Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 3)

Κεφάλαιο

NΑΟΜΙ KLEIN

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

ΤΟ ΠΡΩTO ΤΕΣT

ΟΙ ΩΔΙΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΚΕΤΟΥ


«Οι θεωρίες του Μίλτον Φρίντµαν
τού έδωσαν το βραβείο Νοµπέλ·
στη Χιλή έδωσαν τον Πινοτσετ».
-Εδουάρδο Γκαλεάνο,
Dias Υ Noches de Amor Υ de Guerra
[Μέρες και Νύχτες Αγάπης και Πολέµου,
Εξάντας, 1978]

`

«Δε νοµίζω ότι µε θεώρησαν
ποτέ ”διαβολικό”».
Μιλτον Φριντµαν, Wall Street

`

`

ΧΙΛΗ, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ,

ΒΡΑΖΙΛΙΑ, ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ

`

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΚ

Η ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

«Τα πλήγματα πρέπει να επιφέρονται όλα ταυτόχρονα,
ώστε, όντας λιγότερο αισθητά, να ενοχλούν λιγότερο».
Νικολό Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, 1513
 
 
 
`
«Αν υιοθετηθεί η προσέγγιση του σοκ,
πιστεύω ότι θα πρέπει να ανακοινωθεί
δημόσια και λεπτομερώς, ώστε να επενεργήσει
πολύ σύντομα. Όσο πιο ενημερωμένος
είναι ο πληθυσμός τόσο περισσότερο θα
διευκολύνουν οι αντιδράσεις του την προσαρμογή».
`
Μίλτον Φρίντμαν, σε επιστολή του προς
το στρατηγό Αουγκούστο Πινοτσέτ, 21 Απριλίου 1975
`
`
 

Πρόεδρος Σαλβαντόρ Αλιέντε

στρατηγός Αουγκούστο Πινοτσέτ και οι οπαδοί του αναφέρονταν συστηματικά σια γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 ως «πόλεμο» και όχι ως «πραξικόπημα». Ασφαλώς και το Σαντιάγο έμοιαζε με πολεμική ζώνη: Άρματα μάχης διέσχιζαν τις λεωφόρους ανοίγοντας πυρ και τα κυβερνητικά κτίρια δέχονταν επιθέσεις από περιωθούμενα. Όμως υπήρχε κάτι παράδοξο σε αυτό τον πόλεμο: Ήταν μονόπλευρος.

Πρώτα απ’ όλα, ο Πινοτσέτ έλεγχε απόλυτα το στρατό, το ναυτικό, τους πεζoναύτες και την αστυνομία. Εξάλλου ο Πρόεδρος Αλιέντε είχε αρνηθεί να οργανώσει τους υποστηρικτές του σε ένοπλες ομάδες άμυνας, συνεπώς δε διέθετε δικό του στρατό. Η μοναδική εστία αντίστασης ήταν το Προεδρικό Μέγαρο (γνωστό ως Λα Μονέδα) και στέγες γειτονικών κτιρίων, καθώς ο Αλιέντε και ο στενός του κύκλος προσπαθούσαν θαρραλέα να υπερασπίσουν την έδρα της δηµοκρατίας. Ήταν ένας άνισος αγώνας. Παρόλο που οι υποστηρικτές του Αλιέvrε ήταν µόνο τριάντα έξι, ο στρατός εκτόξευσε εναντίον του µεγάρου είκοσι τέσσερις ρουκέτες.

Είναι φανερό ότι ο Πινοτσέτ, αυτός ο µαταιόδοξος και ευµετάβλητος επικεφαλής της επιχείρησης (ογκώδης σαν το άρµα µάχης στο οποίο επέβαινε), ήθελε το γεγονός να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο δραµατικό και τραυµατικό. Ακόµα κι αν το πραξικόπηµα δεν ήταν πόλεµος, ήταν σχεδιασµένο έτσι ώστε να δηµιουργεί την αίσθηση πως ήταν ένα χιλιανό προανάκρουσµα της επιχείρησης «Σοκ και Δέος, Σε αντίθεση µε τη γειτονική Αργεντινή, την οποία είχαν κυβερνήσει έξι στρατιωτικες κυβερνήσεις τις προηγούµενες τέσσερις δεκαετίες, η Χιλή δεν είχε εµπειρία από αυτού του είδους τη βία. Είχε απολαύσει εκατόν εξήvrα χρόνια ειρηνικής δηµοκρατικής διακυβέρνησης, τα τελευταία σαράντα ένα από τα οποία συνεχόµενα.

Τώρα όµως το Προεδρικό Μέγαρο είχε παραδοθεί στις φλόγες, η σορός του Προέδρου είχε µεταφερθεί έξω πάνω σε ένα φορείο και οι στενότεροι συνεργάτες του είχαν καταλήξει ξαπλωµένοι µπρούµυτα στο δρόµο µε τουφέκια να τους σηµαδεύουν.* Σε απόσταση µερικών λεπτών µε το αυτοκίνητο από το Προεδρικό Μέγαρο, ο Ορλάvrο Λετελιέ, που είχε πρόσφατα επιστρέψει από την Ουάσινγκτον για να αναλάβει τη θέση του υπουργού Άµυνας της Χιλής, βρισκόταν εκείνο το πρωί στο υπουργείο του. Αµέσως µόλις διέσχισε την κεντρική είσοδο, δώδεκα στρατιώτες µε εξοπλισµό µάχης που του είχαν στήσει ενέδρα τον συνέλαβαν υπό την απειλή των οπλοπολυβόλων τους.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν του πραξικοπήµατος εκπαιδευτές από τις ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στη CIA, είχαν φροντίσει να εµπνεύσουν παράφορο αντικοµουνιστικό µένος στους στρατιωτικούς της Χιλής, πείθοντάς τους ότι οι σοσιαλιστές ήταν ντε φάκτο Ρώσοι κατάσκοποι, µια ξένη εχθρική δύναµη στους κόλπους της χιλιανής κοινωνίας, ένας αυτόχθων «εσωτερικός εχθρος. Στην πραγµατικότητα, ο στρατός ήταν που αποδείχτηκε ο αληθινός εγχώριος εχθρός, έτοιµος να στρέψει τα όπλα του εναντίον του πληθυσµού που είχε ορκιστεί να προστατεύει.

_________________________________________________________________

*Ο Αλιέντε βρέθηκε πυροβοληµένος στο κεφάλι. Εξακολουθούν να υπάρχουν διχογνωµίες σχετικά µε το αν τον σκότωσε µια από τις σφαίρες που έπεφταν εναντίον του Προεδρικού Μεγάρου Λα Μονέδα ή αν αυτοκτόνησε προκειµένου οι Χιλιανοί να µη δουν τον εκλεγµένο Πρόεδρό τους να παραδίνεται στους στασιαστές στρατιωτικούς. Η δεύτερη θεωρία µοιάζει πιο αξιόπιστη. (Σ.τ.Σ.)

________________________________________________________________

Με τον Αλιέντε νεκρό, τους υπουργούς του υπό κράτηση και χωρίς εμφανή μαζική αντίσταση, η μεγάλη μάχη της χούντας είχε τελειώσει μέχρι τα μέσα του απογεύματος. Ο Λετελιέ και άλλοι εξέχοντες κρατούμενοι οδηγήθηκαν τελικά στο παγωμένο νησί Ντόσον στον Πορθμό του Μαγγελάνου ό,τι πιο κοντινό σε στρατόπεδο εργασίας της Σιβηρίας μπορούσε να βρει ο Πινοτσέτ. Ωστόσο οι δολοφονίες και οι φυλακίσεις των μελών της κυβέρνησης δεν ήταν αρκετά για τη νέα, χουντική κυβέρνηση της Χιλής. Οι στρατηγοί γνώριζαν ότι, για να παραμείνουν στην εξουσία, έπρεπε να τρομοκρατήσουν τους Χιλιανούς, όπως είχε συμβεί και με το λαό της Ινδονησίας. Τις επόμενες μέρες περίπου 13.500 πολίτες συνελήφθησαν, στοιβάχτηκαν σε φορτηγά και οδηγήθηκαν σε φυλακές, σύμφωνα με μια αποχαρακτηρισμένη αναφορά της CIA.

5 Χιλιάδες κατέληξαν στα δύο κυριότερα ποδοσφαιρικά γήπεδα του Σαντιάγο, το Στάδιο της Χιλής και το τεράστιο Εθνικό Στάδιο. Μέσα στο Εθνικό Στάδιο ο θάνατος αντικατέστησε το ποδόσφαιρο ως δημόσιο θέαμα. Κουκουλοφόροι καταδότες περιφέρονταν στις κερκίδες και υποδείκνυαν τους υπονομευτές στους στρατιώτες που τους συνόδευαν, οι οποίοι τους έσερναν στα αποδυτήρια και στα θεωρεία των επισήμων, που είχαν μετατραπεί σε αυτοσχέδιους θαλάμους βασανιστηρίων. Εκατοντάδες εκτελέστηκαν. Τα άψυχα σώματα εγκαταλείπονταν στα κράσπεδα μεγάλων αυτοκινητόδρομων ή κατέληγαν να επιπλέουν στα λασπωμένα κανάλια της πόλης.

ροκειμένου να διασφαλίσει την επέκταση του τρόμου και πέρα από την πρωτεύουσα, ο Πινοτσέτ έστειλε τον πιο ανελέητο από τους υφισταμένους του, το στρατηγό Σέρχιο Αρεγιάνο Σταρκ, να επισκεφθεί με ελικόπτερο τις βόρειες επαρχίες και να επιθεωρήσει μια σειρά από φυλακές στις οποίες κρατούνταν «υπονομευτές». Σε κάθε πόλη που επισκέπτονταν ο Σταρκ και το απόσπασμα θανάτου που τον συνόδευε επέλεγαν τους πιο σημαντικούς από τους κρατούμενους σε μια περίπτωση είκοσι έξι ταυτόχρονα και στη συνέχεια τους εκτελούσαν. Το μονοπάτι του αίματος που άφησαν πίσω τους στη διάρκεια αυτών των τεσσάρων ημερών έγινε γνωστό ως «Καραβάνι του Θανάτου». Πολύ σύντομα ολόκληρη η χώρα είχε λάβει το μήνυμα: Η αντίσταση ισοδυναμούσε με θάνατο.

Παρόλο που ο πόλεμος του Πινοτσέτ ήταν μονόπλευρος, οι επιπτώσεις του ήταν εξίσου σημαντικές με εκείνες ενός εμφύλιου πολέμου ή μιας ξένης εισβολής. Συνoλικά, περισσότεροι από 3.200 άνθρωποι εξαφανίστηκαν ή εκτελέστηκαν, τουλάχιστον 80.000 φυλακίστηκαν και 200.000 εγκατέλειψαν τη χώρα για πολιτικούς λόγους.

Το οικονομικό μέτωπο

ια τα Παιδιά του Σικάγου, η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μια μέρα πυρετώδους αναμονής και υψηλής αδρεναλίνης. Τις προηγούμενες μέρες ο Σέρχιο δε Κάστρο μιλούσε συνέχεια στο τηλέφωνο με το σύνδεσμό του στο ναυτικό, διαβάζοντάς του σελίδα προς σελίδα το τελευταίο τμήμα του «Τούβλου» για να πάρει την τελική έγκριση. Τη μέρα του πραξικοπήματος αρκετά από τα Παιδιά του Σικάγου είχαν στρατοπεδεύσει στο τυπογραφείο της δεξιάς εφημερίδας ΕΙ Mercurio. Υπό τους ήχους πυροβολισμών στους δρόμους, προσπαθούσαν να τυπώσουν εγκαίρως το «Τούβλο», ώστε να είναι έτοιμο από την πρώτη μέρα που η χούντα θα άρχιζε να ασκεί την εξουσία. Ο Αρτούρο Φοντέν, ένας από τους εκδότες της εφημερίδας, θυμάται ότι τα πιεστήρια «δούλευαν ασταμάτητα για να τυπώσουν αντίτυπα αυτού του πολυσέλιδου εγγράφου». Και τα κατάφεραν έστω και την τελευταία στιγμή. «Πριν από το μεσημέρι της Τετάρτης 12 Σεπτεμβρίου 1973 οι στρατηγοί των ενόπλων δυνάμεων που είχαν αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα είχαν το Σχέδιο στα γραφεία του».

Οι προτάσεις στο τελικό κείμενο είχαν μια εντυπωσιακή ομοιότητα με εκείνες που υπάρχουν στο Capitalism and Freedom του Φρίντμαν: ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση και περικοπές των κοινωνικών δαπανών η αγία τριάδα της ελεύθερης αγοράς. Οι εκπαιδευμένοι στις ΗΠΑ οικονομολόγοι της Χιλής είχαν προσπαθήσει να εισαγάγουν αυτές τις ιδέες με ειρηνικά μέσα, στο πλαίσιο του δημοκρατικού διαλόγου, αλλά είχαν αντιμετωπίσει την ολοκληρωτική απόρριψη. Τώρα τα Παιδιά του Σικάγου και τα σχέδιά τους είχαν επανέλθει, μέσα σε ένα κλίμα πολύ πιο ευνοϊκό για το ριζοσπαστικό όραμά τους. Σε αυτή τη νέα εποχή δε χρειαζόταν να συμφωνεί κανείς μαζί τους εκτός από μια δράκα ένστολων. Οι πιο σκληροί πολιτικοί τους αντίπαλοι ήταν νεκροί, φυλακισμένοι ή διωκόμενοι. Η εικόνα των αεριωθούμενων και των καραβανιών του θανάτου εξανάγκαζε όλους τους υπόλοιπους να πειθαρχούν.

«Για εμάς, ήταν μια επανάσταση», έχει δηλώσει ο Κριστιάν Λαρουλέτ, ένας από τους οικονομικούς συμβούλους του Πινοτσετ. Πρόκειται για ένα δίκαιο χαρακτηρισμό. Η 11η Σεπτεμβρίου 1973 σηματοδότησε κάτι περισσότερο από το βίαιο τέλος της ειρηνικής σοσιαλιστικής επανάστασης του Αλιέντε: Ήταν η αρχή αυτού που το περιοδικό The Economist θα χαρακτήριζε αργότερα «αντεπανάσταση», η πρώτη συγκεκριμένη νίκη στην εκστρατεία που διεξήγε η Σχολή του Σικάγου για να ακυρωθούν οι κατακτήσεις που είχαν επιτευχθεί χάρη στην οικονομική της ανάπτυξης και στον κεϊνσιανισμό. Σε αντίθεση με τη μερική επανάσταση του Αλιέντε, βασισμένη στη μετριοπάθεια και στο συμβιβασμό από σεβασμό προς τη βασική αρχή της δημοκρατίας ότι πρέπει να υπάρχουν αντίρροπες δυνάμεις, η εξέγερση της Σχολής του Σικάγου, που στηρίχτηκε στην ωμή βία, δεν είχε καμία αναστολή να φτάσει στα άκρα. Μέσα στα επόμενα χρόνια οι πολιτικές που περιγράφονταν στο «Τούβλο» θα επιβάλλονταν σε δεκάδες άλλες χώρες με πρόσχημα μια ευρεία γκάμα κρίσεων. Όμως η Χιλή ήταν η χώρα όπου γεννήθηκε η αντεπανάσταση όπου γεννήθηκε ο τρόμος.

Ο Χοσέ Πινιέρα, απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών του Καθολικού Πανεπιστημίου και αυτοχαρακτηριζόμενος «Παιδί του Σικάγου», έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ όταν έγινε το πραξικόπημα. Μόλις έμαθε τα καλά νέα, επέστρεψε στην πατρίδα του «για να βοηθήσω να αναδυθεί μια νέα χώρα, αφοσιωμένη στο όραμα της ελευθερίας, μέσα από τις στάχτες της παλιάς». Σύμφωνα με τον Πινιέρα, που έμελλε να γίνει υπουργός Εργασίας του Πινοτσέτ, επρόκειτο για «μια πραγματική επανάσταση, [ … ] μια ριζική, ευρεία και αποφασιστική κίνηση προς την ελεύθερη αγορά».

Πριν από το πραξικόπημα ο Αουγκούστο Πινοτσέτ συνοδευόταν από τη φήμη ότι ήταν τόσο πειθήνιος, ώστε έφτανε μέχρι το σημείο να γίνεται δουλοπρεπής, κολακεύοντας και συμφωνώντας πάντα με τους πολιτικούς του προϊσταμένους. Ως δικτάτορας ο Πινοτσέτ αποκάλυψε νέες πλευρές του χαρακτήρα του. Κατέλαβε την εξουσία με αδιάντροπη ικανοποίηση, υιοθετώντας ύφος μονάρχη και ισχυριζόμενος ότι ήταν το «πεπρωμένο» του να κυβερνήσει τη χώρα. Σύντομα οργάνωσε ένα πραξικόπημα μέσα στους κόλπους των πραξικοπηματιών προκειμένου να απαλλαγεί από τους άλλους τρεις στρατιωτικούς ηγέτες με τους οποίους είχε συμφωνήσει να μοιραστεί την εξουσία και αυτοαναγορεύτηκε Ανώτατος Αρχηγός του Έθνους και Πρόεδρος ταυτόχρονα. Λάτρευε τις πομπώδεις τελετές (απόδειξη του δικαιώματός του να κυβερνά) και δεν έχανε ευκαιρία να φορέσει την πρωσική στολή του, πάντα συνοδευόμενη από μανδύα.* Για τις μετακινήσεις του στο Σαντιάγο χρησιμοποιούσε μια πομπή από χρυσές αλεξίσφαιρες Mercedes Benz.

Ο Πινοτσέτ είχε ταλέντο στην αυταρχική διακυβέρνηση, αλλά, όπως και ο Σουχάρτο, δε γνώριζε τίποτα από οικονομία. Αυτό ήταν ένα σημαντικό πρόβλημα, επειδή το οικονομικό σαμποτάζ που είχε ενορχηστρώσει η ΙΤΤ είχε κλονίσει την οικονοµία της χώρας και ο Πινοτσέτ βρέθηκε αντιµέτωπος µε οξύτατη κρίση. Από την πρώτη στιγµή υπήρξε µια έντονη αντιπαράθεση ισχύος µέσα στους κόλπους της χούντας ανάµεσα σε εκείνους που επιθυµούσαν επαναφορά της προ του Αλιέντε κατάστασης πραγµάτων και τη γρήγορη στροφή στη δηµοκρατία και στα Παιδιά του Σικάγου, που πίεζαν για µια ολοκληρωτική µεταβολή υπέρ της ελεύθερης αγοράς, η οποία θα χρειαζόταν χρόνια για να επιβληθεί.

Ο Πινοτσέτ, που απολάµβανε ιδιαίτερα την εξουσία που είχε αποκτήσει, απεχθανόταν την ιδέα ότι το πεπρωµένο του ήταν να φέρει σε πέρας µια απλή επιχείρηση εκκαθάρισης, δηλαδή να «αποκαταστήσει την Τάξη και στη συνέχεια να αποχωρήσει. «Δεν είµαστε µια ηλεκτρική σκούπα που σάρωσε τους µαρξιστές για να επανέλθουν στην εξουσία οι κύριοι πολιτικοί», είχε δηλώσει. Το όραµα των Παιδιών του Σικάγου για µια ολοκληρωτική ανάπλαση της χώρας ταίριαζε µε τις αχαλίνωτες φιλοδοξίες του και, όπως έκανε ο Σουχάρτο µε τα µέλη της Μαφίας του Μπέρκλεί, διόρισε αµέσως οικονοµικούς συµβούλους του αρκετούς απόφοιτους του Σικάγου, συµπεριλαµβανοµένου του Σέρχιο δε Κάστρο, ηγέτη των Παιδιών του Σικάγου και βασικού συγγραφέα του «Τούβλου». Τους αποκαλούσε technos, δηλαδή «τεχνικούς», κολακεύοντας έτσι τη µαταιοδοξία των Παιδιών του Σικάγου, που ισχυρίζονταν ότι η ανόρθωση µιας οικονοµίας ήταν ζήτηµα της επιστήµης και όχι υποκειµενικών ανθρώπινων επιλογών.

_____________________________________________________________

*Η επίσημη στολή του χιλιανού στρατού παρουσίαζε πολλές ομοιότητες με εκείνη του πρωσικού, επειδή στις αρχές του εικοστού αιώνα η τότε κυβέρνηση είχε καλέσει Πρώσους αξιωματικούς για να εκπαιδεύσουν το στρστό της χώρας. (Σ.τ.Μ.)

_____________________________________________________________

Παρόλο που ο Πινοτσέτ γνώριζε ελάχιστα πράγµατα για τον πληθωρισµό και τα επιτόκια, οι technos µιλούσαν µια γλώσσα την οποία καταλάβαινε. Για εκείνους, τα οικονοµικά ισοδυναµούσαν µε δυνάµεις της φύσης τις οποίες πρέπει να σεβόµαστε και να υπακούµε, επειδή «το να δρας ενάντια στη φύση είναι αντιπαραγωγικό και γεννά αυταπάτες, όπως εξηγούσε ο Πινιερα.» Ο Πινοτσέτ συµφωνούσε: Οι άνθρωποι, έγραψε κάποτε, πρέπει να υπόκεινται σε δοµές, επειδή «η φύση µάς δείχνει ότι µια βασική τάξη και ιεραρχία είναι αναγκαία». Αυτός ο αµοιβαίος ισχυρισµός ότι δρούσαν σύµφωνα µε ανώτερους φυσικούς νόµους αποτέλεσε τη βάση της συµµαχίας του Πινοτσέτ µε τα Παιδιά του Σικάγου.

Το πρώτο ενάµισι έτος ο Πινοτσέτ εφάρµοσε πιστά τους κανόνες της Σχολής του Σικάγου: Ιδιωτικοποίησε µερικές αν και όχι όλες από τις κρατικές επιχειρήσεις (συµπεριλαµβανοµένων κάποιων τραπεζών), επέτρεψε νέες, υπερσύγχρονες µορφές χρηµατοοικονοµικής κερδοσκοπίας, άνοιξε τα σύνορα για τις εισαγωγές, καταργώντας τους φραγµούς που επί πολλά χρόνια προστάτευαν τους Χιλιανούς βιοµήχανους, και περιέκοψε τις δηµόσιες δαπάνες κατά 10%,  με εξαίρεση το στρατό, όπου σημειώθηκε μια σημαντική αύξηση. Επιπλέον, κατάργησε τον έλεγχο των τιμών μια ιδιαίτερα τολμηρή ενέργεια σε μια χώρα όπου για δεκαετίες ρυθμιζόταν από το κράτος το κόστος βασικών αγαθών, όπως το ψωμί και το λάδι.

Τα Παιδιά του Σικάγου είχαν διαβεβαιώσει τον Πινοτσέτ ότι, αν σταματούσε αμέσως η κυβερνητική παρέμβαση σε αυτούς τους τομείς, οι «φυσικοί» νόμοι, της οικονομίας θα αποκαθιστούσαν την ισορροπία της και ο πληθωρισμός (τον οποίο αντιμετώπιζαν ως ένα είδος οικονομικού πυρετού που αποτελούσε ένδειξη της παρουσίας μη υγιών οργανισμών στην αγορά) θα μειωνόταν ως διά μαγείας, Έκαναν λάθος. Το 1974 ο πληθωρισμός άγγιξε το 375% το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρο τον κόσμο, σχεδόν διπλάσιο από το υψηλότερο επίπεδο στο οποίο είχε φτάσει επί Αλιεντε. Το κόστος βασικών αγαθών, όπως το ψωμί, εκτινάχθηκε στα ύψη. Ταυτόχρονα, χιλιάδες Χιλιανοί είχαν μείνει χωρίς δουλειά, καθώς οι πειραματισμοί του Πινοτσέτ με το «ελεύθερο εμπόριο» είχαν ως αποτέλεσμα η χώρα να κατακλυστεί από φτηνά εισαγόμενα προίόντα. Οι εγχώριες επιχειρήσεις έκλειναν, αδυνατώντας να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, η ανεργία έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ, η πείνα αυξανόταν ανεξέλεγκτα. Το πρώτο πείραμα των Παιδιών του Σικάγου αποδείχτηκε ολέθριο.

Ο Σέρχιο δε Κάστρο και τα υπόλοιπα Παιδιά του Σικάγου ισχυρίζονταν (με τον τυπικό τρόπο της Σχολής του Σικάγου) ότι το πρόβλημα δεν εντοπιζόταν στη θεωρία τους, αλλά στο ότι αυτή δεν εφαρμοζόταν με την αναγκαία αυστηρότητα. Η οικονομία δεν είχε καταφέρει να αυτοδιορθωθεί και να επιστρέψει σε μια αρμονική ισορροπία επειδή εξακολουθούσαν να υπάρχουν «στρεβλώσει» έπειτα από μισό αιώνα κρατικής παρέμβασης, Για να πετύχει το πείραμα, ο Πινοτσέτ έπρεπε να διορθώσει αυτές τις στρεβλώσεις, πράγμα που σήμαινε περισσότερες περικοπές, περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, μεγαλύτερη ταχύτητα στην εφαρμογή τους.

Στη διάρκεια αυτού του διαστήματος πολλοί από τους κορυφαίους επιχειρηματίες της χώρας αγανάκτησαν με το ριψοκίνδυνο εγχείρημα των Παιδιών του Σικάγου να επιβάλουν έναν ακραίο καπιταλισμό. Οι μόνοι που επωφελούνταν ήταν οι ξένες εταιρείες και μια μικρή κλίκα επενδυτών γνωστών ως «πιράνχας», οι οποίοι αποκόμιζαν τεράστια χρηματικά ποσά κερδοσκοπώντας. Οι βιoμήxανoι, που είχαν υποστηρίξει με θέρμη το πραξικόπημα, βρίσκονταν τώρα αντιμέτωποι με το φάσμα της καταστροφής. Ο Ορλάντο Σάενς, ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών, ο οποίος είχε μυήσει τα Παιδιά του Σικάγου στη συνωμοσία για το πραξικόπημα, περιέγραψε τα αποτελέσματα του πειράµατος ως «µια από τις µεγαλύτερες αποτυχίες στην οικονοµική ιστορία µας». Οι βιοµήχανοι δεν ήθελαν το σοσιαλισµό του Αλιέντε, αλλά προτιµούσαν µια διευθυνόµενη οικονοµία. «Δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί το χρηµατοοικονοµικό χάος που επικρατεί στη Χιλή», είχε δηλώσει ο Σάενς. «Είναι αναγκαίο να διοχετευτούν σε παραγωγικές επενδύσεις τα εκατοµµύρια των πιστώσεων που χρησιµοποιούνται σήµερα σε παράτολµα κερδοσκοπικά εγχειρήµατα µπροστά στα µάτια αυτών που δεν έχουν καν δουλειά».

Με την στζέντα τους να αντιµετωπίζει σοβαρότατο κίνδυνο, τα Παιδιά του Σικάγου και τα «πιράνχας (και υπήρχε µεγάλη αλληλεπικάλυψη µεταξύ τους) αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να καλέσουν τα «µεγάλα κανόνια». Τον Μάρτιο του 1975 ο Μίλτον Φρίντµαν και ο Άρνολντ Χάρµπεργκερ, προσκεκληµένοι µιας µεγάλης τράπεζας, πέταξαν στο Σαντιάγο για να βοηθήσουν να σωθεί το πείραµα.

Ο ελεγχόµενος από τη χούντα Τύπος υποδέχτηκε τον Φρίντµαν σαν να ήταν κάποιος σταρ της ροκ, ο γκουρού της νέας τάξης πραγµάτων. Οι οµιλίες του γίνονταν πρωτοσέλιδα, οι ακαδηµαίκές του διαλέξεις µεταδίδονταν από τη δηµόσια τηλεόραση και έγινε δεκτός από τον πιο σηµαντικό άνθρωπο της χώρας: Συναντήθηκε κατ’ ιδίαν µε τον ίδιο το στρατηγό Πινοτσέτ.

Σε όλη τη διάρκεια της παραµονής του ο Φρίντµαν επανερχόταν διαρκώς σε ένα θέµα: Η χούντα είχε κάνει µια καλή αρχή, όµως έπρεπε να αφεθεί ακόµα περισσότερο στην αγκαλιά της ελεύθερης αγοράς. Σε οµιλίες και συνεντεύξεις του επαναλάµβανε επίµονα έναν όρο που δεν είχε ποτέ µέχρι τότε χρησιµοποιηθεί δηµόσια για µια οικονοµική κρίση: Ζητούσε να εφαρµοστεί µια «θεραπεία-σοκ», υποστηρίζοντας ότι ήταν «το µοναδικό φάρµακο. Το απόλυτο. Δεν υπάρχει άλλο. Δεν υπάρχει κάποια άλλη µακροπρόθεσµη λύση. Όταν ένας Χιλιανός δηµοσιογράφος του επεσήµανε το γεγονός ότι ακόµα και ο Προεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον είχε επιβάλει ελέγχους για να χαλιναγωγήσει την ελεύθερη αγορά, ο Φρίντµαν απάντησε µε απότοµο ύφος: «Δεν τους εγκρίνω. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να εφαρµόζονται. Είµαι εναντίον της παρέµβασης στην οικονοµία από την κυβέρνηση τόσο στη χώρα µου όσο και στη Χιλή».

Μετά τη συνάντησή του µε τον Πινοτσέτ ο Φρίντµαν κατέγραψε µερικά σχόλιά του, τα οποία θα δηµοσιοποιούσε δεκαετίες µετά στα αποµνηµονεύµατά του. Παρατηρούσε ότι ο στρατηγός «έβλεπε µε συµπάθεια την ιδέα µιας θεραπείας-σοκ, αλλά ήταν φανερό ότι τον στενοχωρούσε η πιθανή προσωρινή αύξηση της ανεργίας την οποία θα προκαλούσε». Ο Πινοτσέτ είχε ήδη γίνει διαβόητος σε ολόκληρο τον κόσµο για τις µαζικές σφαγές που είχε διατάξει να πραγµατοποιηθούν στα ποδοσφαιρικά γήπεδα. Το ότι το ανθρώπινο κόστος της θεραπείας-σοκ «στενοχωρούσε» το δικτάτορα πρέπει να έβαλε σε σκέψεις τον Φρίντµαν. Ωστόσο συνέχισε να επιµένει, και σε µια επιστολή του µετά τη συνάντησή τους, αφού πρώτα εξύµνησε τις «εξαιρετικά σοφές αποφάσεις του στρατηγού, παρότρυνε τον Πινοτσέτ να περικόψει ακόµα περισσότερο τις δηµόσιες δαπάνες, «κατά 25% µέσα στους επόµενους έξι µήνες [ … ] σε όλους τους τοµείς», και παράλληλα να υιοθετήσει ένα πακέτο φιλικών προς τις επιχειρήσεις πολιτικών, που θα οδηγούσαν στο «απόλυτα ελεύθερο εµπόριο». Ο Φρίντµαν προέβλεπε ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που θα απολύονταν από το δηµόσιο τοµέα θα έβρισκαν δουλειά στον ιδιωτικό, ο οποίος πολύ σύντοµα θα ανθούσε χάρη στις προσπάθειες του Πινοτσετ να καταργήσει «όσο το δυνατόν περισσότερους από τους φραγµούς που σήµερα παρεµποδίζουν τη λειτουργία της ιδιωτικής αγοράς.

Ο Φρίντµαν διαβεβαίωνε το στρατηγό ότι, αν ακολουθούσε τη συµβουλή του, θα πιστωνόταν ένα «οικονοµικό θαύµα»: Θα µπορούσε να «βάλει τέλος στον πληθωρισµό µέσα σε µερικούς µήνες», ενώ το πρόβληµα της ανεργίας θα ήταν εξίσου «σύντοµο διάρκειας µηνών και η ανάκαµψη θα ήταν γρήγορη». Ο Πινοτσέτ έπρεπε να δράσει γρήγορα και αποφασιστικά. Ο Φρίντµαν τόνισε επανειληµµένα πόσο σηµαντικό ήταν το «σοκ», χρησιµοποιώντας τη λέξη τρεις φορές και υπογραµµίζοντας ότι «η σταδιακή εφαρµογή [των µέτρων] δεν ήταν εφικτή».

Πινοτσέτ πείστηκε. Στην απαντητική επιστολή του ο ανώτατος αρχηγός εξέφρασε «το βαθύ και απόλυτο σεβασµό µου προς το πρόσωπό του και διαβεβαίωσε τον Φρίντµαν ότι «το Σχέδιο εφαρµόζεται ήδη πλήρως».Αµέσως µετά την επίσκεψη του Φρίντµαν ο Πινοτσέτ απέλυσε τον υπουργό Οικονοµικών και διόρισε στη θέση του τον Σέρχιο δε Κάστρο, τον οποίο αργότερα θα πρoβίβαζε σε υπουργό Οικονοµίας. Ο Σέρχιο δε Κάστρο στελέχωσε τον κρατικό µηχανισµό µε Παιδιά του Σικάγου, διορίζοντας έναν από αυτούς διευθυντή της κεντρικής τράπεζας. Ο Ορλάντο Σάενς, που αντιδρούσε στις µαζικές απολύσεις και στο κλείσιµο των εργοστασίων, αντικαταστάθηκε από κάποιον που ήταν πιο δεκτικός στη θεραπεία-σοκ. «Αν υπάρχουν βιοµήχανοι που διαµαρτύρονται, ας πάνε στο διάολο. Δε θα τους υπερασπιστώ», ανακοίνωσε ο νέος πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών.

Απαλλαγµένοι από όσους πρόβαλλαν αντιρρήσεις, ο Πινοτσέτ και ο Σέρχιο δε Κάστρο άρχισαν να απογυµνώνουν το κράτος πρόνοιας για να φτάσουν στην αγνή καπιταλιστική ουτοπία τους. Το 1975 περιέκοψαν τις δηµόσιες δαπάνες κατά 27%, και συνέχισαν τις περικοπές, µε αποτέλεσµα το 1980 αυτές να είναι οι µισές από όσες ήταν επί Αλιεντε. Η υγεία και η εκπαίδευση δέχτηκαν τα ισχυρότερα πλήγµατα. Ακόµα και ο Economist, ένα περιοδικό που εξυµνεί την ελεύθερη αγορά, έγραψε ότι ήταν «ένα όργιο αυτοακρωτηριασµού». Ο Σέρχιο δε Κάστρο ιδιωτικοποίησε σχεδόν πεντακόσιες κρατικές εταιρείες και τράπεζες, στην ουσία χαρίζοντας µερικές από αυτές, καθώς το ζήτηµα ήταν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν πιο σύντοµα τη θέση που τους άρµοζε στην οικονοµική τάξη αραγµάτων. Δεν έδειξε κανένα έλεος ούτε για τις εγχώριες εταιρείες, καταργώντας ακόµα περισσότερους εµπορικούς φραγµούς, µε συνέπεια να χαθούν 177.000 θέσεις εργασίας στη βιοµηχανία µεταξύ 1973 και 1983.Στα µέσα της δεκαετίας του 1980 η βιοµηχανική παραγωγή ως ποσοστό της εθνικής οικονοµίας είχε πέσει στα επίπεδα του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου.

Ο όρος «θεραπεία-σοκ» είναι ιδιαίτερα κατάλληλος για τη συνταγή του Φρίντµαν. Ο Πινοτσέτ είχε εσκεµµένα βυθίσει τη χώρα του σε βαθιά ύφεση, βασιζόµενος στη µη ελεγµένη θεωρία ότι µια απότοµη κάµψη της οικονοµικής δραστηριότητας θα την επανέφερε σε µια κατάσταση υγείας. Η λογική αυτή παρουσιάζει εντυπωσιακές οµοιότητες µε τη λογική των ψυχιάτρων που τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 άρχισαν να χρησιµοποιούν µαζικά την ηλεκτρο-σπασµοθεραπεία, πεπεισµένοι ότι η εσκεµµένη πρόκληση αιφνίδιου πόνου θα οδηγούσε, ως διά µαγείας, στην «επανεκκίνηση» των εγκεφάλων των ασθενών.

Η θεωρία της οικονοµικής θεραπείας-σοκ βασίζεται εν µέρει στο ρόλο που παίζουν οι προσδοκίες στην τροφοδότηση της πληθωριστικής διαδικασίας. Η χαλιναγώγηση του πληθωρισµού δεν απαιτεί αλλαγές µόνο στη νοµισµατική πολιτική αλλά και στη συµπεριφορά των καταναλωτών, των εργοδοτών και των εργαζοµένων. Μια αιφνίδια και δυσάρεστη αλλαγή στην οικονοµική πολιτική µεταβάλλει γρήγορα τις προσδοκίες, µεταδίδοντας στον πληθυσµό το µήνυµα ότι οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν αλλάξει δραµατικά: Οι τιµές δε θα συνεχίσουν να αυξάνονται, αλλά ούτε και οι µισθοί. Σύµφωνα µε αυτή τη θεωρία, όσο πιο γρήγορα µειωθούν οι προσδοκίες για αύξηση του πληθωρισµού τόσο πιο σύντοµη θα είναι η οδυνηρή περίοδος της ύφεσης και της υψηλής ανεργίας. Ωστόσο, ιδίως σε χώρες όπου η πολιτική τάξη έχει χάσει την αξιοπιστία της, µόνο ένα µείζον, αποφασιστικό πολιτικό σοκ έχει τη δύναµη να «διδάξει» στον πληθυσµό αυτά τα σκληρά µαθήµατα.* ___________________________________________________________________

 
*Μερικοί οικονοµολόγοι της Σχολής του Σικάγου ισχυρίζονται ότι το πρώτο πείραµα πάνω σιη θεραπεία-σοκ έγινε στη Δυτική Γερµανία στις 20 Ιουνίου 1948. Εκείνη τη µέρα ο υπουργός Οικονοµικών Λούντβιχ Έρχαρτ κατάργησε τη διατίµηση για τα περισσότερα προϊόντα και εισήγαγε ένα νέο νόμισμα. Οι ενέργειες αυτές έγιναν χωρίς καμία προειδοποίηση, προκαλώντας τεράστιο σοκ στη γερμανική οικονομία και αυξάνοντας την ανεργία. Όμως εδώ σταματούν οι όποιες ομοιότητες: Οι μεταρρυθμίσεις του Έρχαρτ περιορίστηκαν στις τιμές και στη νομισματική πολιτική, δε συνοδεύτηκαν από περικοπές στα κοινωνικά προγράμματα ή από μια γρήγορη εισαγωγή του ελεύθερου εμπορίου, ενώ ταυτόχρονα ελήφθησαν πολλά μέτρα για να προστατευτούν οι πολίτες, συμπεριλαμβανόμενων αυξήσεων στους μισθούς. Ακόμα και μετά το σοκ η Δυτική Γερμανία πληρούσε άνετα τα κατά Φρίντμαν κριτήρια ενός ημισοσιαλιστικού κράτους πρόνοιας, καθώς παρείχε στεγαστικά επιδόματα, κρατικές συντάξεις και δημόσια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το εκπαιδευτικό σύστημα υπαγόταν στο κράτος, ενώ η κυβέρνηση διηύθυνε και επιδοτούσε τα πάντα, από την τηλεφωνική εταιρεία μέχρι τα εργοστάσια αλουμινίου. Το να αποδίδεται στον Έρχαρτ η επινόηση της θεραπείας-σοκ είναι κάτι που ευαρεστεί τους οικονομολόγους της Σχολής του Σικάγου, καθώς το πείραμα αυτό έγινε μετά την απελευθέρωση της Γερμανίας από την τυραννία. Όμως το σοκ του Έρχαρτ παρουσιάζει ελάχιστες ομοιότητες με τις σαρωτικές μεταβολές που σήμερα ταυτίζουμε με την οικονομική θεραπεία-σοκ, τη μέθοδο που ο Φρίντμαν και ο Πινοτσέτ εφάρμοσαν για πρώτη φορά σε μια χώρα που είχε χάσει την ελευθερία της. (Σ.τ.Σ.)

__________________________________________________________________

πρόκληση μιας ύφεσης ή μιας κρίσης είναι μια απάνθρωπη ιδέα, καθώς δημιουργεί υποχρεωτικά μαζική φτώχεια, και για αυτόν το λόγο κανένας πολιτικός ηγέτης δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία. Ποιος θα ήθελε να είναι υπεύθυνος για αυτό που το Business Week περιέγραψε ως «τον κόσμο ενός τρελού επιστήμονα που προκαλεί εσκεμμένα μια ύφεση»;

Ο Πινοτσέτ το έκανε. Το πρώτο έτος της εφαρμογής της θεραπείας-σοκ η οικονομία της Χιλής συρρικνώθηκε κατά 15% και η ανεργία, που έφτανε μόνο στο 3% επί Αλιέντε, άγγιξε το 20%, ένα πρωτοφανές ποσοστό για τη Χιλή. Η «θεραπευτική αγωγή» προκάλεσε σπασμούς στη χώρα. Και, σε αντίθεση με τις αισιόδοξες προβλέψεις του Φρίντμαν, η κρίση της ανεργίας διήρκεσε χρόνια και όχι μήνες. Η χούντα δεν αισθάνθηκε καμία ανάγκη να απολογηθεί. Avτίθετα, έχοντας υιοθετήσει αμέσως τα μεταφορικά σχήματα λόγου του Φρίντμαν περί ασθενειών, εξήγησε ότι «αυτό το μονοπάτι επιλέχτηκε επειδή είναι το μοναδικό που οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά της ασθενειας». Ο Φρίντμαν επικροτούσε. Όταν ρωτήθηκε από ένα δημοσιογράφο «αν το κοινωνικό κόστος αυτών των πολιτικών θα είναι υπερβολικό», απάντησε: «Ανόητη ερώτηση». Σε έναν άλλο δημοσιογράφο είπε: «Η μοναδική μου ανησυχία είναι αν θα επιμείνουν για όσο χρόνο και όσο σκληρά απαιτείται».

Είναι ενδιαφέρον ότι ένας από τους πιο αυστηρούς επικριτές της θεραπείας-σοκ ήταν πρώην μαθητής του Φρίντμαν, ο Αντρέ Γκούντερ Φρανκ. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου τη δεκαετία του 1950 ο Γκούντερ Φρανκ, που καταγόταν από τη Γερµανία, είχε ακούσει τόσα πολλά για τη Χιλή, ώστε, όταν ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στα οικονοµικά, αποφάσισε να πάει να δει τη χώρα που οι καθηγητές του παρουσίαζαν ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα της κακοδιαχειριζόµενης δυστοπίας των οικονοµολόγων της ανάπτυξης. Του άρεσαν όσα είδε, άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήµιο της Χιλής και έγινε οικονοµικός σύµβουλος της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε, για τον οποίο έτρεφε πολύ µεγάλο σεβασµό. Καθώς ήταν ένα Παιδί του Σικάγου που είχε αποµακρυνθεί από την ορθοδοξία της ελεύθερης αγοράς, ο Γκούντερ Φρανκ µπορούσε να βλέπει κάτω από ένα πολύ ιδιαίτερο πρίσµα την οικονοµική περιπέτεια της χώρας. Ένα χρόνο αφότου ο Φρίντµαν συνέστησε το µέγιστο δυνατό σοκ ο Γκούντερ Φρανκ έγραψε µια γεµάτη οργή «Ανοιχτή Επιστολή προς τους Άρνολντ Χάρµπεργκερ και Μίλτον Φρίντµαν», στην οποία χρησιµοποιούσε τις γνώσεις που είχε αποκτήσει στη Σχολή του Σικάγου για να εξετάσει «πώς ο Χιλιανός ασθενής ανταποκρίθηκε στη θεραπεία σας».

Υπολόγισε τι σήµαινε για µια χιλιανή οικογένεια να προσπαθεί να επιβιώσει µε αυτό που ο Πινοτσέτ θεωρούσε «επαρκή µισθό διαβίωσης» περίπου το 74% του µισθού διοχετευόταν µόνο στην αγορά ψωµιού, µε συνέπεια οι οικογένειες να περικόπτουν «πολυτέλειες» όπως το γάλα και τα εισιτήρια των αστικών λεωφορείων για να πηγαίνουν στη δουλειά τους. Κι όλα αυτά ενώ την περίοδο της διακυβέρνησης του Αλιέντε το ψωµί, το γάλα και τα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών αντιστοιχούσαν στο 17% του µισθού ενός δηµοσίου υπαλλήλου.Επιπλέον, πολλά παιδιά δεν είχαν πια τη δυνατότητα να πίνουν γάλα στο σχολείο, καθώς µια από τις πρώτες ενέργειες της χούντας ήταν να καταργήσει το πρόγραµµα διανοµής γάλακτος στα εκπαιδευτικά ιδρύµατα. Αυτό σε συνδυασµό µε την οικογενειακή οικονοµική ανέχεια είχε ως αποτέλεσµα ολοένα και περισσότερα παιδιά να λιποθυµούν στις τάξεις, ενώ πολλά σταµάτησαν να πηγαίνουν στο σχολείο. Ο Γκούντερ Φρανκ θεώρησε ότι υπήρχε άµεση σχέση ανάµεσα στις βάναυσες οικονοµικές πολιτικές που είχαν επιβάλει οι πρώην συµφοιτητές του και στη βία που είχε εξαπολύσει ο Πινοτσέτ. Οι συνταγές του Φρίντµαν ήταν τόσο στραγγαλιστικές, ώστε ο αποστάτης του Σικάγου να γράψει πως δεν µπορούσαν «να υλοποιηθούν ή να επιβληθούν χωρίς τα δύο στοιχεία στα οποία βασίζονταν: τη στρατιωτική ισχύ και την πολιτική τροµοκρατία».

Απτόητη, η οικονοµική οµάδα του Πινοτσέτ προχώρησε σε ακόµα περισσότερους πειραµατισµούς, εφαρµόζοντας τις πιο τολµηρές πολιτικές του Φρίντµαν: Το δηµόσιο εκπαιδευτικό σύστηµα αντικαταστάθηκε από κουπόνια φοίτησης σε ιδιωτικά ιδρύµατα και από επιδοτούµενα ιδιωτικά σχολεία, η ιατροφαρµακευτική περίθαλψη παρεχόταν επί πληρωµή, τα νηπιαγωγεία και τα νεκροταφεία ιδιωτικοποιήθηκαν. Η πιο ακραία ενέργεια από όλες ήταν η ιδιωτικοποίηση του συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης. Ο Χοσέ Πινιέρα, που εισήγαγε το πρόγραµµα, έχει δηλώσει ότι εµπνεύστηκε την ιδέα διαβάζοντας το Capitαlism αnd Freedom. Συνήθως χρεώνεται στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους ότι άνοιξε το δρόµο για την «κοινωνία των ιδιοκτητών», όµως στην πραγµατικότητα ήταν η κυβέρνηση του Πινοτσέτ που πρώτη είχε εισαγάγει, τριάντα χρόνια νωρίτερα, την ιδέα ενός «έθνους ιδιοκτητών».

Η Χιλή εξερευνούσε νέα µονοπάτια, και οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς σε ολόκληρο τον κόσµο, που µέχρι τότε είχαν συνηθίσει να συζητούν τις αρετές αυτών των πολιτικών σε καθαρά ακαδηµαίκό επίπεδο, παρακολουθούσαν µε µεγάλη προσοχή. «Τα οικονοµικά εγχειρίδια διατείνονται πώς έτσι πρέπει να λειτουργεί ο κόσµος, αλλά πού αλλού γίνεται αυτό πράξη;» αναρωτιόταν µε θαυµασµό το αµερικανικό οικονοµικό περιοδικό Barron’s. Σε ένα άρθρο µε τον τίτλο «Χιλή, το Πειραµατικό Εργαστήρι ενός Θεωρητικού», οι New York Times σηµείωναν ότι «δε συµβαίνει συχνά ένας κορυφαίος οικονοµολόγος µε ισχυρές απόψεις να έχει τη δυνατότητα να δοκιµάσει συγκεκριµένες συνταγές για µια πολύ άρρωστη οικονοµία. Και είναι ακόµα πιο ασυνήθιστο ο πελάτης του οικονοµολόγου να µην είναι η χώρα του, αλλά κάποια άλλη. Πολλοί πήγαν να δουν από κοντά το πειραµατικό εργαστήρι της Χιλής, ανάµεσά τους και ο Φρίντριχ Χάγεκ, που επισκέφθηκε αρκετές φορές τη Χιλή του Πινοτσέτ και το 1981 επέλεξε τη Βίνια δελ Μαρ (την πόλη όπου οι συνωµότες είχαν σχεδιάσει 10 πραξικόπηµα) για να πραγµατοποιηθεί η περιφερειακή συνάντηση της Εταιρείας του Μον Πελερέν, η οποία ήταν ο ιθύνων νους της αντεπανάστασης.

Ο µύθοs του θαύµατοs της Χιλns

κόµα και τρεις δεκαετίες µετά, οι υπέρµαχοι της ελεύθερης αγοράς εξακολουθούν να θεωρούν τη Χιλή απόδειξη ότι ο φριντµανισµός λειτουργεί. Όταν τον Δεκέµβριο του 2006 πέθανε ο Πινοτσέτ (ένα µήνα µετά τον Φρίντµαν), οι New York Times τον εκθείασαν επειδή «είχε µεταµορφώσει µια χρεοκοπηµένη οικονοµία στην πιο ευηµερούσα της Λατινικής Αµερικής, ενώ το κύριο άρθρο της Washington Post ανέφερε ότι «εισήγαγε τις πολιτικές της ελεύθερης αγοράς που δηµιούργησαν το οικονοµικό θαύµα της Χιλής. Ωστόσο τα δεδοµένα πίσω από το «θαύµα της Χιλής» εξακολουθούν να αποτελούν αντικείµενο έντονων συζητήσεων.

Ο Πινοτσέτ έµεινε στην εξουσία δεκαεφτά χρόνια, στη διάρκεια των οποίων άλλαξε πολλές φορές πολιτική κατεύθυνση. Η περίοδος της σταθερής οικονοµικής µεγέθυνσης της χώρας, που θεωρείται απόδειξη της θαυµαστής επιτυχίας της, ξεκίνησε µετά τα µέσα της δεκαετίας του 1980, δηλαδή µία ολόκληρη δεκαετία αφότου τα Παιδιά του Σικάγου επέβαλαν τη θεραπεία-σοκ και αρκετά χρόνια αφότου ο Πινοτσέτ υποχρεώθηκε να πραγµατοποιήσει µια σηµαντική διόρθωση στην πορεία της οικονοµίας. Αυτό συνέβη επειδή το 1982, παρά την αυστηρή προσήλωση στο δόγµα του Σικάγου, η οικονοµία της Χιλής κατέρρευσε: Το χρέος της πήρε εκρηκτικές διαστάσεις, η χώρα βρέθηκε για άλλη µια φορά αντιµέτωπη µε τον υπερπληθωρισµό και η ανεργία έφτασε στο 30% ποσοστό δεκαπλάσιο από ό,τι επί Αλιεντε. Η βασική αιτία ήταν ότι τα «πιράνχας», οι ιδιοκτήτες χρηµατοοικονοµικών εταιρειών τύπου Enron στις οποίες τα Παιδιά του Σικάγου είχαν επιτρέψει να δρουν ανεξέλεγκτα, είχαν αγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας µε δανεικά χρήµατα, δηµιουργώντας ένα τεράστιο χρέος 14 δισεκατοµµυρίων δολαρίων.

Η κατάσταση ήταν τόσο ασταθής, ώστε ο Πινοτσέτ υποχρεώθηκε να κάνει ό,τι ακριβώς είχε κάνει και ο Αλιέντε: να εθνικοποιήσει αυτές τις εταιρεία. Καθώς η οικονοµία βρισκόταν στο χείλος της καταστροφής, σχεδόν όλα τα Παιδιά του Σικάγου έχασαν τα κυβερνητικά τους αξιώµατα, συµπεριλαµβανοµένου του Σέρχιο δε Κάστρο. Πολλοί άλλοι απόφοιτοι του Σικάγου κατείχαν σηµαντικές θέσεις στις χρηµατοοικονοµικές εταιρείες των «πιράνχας» και τέθηκαν στο µικροσκόπιο προανακριτικών ερευνών για απάτη, µε συνέπεια να πέσει το προσεκτικά φιλοτεχνηµένο προσωπείο της επιστηµονικής ουδετερότητας, που διαδραµάτιζε κεντρικό ρόλο στην ταυτότητα των Παιδιών του Σικάγου.

Το µόνο πράγµα που έσωσε τη Χιλή από την ολοκληρωτική οικονοµική κατάρρευση στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν το γεγονός ότι ο Πινοτσέτ δεν είχε ιδιωτικοποιήσει την Codelco, την κρατική εταιρεία εξόρυξης χαλκού, την οποία είχε εθνικοποιήσει ο Αλιέντε. Το 85% των εσόδων από τις εξαγωγές της Χιλής προερχόταν από αυτή την εταιρεία, κάτι που σήµαινε ότι, όταν έσκασε η χρηµατοοικονοµική «φούσκα», το κράτος εξακολουθούσε να έχει µια σταθερή πηγή κεφαλαίων.

Είναι φανερό ότι η Χιλή δεν υπήρξε ποτέ το εργαστήρι της «αγνής» ελεύθερης αγοράς, όπως ισχυρίζονται οι υμνητές της. Αντίθετα, ήταν μια χώρα όπου μια μικρή ελίτ από απλώς εύπορη έγινε ζάπλουτη μέσα σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα, εκμεταλλευόμενη μια εξαιρετικά προσοδοφόρα μέθοδο πλουτισμού που χρηματοδοτήθηκε με δάνεια και επιδοτήθηκε (και στη συνέχεια διασώθηκε) με κρατικά κονδύλια. Αν απογυμνώσουμε το οικονομικό θαύμα της Χιλής από τη διαφήμιση και την εμπορική προβολή που το περιβάλλoυν, θα διαπιστώσουμε ότι η χώρα επί Πινοτσέτ και Παιδιών του Σικάγου δεν ήταν ένα καπιταλιστικό κράτος στο πλαίσιο του οποίου λειτουργούσε μια απελευθερωμένη αγορά, αλλά ένα κορπορατικό/συντεχνιακό κράτος. Ο όρος «κορπορατισμός» αναφερόταν αρχικά στο μοντέλο διακυβέρνησης του Μουσολίνι, ένα αστυνομικό κράτος που εδραζόταν σε μια συμμαχία ανάμεσα στις μείζονες πηγές εξουσίας στην κοινωνία, την κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις και τα συνδικάτα, οι οποίες συνεργάζονταν για να διασφαλίσουν την τάξη εν ονόματι του εθνικισμού. Αυτό που δοκίμασε ο Πινοτσέτ στη Χιλή ήταν μια εξέλιξη του κορπορατισμού: μια συμμαχία αλληλοϋποστήριξης ανάμεσα σε ένα αστυνομικό κράτος και στις μεγάλες εταιρείες, που είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους για να διεξαγάγουν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του τρίτου πόλου της εξουσίας, των εργαζομένων, με συνέπεια τη δραστική αύξηση του μεριδίου του εθνικού πλούτου που κατέληξε στα χέρια της συμμαχίας.

Ο πόλεμος αυτός (που πολλοί Χιλιανοί δικαιολογημένα τον αντιμετωπίζουν ως έναν πόλεμο των πλουσίων εναντίον των φτωχών και της μεσαίας τάξης) είγαι η πραγματική ιστορία του οικονομικού «θαύματος» της Χιλής. Μέχρι το 1988, όταν η οικονομία σταθεροποιήθηκε και άρχισε να μεγεθύνεται με γρήγορους ρυθμούς, το 45% του πληθυσμού ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας.Ωστόσο τα εισοδήματα όσων ανήκαν στο πλουσιότερο 10% των Χιλιανών είχαν αυξηθεί κατά 83%. Ακόμα και εν έτει 2007 η Χιλή παρέμενε μια από τις κοινωνίες με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο (από τις 123 χώρες στις οποίες καταγράφουν στοιχεία για την ανισότητα τα Ηνωμένα Έθνη η Χιλή ήταν στην 116η θέση, δηλαδή όγδοη στην κατάταξη από άποψη ανισοτήτων).

Αν με βάση αυτά τα στατιστικά στοιχεία οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου θεωρούν ότι έγινε ένα θαύμα στη Χιλή, τότε ο σκοπός της θεραπείας-σοκ δεν ήταν να επαναφέρει την οικονομία σε μια κατάσταση υγείας. Αντίθετα, η θεραπεία-σοκ αποσκοπούσε σε αυτό ακριβώς που πέτυχε: να συγκεντρωθεί ο πλούτος στην κορυφή και να οδηγηθεί στην εξαφάνιση το µεγαλύτερο µέρος της µεσαίας τάξης.

Αυτή, πάντως, ήταν η άποψη του Ορλάντο Λετελιέ, του πρώην υπουργού Άµυνας του Αλιέντε. Αφού έµεινε ένα χρόνο στις φυλακές του Πινοτσέτ, ο Λετελιέ διέφυγε από τη Χιλή χάρη σε µια διεθνή εκστρατεία συµπαράστασης. Παρακολουθώντας από την εξορία την ταχύτατη επέκταση της φτώχειας στη χώρα του, ο Λετελιέ έγραψε το 1976 ότι «στη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών αρκετά δισεκατοµµύρια δολάρια αφαιρέθηκαν από τις τσέπες των µισθωτών και κατέληξαν στις τσέπες των καπιταλιστών και των γαιοκτηµόνων. [ … ] Η συγκέντρωση του πλούτου δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ο κανόνας. Δεν είναι το παράπλευρο αποτέλεσµα µιας δύσκολης κατάστασης, όπως θέλει η χούντα να πιστέψουµε, αλλά η βάση ενός κοινωνικού σχεδίου. Δεν είναι µια οικονοµική επισφάλεια, αλλά µια προσωρινή πολιτική επιτυχία».

Αυτό που δε γνώριζε ο Λετελιέ εκείνη την εποχή ήταν ότι, κάτω από την επιρροή της Σχολής του Σικάγου, η Χιλή πρόσφερε µια φευγαλέα µατιά στο µέλλον της παγκόσµιας οικονοµίας, ένα σχήµα που θα επαναλαµβανόταν ξανά και ξανά, από τη Ρωσία και τη Νότια Αφρική µέχρι την Αργεντινή: µια «φούσκα. φρενήρους κερδοσκοπίας και λογιστικών µεθόδων αµφιβόλου νοµιµότητας, που θα τροφοδοτούσαν τα υπερκέρδη και έναν αχαλίνωτο καταναλωτισµό, ενώ τα εργοστάσια και οι υποδοµές θα µετατρέπονταν σε σαθρά φαντάσµατα του αναπτυξιακού παρελθόντος. Ο µισός σχεδόν πληθυσµός θα αποκλειόταν σχεδόν από την οικονοµία. θα κυριαρχούσαν ανεξέλεγκτη διαφθορά και ευνοιοκρατία. οι εθνικές µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις θα αποδεκατίζονταν: τεράστιος πλούτος θα µεταβιβαζόταν από το δηµόσιο σε ιδιώτες, ενώ τα ιδιωτικά χρέη θα επιβάρυναν στη συνέχεια το δηµόσιο. Στη Χιλή, αν ήσουν έξω από τη φυσαλίδα του πλούτου, το οικονοµικό θαύµα έµοιαζε πολύ µε τη Μεγάλη Ύφεση. Όµως τα κέρδη εισέρρεαν τόσο ανεµπόδιστα και γρήγορα µέσα στο αεροστεγές περίβληµα της φυσαλίδας, ώστε ο εύκολος πλουτισµός, που τον κατέστησαν εφικτό οι «µεταρρυθµίσεις της θεραπείας σοκ, έγινε από τότε η κοκαίνη των χρηµατοοικονοµικών αγορών. Για αυτόν το λόγο ο χρηµατοοικονοµικός κόσµος δεν αντέδρασε στις προφανείς αντιφάσεις του πειράµατος της Χιλής, επανεκτιµώντας τα βασικά αξιώµατα του laissez-faire. Αντίθετα, αντέδρασε µε τη λογική ενός ναρκοµανούς: Πού θα βρεθεί η επόµενη δόση;

.. μπρούμητα και με τα χέρια στο κεφάλι

Η επανάσταση εξαπλώνεται, άνθρωποι εξαφανίζονιαι

επόμενη δόση βρέθηκε στις υπόλοιπες χώρες του Νότιου Κώνου της Λατινικής Αμερικής, όπου εξαπλώθηκε η αντεπανάσταση της Σχολής του Σικάγου. Η Βραζιλία ήταν ήδη υπό τον έλεγχο μιας υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ χούντας και αρκετοί Βραζιλιάνοι μαθητές του Φρίντμαν κατείχαν κομβικές θέσεις. Ο Φρίντμαν πήγε στη Βραζιλία το 1973, στο αποκορύφωμα της βαναυσότητας του καθεστώτος, και δήλωσε ότι το οικονομικό πείραμα ήταν «ένα θαύμα». Στην Ουρουγουάη ο στρατός πραγματοποίησε πραξικόπημα το 1973 και το επόμενο έτος αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της Σχολής του Σικάγου. Καθώς ο αριθμός των Ουρουγουανών που είχαν αποφοιτήσει από το Πανεπισrήμιo του Σικάγου δεν ήταν επαρκής, οι στρατηγοί κάλεσαν «από το Πανεπισrήμιo του Σικάγου τον Άρνολντ Χάρμπεργκερ, τον [καθηγητή οικονομικών] Λάρι Σόασταντ και την ομάδα τους, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν πρώην φοιτητές του Σικάγου από την Αργεντινή, τη Χιλή και τη Βραζιλία, για να μεταρρυθμίσουν το φορολογικό σύστημα και την εμπορική πολιτική της Ουρουγουάης. Οι επιπτώσεις στην προηγουμένως χαρακτηριζόμενη από ισότητα κοινωνία της Ουρουγουάης ήταν άμεσες: Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 28% και ορδές ρακοσυλλεκτών εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στους δρόμους του Μοντεβίδεο.

Η επόμενη χώρα στην οποία εφαρμόστηκε το πείραμα ήταν η Αργεντινή, όταν το 1976 μια χούντα ανέτρεψε την Ιζαμπέλ Περόν. Αυτό σήμαινε ότι η Αργεντινή, η Χιλή, η Ουρουγουάη και η Βραζιλία, οι χώρες που είχαν υπάρξει τα πρότυπα της οικονομικής της ανάπτυξης, διοικούνταν από κυβερνήσεις που τις υπoστήριζαν οι ΗΠΑ και είχαν μετατραπεί σε πειραματικά εργαστήρια εφαρμογής της οικονομικής θεωρίας της Σχολής του Σικάγου.

Σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα βραζιλιάνικα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 2007, βδομάδες πριν οι Αργεντινοί στρατηγοί καταλάβουν την εξουσία ήρθαν σε επαφή με τον Πινοτσέτ και τη χούντα της Βραζιλίας και «τους παρουσίασαν συνοπτικά τα βασικά βήματα του μελλοντικού καθεστώτος».

Παρά την ύπαρξη αυτής της στενής συνεργασίας, η στρατιωτική κυβέρνηση της Αργεντινής δεν εξώθησε στα άκρα το νεοφιλελεύθερο πειραματισμό, όπως είχε κάνει ο Πινοτσέτ. Για παράδειγμα, δεν ιδιωτικοποίησε τα πετρελαίκά κοιτάσματα της χώρας και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (κάτι που θα γινόταν αργότερα). Ωστόσο σε ό,τι αφορούσε την επίθεση εναντίον των οικονοµικών πολιτικών και των θεσµών χάρη στους οποίους το επίπεδο ζωής των Αργεντινών φτωχών είχε εξοµοιωθεί µε εκείνο της µεσοαστικής τάξης, η χούντα µιµήθηκε πιστά τον Πινοτσέτ, εν µέρει εξαιτίας των πολυάριθµων Αργεντινών οικονοµολόγων που είχαν παρακολουθήσει το πρόγραµµα της Σχολής του Σικάγου.

Τα νεοφώτιστα Παιδιά του Σικάγου της Αργεντινής κατέλαβαν κοµβικά οικονοµικά αξιώµατα στην κυβέρνηση της χούντας: γραµµατέας του Υπουργείου Οικονοµικών, πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας, διευθυντής έρευνας του Γενικού Λογιστηρίου, που υπαγόταν στο Υπουργείο Οικονοµικών, και αρκετές άλλες χαµηλότερες θέσεις στον κρατικό µηχανισμό. Ωστόσο, παρά τον ενθουσιασµό µε τον οποίο τα Παιδιά του Σικάγου της Αργεντινής υποστήριζαν τη στρατιωτική κυβέρνηση, το κορυφαίο οικονοµικό αξίωµα δεν το ανέλαβε κάποιος από αυτούς, αλλά ο Χοσέ Αλφρέδο Μαρτίνες δε Χος, µέλος της Αγροτικής Κοινωνίας (Sociedad Rural), της ένωσης των µεγάλων γαιοκτηµόνων κτηνοτρόφων που έλεγχαν για πολλά χρόνια την οικονοµία και τις εξαγωγές της χώρας. Οι οικογένειες αυτές, που ήταν ό,τι πιο κοντινό στην αριστοκρατία διέθετε η Αργεντινή, νοσταλγούσαν τη φεουδαλική οικονοµική τάξη πραγµάτων, την εποχή που δε φοβούνταν µήπως αναδιανεµηθεί η γη τους στους αγρότες ή µήπως µειωθεί η τιµή του κρέατος ώστε να µπορούν να τρώνε όλοι οι κάτοικοι της χώρας.

Ο Μαρτίνες δε Χος ήταν πρόεδρος της Αγροτικής Κοινωνίας, όπως ο πατέρας του και ο παππούς του πριν από αυτόν. Ήταν επίσης µέλος των διοικητικών συµβουλίων αρκετών πολυεθνικών εταιρειών, ανάµεσα στις οποίες η Pan American Airways και η ΙΤΤ . Όταν έγινε υπουργός της κυβέρνησης της χούντας, κατέστη ολοφάνερο ότι το πραξικόπηµα ήταν µια εξέγερση των ελίτ, µια αντεπανάσταση εναντίον όσων είχαν κερδίσει τα προηγούµενα σαράντα χρόνια οι Αργεντινοί εργαζόµενοι.

Η πρώτη ενέργεια του Μαρτίνες δε Χος ως υπουργού Οικονοµικών ήταν να θέσει εκτός νόµου τις απεργίες και να επιτρέψει στους εργοδότες να πραγµατοποιούν απολύσεις κατά το δοκούν. Κατάργησε τη διατίµηση, µε συνέπεια να εκτοξευτεί στα ύψη η τιµή του ψωµιού. Επιπλέον, ήταν αποφασισµένος να ξανακάνει την Αργεντινή µια φιλόξενη για τις ξένες πολυεθνικές χώρα. Κατάργησε τους περιορισµούς ιδιοκτησίας που ίσχυαν για τους ξένους και κατά το πρώτο έτος της υπουργικής του θητείας πούλησε εκατοντάδες κρατικές εταιρείες. Τα µέτρα αυτά είχαν ως αποτέλεσµα να κερδίσει ισχυρούς υποστηρικτές στην Ουάσινγκτον. Σύµφωνα µε αποχαρακτηρισµένα έγγραφα, ο Γουίλιαµ Ρότζερς, υφυπουργός Εξωτερικών για τη Λατινική Αµερική, είπε λίγο µετά το πραξικόπηµα στον προϊστάµενό του Χένρι Κίσινγκερ: «Ο Μαρτίνες δε Χος είναι ένας καλός άνθρωπος. Έχουµε αναπτύξει στενή συνεργασία για όλα τα ζητήµατα». Ο Κίσινγκερ εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε, ως «µια συµβολική ενέργεια», κανόνισε να δοθεί µεγάλη δηµοσιότητα στη συνάντησή του µε τον Μαρτίνες δε Χος όταν επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον. Επιπλέον, προσφέρθηκε να τηλεφωνήσει σε µερικούς γνωστούς του οι οποίοι θα µπορούσαν να συνεισφέρουν στις οικονοµικές προσπάθειες της Αργεντινής. «Θα τηλεφωνήσω στον Ντέιβιντ Ροκφελερ», υποσχέθηκε ο Κίσινγκερ στον υπουργό Εξωτερικών της χούντας, εννοώντας τον τότε πρόεδρο της Chase Manhattan Bank. «Και θα τηλεφωνήσω και στον αδερφό του τον αντιπρόεδρο [των Ηνωµένων Πολιτειών Νέλσον Ροκφέλερ ]».

Για να προσελκύσει επενδύσεις, η Αργεντινή δηµοσίευσε επί πληρωµή στο Business Week ένα διαφηµιστικό ένθετο 31 σελίδων, που το είχε δηµιουργήσει ο κολοσσός των δηµοσίων σχέσεων Burson Marsteller και στο οποίο αναφερόταν ότι «ελάχιστες κυβερνήσεις στην ιστορία έχουν ενθαρρύνει τόσο πολύ τις ιδιωτικές επενδύσεις. [ … ] Πραγµατοποιούµε µια πραγµατική κοινωνική επανάσταση και αναζητούµε εταίρους. Απαλλασσόµαστε από τον κρατισµό και πιστεύουµε ακράδαντα στον ύψιστης σπουδαιότητας ρόλο του ιδιωτικού τοµέα. *

Για µία ακόµα φορά ο αντίκτυπος στη ζωή των ανθρώπων ήταν οφθαλµοφανής: Μέσα σε ένα έτος οι µισθοί έχασαν το 40% της αξίας τους, εργοστάσια έκλεισαν, η φτώχεια αυξήθηκε. Προτού καταλάβει την εξουσία η χούντα, οι άνθρωποι που ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχειας στην Αργεντινή ήταν λιγότεροι από ό,τι στη Γαλλία ή στις ΗΠΑ (µόλις 9%) και το ποσοστό της ανεργίας ήταν µόνο 4,2%. Τώρα όµως η χώρα άρχιζε να παρουσιάζει σηµάδια υπανάπτυξης, µια κατάσταση την οποία οι Αργεντινοί πίστευαν ότι είχαν αφήσει οριστικά πίσω τους. Οι φτωχικές γειτονιές έµεναν χωρίς νερό, ενώ θέριζαν ασθένειες που µπορούσαν να προληφθούν.

________________________________________________________________

* Η χούντα ανυποµονούσε τόσο πολύ να εκποιήσει τη χώρα σε επενδυτές, ώστε διαφήµιζε «µια έκπτωση της τάξης του 10% στην τιµή της γης για τους πιονέρους που θα αγοράσουν εντός διασιήµατος εξήνια ηµερών». (Σ.τ.Σ.)

________________________________________________________________

Στη Χιλή ο Πινοτσέτ είχε τα χέρια του ελεύθερα να χρησιµοποιεί την οικονοµική πολιτική για να αποδυναµώσει τη µεσαία τάξη, χάρη στο συγκλονιστικό και τροµακτικό τρόπο µε τον οποίο είχε καταλάβει την εξουσία. Παρόλο που τα πολεµικά αεριωθούµενα και τα εκτελεστικά αποσπάσµατα του Πινοτσέτ είχαν σπείρει τον τρόµο µε εξαιρετικά αποτελεσµατικό τρόπο, αποδείχτηκαν πραγµατική καταστροφή από άποψη δηµοσίων σχέσεων. Τα ρεπορτάζ για τις σφαγές του Πινοτσέτ προκάλεσαν την παγκόσµια κατακραυγή και ακτιβιστές στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αµερική ασκούσαν πιέσεις στις κυβερνήσεις να διακόψουν τις εµπορικές σχέσεις µε τη Χιλή µια εξαιρετικά δυσµενής έκβαση για ένα καθεστώς που ο λόγος ύπαρξής του ήταν η διατήρηση των συνόρων ανοιχτών για τις ξένες επιχειρήσεις. Πρόσφατα αποχαρακτηρισµένα έγγραφα από τη Βραζιλία αποδεικνύουν ότι, όταν οι στρατηγοί της Αργεντινής προετοίµαζαν το πραξικόπηµα του 1976, ήθελαν «να αποφύγουν µια διεθνή εκστρατεία παρόµοια µε αυτή που είχε εξαπολυθεί εναντίον της Χιλής». Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτούνταν λιγότερο εντυπωσιακές µέθοδοι καταστολής, διακριτικές τακτικές ικανές µεν να σπείρουν τον τρόµο, αλλά µη ορατές στον αδιάκριτο διεθνή Τύπο. Στη Χιλή ο Πινοτσέτ κατέφυγε σύντοµα στις εξαφανίσεις. Αντί να δολοφονούν φανερά ή ακόµα και να συλλαµβάνουν τα θύµατά τους, οι στρατιώτες τους απήγαγαν, τους οδηγούσαν σε µυστικά στρατόπεδα, τους βασάνιζαν και συχνά τους δολοφονούσαν, για να αρνηθούν στη συνέχεια ότι γνώριζαν το οτιδήποτε. Οι σοροί ρίχνονταν σε οµαδικούς τάφους. Σύµφωνα µε τη χιλιανή Επιτροπή για την Αλήθεια, που ιδρύθηκε τον Μάιο του 1990, η µυστική αστυνοµία ξεφορτωνόταν κάποια θύµατα ρίχνοντάς τα στον ωκεανό από ελικόπτερα, «αφού πρώτα άνοιγαν την κοιλιά τους µε µαχαίρια, ώστε να µην επιπλέουν τα πτώµατα». Εκτός από τη διακριτικότητά τους, οι εξαφανίσεις αποδείχτηκαν ένα πολύ πιο αποτελεσµατικό µέσο για την εξάπλωση του τρόµου από ό,τι οι απροκάλυπτες σφαγές, καθώς η ιδέα ότι ο κρατικός µηχανισµός µπορούσε κυριολεκτικά να εξαφανίσει ανθρώπους διατάρασσε την ψυχική ισορροπία του πληθυσµού.

Μέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1970 οι εξαφανίσεις είχαν γίνει το βασικό µέσο επιβολής που χρησιµοποιούσαν οι χούντες της Σχολής του Σικάγου σε όλες τις χώρες του Νότιου Κώνου και κανείς δεν υιοθέτησε αυτή την πρακτική µε µεγαλύτερο ζήλο από τους στρατηγούς που ήταν εγκατεστηµένοι στο Προεδρικό Μέγαρο της Αργεντινής. Μέχρι το τέλος της κυριαρχίας τους υπολογίζεται ότι είχαν εξαφανιστεί 30.000 άνθρωιιοι. Πολλοί από αυτούς, όπως και οι Χιλιανοί σύντροφοί τους, είχαν ριχτεί από αεροπλάνα στα λασπωµένα νερά του Ρίο δε λα Πλάτα.

Η χούντα της Αργεντινής διέπρεψε στην επίτευξη της σωστής ισορροπίας ανάµεσα στη δηµόσια και στην ιδιωτική φρίκη, σπέρνοντας τον τρόµο αρκετά φανερά ώστε όλοι να γνωρίζουν τι συνέβαινε, αλλά ταυτόχρονα περιβάλλοντας τον με ένα πέπλο μυστικότητας, ώστε να μπορεί να διαψεύδει τα πάντα. Τις πρώτες μέρες μετά την κατάληψη της εξουσίας η χούντα πραγματοποίησε μια δραματική επίδειξη της προθυμίας της να χρησιμοποιεί φονικά μέσα: Ένας άντρας σπρώχτηκε έξω από ένα Ford Falcon (μοντέλο γνωστό για τη χρήση του από τη μυστική αστυνομία), δέθηκε στο πιο γνωστό μνημείο του Μπουένος Άιρες, τον ύψους 67,5 μέτρων λευκό οβελίσκο, και δολοφονήθηκε με πολυβόλα σε κοινή θέα.

Έπειτα από αυτό το περιστατικό οι δολοφονίες της χούντας διαπράττονταν μυστικά, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε όλοι να γνωρίζουν ποιος κρυβόταν πίσω άπό αυτές. Οι εξαφανίσεις, που επισήμως διαψεύδονταν, πραγματοποιούνταν σε δημόσια θέα, ώστε να διασφαλίζεται η συνενοχή όλης της γειτονιάς. Όταν κάποιος έμπαινε στο στόχαστρο, στρατιωτικά οχήματα εμφανίζονταν στην κατοικία ή στο χώρο εργασίας του και απέκλειαν ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο, ενώ συχνά ένα ελικόπτερο πετούσε από πάνω. Στο φως της μέρας και μπροστά σε όλους τους γείτονες, οι αστυνομικοί ή οι στρατιώτες έσπαζαν την πόρτα και έσερναν έξω το θύμα, που συχνά φώναζε το όνομά του/της προτού εξαφανιστεί μέσα σε ένα Ford Falcon, με την ελπίδα η οικογένειά του/της να μάθουν την είδηση. Μερικές «συγκαλυμμενες επιχειρήσεις ήταν ακόμα πιο θρασείες: Αστυνομικοί επιβιβάζονταν σε αστικά λεωφορεία που ήταν ασφυκτικά γεμάτα με επιβάτες και έσερναν το θύμα τους από τα μαλλιά. Στην πόλη Σάnα Φε ένα ζευγάρι απήχθη μέσα από μια εκκλησία τη μέρα του γάμου, μπροστά σε όλους τους καλεσμενους.

Ο δημόσιος χαρακτήρας του τρόμου δεν εξαντλούνταν στη σύλληψη. Οι κρατούμενοι οδηγούνταν σε κάποιο από τα τριακόσια στρατόπεδα βασανιστηρίων που ήταν διάσπαρτα σε ολόκληρη την Αργεντινή. Πολλά από αυτά βρίσκονταν σε πυκνοκατοικημένες περιοχές: Ένα από τα πιο διαβόητα βρισκόταν σε εγκαταστάσεις κάποιου αθλητικού συλλόγου σε έναν πολύβουο δρόμο του Μπουένος Άιρες ένα άλλο βρισκόταν σε κάποιο σχολικό κτίριο στο κέντρο της Μπαια Μπλάνκα. ένα τρίτο στεγαζόταν σε μια από τις πτέρυγες ενός νοσοκομείου. Σε αυτά τα κέντρα βασανιστηρίων στρατιωτικά οχήματα πηγαινοέρχονταν σε παράξενες ώρες, κραυγές ακούγονταν μέσα από τους άσχημα μονωμένους τοίχους και συσκευασμένα πτώματα μεταφέρονταν εντός και εκτός κτιρίων, ενώ οι γείτονες παρακολουθούσαν σιωπηλοί τα πάντα.

Δικτάτορας Βιντέλα και η στρατιωτική χούντα Αργεντινής

Το καθεστώς της Ουρουγουάης ήταν εξίσου θρασύ: Ένα από τα βασικά κέντρα βασανιστηρίων βρισκόταν στους στρατώνες του ναυτικού στον παραθαλάσιο δρόμο περιπάτου του Μοντεβιδέο, όπου στο παρελθόν πήγαιναν οικογένειες για να περπατήσουν δίπλα στη θάλασσα ή για να κάνουν πικνίκ. Στη διάρκεια της δικτατορίας ο όµορφος πεζόδροµος ήταν έρηµος, καθώς οι κάτοικοι της πόλης απέφευγαν να πάνε σε ένα µέρος όπου αντηχούσαν κραυγές.

Η χούντα της Αργεντινής ξεφορτωνόταν τις σορούς των θυµάτων µε ιδιαίτερα αδέξιους τρόπους. Μια εκδροµή στην ύπαιθρο µπορούσε να καταλήξει σε εφιάλτη, καθώς δε λαµβάνονταν ιδιαίτερες προφυλάξεις για να µείνουν κρυφοί οι οµαδικοί τάφοι. Πτώµατα από τα οποία έλειπαν δάχτυλα και δόντια (όπως συµβαίνει σήµερα στο Ιράκ) ανακαλύπτονταν σε δηµόσιους σκουπιδοτενεκέδες ή ξεβράζονταν στις όχθες του Ρίο δε λα Πλάτα έπειτα από κάποια «πτήση θανάτου» της χούντας. Σε µια περίπτωση ελικόπτερα ξεφορτώθηκαν σορούς στο χωράφι ενός αγρότη.

Όλοι οι Αργεντινοί είχαν µετατραπεί µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε αυτόπτες µάρτυρες της εξάλειψης συµπολιτών τους, ωστόσο οι περισσότεροι ισχυρίζονταν ότι δε γνώριζαν τι συνέβαινε. Υπάρχει µια φράση την οποία χρησιµοποιούν οι Αργεντινοί για να περιγράψουν το παράδοξο να γίνονται τα πάντα µπροστά στα µάτια τους, αλλά να τα κρατούν κλειστά απέναντι στον τρόµο που είχε κυριέψει το µυαλό τους εκείνα τα χρόνια: «Δεν ξέραµε αυτό που κανείς δεν µπορούσε να διαψεύσει».

Καθώς όσοι καταζητούνταν από τις διάφορες χούντες κατέφευγαν συχνά σε κάποια από τις γειτονικές χώρες, οι στρατιωτικές κυβερνήσεις συνεργάζονταν µεταξύ τους στο πλαίσιο της περιώνυµης επιχείρησης «Κόνδορας». Σύµφωνα µε τα όσα προέβλεπε η επιχείρηση «Κόνδορας», οι υπηρεσίες πληροφοριών των χωρών του Νότιου Κώνου αντάλλασσαν πληροφορίες για τους «υπονοµευτές» (µε τη βοήθεια ενός συστήµατος ηλεκτρονικών υπολογιστών που τους είχε προµηθεύσει η Ουάσινγκτον) και στη συνέχεια επέτρεπαν στους πράκτορες άλλων υπηρεσιών να περνούν τα σύνορα και να πραγµατοποιούν απαγωγές κοι βασανιστήρια, µια µέθοδος που παρουσιάζει ανατριχιαστικές οµοιότητες µε το σηµερινό δίκτυο «έκτακτης έκδοσης» της CIA.*

Επιπλέον, οι χούντες αντάλλασσαν πληροφορίες για τις µεθόδους που η καθεµία από αυτές είχε διαπιστώσει ότι ήταν οι πιο αποτελεσµατικές στην απόσπαση πληροφοριών από τους κρατούµενους. Αρκετοί Χιλιανοί που βασανίστηκαν στο Στάδιο της Χιλής τις πρώτες µέρες µετά το πραξικόπηµα παρατήρησαν την απρόσµενη λεπτοµέρεια ότι υπήρχαν Βραζιλιάνοι στρατιωτικοί που έδιναν συµβουλές για τους πιο επιστηµονικούς τρόπους χρησιµοποίησης του πόνου.

______________________________________________________________

*Οι εξαφανίσεις στη Λατινική Αµερική είχαν ως πρότυπό τους την επιχείρηση «Νύχτα και Καταχνιά» του Χίτλερ. Το 1941 ο Χίτλερ διακήρυξε ότι οι µαχητές της Aντίστασης στις κατεχόµενες από τους ναζί χώρες θα οδηγούνταν στη Γερµανία για να «εξαφανιστούν µέσα στη νύχτα και στην καταχνιά». Αρκετοί γνωστοί ναζί κατέφυγαν στη Χιλή και στην Αργεντινή και εικάζεται ότι ίσως να εκπαίδευσαν σε αυτές τις τακτικές τους άντρες των υπηρεσιών πληροφοριών των χωρών του Νότιου Κώνου. (Σ.τ.Σ.)

___________________________________________________________________

ατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου υπήρξαν αναρίθµητες ευκαιρίες για τέτοιου είδους συνεργασία, σε µεγάλο βαθµό υπό την αιγίδα των Ηνωµένων Πολιτειών και µε την ανάµειξη της CIΑ. Το 1975 η έρευνα που πραγµατοποίησε η Γερουσία για την επέµβαση των ΗΠΑ στη Χιλή αποκάλυψε ότι η CIA είχε εκπαιδεύσει το στρατό του Πινοτσέτ σε µεθόδους «ελέγχου της υπονόµευσης». Αλλά και η εκπαίδευση της βραζιλιάνικης και της ουρουγουανής αστυνοµίας από πράκτορες των ΗΠΑ έχει τεκµηριωθεί µε αδιάσειστα στοιχεία.

Σύµφωνα µε µαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στην έκθεση της Επιτροπής για την Αλήθεια η οποία τιτλοφορείται Brasil: Nunca Mαis [Βραζιλία: Ποτέ Ξανά] και δηµοσιεύτηκε το 1985, αξιωµατικοί του στρατού παρευρέθηκαν σε «σεµινάρια βασανιστηρίων» σε µονάδες της στρατιωτικής αστυνοµίας, κατά τη διάρκεια των οποίων παρακολούθησαν σλάιντ που απεικόνιζαν διάφορες µεθόδους βασανισµού. Στη διάρκεια των σεµιναρίων χρησιµοποιούνταν κρατούµενοι για «πρακτικες επιδείξεις»:

Τους βασάνιζαν βάναυσα, ενώ υπαξιωµατικοί του στρατού παρακολουθούσαν για να µαθαίνουν. Η έκθεση αναφέρει ότι «ένας από τους πρώτους που εισήγαγαν αυτή την πρακτική στη Βραζιλία ήταν ο Αµερικανός αξιωµατούχος της αστυνοµίας Νταν Μιτριόνε. Όταν ήταν αστυνοµικός εκπαιδευτής στο Μπέλο Οριζόντε, στα πρώτα χρόνια του βραζιλιάνικου στρατιωτικού καθεστώτος, ο Μιτριόνε απήγε ζητιάνους από τους δρόµους και τους βασάνιζε µπροστά στους εκπαιδευόµενους αστυνοµικούς, ώστε να µάθουν τους διάφορους τρόπους να προκαλούν στον κρατούµενο την υπέρτατη σύγκρουση ανάµεσα στο σώµα και στο νου». Στη συνέχεια ο Μιτριόνε πήγε στην Ουρουγουάη για να εκπαιδεύσει την τοπική αστυνοµία, αλλά το 1970 τον απήγαγαν και τον εκτέλεσαν οι Τουπαµάρος, µια οµάδα αριστερών ανταρτών, που σχεδίασαν την επιχείρηση για να αποκαλύψουν την ανάµειξη του Μιτριόνε στην εκπαίδευση των Ουρουγουανών αστυνοµικών στα βασανιστήρια.* Σύµφωνα µε έναν από τους πρώην µαθητές του, ο Μιτριόνε (όπως και οι συγγραφείς του εγχειριδίου της CIA) επέµενε ότι ο αποτελεσµατικός βασανισµός δεν ήταν σαδισµός, αλλά επιστήµη. «Συγκεκριµένος πόνος σε συγκεκριµένο σηµείο και σε συγκεκριµένη ένταση» ήταν το µότο του.

_____________________________________________________________________

*Το συγκεκριμένο περιστατικο αποτέλεσε τη βάση για την κινηµατογραφική ταινία «Kατάσταση Πoλιορκiας» τoυ Κώστα Γαβρά. (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Τα αποτελέσµατα αυτής της εκπαίδευσης αναφέρονται σε όλες τις εκθέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώµατα στις χώρες του Νότιου Κώνου κατά τη διάρκεια αυτής της δυσοίωνης περιόδου. Υπάρχουν πολλές και αδιάσειστες µαρτυρίες για τις τυπικές µεθόδους που είχαν κωδικοποιηθεί στο εγχειρίδιο Kubαrk: σύλληψη νωρίς το πρωί, κουκούλα, πλήρης αποµόνωση, νάρκωση, υποχρεωτική γύµνια, ηλεκτροσόκ. Και πανταχού παρούσα η φρικτή κληρονοµιά των πειραµάτων που είχαν γίνει στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ αποσκοπώντας στην εσκεµµένη πρόκληση παλινδρόµησης.

Κρατούµενοι στο Εθνικό Στάδιο της Χιλής έχουν πει ότι οι προβολείς ήταν αναµµένοι είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ενώ τα γεύµατα σερβίρονταν µε σκοπίµως µπερδεµένη σειρά. Οι στρατιώτες υποχρέωναν πολλούς κρατούµενους να έχουν ριγµένες κουβέρτες πάνω στα κεφάλια τους, ώστε να δυσκολεύονται να βλέπουν και να ακούν µια πρακτική που προκάλεσε σύγχυση, εφόσον όλοι γνώριζαν ότι βρίσκονταν στο στάδιο. Οι κρατούµενοι ανέφεραν ότι αυτές οι προσπάθειες χειραγώγησης είχαν ως συνέπεια να µην µπορούν να διακρίνουν τη µέρα από τη νύχτα, ενώ επέτειναν σηµαντικά το σοκ και τον πανικό που τους είχαν προκαλέσει το πραξικόπηµα και η σύλληψή τους. Ήταν λες και το στάδιο είχε µετατραπεί σε ένα γιγάντιο πειραµατικό εργαστήρι, µε τους ίδιους στο ρόλο των πειραµατόζωων σε κάποιο παράξενο πείραµα χειραγώγησης των αισθήσεων.

Μια ακόµα πιο πιστή εφαρµογή των πειραµάτων της CIA πραγµατοποιήθηκε στη φυλακή Βίγια Γκριµάλντι της Χιλής, η οποία «ήταν γνωστή για τα «χιλιανά δωµάτιά» της», κατασκευασµένους από ξύλο χώρους αποµόνωσης που ήταν τόσο στενοί, ώστε οι κρατούµενοι να µην µπορούν να γονατίσουν ή να ξαπλώσουν. Οι κρατούµενοι στη φυλακή Λιµπερτάδ της Ουρουγουάης στέλνονταν στο isla, στο νησί: µικρά κελιά χωρίς παράθυρα, στα οποία µια λάµπα ήταν µονίµως αναµµένη. Σηµαντικοί κρατούµενοι παρέµεναν σε απόλυτη αποµόνωση για περισσότερο από µία δεκαετία. «Είχαµε αρχίσει να σκεφτόµαστε ότι ήµασταν νεκροί, ότι τα κελιά µας δεν ήταν κελιά αλλά τάφοι, ότι ο εξωτερικός κόσµος δεν υπήρχε, ότι ο ήλιος ήταν ένας µύθος», θυµάται ο Μπουρίσιο Ρόσενκοφ, ένας από τους κρατούµενους. Σε διάστηµα εντεκάµισι ετών είδε τον ήλιο συνολικά µόνο οχτώ ώρες. Τόσο αποστερηµένες ήταν οι αισθήσεις του από ερεθίσµατα, ώστε «είχα ξεχάσει τα χρώµατα δεν υπήρχαν χρώµατα».*

Σε ένα από τα χειρότερα κέντρα βασανιστηρίων της Αργεντινής, τη Σχολή Μηχανικών του Πολεµικού Ναυτικού στο Μπουένος Άιρες, ο χώρος αποµόνωσης ονοµαζόταν cαpuchα, «κουκούλα». Ο Χουάν Μιράντα, που έµεινε τρεις µήνες σε ένα τέτοιο κελί, µου µίλησε για αυτό το µέρος όπου βασίλευε το σκοτάδι. «Σε πήγαιναν στη σοφίτα της φυλακής, σου φορούσαν µια κουκούλα και αλυσοδένανε τα χέρια και τα πόδια σου, εξαναγκάζοντάς σε να είσαι ξαπλωµένος ολόκληρη τη µέρα πάνω σε ένα στρώµα από αφρολέξ. Δεν µπορούσα να δω τους υπόλοιπους κρατούµενους, ανάµεσά µας υπήρχαν χωρίσµατα από κόντρα πλακέ. Όταν οι φύλακες έφερναν το φαγητό, µε υποχρέωναν να στρέφω το κεφάλι µου προς τον τοίχο και στη συνέχεια µου αφαιρούσαν την κουκούλα για να µπορέσω να φάω. Ήταν το µοναδικό διάστηµα µέσα στη µέρα που σου επέτρεπαν να είσαι όρθιος. Όλες τις υπόλοιπες ώρες ήσουν ξαπλωµένος». Σε άλλους Αργεντινούς κρατούµενους επέβαλλαν αισθητηριακή αποστέρηση κλείνοντάς τους σε κελιά που είχαν διαστάσεις φέρετρων και τα αποκαλούσαν tubos.

____________________________________________________________________
*Οι ιθύνοντες της φυλακής Λιµπερτάδ συνεργάζονταν στενά µε συµπεριφοριστές ψυχολόγους για να προσαρµόζουν τις τεχνικές βασανισµού τους στο ψυχολογικό προφίλ κάθε κρατουµένου µια µέθοδος που χρησιµοποιείται σήµερα στον κόλπο του Γκουαντάναµο. (Σ.τ.Σ.)

_______________________________________________________

Η µοναδική ανακούφιση από την αποµόνωση ήταν η ακόµα χειρότερη µοίρα που περίµενε τους κρατούµενους στους θαλάµους βασανιστηρίων. Η πιο διαδεδοµένη τεχνική, που τη χρησιµοποιούσαν τα στρατιωτικά καθεστώτα ολόκληρης της περιοχής, ήταν το ηλεκτροσόκ. Υπήρχαν δεκάδες παραλλαγές του τρόπου µε τον οποίο διοχετευόταν ηλεκτρικό ρεύµα στα σώµατα των κρατουµένων: µε γυµνά ηλεκτροφόρα καλώδια, µε στρατιωτικά τηλέφωνα εκστρατείας, µε βελόνες που µπήγονταν κάτω από τα νύχια ή στερεώνονταν µε µανταλάκια στα ούλα, στις ρώγες του στήθους, στα γεννητικά όργανα, στα αφτιά, στο στόµα, σε ανοιχτές πληγές, ενώ ταυτόχρονα έριχναν νερό στα σώµατα των κρατουµένων για να γίνει πιο έντονη η ηλεκτρική εκκένωση. Έδεναν τα θύµατα πάνω σε τραπέζια ή στις σιδερένιες «καρέκλες του δράκου» στη Βραζιλία. Η χούντα της Αργεντινής, µιας χώρας γνωστής για την εκτροφή βοοειδών, ήταν υπερήφανη για την ξεχωριστή συνεισφορά της: Ξάπλωναν τους κρατούµενους πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι, που το αποκαλούσαν parrilla, δηλαδή ψησταριά, και τους έκαναν ηλεκτροσόκ µε µια picana, την ηλεκτρική βουκέντρα για τα βοοειδή.

Είναι αδύνατον να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων πού μπλέχτηκαν στα γρανάζια του μηχανισμού βασανιστηρίων στις χώρες του Νότιου Κώνου, όμως θα πρέπει να ήταν l00.000-150.000 άνθρωποι, δεκάδες χιλιάδες από τους οποίους πέθαναν .

Μπουένος Άιρες πεδίο μάχης

Εvας αυτόπτnς µάρτυρας σε δύσκολες εποχές

Το να είσαι αριστερός εκείνα τα χρόνια σήμαινε να είσαι κυνηγημένος. Όσοι δεν αυτοεξορίστηκαν διεξήγαν έναν καθημερινό αγώνα για να είναι ένα βήμα μπροστά από τη μυστική αστυνομία: Ζούσαν σε κρησφύγετα, επικοινωνούσαν με συνθηματικούς κώδικες, είχαν πλαστές ταυτότητες. Ένας από τους ανθρώπους που έζησαν με αυτό τον τρόπο στην Αργεντινή ήταν ο θρυλικός δημοσιογράφος ερευνητής Ροδόλφο Γουόλς. Κοινωνικός και πολυπράγμων, συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και βραβευμένων διηγημάτων, ο Γουόλς ήταν επίσης εξαιρετικά ικανός στο να αποκωδικοποιεί τους στρατιωτικούς κώδικες και να κατασκοπεύει τους κατασκόπους. Πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη ερευνητική επιτυχία του ενόσω εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην Κούβα, καθώς κατάφερε να υποκλέψει και να αποκωδικοποιήσει ένα τέλεξ της CIΑ που αναφερόταν στην επικείμενη απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων. Η πληροφορία αυτή επέτρεψε στον Κάστρο να προετοιμαστεί και να αντιμετωπίσει την εισβολή.

Όταν η προηγούμενη χούντα της Αργεντινής είχε θέσει εκτός νόμου τον περονισμό, στραγγαλίζοντας τη δημοκρατία, ο Γουόλς αποφάσισε να ενταχτεί στην ένοπλη οργάνωση των Μοντονέρος ως ειδικός στις πληροφορίες.* Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα το όνομά του να βρεθεί στην κορυφή του καταλόγου των καταζητούμενων που είχαν καταρτίσει οι στρατηγοί, ενώ κάθε καινούρια εξαφάνιση αύξανε τους φόβους του ότι η απόσπαση πληροφοριών µε τη χρησιµοποίηση της picana θα οδηγούσε την αστυνοµία στο σπίτι όπου κρυβόταν µαζί µε τη σύντροφό του Λίλια Φερέιρα, σε ένα µικρό χωριό λίγο έξω από το Μπουένος Άιρες.

—————————————————————————

* Οι Μοvrονέρος είχαν συγκροτηθεί για να αντισταθούν στην προηγούμενη δικτατορία. Ο περονισμός είχε απαγορευτεί και ο εξόριστος Χουάν Περόν είχε καλέσει τους νεαρούς υποστηρικτές του να οπλιστούν και να αγωνιστούν για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το έκαναν, και οι Μοvrονέρος, που πραγματοποιούσαν ένοπλες επιθέσεις και απαγωγές, διαδραμάτισαν ένα σημαντικά ρόλο στο να υποχρεωθεί η χούντα να πραγματοποιήσει το 1973 δημοκρατικές εκλογές, στις οποίες συμμετείχε και ένας περονιστής υποψήφιος. Όμως, όταν ο Περόν επανήλθε στην εξουσία, αντιμετώπισε ως απειλή τη λαϊκή υποστήριξη που απολάμβαναν οι Μοντονερος και ενθάρρυνε τα ακροδεξιά αποσπάσματα θανάτου να τους καταδιώξουν. Ως εκ τούτου, η ομάδα των Μοντονέρος (που με τη δράση της είχε προκαλέσει αρκετή διχογνωμία) είχε ήδη αποδυναμωθεί σημαντικά όταν έγινε το πραξικόπημα του 1976. (Σ.τ.Σ.)

______________________________________________________________

ρησιµοποιώντας το τεράστιο δίκτυο των πηγών του, ο Γουόλς προσπαθούσε να συγκεντρώσει στοιχεία για τα εγκλήµατα της χούντας. Κατάρτιζε καταλόγους µε τα ονόµατα των νεκρών και των εξαφανισµένων, αλλά και µε τις τοποθεσίες στις οποίες υπήρχαν οµαδικοί τάφοι και µυστικά κέντρα βασανιστηρίων. Παρόλο που υπερηφανευόταν ότι γνώριζε πολύ καλά τον εχθρό, τον είχε καταπλήξει η αχαλίνωτη βία που η χούντα της Αργεντινής είχε εξαπολύσει εναντίον του ίδιου της του λαού. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της διακυβέρνησης της χώρας από το στρατό δεκάδες φίλοι και συνάδελφοί του είχαν εξαφανιστεί στα στρατόπεδα θανάτου, ενώ και η εικοσιεξάχρονη κόρη του Βίκι είχε βρει το θάνατο, γεγονός που είχε προκαλέσει άφατη οδύνη στον Γουόλς.

Καθώς όµως τα Ford Falcon περιπολούσαν παντού, ο Γουόλς δεν είχε την πολυτέλεια να θρηνήσει ήσυχα την κόρη του. Γνωρίζοντας ότι οι µέρες του ήταν µετρηµένες, πήρε µια σηµαντική απόφαση επί τη ευκαιρία της συµπλήρωσης ενός έτους χουντικής εξουσίας: Ενώ όλες οι εφηµερίδες θα εγκωµίαζαν τους στρατηγούς για το ότι είχαν σώσει τη χώρα, εκείνος αποφάσισε να γράψει τη δική του, αλογόκριτη εκδοχή για την εξαχρείωση στην οποία κατρακυλήσει η Αργεντινή. Την τιτλοφόρησε «Ανοιχτή Επιστολή ενός Συγγραφέα προς τη Στρατιωτική Χούντα» και, όπως έγραψε ο ίδιος, τη συνέταξε «χωρίς την παραµικρή ελπίδα να εισακουστώ, µε την απόλυτη βεβαιότητα ότι θα διωχθώ, πιστός στη δέσµευση την οποία ανέλαβα πριν από πολλά χρόνια να είµαι αυτόπτης µάρτυρας σε δύσκολες εποχές».

Η επιστολή θα ήταν µια απερίφραστη καταδίκη τόσο των µεθόδων της κρατικής τροµοκρατίας όσο και του οικονοµικού συστήµατος το οποίο υπηρετούσαν. Ο Γουόλς σχεδίαζε να διανείµει την «Ανοιχτή Επιστολή» του µε τον ίδιο τρόπο που είχε δηµοσιοποιήσει προηγούµενες ανακοινώσεις του από την παρανοµία: Θα έφτιαχνε δέκα αντίτυπα της επιστολής και θα τα ταχυδροµούσε από διαφορετικά γραµµατοκιβώτια σε επιλεγµένους παραλήπτες, που θα φρόντιζαν για την περαιτέρω κυκλοφορία της. «Θέλω να δείξω σε αυτούς τους γαµιόληδες ότι είµαι ακόµα εδώ, ότι εξακολουθώ να είµαι ζωντανός και να γράφω», είπε στη Λίλια τη στιγµή που ετοιµαζόταν να καθίσει µπροστά στη γραφοµηχανή του µάρκας Olympia.

Η επιστολή άρχιζε µε έναν απολογισµό της εκστρατείας τρόµου των στρατηγών, της χρησιµοποίησης «υπέρτατων βασανιστηρίων, στέλειωτων και µεταφυσικων», αλλά και της ανάµειξης της CIΑ στην εκπαίδευση της αστυνοµίας της Αργεντινής. Αφού παρέθετε µε λεπτοµέρειες τις µεθόδους και τις τοποθεσίες των οµαδικών τάφων, ο Γουόλς άλλαζε ξαφνικά θέµα: «Ωστόσο τα γεγονότα αυτά, που εξεγείρουν τη συνείδηση του πολιτισµένου κόσµου, δεν είναι το µεγαλύτερο βάσανο που επιβλήθηκε στο λαό της Αργεντινής, ούτε η χειρότερη παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωµάτων που διαπράχθηκε. Η οικονοµική πολιτική της κυβέρνησης αποτελεί όχι µόνο τη µοναδική εξήγηση για όλα αυτά τα εγκλήµατα αλλά και µια πολύ µεγαλύτερη θηριωδία, που τιµωρεί εκατοµµύρια ανθρώπους µέσω της προσχεδιασµένης εξαθλίωσής τους. [ … ] Αρκεί να περπατήσει κανείς µερικές ώρες στις συνοικίες του Μπουένος Άιρες για να δει την ταχύτητα µε την οποία αυτή η πολιτική µεταµορφώνει την πόλη σε µια «παραγκούπολη» δέκα εκατοµµυρίων κατοίκων».

Το οικονοµικό σύστηµα που περιέγραφε ο Γουόλς ήταν ο νεοφιλελευθερισµός της Σχολής του Σικάγου, το οικονοµικό µοντέλο που θα σάρωνε τον κόσµο. Καθώς µέσα στις επόµενες δεκαετίες θα αποκτούσε βαθύτερες ρίζες στην Αργεντινή, θα εξωθούσε περισσότερο από το µισό πληθυσµό της χώρας κάτω από τα όρια της φτώχειας. Ο Γουόλς δεν πίστευε ότι επρόκειτο για ένα τυχαίο γεγονός, αλλά για την προσεκτική εκτέλεση ενός σχεδίου για «προσχεδιασµένη εξαθλίωση».

Συλλήψεις στη μέση του δρόμου

Η επιστολή γράφτηκε την 24η Μαρτίου 1977, µε τη συµπλήρωση ακριβώς ενός έτους από το πραξικόπηµα. Το επόµενο πρωί ο Γουόλς και η Λίλια Φερέιρα πήγαν στο Μπουένος Άιρες. Μοιράστηκαν µεταξύ τους τα αντίτυπα της επιστολής και τα έριξαν σε γραµµατοκιβώτια σε διαφορετικές συνοικίες της πόλης. Μερικές ώρες µετά ο Γουόλς πήγε να συναντήσει την οικογένεια ενός εξαφανισµένου συναδέλφου του, όπως είχε συνεννοηθεί εκ των προτέρων. Επρόκειτο για παγίδα: Κάποιος δεν είχε αντέξει τα βασανιστήρια και είχε µιλήσει, µε αποτέλεσµα δέκα ένοπλοι άντρες να του έχουν στήσει ενέδρα έξω από το σπίτι για να τον συλλάβουν. «Φερτε µου ζωντανό αυτόν το γαµηµένο µπάσταρδο», φέρεται να είπε στους στρατιώτες ο ναύαρχος Μασέρα, ένας από τους τρεις ηγέτες της χούντας. Ο Γουόλς, που το µότο του ήταν «Δεν είναι έγκληµα το να µιλήσεις, το να σε συλλάβουν είναι το έγκληµα», τράβηξε αµέσως το όπλο του και άρχισε να πυροβολεί. Τραυµάτισε έναν από τους στρατιώτες, ενώ δεχόταν τα πυρά τους. Πέθανε προτού το αυτοκίνητο που τον µετέφερε φτάσει στη Σχολή Μηχανικών του Πολεμικού Ναυτικού. Έκαψαν τη σορό του και την έριξαν σε ένα ποτάμι.

Ο ψευδεπίγραφοs «πόλεμοs κατά της τρομοκρατίας»

ι xoύντες στις χώρες του Νότιου Κώνου δεν έκρυβαν τις επαναστατικές φιλοδοξίες τους να αναπλάσουν τις αντίστοιχες κοινωνίες, αλλά ήταν αρκετά πονηρές ώστε να αρνούνται δημόσια αυτό για το οποίο τις κατηγορούσε ο Γουόλς: ότι χρησιμοποιούσαν μαζική βία για να επιτύχουν τους οικονομικούς τους στόχους, οι οποίοι θα είχαν, αναμφίβολα, προκαλέσει λαϊκές εξεγέρσεις, αν δεν υπήρχε ένα σύστημα τρομοκράτησης του πληθυσμού και παραμερισμού των εμποδίων.

Στο βαθμό που γίνονταν γνωστές οι κρατικές δολοφονίες, οι χούντες τις αιτιολογούσαν με το επιχείρημα ότι διεξήγαν έναν πόλεμο εναντίον επικίνδυνων μαρξιστών τρομοκρατών, που χρηματοδοτούνταν και ελέγχονταν από την KGB. Αν οι χούντες χρησιμοποιούσαν «βρόμικες τακτικές, ήταν επειδή οι εχθροί τους ήταν τέρατα. Χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο που ηχεί ανατριχιαστικά οικείο και αναγνωρίσιμο σήμερα, ο ναύαρχος Μασέρα τον χαρακτήριζε «πόλεμο υπέρ της ελευθερίας και εναντίον της τυραννίας, [ … ] έναν πόλεμο τον οποίο διεξάγουμε όσοι είμαστε υπέρ της ζωής εναντίον όσων είναι υπέρ του θανάτου. [ … ] Πολεμάμε εναντίον μηδενιστών, εναντίον πρακτόρων του ολέθρου που ο μοναδικός τους σκοπός είναι η καταστροφή αυτή καθαυτήν, παρόλο που κρύβουν τις επιδιώξεις τους πίσω από κοινωνικές σταυροφορίες».

Πριν από το πραξικόπημα στη Χιλή η CIΑ είχε χρηματοδοτήσει μια προπαγανδιστική εκστρατεία που παρουσίαζε τον Αλιέντε ως ένα μεταμφιεσμένο δικτάτορα, ως ένα μακιαβελικό δολοπλόκο που είχε χρησιμοποιήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς για να ανέλθει στην εξουσία, αλλά ήταν έτοιμος να επιβάλει ένα σοβιετικού τύπου αστυνομικό κράτος στο οποίο θα παρέμεναν για πάντα υποδουλωμένοι οι Χιλιανοί. Στην Αργεντινή και στην Ουρουγουάη οι μεγάλες αριστερές αντάρτικες ομάδες, οι Μοντονέρος και οι Τουπαμάρος, παρoυσιάζoνταν ως τόσο επικίνδυνες για την εθνική ασφάλεια απειλές, ώστε οι στρατηγοί να μην έχουν άλλη επιλογή από το να αναστείλουν τη δημοκρατία, ια καταλάβουν οι ίδιοι την εξουσία και να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε διαθέσιμο μέσο για να τις συντρίψουν.

Και στις τρεις περιπτώσεις οι χούντες είτε είχαν υπερβάλει το μέγεθος της απειλής είτε την είχαν εξ’ ολοκλήρου κατασκευάσει. Ανάμεσα στα υπόλοιπα στοιχεία που έφερε στο φως της δημοσιότητας, η έρευνα που πραγματοποίησε η Γερουσία το 1975 αποκάλυψε ότι, σύμφωνα με τις αναφορές των υπηρεσιών πληροφοριών προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο Αλιέντε δεν αποτελούσε απειλή για τη δημοκρατία.

Όσο για τους Μοντονέρος της Αργεντινής και τους Τουπαμάρος της Ουρουγουάης, ήταν ένοπλες ομάδες με σημαντική λαϊκή υποστήριξη, ικανές να πραγματοποιήσουν εξαιρετικά παράτολμες επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών και οικονομικών στόχων. Παρ’ όλα αυτά, οι Τουπαμάρος είχαν ήδη εξαρθρωθεί όταν ο στρατός κατέλαβε την εξουσία, ενώ οι Μοντονέρος εξουδετερώθηκαν τους πρώτους έξι μήνες της δικτατορικής διακυβέρνησης, η οποία διήρκεσε εφτά χρόνια. Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ αναφέρουν ότι ο Σέσαρ Αουγουστο Γκουσέτι, ο υπουργός Εξωτερικών της χούντας της Αργεντινής, είχε δηλώσει στον Χένρι Κίσινγκερ στις 7 Οκτωβρίου 1976 ότι «οι τρομοκρατικές οργανώσεις έχουν εξαρθρωθει». Εντούτοις, η χούντα εξαφάνισε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους έπειτα από αυτή την ημερομηνία.

Για πολλά χρόνια το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ παρουσίαζε τους «βρώμικους πολέμους» στις χώρες του Νότιου Κώνου ως σκληρές μάχες ανάμεσα στο στρατό και σε επικίνδυνους αντάρτες, ως συγκρούσεις που κατά καιρούς έβγαιναν εκτός ελέγχου, αλλά άξιζαν την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Όμως αυξάνονται διαρκώς οι αποδείξεις ότι τόσο στην Αργεντινή όσο και στη Χιλή η Ουάσινγκτον υποστήριζε στρατιωτικές επιχειρήσεις που δεν είχαν καμία σχέση με την καταπολέμηση «τρομοκρατικών οργανώσεων».

Τον Μάρτιο του 2006 το Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας στην Ουάσινγκτον έδωσε στη δημοσιότητα τα αποχαρακτηρισμένα πρακτικά μιας συνάντησης που είχε πραγματοποιηθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δύο μέρες μετά το πραξικόπημα το οποίο ενορχήστρωσε η χούντα της Αργεντινής το 1976. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης ο Γουίλιαμ Ρότζερς, ο υφυπουργός Εξωτερικών για τη Λατινική Αμερική, είπε στον Κίσινγκερ: «Πρέπει να περιμένουμε αρκετά έντονη καταστολή και πολύ αίμα στην Αργεντινή. Πιστεύω ότι θα λάβουν εξαιρετικά σκληρά μέτρα όχι μόνο εναντίον των τρομοκρατών αλλά και εναντίον διαφωνούντων που είναι μέλη συνδικάτων και πολιτικών κομμάτων».

Και πράγματι το έκαναν. Στη μεγάλη τους πλειονότητα τα θύματα του τρομοκρατικού μηχανισμού στις χώρες του Νότιου Κώνου δεν ήταν μέλη ένοπλων ομάδων, αλλά ακτιβιστές που δραστηριοποιούνταν σε εργοστάσια, αγροκτήματα, παραγκουπόλεις και πανεπιστήμια. Ήταν οικονομολόγοι, καλλιτέχνες, ψυχολόγοι και μέλη αριστερών κομμάτων. Δεν τους δολοφόνησαν επειδή ήταν οπλισμένοι (οι περισσότεροι δεν είχαν όπλα), αλλά εξαιτίας των πεποιθήσεών τους. Στις χώρες του Νότιου Κώνου, όπου γεννήθηκε ο σημερινός καπιταλισμός, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας ήταν ένας πόλεμος εναντίον όλων των εμποδίων στη νέα τάξη πραγμάτων.

σ137,

ΣΕΛ 137./90



Σχολιάστε

1 σχόλιο

  1. Όταν θα μας έχουν εξοντώσει … « ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: