώρα. Ο επικεφαλής του προγράµµατος, ένας γκριζοµάλλης οικονοµολόγος ονόµατι Τζον Βάρλεϊ, µου είπε ότι πίστευε πως το Γραφείο για τον Τουρισµό της Σρι Λάνκα έβαζε χαµηλά τον πήχη όταν υπολόγιζε ότι µπορούσε να προσελκύει 1 εκατοµµύριο τουρίστες ετησίως µέχρι το τέλος της δεκαετίας. «Προσωπικά, νοµίζω ότι µπορούν να διπλασιάσουν αυτό τον αριθµό». Ο Πίτερ Χάρολντ, ένας Άγγλος αξιωµατούχος της Παγκόσµιας Τράπεξας στη Σρι Λάνκα, µου είπε: «Πάντα θεωρούσα το Μπαλί το ιδανικό µέτρο σύγκρισης [για τον τουρισµό στη Σρι Λάνκα]».

Δεν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι ο υψηλού επιπέδου τουρισµός είναι µια αναπτυσσόµενη αγορά. Τα συνολικά έσοδα των πολυτελών ξενοδοχείων, όπου η διανυκτέρευση κοστίζει 405 δολάρια κατά µέσο όρο, αυξήθηκαν κατά 70% µεταξύ 2001 και 2005 καθόλου άσχηµα αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για µια περίοδο κατά την οποία έλαβαν χώρα οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου, ο πόλεµος του Ιράκ και η τροµακτική αύξηση της τιµής των καυσίµων. Από πολλές απόψεις, η εντυπωσιακή ανάπτυξη αυτού του τοµέα είναι ένα υποπροϊόν της ακραίας ανισότητας που προέκυψε από το γενικευµένο θρίαµβο της σταυροφορίας της Σχολής του Σικάγου. Ανεξάρτητα από τη συνολική κατάσταση της παγκόσµιας οικονοµίας, υπάρχει πλέον µια αρκετά µεγάλη ελίτ δισεκατοµµυριούχων και πολυδισεκατοµµυριούχων, ώστε η Γουόλ Στρυσ να τους βλέπει ως µια οµάδα «υπερκαταναλωτών» που έχουν τη δυνατότητα να συντηρούν από µόνοι τους την καταναλωτική ζήτηση. Ο Ατζάι Καπούρ, πρώην επικεφαλής της οµάδας παγκόσµιων στρατηγικών επενδύσεων της Citigroup Smith Barney, ενθαρρύνει τους πελάτες του να επενδύουν στο «χαρτοφυλάκιο της πλουτονοµίας» που έχει δηµιουργήσει και αποτελείται από µετοχές εταιρειών όπως η Bulgari, η Porsche, η Four Seasons και η Sotheby’s. «Αν συνεχιστεί η µεγέθυνση της πλουτονοµίας -και πιστεύουµε ότι αυτό θα συµβεί, αν διατηρηθεί και διευρυνθεί η εισοδηµατική ανισότητα, τότε το «χαρτοφυλάκιο της πλουτονοµίας» θα συνεχίσει να προσφέρει καλές αποδόσεις.

Όµως, προτού η Σρι Λάνκα µπορέσει να εκπληρώσει το πεπρωµένο της ως της παιδικής χαράς του τζετ σετ της «αλουτονοµίω;», υπήρχαν µερικοί τοµείς στους οποίους έπρεπε να γίνουν δραστικές βελτιώσεις, και µάλιστα πολύ γρήγορα. Πρώτα απ’όλα, για να προσελκύσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, η κυβέρνηση έπρεπε να καταργήσει τους φραγµούς στην ιδιοκτησία της υπο (περίπου το 80% της Σρι Λάνκα ανήκε στο κράτους ). Επιπλέον, οι εργασιακοί νόµοι έπρεπε να γίνουν πιο «ελαστικοί», ώστε οι επενδυτές να βρίσκουν πιο εύκολα προσωπικό για τα ξενοδοχεία τους. Και έπρεπε να εκσυγχρονιστούν οι υποδοµές: αυτοκινητόδροµοι, αεροδρόµια, δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Ωστόσο, καθώς η Σρι Λάνκα ήταν καταχρεωµένη εξαιτίας της αγοράς εξοπλισµών, η κυβέρνηση δε διέθετε τα απαραίτητα κονδύλια για να πραγµατοποιήσει γρήγορα αυτές τις βελτιώσεις. Της προτάθηκαν οι γνωστές συµφωνίες: δάνεια από την Παγκόσµια Τράπεξα και το ΔΝΤ µε αντάλλαγµα να ανοίξει την οικονοµία της στις ιδιωτικοποιήσεις και στις «συνεργασίες δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα».

Όλα αυτά τα σχέδια και οι όροι διατυπώθηκαν στο Regaining Sri Lαnkα (Ανακτώντας τη Σρι Λάνκα), το εγκεκριμένο από την Παγκόσμια Τράπεζα πρόγραμμα της θεραπείας-σοκ, το οποίο οριστικοποιήθηκε στις αρχές του 2003. Ο βασικός υπέρμαχος του προγράμματος στη Σρι Λάνκα ήταν ο πολιτικός και επιχειρηματίας Μάνο Τιταβέλα, ένας άντρας που θυμίζει υπερβολικά πολύ το γερουσιαστή Νιουτ Γκίνγκρυτς τόσο εμφανισιακά όσο και ιδεολογικά.

Όπως όλα τα σχέδια για θεραπείες-σοκ, το Regaining Sri Lαnkα απαιτούσε πολλές θυσίες εν ονόματι της γρήγορης οικονομικής μεγέθυνσης. Εκατομμύρια άνθρωποι έπρεπε να εγκαταλείψουν τους παραδοσιακούς οικισμούς τους προκειμένου να απελευθερωθούν οι παραλίες για τους τουρίστες, αλλά και η γη για να κατασκευαστούν ξενοδοχεία και αυτοκινητόδρομοι. Η αλιεία έπρεπε να εκσυγχρονιστεί και να διεξάγεται με μηχανότρατες που θα παρέμευαν αγκυροβολημένες σε λιμάνια με μεγάλο βάθος και όχι πλέον με πιρόγες προσαραγμένες στην παραλία. Και, όπως είχε συμβεί σε παρόμοιες περιπτώσεις από το Μπουένος Άιρες μέχρι τη Βαγδάτη, οι κρατικές εταιρείες έπρεπε να πραγματοποιήσουν μαζικές απολύσεις και οι τιμές των υπηρεσιών να αυξηθούν.

Το πρόβλημα για τους υπέρμαχους του σχεδίου ήταν ότι πολλοί κάτοικοι της Σρι Λάνκα δεν πίστευαν πως οι θυσίες θα είχαν αντίκρισμα. Όλα αυτά συνέβαιναν το 2003, όταν η αφελής πίστη στην παγκοσμιοποίηση είχε προ πολλού εκλείψει, ιδίως μετά την ασιατική οικονομική κρίση. Αλλά και η κληρονομιά του εμφύλιου πολέμου αποδείχτηκε ένα σοβαρό εμπόδιο. Δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι της Σρι Λάνκα είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων εν ονόματι του «εθνους», της «πατρίδας» και της «επικράτειας. Όταν τελικά τέλειωσε ο πόλεμος, η κυβέρνηση ζήτησε από τους πιο φτωχούς κατοίκους να εγκαταλείψουν τους μικρούς κλήρους τους και τις ιδιοκτησίες τους (ένα λαχανόκηπο, ένα φτωχικό σπίτι, μια πιρόγα) προκειμένου να κατασκευαστούν γήπεδα του γκολφ για αλυσίδες ξενοδοχείων όπως το Marriott ή το Hilton (ενώ οι ίδιοι θα κατέληγαν να γίνουν πλανόδιοι μικρέμποροι στους δρόμους του Κολόμπο). Επρόκειτο για μια άθλια συμφωνία, και οι πoλίτες της Σρι Λάνκα αντέδρασαν ανάλογα.

ο σχέδιο Regaining Sri Lanka προκάλεσε ένα κύμα μαχητικών απεργιών και διαδηλώσεων και απορρίφθηκε στις κάλπες. Τον Απρίλιο του 2004 οι πολίτες της Σρι Λάνκα αψήφησαν τους ξένους ειδικούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους και ψήφισαν ένα συνασπισμό κεντροαριστερών και αυτοαποκαλούμενων μαρξιστών που υποσχέθηκαν ότι θα πέταγαν στον κάλαθο των αχρήστων το σχέδιο Regaining Sri Lanka. Όταν έγιναν οι εκλογές, πολλές από τις καθοριστικής σηµασίας ιδιωτικοποιήσεις δεν είχαν ακόµα πραγµατοποιηθεί (συµπεριλαµβανοµένων των εταιρειών ύδρευσης και ηλεκτροδότησης), ενώ είχαν γίνει προσφυγές στη δικαιοσύνη αναφορικά µε τα σχέδια για τους αυτοκινητόδροµους. Ήταν µια µεγάλη ήττα για όσους ονειρεύονταν να δηµιουργήσουν µια παιδική χαρά για την «πλουτονοµία», καθώς υποτίθεται ότι το 2004 θα ήταν το Πρώτο Έτος της νέας, φιλικής προς τους επενδυτές και ιδιωτικοποιηµένης, Σρι Λάνκα. Το στοίχηµα έμοιαζε να έχει χαθεί.

κτώ µήνες έπειτα από αυτές τις µοιραίες εκλογές το τσουνάµι έπληξε τη Σρι Λάνκα. Όσοι θρηνούσαν για τη µαταίωση του σχεδίου Regαining Sri Lαnkα συνειδητοποίησαν αµέσως τη σηµασία του γεγονότος. Η νεοεκλεγµένη κυβέρνηση θα χρειαζόταν δισεκατοµµύρια από ξένους πιστωτές για να ανοικοδοµήσει τα σπίτια και τα σχολεία, για να επισκευάσει τους δρόµους και τις σιδηροδροµικές γραµµές που είχαν καταστραφεί από το τσουνάµι και οι ξένοι πιστωτές γνώριζαν πολύ καλά ότι, αντιµέτωποι µε µια καταστροφική κρίση, ακόµα και οι πιο αφοσιωµένοι υποστηρικτές της εθνικής οικονοµικής ανεξαρτησίας γίνονται ξαφνικά περισσότερο ελαστικοί. Όσο για τους µαχητικούς αγρότες και ψαράδες που είχαν κλείσει τους δρόµους και είχαν πραγµατοποιήσει µαζικές διαδηλώσεις προκειµένου να εµποδίσουν τις προηγούµενες απόπειρες να χρησιµοποιηθεί η γη τους σε αναπτυξιακά σχέδια, είχαν άλλα προβλήµατα να αντιµετωπίσουν προς το παρόν.

Μετά το κύµα: Μια δεύτερη ευκαιρία

Επρόκειτο για µια πρωτοποριακή ερµηνεία: το τσουνάµι ως µια θεϊκή τιµωρία επειδή δεν είχαν εκποιηθεί οι παραλίες και τα δάση της Σρι Λάνκα!

κυβέρνηση του Κολόµπο ενήργησε ακαριαία για να αποδείξει στις πλούσιες χώρες που έλεγχαν τη χρηµατική βοήθεια ότι ήταν έτοιµη να αποκηρύξει το παρελθόν της. Η Πρόεδρος Τσαντρίκα Κουµαρατούνγκα, που είχε εκλεγεί επειδή είχε δηλώσει δηµόσια την αντίθεσή της στις ιδιωτικοποιήσεις, ισχυρίστηκε ότι το τσουνάµι υπήρξε για εκείνη ένα είδος θρησκευτικής επιφοίτησης, που τη βοήθησε να δει την ελεύθερη αγορά υπό ένα νέο πρίσµα. Επισκέφθηκε τις ακτές που είχαν σαρωθεί από το τσουνάµι και, όρθια ανάµεσα στα χαλάσµατα, ανακοίνωσε: «Η χώρα είναι ευλογηµένη µε τόσους πολλούς φυσικούς πόρους, και δεν τους έχουµε αξιοποιήσει πλήρως. [ … ] Η ίδια η φύση, λοιπόν, πρέπει να σκέφτηκε «φτάνει πια» και µας έπληξε από παντού για να µας διδάξει ότι πρέπει να είµαστε ενωµένοι».» Επρόκειτο για µια πρωτοποριακή ερµηνεία: το τσουνάµι ως µια θεϊκή τιµωρία επειδή δεν είχαν εκποιηθεί οι παραλίες και τα δάση της Σρι Λάνκα!

Οι πράξεις µεταµέλειας άρχισαν αµέσως. Τέσσερις µέρες µετά το τσουνάµι η κυβέρνηση προώθησε ένα νοµοσχέδιο που άνοιγε το δρόµο για την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας ύδρευσης, ένα σχέδιο στο οποίο οι πολίτες αντιστέκονταν επί χρόνια. Φυσικά, µε τη χώρα πληµµυρισµένη και γεµάτη ερείπια και τάφους, ελάχιστοι έµαθαν για το νοµοσχέδιο όπως ακριβώς είχε συµβεί και στο Ιράκ µε το νέο νόµο για το πετρέλαιο. Επιπλέον , η κυβέρνηση επέλεξε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για να κάνει ακόµα πιο δύσκολη τη ζωή των πολιτών αυξάνοντας την τιµή της βενζίνης µια απόφαση που έστελνε στους δανειστές ένα ξεκάθαρο µήνυµα για τη δηµοσιονοµική υπευθυνότητα του Κολόµπο. Τέλος, άρχισε να προετοιµάζει ένα νόµο που θα άνοιγε το δρόµο για ιδιωτική συµµετοχή στην εθνική εταιρεία ηλεκτροδότησης

Ο Χέρµαν Κουµάρα, ηγέτης του Εθνικού Κινήµατος Αλληλεγγύης των Αλιέων της Σρι Λάνκα, το οποίο εκπροσωπεί τους µικρούς ψαράδες, χαρακιήρισε την ανοικοδόµηση «δεύτερο τσουνάµι της κορπορατικής παγκοσµιοποίησης». Θεωρούσε ότι αποτελούσε µια εσκεµµένη απόπειρα εκµετάλλευσης των ψαράδων σε µια συγκυρία κατά την οποία αυτοί ήταν εξαιρετικά αποδυναµωμένοι όπως ακριβώς η λεηλασία ακολουθεί έναν πόλεµο, έτσι και το δεύτερο τσουνάµι έπληξε τη χώρα µετά το πρώτο. «Οι κάτοικοι της χώρας ήταν κατηγορηµατικά αντίθετοι σε αυτές τις πολιτικές στο παρελθόν», µου είπε. «’Οµως αυτή τη στιγµή λιµοκτονούν σε καταυλισμούς προσφύγων και το µόνο που σκέφτονται είναι πώς θα επιβιώσουν την επόµενη µέρα. Δεν έχουν ένα µέρος για να κοιµηθούν, δεν έχουν ένα µέρος για να ζήσουν, έχουν χάσει όλες τις πηγές των εισοδηµάτων τους, δεν έχουν την παραµικρή ιδέα πώς θα συντηρούνιαι στο µέλλον. Και ενώ επικρατεί αυτή η κατάσταση, η κυβέρνηση προωθεί τα σχέδιά της. Όταν συνέλθουν από το σοκ, θα ανακαλύψουν τι αποφάσεις ελήφθησαν, όµως η ζηµιά θα έχει ήδη γίνει».

Αν οι δανειστές της Ουάσινγκτον κατάφεραν να εκµεταλλευτούν τόσο γρήγορα το τσουνάµι, ήταν επειδή είχαν ήδη κάνει κάτι παρόµοιο σε µια άλλη κατάσταση που παρουσίαζε µεγάλες οµοιότητες. Η γενική πρόβα για την εκµετάλλευση της καταστροφής που προκάλεσε το τσουνάµι από τον καπιταλισµό της καταστροφής είχε πραγµατοποτηθεί µετά τον τυφώνα Μιτς.

ον Οκτώβριο του 1998 ο τυφώνας Μιτς έπληξε την Κεντρική Αµερική για µία ολόκληρη βδοµάδα που έμοιαζε ατελείωτη, µαστιγώνοντας τις ακτές και τα βουνά της Ονδούρα, της Γουατεµάλα και της Νικαράγουα, καταπίνοντας ολόκληρα χωριά και σκοτώνοντας περισσότερους από 9.000 ανθρώπους. Οι φτωχές αυτές χώρες δεν µπορούσαν να αντιµετωπίσουν την κατάσταση χωρίς µια γενναιόδωρη οικονοµική βοήθεια, η οποία τους χορηγήθηκε, αλλά µε ένα τεράστιο αντίτιµο. Δύο µήνες µετά τον τυφώνα Μιτς, και µε τη χώρα θαµµένη κάτω από λάσπη, χαλάσµατα και πτώµατα, το Κογκρέσο της Ονδούρα ψήφισε µια σειρά νόµων που επέτρεπαν την ιδιωτικοποίηση των αεροδροµίων, των λιµανιών και των αυτοκινητόδροµων, ενώ επεξεργάστηκε και σχέδια για την ιδιωτικοποίηση της κρατικής τηλεφωνικής εταιρείας, της εθνικής εταιρείας ηλεκτροδότησης και τµηµάτων του τοµέα ύδρευσης. Κατάργησε τους προοδευτικούς νόµους της αγροτικής µεταρρύθµισης, προκειµένου να γίνει πιο εύκολη η αγορά και η πώληση γης από ξένους, και προώθησε έναν ευνοϊκό για τυς επιχειρηµατίες νόµο σχετικά µε τον ορυκτό πλούτο της χώρας (που τον ετοίµασε η εξορυκτική βιοµηχανία), ο οποίος µείωνε τους περιβαλλοντικούς περιορισµούς και καθιστούσε πιο εύκολες τις εξώσεις από κατοικίες που εµπόδιζαν την εκµετάλλευση νέων ορυχείων.

Το ίδιο συνέβη και στις γειτονικές χώρες. Δύο µήνες µετά τον τυφώνα Μιτς η Γουατεµάλα ανήγγειλε ότι σχεδίαζε να πουλήσει την τηλεφωνική εταιρεία της χώρας. Όσο για τη Νικαράγουα, ανακοίνωσε ότι, εκτός από την τηλεφωνική εταιρεία της, θα πουλούσε επίσης την εταιρεία ηλεκτροδότησης και την πετρελαϊκή βιοµηχανία της. Σύµφωνα µε τη Wall Street Journal , «η Παγκόσµια Τράπεξα και το ΔΝΤ έχουν ρίξει το βάρος τους στην πώληση [των τηλεπικοινωνιών], θεωρώντας ότι αυτή αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εκταµίευση ετήσιας οικονοµικής βοήθειας ύψους 47 εκατοµµυρίων δολαρίων για τρία έτη και συνδέοντάς τη µε την ανακούφιση του χρέους της Νικαράγουα, που ανέρχεται σε 4,4 δισεκατοµµύρια δολάρια».  Φυσικά, η ιδιωτικοποίηση των τηλεπικοινωνιών καµία απολύτως σχέση δεν µπορούσε να έχει µε την ανοικοδόµηση µετά τον τυφώνα, παρά µόνο στο σκεπτικό των καπιταλιστών της καταστροφής των χρηµατοοικονοµικών θεσµών της Ουάσινγκτον.

Στα επόµενα χρόνια συνεχίστηκαν οι πωλήσεις δηµόσιων εταιρειών, συχνά σε τιµές πολύ χαµηλότερες από την τρέχουσα αξία τους. Οι περισσότεροι από τους αγοραστές ήταν πρώην κρατικές εταιρείες από άλλες χώρες που είχαν ήδη ιδιωτικοποιηθεί και αναζητούσαν σε ολόκληρο τον πλανήτη νέες ευκαιρίες για να αυξήσουν την τιµή των µετοχών τους. Η Telmex, η ιδιωτικοποiηµένη τηλεφωνική εταιρεία του Μεξικού, άρπαξε την τηλεπικοινωνιακή εταιρεία της Γουατεμάλα. Η ισπανική ενεργειακή εταιρεία Union Fenosa εξαγόρασε τις ενεργειακές εταιρείες της Νικαράγουα. Η ιδιωτική εταιρεία που είχε αποκτήσει το Διεθνές Αεροδρόμιο του Σαν Φρανσίσκο αγόρασε και τα τέσσερα αεροδρόμια της Ονδούρα. Και η Νικαράγουα πούλησε το 40% της τηλεφωνικής εταιρείας της έναντι 33 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η Pricewaterhouse Coopers είχε εκτιμήσει την αξία αυτού του μεριδίου σε 80 εκατομμύρια δολάρια. «Η καταστροφή φέρνει μαζί της ευκαιρίες για ξένους επενδυτές», δήλωσε το 1999 ο υπουργός Εξωτερικών της Γουατεμάλα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός.

Όταν, λοιπόν, το τσουνάμι έπληξε τις χώρες της Ασίας, η Ουάσινγκτον ήταν έτοιμη να «ανέβει επίπεδο» μετά την εμπειρία της από τον τυφώνα Μιτς. Η επιδίωξή της δεν ήταν πλέον να θεσπιστούν μεμονωμένοι νόμοι, αλλά να θέσει κάτω από τον άμεσο έλεγχό της την ανοικοδόμηση. Οποιαδήποτε χώρα πληγεί από μια καταστροφή τέτοιας κλίμακας όπως αυτή που επέφερε το τσουνάμι του 2004, χρειάζεται ένα εκτενές σχέδιο ανοικοδόμησης που θα αξιοποιεί με τον πλέον συνετό τρόπο την εισροή της ξένης βοήθειας και θα διασφαl;iζει ότι τα κονδύλια θα φτάνουν σε όσους τα δικαιούνται. Όμως η Πρόεδρος της Σρι Λάνκα, κάτω από τις πιέσεις των δανειστών της Ουάσινγκτον, αποφάσισε ότι ο σχεδιασμός για την ανοικοδόμηση δεν μπορούσε να ανατεθεί στα εκλεγμένα μέλη της κυβέρνησής της. Έτσι, μόλις μία βδομάδα μετά το τσουνάμι δημιούργησε ένα νέο σώμα, την Ομάδα Εργασίας για την Ανοικοδόμηση του Έθνους, η οποία θα είχε την πλήρη αρμοδιότητα για την εκπόνηση και την υλοποίηση του σχεδίου για μια νέα Σρι Λάνκα. Η ομάδα εργασίας στελεχώθηκε με τα πιο ισχυρά διευθυντικά στελέχη του τραπεζικού και βιομηχανικού τομέα. Και όχι οποιουδήποτε βιομηχανικού τομέα: Πέντε από τα δέκα μέλη της ομάδας είχαν συμφέροντα στον τομέα του τουρισμού, εκπροοωπόντας μερικά από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της χώρας. Στην ομάδα εργασίας δεν υπήρχε κανένας εκπρόσωπος των ψαράδων και των αγροτών, ούτε ένας περιβαλλοντολόγος, ούτε ένας επιστήμονας, ούτε ένας ειδικός στην ανοικoδόμη έπειτα από καταστροφές. Πρόεδρος ήταν ο Μάνο Τιταβέλα, ο πρώην «τσάρος των ιδιωτικοποιήσεων», ο οποίος δήλωσε: «Είναι μια ευκαιρία να οικoδoμήσουμε ένα έθνο-πρότυπο».

Η δημιουργία της ομάδας εργασίας αποτελούσε ένα νέο είδος εταιρικού πραξικοπήματος, το οποίο κατέστη εφικτό εξαιτίας του μεγέθους μιας φυσικής καταστρoφής. Όπως σε τόσες άλλες χώρες πριν, η εφαρμογή των πολιτικής της Σχολής του Σικάγου είχε εμποδιστεί και στη Σρι Λάνκα από τις λευτουργίες της δημοκρατίας οι εκλογές του 2004 το είχαν αποδείξει. Όμως, καθώς οι πολίτες της χώρας πάλευαν να συνέλθουν από μια εθνική τραγωδία και οι πολιτικοί προσπαθούσαν απεγνωσμένα να εκταμιεύσουν τα χρήματα της οικονομικής βοήθειας, ήταν εύκολο να παραμεριστεί με συνοπτικές διαδικασίες η εκπεφρασμένη βούληση των ψηφοφόρων και να αντικατασταθεί από την ανεξελεγκτη εξουσία του κεφαλαίου.

Μέσα σε ένα δεκαήμερο, και χωρίς να εγκαταλείψουν καν την πρωτεύουσα, οι επιχειρηματίες που συγκροτούσαν την ομάδα εργασίας ετοίμασαν το προσχέδιο ενός ολοκληρωμένου προγράμματος εθνικής ανοικοδόμησης, που κάλυπτε όλους τους τομείς, από τη στέγαση μέχρι τους αυτοκινητόδρομους. Εκτός από την ουδέτερη ζώνη, από την οποία εξαιρούνταν τα ξενοδοχεία, το σχέδιο προέβλεπε τη χρησιμοποίηση των χρημάτων της βοήθειας για την κατασκευή αυτοκινητόδρομων και λιμανιών με μεγάλο βάθος, που τόσες αντιστσεις είχαν προκαλέσει πριν από την καταστροφή. «Θεωρούμε αυτή την ατζέντα πιο ολέθρια από το τσουνάμι, και για αυτόν το λόγο αγωνιστήκαμε τόσο σκληρά για να την εμποδίσουμε και την καταψηφίσαμε στις τελευταίες εκλογές», μου είπε ο Σάραθ Φερνάντο, ένας ακτιβιστής της Σρι Λάνκα για τα δικαιώματα του λαού της στη γη. «Ομως μόλις τρεις βδομάδες μετά το τσουνάμι μάς παρουσίασαν το ίδιο σχέδιο. Είναι φανερό ότι το είχαν ήδη έτοιμο».*

Η Ουάσινγκτον υποστήριξε την ομάδα εργασίας χορηγώντας της οικονομική βοήθεια με βάση το μοντέλο που ήδη εφαρμοζόταν στο Ιράκ: αναθετοντας συμβάσεις εκατομμυρίων δολαρίων σε αμερικανικές εταιρείες. Η CH2M Hill, ο μηχανολογικός και κατασκευαστικός κολοσσός με έδρα στο Κολοράντο, είχε εισπράξει 28,5 εκατομμύρια δολάρια για να επιβλέπει τις υπόλοιπες εργοληπτικές εταιρείες στο Ιράκ. Παρά τις τεράσπες ευθύνες της για την αποτυχία τηςανοικoδόμησης στο Ιράκ, της ανατέθηκε μια σύμβαση ύψους 33 εκατομμυρίων δολαρίων στη Σρι Λάνκα (που στη συνέχεια αυξήθηκαν σε 48 εκατομμύρια δολάρια) για την κατασκευή τριών λιμανιών μεγάλου βάθους για τους αλιευτικoύς στόλους και μιας νέας γέφυρας στον κόλπο του Αρούγκαμ, η οποία αποτελούσε τμήμα του σχεδίου να μετατραπεί η περιοχή σε «τουριστικό παράδεισο». Και τα δύο αυτά προγράμματα, που υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο της χορήγησης βοήθειας στους πληγέντες από το τσουνάμι, ήταν ολέθρια για τους ψαράδες, που αποτελούσαν τα κύρια θύματά του, καθώς οι μηχανότρατες άφηναν ελάχιστα ψάρια για αυτούς και τα ξενοδοχεία ήθελαν να τους εκδιώξουν από την παραλία. Όπως το έθεσε η Κουμάρι, «η «βοήθεια» όχι μόνο δε βοηθάει, αλλά βλάπτει».

___________________________________________________________________

*O Φερνάvτo είναι ο επικεφαλής του Κινήματος για Γη και Αγροτική Μεταρρύθμιση, ενός συνασπισμού μη κυβερνητικών οργανώσεων της Σρι Λάνκα, που μετά την καταστροφή ζήτησε «να συμμετέχει ο λαός σιη διαδικασία ανοικοδόμης». (Σ.τ.Σ.)

____________________________________________________________________

Όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο η κυβέρνηση των ΗΠΑ δαπανούσε τα xρήματα της βοήθειας σε σχέδια που οδηγούσαν στην εκρίζωση όσων είχαν επιζήσει από το τσουνάμι, ο Τζον Βάρλεϊ, ο διευθυντής του Προγράμματος Ανιαγωνιστικότητας της USAID, μου εξήγησε: «Δε θέλουμε να περιoρίσoυμε τη βοήθεια μόνο στα θύματα από το τσουνάμι. [ … ] Ας τη χρησιμοποιήσουμε προς  όφελος ολόκληρης της Σρι Λάνκα. Ας τη χρησιμοποιήσουμε για την οίκονομική μεγέθυνση της χώρας». Ο Βάρλεϊ παρομοίασε το σχέδιο με το ασανσέρ ενός πολυώροφου κτιρίου: Στην αρχή μεταφέρει στον τελευταίο όροφο μια ομάδα επιβατών, οι οποίοι θα δημιουργήσουν τον πλούτο που θα επιτρέψει στο ασανσέρ να επιστρέψει κάτω για να μεταφέρει περισσότερους ανθρώπους. Οι άνθρωποι που περιμένουν στο ισόγειο πρέπει να έχουν πίστη ότι το ασανσέρ θα επιστρέψει και για αυτούς.

Η μόνη άμεση χρηματική βοήθεια που διέθεσε η κυβέρνηση των HΠA στους μικρούς ψαράδες ήταν 1 εκατομμύριο δολάρια για την «αναβάθμιση» των προσωρινών καταλυμάτων στα οποία στεγάζονταν, ενώ είχε ήδη αρχίσει η αναδιαμόρφωση των παραλιων. Ήταν μια σαφής ένδειξη ότι οι κατασκευασμένοι από λαμαρίνα και σανίδες καταυλισμοί προσφύγων ήταν προσωρινοί μόνο κατ’όνομα. Στην πραγματικότητα, προορίζονταν να μετατραπούν σε μόνιμες noραγκουπόλεις, σαν αυτές που περιβάλλουν τις περισσότερες μεγαλoυπόλεις του νότιου ημισφαιρίου. Ελάχιστοι έρανοι γίνονται για να βοηθηθούν οι άποροι που ζουν σε αυτές τις φτωχογειτονιές, ωστόσο υποτίθεται ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά για τα θύματα που άφησε πίσω του το τσουνάμι: Η ανθρωπότητα τους είχε δει σε ζωντανές τηλεοπτικές συνδέσεις να χάνουν τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους, η δε τραγική μοίρα τους προκάλεσε σε παγκόσμια κλίμακα το αυθόρμητο αίσθημα ότι έπρεπε και άξιζε να αποκατασταθει ότι είχε  χαθεί κι όχι μέσω της οικονομικής λογικής της «διάχυσης των οικoνoμικών οφελών από πάνω προς τα κάτω» (trickle-down), αλλά με άμεση, χέρι με χέρι βοήθεια. Όμως η Παγκόσμια Τράπεξα και η USAID γνώριζαν κάτι πoυ οι περισσότεροι από εμάς δεν αντιλαμβανόμασταν: ότι πολύ σύντομα η ιδιαιτερότητα των όσων είχαν επιζήσει από το τσουνάμι θα ξεθώριαζε και αυτοί θα συγχωνεύονταν με τα δισεκατομμύρια των απρόσωπων φτωχών του πλανήτη που ήδη ζουν σε παράγκες χωρίς πόσιμο νερό. Ο πολλαπλασιασμός των παραγκουπόλεων είναι πλέον ένα γνώρισμα της παγκόσμιας οικονομίας εξίσου αποδεκτό με την εκρηκτική αύξηση του αριθμού των ξενοδοχείων στα οποία η διανυκτέρευση κοστίζει 800 δολάρια.

Σε έναν από τους πιο άθλιους καταυλισμούς προσφύγων στη νότια ακτή της Σρι Λάνκα συνάντησα μια νεαρή μητέρα ονόματι Ρενούκα, εντυπωσιακά όμορφη παρά τα κουρέλια που φορούσε. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που περίμεναν το ασανσέρ του Βάρλεϊ. Το μικρότερο παιδί της, ένα κοριτσάκι έξι μηνών, είχε γεννηθεί δύο μέρες μετά το τσουνάμι. Επιστρατεύοντας υπεράνθρωπες δυνάμεις, η Ρενούκα είχε αρπάξει τα δύο αγόρια της και, παρόλο που ήταν εννέα μηνών έγκυος, με το νερό να της φτάνει μέχρι το λαιμό, είχε καταφέρει να διαφύγει και να γλιτώσει από το τσουνάμι. Ύστερα από αυτό το επίτευγμα ζούσε λιμοκτονώντας μαζί με την οικογένειά της σε μια άνυδρη περιοχή στη μέση του πουθενά. Το θέαμα δύο τριών κανό που είχε δωρίσει μια μη κυβερνητική οργάνωση με καλές προθέσεις ήταν θλιβερό: Καθώς βρίσκονταν σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τη θάλασσα και δεν υπήρχε ούτε καν ένα ποδήλατο για να τα μεταφέρουν, αποτελούσαν απλώς μια απάνθρωπη υπενθύμιση της προηγούμενης ζωής τους. Μου ζήτησε να μεταφέρω ένα μήνυμα σε όσους ήθελαν να βοηθήσουν τους επιζήσαντες από το τσουνάμι: «Αν έχετε κάτι για μένα, να μου το δώσετε απευθείας».

Το ευρύτερο κύμα

Κοραλιογενής περιοχή (Ατσε Ινδονησίας)

Η Σρι Λάνκα δεν ήταν η μοναδική χώρα την οποία έπληξε αυτό το «δεύτερο τσουνάμι». Παρόμοια περιστατικά αρπαγής γης και αλλαγής της νομοθεσίας σημειώθηκαν στην Ταϊλάνδη, στις Μαλδίβες και στην Ινδονησία. Στην Ινδία οι επιζήσαντες από το τσουνάμι στο Τάμιλ Νάντου είχαν γίνει τόσο φτωχοί, ώστε 150 γυναίκες υποχρεώθηκαν να πουλήσουν τα νεφρά τους για να αγοράσουν τρόφιμα. Ένα μέλος κάποιας οργάνωσης βοήθειας εξήγησε στον Guardian ότι η τοπική κυβέρνηση «προτιμά να ανεγερθούν ξενοδοχεία στην ακτή, όμως το αποτέλεσμα είναι να περιέλθουν σε απόγνωση οι κάτοικοι». Όλες οι χώρες που επλήγησαν από το τσουνάμι επέβαλαν ουδέτερες ζώνες για να εμποδίσουν τους χωρικούς να ξαναχτίσουν στις ακτές, ελευθερώνοντας τη γη προς αξιοποίηση. (Στο Άτσε της Ινδονησίας η ζώνη είχε πλάτος δύο χιλιοµέτρων, αν και τελικά η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να ανακαλέσει το διάταγµα.)

Ένα χρόνο µετά το τσουνάµι η µη κυβερνητική οργάνωση ActionAid, η οποία ελέγχει πώς δαπανάται η ξένη βοήθεια, δηµοσιοποίησε µια εκτενή µελέτη για 50.000 επιζήσαντες από το τσουνάµι σε πέντε διαφορετικές χώρες. Παντού επαναλαµβανόταν το ίδιο µοτίβο: Απαγορευόταν στους κατοίκους να ξαναχτίσουν, όµως παρέχονταν άφθονα κίνητρα στα ξενοδοχεία. Οι προσωρινοί καταυλισµοί των προσφύγων ήταν άθλιοι χώροι υπό στρατιωτική φρούρηση και δεν κατασκευάζοταν σχεδόν καµία νέα µόνιµη κατοικία. Οι παραδοσιακοί τρόποι ζωής έσβηναν. Η µελέτη κατέληγε στο συµπέρασµα ότι για τα προβλήµατα και τις καθυστερήσεις δεν ευθύνονταν οι συνήθεις ένοχοι, δηλαδή η έλλειψη συντονισµού, η ελλειπής χρηµατοδότηση και η διαφθορά. Τα προβλήµατα ήταν διαρθρωτικά και εσκεµµένα: «Οι κυβερνήσεις δεν αντεπεξήλθαν στην ευθύνη τους να προσφέρουν γη για µόνιµη στέγαση. […] Παρακολούθησαν απαθείς ή υπήρξαν συνένοχες στην αρπαγή της γης και στον παραµερισµό των παράκτιων κοινοτήτων προς όφελος των εµπορικών συµφερόντων».

Ωστόσο η εκµετάλλευση του τσουνάµι πουθενά αλλού δεν υπήρξε µεγαλύτερη από ό,τι στις Μαλδίβες. Εκεί η κυβέρνηση δεν περιορίστηκε µόνο στην αποµάκρυνση των φτωχών από τις ακτές, αλλά χρησιµοποίησε το τσουνάµι για να προσπαθήσει να αποµακρύνει τους πολίτες από το µεγαλύτερο µέρος των βιώσιµων περιοχών της χώρας.

Οι Μαλδίβες, µια αλυσίδα περίπου διακοσίων νησιών στα ανοιχτά της Ινδίας, είναι µια «δηµοκρατία του τουρισµού», µε την ίδια έννοια που µερικές χώρες της Κεντρικής Αµερικής αποκαλούνταν «δηµοκρατίες της µπανάνας». Το εξαγωγικό προϊόν τους δεν είναι τροπικά φρούτα, αλλά τροπικές διακοπές, µε το εκπληκτικό ποσοστό του 90% των κρατικών εσόδων να προέρχονται απ’τον τουρισµό. Το είδος των διακοπών που πουλάνε οι Μαλδίβες είναι ιδαίτερα δελεαστικό. Σχεδόν εκατό από τα νησιά της χώρας είναι «νησιά-θέρετρα», κοµµάτια γης µε πλούσια βλάστηση που περιβάλλεται από λευκή άµµο, τα οποία βρίσκονται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο ξενοδοχείων, εταιρειών που διοργανώνουν κρουαζιέρες ή µεγιστάνων του πλούτου. Μερικά από αυτά έχουν εκµισθωθεί για διάστηµα έως και πενήντα χρόνων. Οι πιο πολυτελείς από τις Μαλδίβες φιλοξενούν διάσηµους πελάτες (για παράδειγµα, τον Τοµ Κρουζ  και την Κέιτ Χολµς όταν έκαναν το µήνα του µέλιτος), οι οποίοι δεν προσελκύονται µόνο από την οµορφιά του τοπίου και τις καταδύσεις, αλλά και από την υπόσχεση της απόλυτης απομόνωσης την οποία μπορούν να προσφέρουν μόνον ιδιωτικά νησιά.

Με την αρχιτεκτονική των κτιρίων «εμπνευσμένη» από τους παραδοσιακούς οικισμούς των ψαράδων, τα νησιά-θέρετρα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιο θα εξοπλίσει τις χτισμένες πάνω σε πασσάλους «πολυτελείς καλύβες» με το ευρύτερο φάσμα των «παιχνιδιών» της «πλουτονομίας»: ηλεκτρονικές συσκευές εικόνας και ήχου Bose Surround Sound, εντοιχισμένα έπιπλα Philippe Starck στα μπάνια, σεντόνια τόσο φίνα, που μπορούν να διαλυθούν αν τα αγγίξεις, Ο ανταγωνισμός επεκτείνεται και στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην ξηρά και στη θάλασσα: Οι βίλες του ξενοδοχείου Cοco Palm είναι χτισμένες πάνω από τη λιμνοθάλασσα και διαθέτουν σχοινένιες σκάλες για να κατεβαίνεις στο νερό, τα υπνοδωμάτια του Four Seasons «επιπλέουν» πάνω στον ωκεανό και το Hilton καυχιέται ότι διαθέτει το πρώτο σε ολόκληρο τον κόσμο υποθαλάσσιο εστιατόριο, κατασκευασμένο σε έναν κοραλλιογενή ύφαλο. Σε πολλές σουίτες υπάρχουν δωμάτια υπηρετριών και σε ένα από τα ιδιωτικά νησιά μπορείς να έχεις «τον προσωπικό σου μπάτλερ από τις Μαλδιβες», έναν Thαkuru που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να φροντίσει για λεπτομέρειες όπως το «αν θέλεις το μαρτίνισου κουνημένο ή ανακατεμένο». Η διανυκτέρευση σε ένα από αυτά τα θέρετρα, όπου ζεις μέσα στη χλιδή των ταινιών Τζέιμς Μποντ, μπορεί να κοστίσει μέχρι και 5.000 δολάρια.

Μαλδίβες

Ο άνθρωπος που διοικούσε μέχρι πρότινος αυτό το «βασίλειο της απόλαυσης» ήταν ο μακροβιότερος αρχηγός κράτους στην Ασία, ο Πρόεδρος Μπουμούν Αμπντούλ Γκαγιούμ, ο οποίος βρισκόταν στην εξουσία από το 1978 μέχρι το 2008. Η κυβέρνησή του είχε φυλακίσει τους ηγέτες της αντιπολίτευσης και κατηγορήθηκε ότι βασάνιζε τους «διαφωνούντες» για εγκλήματα όπως ότι έγραφαν σε αντικυβερνητικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο. Καθώς όσοι ασκούσαν κριτική ήταν φυλακισμένοι, ο Γκαγιούμ και το περιβάλλον του μπορούσαν να εστιάσουν την προσοχή τους στη βιομηχανία του τουρισμού. Πριν από το τσουνάμι η κυβέρνηση στις Μαλδίβες επεδίωκε να αυξήσει τον αριθμό των νησιών-θερέτρων προκειμένου να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση για πολυτελείς διακοπές. Όμως βρισκόταν αντιμέτωπη με το συνηθισμένο εμπόδιο: το λαό. Οι κάτοικοι των νησιών Μαλδίβες είναι ψαράδες, και πολλοί από αυτούς ζούσαν σε παραδοσιακούς οικισμούς διάσπαρτους στις ατόλες του νησιωτικού συμπλέγματος. Ο τρόπος ζωής τους αποτελούσε πρόβλημα, επειδή το να βλέπεις να καθαρίζουν ένα ψάρι σε μια παραλία δεν είναι η ιδανική ειδυλλιακή εικόνα ενός τέτοιου προορισμού. Πολύ πριν από το τσουνάµι η κυβέρνηση του Γκαγιούµ είχε προσπαθήσει να πείσει τους κατοίκους των µικρότερων νησιών να εγκατασταθούν στα µεγαλύτερα και πιο πυκνοκατοικηµένα νησιά, τα οποία οι τουρίστες επισκέπτονταν σπάνια. Υποτίθεται ότι τα νησιά αυτά θα πρόσφεραν µεγαλύτερη προστασία από την άνοδο της στάθµης της θάλασσας εξαιτίας της παγκόσµιας υπερθέρµανσης. Όµως ήταν δύσκολο ακόµα και για ένα καταπιεστικό καθεστώς να ξεριζώσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους από την προγονική τους γη, κι έτσι το πρόγραµµα «συνένωσης του πληθυσµού» απέτυχε σε µεγάλο βαθµό.

Αµέσως µετά το τσουνάµι η κυβέρνηση του Γκαγιούµ ανακοίνωσε ότι η καταστροφή είχε αποδείξει πως πολλά νησιά ήταν «ανασφαλή και ακατάλληλα για κατοίκηση» και έθεσε σε εφαρµογή ένα πολύ πιο επιθετικό πρόγραµµα µετεγκατάστασης, διακηρύσσοντας ότι όποιος ήθελε να λάβει βοήθεια από το κράτος έπρεπε να εγκατασταθεί σε ένα από τα πέντε νησιά που είχαν χαρακτηριστεί «ασφαλή». Ολόκληρος ο πληθυσµός αρκετών νησιών τα είχε ήδη εκκενώσει και η διαδικασία συνεχιζόταν, µε συνέπεια να απελευθερώνεται, πολύ βολικά, περισσότερη γη για τουριστική αξιοποίηση.

Η κυβέρνηση των νησιών Μαλδίβες ισχυρίστηκε ότι το πρόγραµµα «Ασφαλή Νησιά», που το υποστήριζε και το χρηµατοδοτούσε η Παγκόσµια Τράπεζα και άλλοι οργανισµοί, τέθηκε σε εφαρµογή εξαιτίας της απαίτησης των κατοίκων να ζουν «σε µεγαλύτερα και ασφαλέστερα νησιά». Όµως πολλοί από τους κατοίκους αντέτειναν ότι θα είχαν παραµείνει στα νησιά όπου είχαν γεννηθεί αν είχαν αποκατασταθεί οι υποδοµές. Σύµφωνα µε την ActionAid, «οι κάτοικοι δεν έχουν άλλη επιλογή από τη µετεγκατάσταση, καθώς αποτελεί προϋπόθεση για να βρουν στέγη και να αποκτήσει η ζωή τους ένα φυσιολογικό ρυθµό».

Αυτό που καθιστά ακόµα πιο κυνική τη συγκεκριµένη επιχειρηµατολογία για την ασφάλεια είναι το γεγονός ότι οι ανησυχίες της κυβέρνησης δεν επεκτείνονταν στα ξενοδοχεία που ήταν χτισµένα µε µικρής αντοχής υλικά σε νησιά µε χαµηλό υψόµετρο. Όχι µόνο δεν εκκενώθηκαν για λόγους ασφάλειας τα νησιά-θέρετρα, αλλά τον Δεκέµβριο του 2005, ένα χρόνο µετά το τσουνάµι, η κυβέρνηση Γκαγιούµ ανακοίνωσε ότι τριάντα πέντε νέα νησιά θα ήταν διαθέσιµα προς εκµίσθωση για διάστηµα έως και πενήντα ετών. Εν τω µεταξύ, στα λεγόµενα «ασφαλή νησιά» η ανεργία κάλπαζε και ξεσπούσαν βίαιες συγκρούσεις ανάµεσα στους νεοαφιχθέντες και στους παλαιότερους κατοίκους.

Στρατιωτικοποιημένη αναβάθμιση

Για τους επιχειρηματίες-πολιτικούς, το τσουνάμι υπήρξε η απάντηση στις προσευχές τους, καθώς κυριολεκτικά «καθάρισε» τις παράκτιες περιοχές από τις κοινότητες

Από μια άποψη, το δεύτερο τσουνάμι ήταν απλώς μια ιδιαίτερα μεγάλη δόση της οικονομικής θεραπείας-σοκ. Επειδή η θεομηνία καθάρισε με τόσο αποτελεσματικό τρόπο τις παραλίες, η διαδικασία της εκρίζωσης των φτωχών και της αναβάθμισης των παραλιών, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα διαρκούσε αρκετά χρόνια, συντελέστηκε μέσα σε μερικές μέρες ή βδομάδες. Εκατοvτάδες χιλιάδες μελαμψοί φτωχοί άνθρωποι (οι ψαράδες τους οποίους η Παγκόσμια Τράπεζα θεωρούσε «μη παραγωγικούς») μετακινήθηκαν παρά τη θέλησή τους προκειμένου να απελευθερωθεί χώρος για πάμπλουτους λευκούς (τους τουρίστες «υψηλού επιπέδου»). Οι δύο οικονομικοί πόλοι της παγκοσμιοποίησης, που φαίνεται να ζουν όχι απλώς σε διαφορετικές χώρες αλλά σε διαφορετικούς αιώνες, βρέθηκαν σε άμεση αντιπαράθεση για τις ίδιες ακτές. Οι πρώτοι διεκδικούσαν το δικαίωμα να εργάζονται, οι δεύτεροι απαιτούσαν το δικαίωμα να διασκεδάζουν. Με την υποστήριξη των όπλων της τοπικής αστυνομίας και των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλειας, έλαβε χώρα μια στρατιωτικοποιημένη αναβάθμιση, αποτέλεσμα του ταξικού πολέμου στις παραλίες.

Μερικές από τις πιο άμεσες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στην Ταϊλάνδη, όπου είκοσι τέσσερις ώρες μετά το τσουνάμι οι κατασκευαστές έστειλαν ένοπλους ιδιωτικούς φρουρούς ασφαλείας να περιφράξουν τη γη την οποία εποφθαλμιούσαν για να δημιουργήσουν θέρετρα. Σε μερικές περιπτώσεις οι φρουροί ασφαλείας δεν επέτρεψαν καν στους επιζήσαντες να ερευνήσουν στις μέχρι πρότινος ιδιοκτησίες τους για τις σορούς των παιδιών τους. Η ταϊλανδέζικη οργάνωση Επιζήσαντες από το Τσουνάμι και Υποστηρικτές, που συγκροτήθηκε για να ασχοληθεί με την αρπαγή της γης, ανέφερε σε μια από τις πρώτες ανακοινώσεις της: «Για τους επιχειρηματίες-πολιτικούς, το τσουνάμι υπήρξε η απάντηση στις προσευχές τους, καθώς κυριολεκτικά «καθάρισε» τις παράκτιες περιοχές από τις κοινότητες που μέχρι τότε στέκονταν εμπόδιο στα σχέδιά τους για δημιουργία θέρετρων, ξενοδοχείων, καζίνων και εκτροφείων γαρίδων. Για αυτούς, όλες οι παράκτιες περιοχές είναι πλέον ανοιχτό πεδίο!».

Την εποχή της αποικιοκρατίας το καθεστώς της terrα nullius ήταν ένα ημινόμιμο δόγμα: Αν μια έκταση γης κηρυσσόταν έρημη ή «χερσότοπος», μπορούσε κανείς να την κυριεύσει και να εξολοθρεύσει τους κατοίκους της χωρίς τύψεις. Στις χώρες που επλήγησαν από το τσουνάμι η ιδέα του «ανοιχτού πεδίου» απηχεί αυτή την ιδιαίτερα άσχηµη πτυχή της ιστορίας, θυµίζοντας την κλοπή του πλούτου και τις βίαιες προσπάθειες «εκπολιτισµού» των αυτοχθόνων. Ο Νιζάµ, ένας από τους ψαράδες που συνάντησα στην παραλία του κόλπου του Αρούγκαµ, δεν έβλεπε καµία διαφορά από το αποικιοκρατικό παρελθόν: «Η κυβέρνηση θεωρεί ότι τα δίχτυα και τα ψάρια µας δεν είναι µια όµορφη εικόνα. Αυτός είναι ο λόγος που θέλει να µας διώξει από την παραλία. Για να ικανοποιήσουν τους ξένους, φέρονται στους συµπατριώτες τους σαν να είναι απολιτιστοι». Τα χαλάσµατα που προκάλεσε το τσουνάµι ήταν η νέα terα nullius.

Όταν συνάντησα τον Νιζάµ, είχε µόλις επιστρέψει µαζί µε µια οµάδα ψαράδων από τη θάλασσα. Τα µάτια τους ήταν κατακόκκινα από το αλµυρό νερό. Όταν τους ρώτησα για το κυβερνητικό σχέδιο που προέβλεπε τη µετεγκατάσταση των µικρών ψαράδων σε µια άλλη παραλία, αρκετοί από αυτούς άρχισαν να κουνούν τα µαχαίρια µε τα οποία καθάριζαν τα ψάρια και να ορκίζονται ότι «θα συγκεντρώσουµε τους ανθρώπους και τις δυνάµεις µας» και θα πολεµήσουν για τη γη τους. Μου είπαν ότι στην αρχή καλωσόρισαν την παρουσία των εστιατορίων και των ξενοδοχείων. «Οµως, επειδή τους δώσαµε λίγη από τη γη µας, τώρα τη θέλουν όλη», δήλωσε ένας ψαράς ονόµατι Αµπντούλ. Ένας άλλος, ο Μανσούρ, µου έδειξε τις φοινικιές που µας πρόσφεραν σκιά και ήταν τόσο ανθεκτικές, ώστε είχαν αντέξει την ορµή των κυµάτων από το τσουνάµι. «Τις φύτεψαν οι προπάπποι µου. Για ποιο λόγο πρέπει να πάµε σε άλλη παραλία;» Ένας από τους συγγενείς του είπε: «Θα φύγουµε από εδώ µόνο όταν στεγνώσει η θάλασσα».

Σρι Λάνκα

«τα µέλη των µη κυβερνητικών οργανώσεων: «Συµπεριφέρονται σαν τουρίστες που ήρθαν να γνωρίσουν την άγρια φύση». Έµεναν σε πολυτελή ξενοδοχεία ή σε παραθαλάσσιες βίλες, όµως αυτό που αποτελούσε πραγµατικά κόκκινο πανί για την κοινή γνώµη, κορυφώνοντας τη λαϊκή οργή, ήταν τα ολοκαίνουρια λευκά τζιπ. (..) Τα τζιπ περνούσαν βρυχώµενα δίπλα από τους καταυλισµούς προσφύγων, υψώνοντας σύννεφα σκόνης, µε τα λογότυπα των µη κυβερνητικών οργανώσεων να ανεµίζουν πάνω σε λάβαρα: Oxfam, World Vision, Save The Children σαν να ήταν επισκέπτες από ένα µακρινό κόσµο. (..)»

ποτίθεται ότι η βοήθεια για την ανοικοδόµηση θα πρόσφερε στους κατοίκους της Σρι Λάνκα τη δυνατότητα να απολαύσουν µια ειρηνική ζωή µετά τα τόσο µεγάλα δεινά που είχαν υποστεί. Στον κόλπο του Αρούγκαµ, αλλά και σε ολόκληρη την ανατολική ακτογραµµή, είχε ξεσπάσει ένα άλλο είδος πολέµου. για το ποιος θα επωφελούνταν περισσότερο από τα κονδύλια (οι Σιναλέζοι, οι µουσουλµάνοι ή οι Τάµιλ) και, κυρίως, για το αν αυτοί που πραγµατικά θα επωφελούνταν θα ήταν οι ξένοι, εις βάρος όλων των γηγενών.

Είχα µια βασανιστική αίσθηση ότι επρόκειτο για µια κατάσταση την οποία είχα ξαναδεί, ότι τα πράγµατα είχαν αρχίσει να αλλάζουν και ότι η Σρι Λάνκα θα γινόταν σύντοµα µία ακόµα «ανοικοδοµηµένη» χώρα που θα βυθιζόταν σε µια µόνιµη κατάσταση χάους και καταστροφής. Ένα χρόνο πριν είχα ακούσει στο Ιράκ ανάλογες διαµαρτυρίες: ότι από την ανοικοδόµηση επωφελούντο, οι Κούρδοι και µερικοί σιίτες. Αρκετά µέλη των οργανώσεων βοήθειας τα οποία συνάντησα στο Κολόµπο µου είχαν δηλώσει ότι προτιµούσαν να εργάζονται στη Σρι Λάνκα παρά στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, διότι εκεί οι µη κυβερνητικές οργανώσεις θεωρούνταν ακόµα αµερόληπτες και η λέξη «ανοικοδόµηση» δεν είχε αποκτήσει αρνητική χροιά. Όµως τα πράγµατα άλλαζαν. Στην πρωτεύουσα είχα δει αφίσες οι οποίες απεικόνιζαν Δυτικούς που ήταν µέλη οργανώσεων βοήθειας να µπουκώνονται µε χρήµατα ενώ οι κάτοικοι της Σρι Λάνκα λιµοκτονούσαν.

Οι µη κυβερνητικές οργανώσεις έγιναν στόχος της οργής επειδή η παρουσία τους ήταν εµφανής παντού, ενώ οι αξιωµατούχοι της Παγκόσµιας Τράπεζας, της USAID και της κυβέρνησης, που ονειρεύονταν να µετατρέψουν τη Σρι Λάνκα σε Μπαλί, σπάνια εγκατέλειψαν τα γραφεία τους. Πρόκειται για τραγική ειρωνεία, επειδή οι οργανώσεις βοήθειας ήταν οι µόνες που πρόσφεραν κάποιου είδους αρωγή. Ωστόσο ήταν αναπόφευκτο να συµβεί κάτι τέτοιο, επειδή αυτά που πρόσφεραν ήταν τόσο ανεπαρκή. Το πρόβληµα οφειλόταν εν µέρει στο γεγονός ότι οι οργανώσεις βοήθειας είχαν γιγαντωθεί και αποκοπεί τόσο πολύ από τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να βοηθήσουν, ώστε ο τρόπος ζωής του προσωπικού τους έγινε στη Σρι Λάνκα ένα είδος εθνικής έµµονης ιδέας. Σχεδόν όλοι αυτοί µε τους οποίους µίλησα συµφωνούσαν µε αυτό που είχε σχολιάσει ένας ιερέας σχετικά µε τα µέλη των µη κυβερνητικών οργανώσεων: «Συµπεριφέρονται σαν τουρίστες που ήρθαν να γνωρίσουν την άγρια φύση». Έµεναν σε πολυτελή ξενοδοχεία ή σε παραθαλάσσιες βίλες, όµως αυτό που αποτελούσε πραγµατικά κόκκινο πανί για την κοινή γνώµη, κορυφώνοντας τη λαϊκή οργή, ήταν τα ολοκαίνουρια λευκά τζιπ. Όλα τα µέλη των οργανώσεων βοήθειας χρησιµοποιούσαν αυτά τα τερατώδη οχήµατα, που είχαν υπερβολικά µεγάλο πλάτος και ιπποδύναµη για τους στενούς δρόµους της χώρας. Τα τζιπ περνούσαν βρυχώµενα δίπλα από τους καταυλισµούς προσφύγων, υψώνοντας σύννεφα σκόνης, µε τα λογότυπα των µη κυβερνητικών οργανώσεων να ανεµίζουν πάνω σε λάβαρα: Oxfam, World Vision, Save The Children σαν να ήταν επισκέπτες από ένα µακρινό κόσµο. Σε µια χώρα µε τόσο υψηλές θερµοκρασίες όσο η Σρι Λάνκα, τα οχήµατα αυτά, µε τα αδιαφανή παράθυρα και τα κλιµατιστικά τους, δεν ήταν απλώς µέσα µεταφοράς, αλλά κινούµενα µικροκλίµατα.

Βλέποντας την οργή να διογκώνεται, αναρωτιόµουν πόσος χρόνος θα περνούσε µέχρι να συµβεί και στη Σρι Λάνκα ό,τι είχε γίνει στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, όπου η ανοικοδόµηση έμοιαζε τόσο πολύ µε ληστεία, ώστε όσοι εργάζονταν για τις οργανώσεις βοήθειας να γίνουν στόχοι. Συνέβη µερικές µέρες αφότου έφυγα: Δεκαεφτά κάτοικοι της Σρι Λάνκα που εργάζονταν για τη μη κυβερνητική οργάνωση Αctionι Against Hunger σφαγιάστηκαν μέσα στα γραφεία τους κοντά στην πόλη-λιμάνι Τρινκομαλί στις ανατολικές ακτές. Το συμβάν πυροδότησε ένα νέο κύμα βίαιων συγκρούσεων και οι εργασίες για την ανοικοδόμηση σταμάτησαν. Πολλές οργανώσεις βοήθειας, ανησυχώντας για την ασφάλεια του προσωπικού τους έπειτα από αρκετές ακόμα επιθέσεις, εγκατέλειψαν τη χώρα. Άλλες συνέχισαν να δραστηριοποιούνται μόνο στις περιοχές του νότου, που ελέγχονταν από την κυβέρνηση, αφήνοντας χωρίς βοήθεια τις ελεγχόμενες από τους Τάμιλ περιοχές του βορρά, που είχαν δεχτεί τα πιο ισχυρά πλήγματα. Οι αποφάσεις αυτές επέτειναν την αίσθηση ότι τα κεφάλαια για την ανοικοδόμηση ξοδεύονταν με άδικο τρόπο, ιδίως έπειτα από μια μελέτη που εκπονήθηκε στα τέλη του 2006 και κατέληγε στο συμπέρασμα πως στην πλειοψηφία τους οι κατοικίες που είχαν πληγεί από το τσουνάμι δεν είχαν ακόμα ξαναχτιστεί, με μοναδική εξαίρεση την εκλογική περιφέρεια της Προέδρου, που βρισκόταν στο νότο και όπου το ποσοστό των ανοικοδομημένων κατοικιών έφτανε το εξωπραγματικό 173%.

Τα μέλη και οι εργαζόμενοι των οργανώσεων βοήθειας στις ανατολικές ακτές είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν ένα νέο κύμα προσφύγων: τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους εξαιτίας της βίας. Σε εργαζόμενους για τον ΟΗΕ «που η αρχική τους σύμβαση προέβλεπε την ανοικοδόμηση σχολείων τα οποία είχαν καταστραφεί από το τσουνάμι ανατέθηκε μια νέα αποστολή: να κατασκευάσουν τουαλέτες για όσους είχαν γίνει πρόσφυγες εξαιτίας των συρράξεων», ανέφεραν οι New Υοrk Times.

Τον Ιούλιο του 2006 οι Τίγρεις Τάμιλ ανακοίνωσαν ότι η εκεχειρία είχε εκπνεύσει. Η ανοικοδόμηση σταμάτησε και ο εμφύλιος πόλεμος ξανάρχισε. Πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος περισσότεροι από 4.000 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί. Μόνο ένα μικρό ποσοστό των κατοικιών που είχαν πληγεί από το τσουνάμι είχαν ξαναχτιστεί στις ανατολικές ακτές, όμως εκατοντάδες από τα νέα κτίσματα ήταν ήδη διάτρητα από σφαίρες, τα παράθυρά τους είχαν θρυμματιστεί από τις εκρήξεις και οι ολοκαίνουριες σκεπές τους είχαν καταρρεύσει από τις oβίδες.

Είναι αδύνατον να αποτιμηθεί σε ποιο βαθμό η απόφαση να χρησιμοποιηθεί το τσουνάμι ως μια ευκαιρία για να αυξήσει τα κέρδη του ο Kαπιταλισμός της καταστροφής συνέβαλε στην επανέναρξη του εμφύλιου πολέμου. Η ειρήνη ήταν εύθραυστη και τα δύο μέρη κακόπιστα. Ωστόσο το μόνο βέβαιο είναι ότι, προκειμένου να ριζώσει βαθιά η ειρήνη στη Σρι Λάνκα, έπρεπε να προσφέρει περισσότερα οφέλη από τον πόλεμο. Τα οικονομικά οφέλη που απέρρεαν από τον εμφύλιο πόλεμο ήταν περισσότερο απτά, καθώς ο κυβερνητικός στρατός φρόντιζε τις οικογένειες των στρατιωτών, ενώ οι Τίγρεις Τάμιλ τις οικογένειες των ανταρτών και των βoμβιστών αυτοκτονίας.

Το τεράσπο κύμα αλληλεγγύης μετά το τσουνάμι είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια πραγματικά βιώσιμη ειρήνη, προσφέροντας τους αναγκαίους χρηματικούς πόρους για να υπάρξει μεγαλύτερη ισότητα στη χώρα και για να αποκατασταθούν όχι μόνο τα κτίρια και οι υποδομές, αλλά και η εμπιστοσύνη ανάμεσα στις πληγείσες κοινότητες. Αντί για αυτό, στη Σρι Λάνκα (όπως και στο Ιράκ) επιβλήθηκε, όπως το έθεσε ο Ρόλαντ Πάρις, πολιτικός επιστήμονας του Πανεπιστήμιoυ της Οτάβα, ένα «επιτίμιο για την ειρήνη»: ένα ανελέητα ανταγωνιστικό οικονομικό μοντέλο, που έκανε πιο δύσκολη τη ζωή για την πλειονότητα του πληθυσμού, την ίδια στιγμή που η χώρα χρειαζόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τη συμφιλίωση και την εξάλειψη των εντάσεων. Στην πραγματικότητα, το είδος της ειρήνης που προτάθηκε στη Σρι Λάνκα ήταν μια ιδιαίτερη μορφή πολέμου. Η συνέχιση της βίας υποσχόταν γη, εξουσία και δόξα. Τι άλλο προσφερε το είδος της ειρήνης που πρότειναν οι εταιρείες, πέρα από την αρπαγή της γης στο άμεσο μέλλον και το ασανσέρ του Tζον Βάρλεϊ στο απώτερο μέλλον;

Οπουδήποτε θριάμβευσε η σταυροφορία της Σχολής του Σικάγου το 25-60% του πληθυσμού μετατράπηκε σε μια τάξη που ζει μόνιμα κάτω από τα όρια της φτώχειας. Αναμφίβολα, πρόκειται πάντα για μια μορφή πολέμου. Όμως όταν αυτό το πολεμοχαρές οικονομικό μοντέλο μαζικής εκρίζωσης πληθυσμών και ισοπέδωσης της κουλτούρας τους επιβάλλεται σε μια χώρα που έχει πληγεί από μια καταστροφή και σπαράσσεται από εθνοτικές συγκρούσεις, τότε ο κίνδυνος είναι πολύ μεγαλύτερος. Όπως είχε πει ο Κέινς πριν από πολλά χρόνια, μια ειρήνη που δε συμφιλιώνει αλλά τιμωρεί έχει τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις συμπεριλαμβανομένου του ξεσπάσματος ακόμα πιο αιματηρών πολέμων.

Οπουδήποτε θριάμβευσε η σταυροφορία της Σχολής του Σικάγου το 25-60% του πληθυσμού μετατράπηκε σε μια τάξη που ζει μόνιμα κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • NAOMI KLEIN Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ-ΒΙΒΛΙΟ-ΚΛΙΚ.

    Ολόκληρο το Βιβλίο Μπέστ-σέλλερ, προσφορά του συνεργάτη μας ftanei_pia στο προσωπικό της ΕΥΔΑΠ. Για να μαθαίνουν νέοι και παληοί.

    Το βιβλίο της Νάομι Κλάιν συγκλονίζει με τις ομοιότητες που βιώνει το πειραματόζωο Ελλάς. Αφού πριν χρόνια η νεοφιλελεύθερη σχολή Φρίντμαν τα εφάρμοσε στη Λατ, Αμερική, Πολωνία, Μεγ. Βρεττανία, Ινδονησία, Ρωσία, Σρι Λάνκα, Ιράκ. κ.α

  • «Καλώς ήρθες» CIA #Twitter & # Facebook!

    Η CIA εισέρχεται στα κοινωνικά δίκτυα για να παρακολουθεί, κατασκόπευει και να προβλέπει τις παγκόσμιες τάσεις.

  • Πακέτο!

    θα τους ταραξουμε στη νομιμότητα (κι'όσοι προκάνουμε..)

  • Μπορεί ο αστυνομικός να είναι χρυσαυγίτης;

    Δεν υποστηρίζω ότι οι άντρες και οι γυναίκες της ΕΛΑΣ που ψηφίζουν τα αυγά είναι ναζιστές ή συνειδητοί αντι-δημοκράτες – αν και αυτή η επιλογή δεν έχει το παραμικρό ελαφρυντικό. Ωστόσο, τα μεγάλα ποσοστά που παίρνει η ΧΑ ξανά και ξανά εκεί που ψηφίζουν οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου καλό σημάδι.  Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφέστατο και κανένας δε μπορεί να το αγνοεί.

    ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΨΗΦΙΣΑΝ ΜΑΖΙΚΑ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ- http://wp.me/pVnfp-g9p

  • Σαν να μην πέρασε μιά μέρα…

    2400 Χρόνια Πίσω ;

  • Δημοφιλή άρθρα & σελίδες

  • Πρόσφατα άρθρα

  • ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ-ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ Ε.ΥΔ.Α.Π

  • ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ; ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!

    Μας "πυροβολούν" εν ψυχρώ, μας γυρίζουν στην Γιούλεν των αμερικάνων και αυτοί αντί να ξεσηκώνονται και να τα κάνουν όλα λαμπόγιαλο, παρακολουθούν και μελετούν τις εξελίξεις, ψύχραιμοι και ωραίοι. Και οι "πέτρες δεν έχουν ακόμη αρχίσει να ίπτανται"..

    Εκείνα τα χρήματα του "κουμπαρά" Μπάρδη-Ομοσπονδίας που μας λέγατε πως πήγαιναν οι περικοπές των αποδοχών, εννοείτε πως θα είναι το ισοδύναμο από τις απώλειες στο εφάπαξ;

  • Μεταπληροφορίιες

  • Αγωνιστικο και Λυτρωτικό το 2014

  • Χάουαρντ Ζιν (1923-2010)

    ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΒΙΒΛΙΟ (1,2,3,4 Κεφάλαια)

  • ΑΝ ΑΥΤΟ ΥΠΟΔΗΛΩΝΕΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΑΚΟΜΜΑΤΙΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ ΑΣ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

    Οταν στην πρώτη σελίδα του blog υπάρχει η (μοναδική) παραπομπή σε παράταξη κόμματος; Και που έχει ζητηθεί η απομάκρυνση της πολλές φορές; Μετά απορούμε για την αναξιοπιστία-ανυποληψία του κομματικού συνδικαλισμού;

  • ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ…

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ > και αν δεν ανοίγει ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΕΥΔΑΠ

  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

    Σεπτεμβρίου 2013
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Αυγ.   Οκτ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    30  
  • ΕΝΟΤΗΤΑ -ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΚΙ’ ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΟΥΝ ΑΠ΄ΤΗ ΠΕΙΝΑ

    Αυτοοργάνωση, επιτροπές εργαζομένων παντού, αποφάσεις με δημοκρατικές διαδικασίες

  • ΕΥΔΑΠ ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

    protovoulia1.eydap@gmail.com
    ---------
    ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΑΡΘΡΑ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ.
    ---------
    -Μπορείτε να δημοσιεύσετε άρθρο σας -επώνυμα ή με τα αρχικά*.
    Παράκληση: Χωρίς ύβρεις και συκοφαντίες
    *Τα πλήρη στοιχεία στη διάθεση μας.

  • Αρχείο

  • Kατηγορίες

  • «Έπεσε» στο μάτι μας

    και γελάσαμε ..πικρά

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ -ΛΙΝΚ //σε περίπτωση που δεν ανοίγει το προηγούμενοι ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • Τα πάντα διαλύονται, ξεπουλιούνται..Η Α.Ε. εκποίησης δημόσιας περιουσίας δουλεύει! Εμείς? (ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ)

    ...Εμείς οι χιλιάδες, οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια... τι κάνουμε, τι περιμένουμε για να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας;  Τιιιιιιιιιιιιι;

    ..και τα συνδικάτα, οι παρατάξεις, οι δεκάδες "συνδικαλιστές| (βάλτε όποια και όποιους φαντάζεστε) στη ..νιρβάνα τους?

  • ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

    Πότε θα γυρίσουμε σελίδα; Δεν αρκούν 40 σχεδόν, χρόνια συναλλαγής, διαφθοράς, ιδιοτέλειας, πελατειακών σχέσεων; Θα πρέπει μήπως να τα ..κατοστήσουμε;

  • αν

Αρέσει σε %d bloggers: