Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 8)

Κεφάλαιο

`

Η ΚΡΙΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ

Η ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ-ΣΟΚ

`

«Τι νόηµα έχει να καταστρέφουν το πνεύµα µου και να σβήνουν

τη µνήµη µου, που είναι το κεφάλαιό µου, µε αποτέλεσµα να µην

µπορώ να κάνω τη δουλειά µου; Ήταν µια λαµπρή θεραπεία,

αλλά χάσαµε τον ασθενή».

‘Ερνεστ Χέµινγουεϊ, αναφερόµενος

στη θεραπεία µε ηλεκτροσόκ, λίγο πριν αυτοκτονήσει

 


`

ια τον Τζέφρι Σάκς, το µάθηµα που αποκόµισε από την πρώτη διεθνή περιπέτειά του ήταν ότι ο υπερπληθωρισµός µπορεί να καταπολεµηθεί µε τα κατάλληλα σκληρά και δραστικά µέτρα. Είχε πάει στη Βολιβία για να νικήσει τον υπερπληθωρισµό και τα είχε καταφέρει. Η υπόθεση είχε µπει στο αρχείο.

Ο Τζον Γουίλιαµσον, δεξιός οικονοµολόγος µε µεγάλη επιρροή στην Ουάσινγκτον και σύµβουλος του ΔΝΤ και της Παγκόσµιας Τράπεζας, είχε παρακολουθήσει στενά το πείραµα του Σάκς στη Βολιβία και διέκρινε κάτι πολύ πιο σηµαντικό. Έχει περιγράψει το πρόγραµµα της θεραπείας-σοκ ως τη στιγμή «της µεγάλης έκρηξης», µια καθοριστική νίκη στην εκστρατεία για να επιβληθεί το δόγµα της Σχολής του Σικάγου σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο λόγος για τον οποίο ο Γουίλιαµσον κατέληξε σε αυτό το συµπέρασµα είχε ελάχιστη σχέση µε τα οικονοµικά, αλλά είχε τεράστια σχέση µε την ακολουθούµενη τακτική.

Μπορεί να µην ήταν αυτή η πρόθεσή του, αλλά ο Σάκς είχε αποδείξει µε εξαιρετικά εντυπωσιακό τρόπο ότι η θεωρία του Φρίντµαν για τις κρίσεις ήταν απόλυτα σωστή. Η κατάρρευση της οικονοµίας της Βολιβίας εξαιτίας του υπερπληθωρισµού πρόσφερε την αναγκαία δικαιολογία για να προωθηθεί ένα πρόγραµµα που θα ήταν πολιτικά αδύνατον να εφαρµοστεί υπό φυσιολογικές συνθήκες. Η Βολιβία ήταν µια χώρα µε δυνατό και µαχητικό συνδικαλιστικό κίνηµα, µε ισχυρή αριστερή παράδοση, ο τελευταίος σταθµός του Τσε Γκεβάρα. Παρ’ όλα αυτά, υποχρεώθηκε να αποδεχτεί µια δρακόντεια θεραπεία-σοκ εν ονόµατι της σταθεροποίησης του εκτός κάθε ελέγχου νοµίσµατός της.

Στα µέσα της δεκαετίας του 1980 αρκετοί οικονοµολόγοι παρατήρησαν ότι µια κρίση υπερπληθωρισµού έχει παρόµοιες επιπτώσεις µε έναν πόλεµο: Σπέρνει το φόβο και τη σύγχυση, δηµιουργεί πρόσφυγες και προκαλεί απώλειες ζωών. Ήταν εξόφθαλµο ότι ο υπερπληθωρισµός στη Βολιβία είχε διαδραµατίσει τον ίδιο ρόλο µε τον «πόλεµο» του Πινοτσέτ στη Χιλή και τον πόλεµο των Φόκλαντ στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, δηµιουργώντας το πλαίσιο για µια κατάσταση έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια της οποίας µπορούσαν να ανασταλούν οι κανόνες της δηµοκρατίας και να παραδοθεί προσωρινά ο οικονοµικός έλεγχος σε οµάδες ειδικών, σαν αυτή που συνεδρίαζε στο σαλόνι του Γκόνι. Για τους σκληροπυρηνικούς ιδεολόγους της Σχολής του Σικάγου όπως ο Γουίλιαµσον, αυτό σήµαινε ότι ο υπερπληθωρισµός δεν ήταν ένα πρόβληµα που έπρεπε να επιλυθεί, όπως πίστευε ο Σάκς, αλλά µια χρυσή ευκαιρία την οποία έπρεπε να αδράξουν.

Δεν υπήρχε έλλειψη τέτοιων ευκαιριών τη δεκαετία του 1980 Στην πραγματικότητα, το µεγαλύτερο µέρος του αναπτυσσόµενου κόσµου, και κυρίως η Λατινική Αµερική, είχε παρασυρθεί στη δίνη του υπερπληθωρισµού. Η κρίση ήταν αποτέλεσµα δύο βασικών παραµέτρων, αµφότερες από τις οποίες είχαν ρίζες στους χρηµατοοικονοµικούς οργανισµούς που έδρευαν στην Ουάσινγκτον

Η πρώτη ήταν η επιµονή των οργανισµών αυτών να αναλάβουν τα νέα δημοκρατικά καθεστώτα τα βάρη των παράνοµων χρεών που είχαν συσσωρεύσει οι δικτατορίες. Η δεύτερη ήταν η εµπνευσµένη από τον Φρίντµαν απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ να επιτρέψει την εκτόξευση των επιτοκίων, µε συνέπεια να αυξηθεί υπερβολικά το ύψος των χρεών µέσα σε µία νύχτα.

Η µεταβίβασn των επαχθών χρεών

Η Αργεντινή αποτελεί µια κλασική περίπτωση. Το 1983, όταν η χούντα κατέρρευσε µετά τον πόλεµο των Φόκλαντ, οι Αργεντινοί εξέλεξαν τον Ραούλ Λλφονσίν ως το νέο Πρόεδρό τους. Η πρόσφατα απελευθερωμένη χώρα ήταν καταδικασμένη να εκραγεί εξαιτίας της λεγόμενης «βόμβας του χρέους». Ως μέρος της διαδικασίας που η απερχόμενη χούντα ονόμαζε «αξιοπρεπή μετάβαση» στη δημοκρατία, η Ουάσινγκτον επέμενε ότι η νέα κυβέρνηση όφειλε να πληρώσει το χρέος που είχαν συσσωρεύσει οι στρατηγοί. Το εξωτερικό χρέος της Αργεντινής είχε εκτιναχθεί από 7,9 δισεκατομμύρια δολάρια πριν από το πραξικόπημα σε 45 δισεκατομμύρια δολάρια όταν η χούντα παρέδωσε την εξουσία χρέη -προς το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, την Τράπεζα Εξαγωγών-Εισαγωγών των ΗΠΑ και ιδιωτικές τράπεζες που έδρευαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε σε ολόκληρη σχεδόν την περιοχή. Στην Ουρουγουάη το χρέος ανερχόταν σε 0,5 δισεκατομμύριο δολάρια όταν η χούντα κατέλαβε την εξουσία και είχε αυξηθεί σε 5 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα τεράστιο βάρος για μια χώρα με πληθυσμό 3 εκατομμυρίων κατοίκων. Στη Βραζιλία, που αποτελούσε και την πιο δραματική περίπτωση, οι στρατηγοί, που κατέλαβαν την εξουσία το 1964 υποσχόμενοι να επιβάλουν χρηματοοικονομική τάξη, κατάφεραν να εκτοξεύσουν το χρέος από τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια στα 103 δισεκατομμύρια δολάρια το 1985.

Όταν άρχισε να πραγματοποιείται η μετάβαση στη δημοκρατία, πολλοί υποστήριξαν με ισχυρά επιχειρήματα, τόσο ηθικά όσο και νομικά, ότι αυτά τα χρέη ήταν απεχθή και ότι οι πρόσφατα απελευθερωμένοι λαοί δεν έπρεπε να εξαναγκαστούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς των καταπιεστών και των βασανιστών τoυς. Η επιχειρηματολογία αυτή ήταν ιδιαίτερα πειστική στην περίπτωση των χωρών του Νότιου Κώνου, καθώς ένα σημαντικό μέρος των ξένων πιστώσεων είχε διοχετευτεί απευθείας στο στρατό και στην αστυνομία κατά τη διάρκεια των ετών της δικτατορικής διακυβέρνησης, για να αγοραστούν όπλα και εκτοξευτήρες νερού και για να φτιαχτούν στρατόπεδα βασανιστηρίων. Στη Χιλή, για παράδειγμα, τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για τον τριπλασιασμό των στρατιωτικών δαπανών, με αποτέλεσμα ο στρατός της χώρας να διογκωθεί από 47.000 άντρες το 1973 σε 85.000 άντρες το 1980. Όσο για την Αργεντινή, η Παγκόσμια Τράπεζα υπολογίζει ότι περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια από τα χρήματα που δανείστηκαν οι στρατηγοί χρησιμοποιήθηκαν για στρατιωτικές δαπάνες.

Ένα μεγάλο μέρος από τα χρήματα που δε δαπανήθηκαν σε όπλα απλώς εξαφανίστηκαν. Η χουντική εξουσία ήταν διαποτισμένη από μια κουλτούρα διαφθοράς ένα προανάκρουσμα του μελλοντικού οργίου διαφθοράς όταν οι οικονοµικές πολιτικές της ελεύθερης αγοράς θα εξαπλώνονταν στη Ρωσία, στην Κίνα και στην «ελεύθερη ζώνη απάτης» του κατεχόµενου Ιράκ (για να δανειστώ τη φράση ενός απογοητευµένου συµβούλου των ΗΠΑ). Σύµφωνα µε µια έκθεση της Γερουσίας των ΗΠΑ το 2005, ο Πινοτσέτ είχε δηµιουργήσει ένα δαιδαλώδες δίκτυο τουλάχιστον εκατόν είκοσι πέντε µυστικών τραπεζικών λογαριασµών στα ονόµατα διαφόρων µελών της οικογένειάς του σε συνδυασµό µε το δικό του όνοµα. Στους λογαριασµούς αυτούς, από τους οποίους ο πιο γνωστός ήταν στη Riggs Bank που εδρεύει στην Ουάσινγκτον, ήταν κρυµµένα περίπου 27 εκατοµµύρια δολάρια.

Στην Αργεντινή η χούντα κατηγορήθηκε ότι ήταν ακόµα πιο αρπακτική. Το 1984 ο Χοσέ Μαρτίνες δε Χος, ο αρχιτέκτονας του οικονοµικού προγράµµατος, συνελήφθη κατηγορούµενος για απάτη σχετικά µε µια κρατική επιχορήγηση σε κάποια από τις εταιρείες που διοικούσε (αργότερα η κατηγορία θα αποσυρόταν). Όταν η Παγκόσµια Τράπεζα προσπάθησε να διερευνήσει τι είχαν απογίνει τα 35 δισεκατοµµύρια δολάρια που είχε δανειστεί η χούντα, διαπίστωσε ότι 19 δισεκατοµµύρια δολάρια (το 54% του συνόλου) είχαν µεταφερθεί στο εξωτερικό. Ελβετοί αξιωµατούχοι επιβεβαίωσαν ότι ένα µεγάλο µέρος είχε καταλήξει σε αριθµηµένους τραπεζικούς λογαριασµούς, δηλαδή ανώνυμους λογαριασµούς που τηρούνταν και διακινούνταν µόνο µε κάποιον κωδικό αριθµό. Σύµφωνα µε την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, µόνο στη διάρκεια του 1980 το χρέος της Αργεντινής αυξήθηκε κατά 9 δισεκατοµµύρια δολάρια, ενώ το ίδιο έτος το ποσό των καταθέσεων Αργεντινών πολιτών στο εξωτερικό αυξήθηκε κατά 6,7 δισεκατοµµύρια δολάρια. Ο Λάρι Σόασταντ, διάσηµος καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Σικάγου που είχε εκπαιδεύσει προσωπικά αρκετά από τα Παιδιά του Σικάγου της Αργεντινής, έχει περιγράψει την εξαφάνιση αυτών των δισεκατοµµυρίων (που κλάπηκαν κάτω από τη µύτη των µαθητών του) ως τη «µεγαλύτερη απάτη του εικοστού αιώνα». *

Οι χουντικοί καταχραστές είχαν φτάσει, µάλιστα, µέχρι το σηµείο να χρησιµοποιούν τα θύµατά τους στη διάπραξη των εγκληµάτων τους. Στο κέντρο βασανιστηρίων ESMA του Μπουένος Άιρες οι κρατούµενοι που γνώριζαν ξένες γλώσσες ή είχαν πανεπιστηµιακή µόρφωση καλούνταν συχνά να προσφέρουν γραµµατειακές υπηρεσίες στους δεσµοφύλακές τους. Μια επιζήσασα, η Γκρασιέλα Ντάλεο, διατάχθηκε να δακτυλογραφήσει ένα κείµενο µε υποδείξεις προς τους αξιωματούχους ενός φορολογικού παραδείσου σχετικά με τα χρήματα που είχαν υπεξαιρεθεί.

________________________________________________________________

* Και ίσως να ήταν όντως η µεγαλύτερη µέχρι τότε, όµως ο αιώνας δεν είχε τελειώσει .Θα ακολουθούσε το πείραµα της Σχολής του Σικάγου στη Ρωσία. (Σ.τ.Σ.)
________________________________________________________________________________

Ό,τι απέμενε από τα εθνικά δάνεια χρησιμοποιούνταν κυρίως για την καταβολή των τοκοχρεολυσίων, αλλά και για τη διάσωση ιδιωτικών εταιρειών. Το 1982, λίγο πριν από την κατάρρευση της δικτατορίας στην Αργεντινή, η χούντα έκανε μια τελευταία χάρη στον εταιρικό τομέα. Ο Ντομίνγκο Καβάγιο, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αργεντινής, ανακοίνωσε ότι το κράτος θα απορροφούσε τα χρέη μεγάλων πολυεθνικών και εγχώριων εταιρειών, οι οποίες, όπως τα «πιράνχας» της Χιλής, είχαν συνάψει τόσο μεγάλα δάνεια, ώστε βρίσκονταν στο χείλος της χρεοκοπίας. Ο διακανονισμός σήμαινε ότι οι εταιρείες θα διατηρούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία και τα κέρδη τους, αλλά το δημόσιο έπρεπε να καταβάλει 15-20 δισεκατομμύρια δολάρια για τα χρέη τους. Μεταξύ των εταιρειών που έτυχαν αυτής της ευνοϊκής μεταχείρισης ήταν η Ford Motor Argentina, η Chase Manhattan, η Citibank, η ΙΒΜ και η Μercedes-ΒenΖ.

Όσοι ήταν υπέρ της διαγραφής αυτών των παράνομα συσσωρευμένων χρεών υποστήριζαν πως οι δανειστές γνώριζαν, ή όφειλαν να γνωρίζουν, ότι τα χρήματα διοχετεύονταν στην ενίσχυση της καταπίεσης και της διαφθοράς, κάτι που αποδείχτηκε πρόσφατα, όταν το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ αποχαρακτήρισε τα πρακτικά μιας συνάντησης που πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1976 ανάμεσα στον Χένρι Κίσινγκερ, τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, και στο ναύαρχο Σέσαρ Αουγούστο Γκουσέτι, υπουργό Εξωτερικών της Αργεντινής κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Αφού συζήτησαν για τη διεθνή κατακραυγή εξαιτίας της παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων μετά το πραξικόπημα, ο Κίσινγκερ είπε: «Κοίτα, η βασική μας στάση είναι ότι θέλουμε να πετύχετε. Έχω την παλαιομοδίτικη νοοτροπία ότι οι φίλοι πρέπει να υποστηρίζονται μεταξύ τους. [ … ] Όσο γρηγορότερα πετύχετε τόσο το καλύτερο». Στη συνέχεια ο Κίσινγκερ στράφηκε στο zήτημα των δανείων και ενθάρρυνε τον Γκουσέτι να ζητήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ξένη βοήθεια και να το κάνει όσο το δυνατόν συντομότερα, πριν το «πρόβλημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Αργεντινή» δέσει τα χέρια της κυβέρνησης των ΗΠA. «Η τράπεζα θα σας δώσει δύο δάνεια», δήλωσε ο Κίσινγκερ αναφερόμενος στη Διαμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα (InterAInerican Development Bank). «Δεν έχουμε την πρόθεση να προβάλουμε αντιρρήσεις». Και έδωσε μία ακόμα συμβουλή: «Προωθήστε το αίτημά σας στην Τράπεζα Εξαγωγών-Εισαγωγών. Θέλουμε να επιτύχει το οικονομικό σας πρόγραµµα και θα κάνουµε ό,τι περνάει από το χέρι µας για να σας βοηθήσουµε».

Τα πρακτικά αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενέκρινε δάνεια προς τη χούντα ενόσω η εκστρατεία του τρόµου βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Αυτά ακριβώς τα επαχθή δάνεια επέµενε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Ουάσινγκτον ότι όφειλε να πληρώσει η νέα δηµοκρατική κυβέρνηση της Αργεντινής.

Το σοκ του xρέους

Τα δάνεια αποτελούσαν από µόνα τους ένα τεράστιο βάρος για τα νέα δηµοκρατικά καθεστώτα, όµως το βάρος αυτό θα γινόταν ακόµα µεγαλύτερο. Ένα νέο είδος σοκ έκανε την εµφάνισή του: το «σοκ Βολκερ». Οι οικονοµολόγοι χρησιµοποιούν αυτό τον όρο για να περιγράψουν τον αντίκτυπο που είχε η απόφαση του τότε επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ Πολ Βόλκερ να αυξήσει δραµατικά τα επιτόκια στις Ηνωµένες Πολιτείες, επιτρέποντάς τους να φτάσουν στο 21%, αγγίζοντας το υψηλότερο σηµείο τους το 1981 και παραµένοντας σε αυτό το επίπεδο µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1980.Στις ΗΠΑ η αύξηση των επιτοκίων οδήγησε σε ένα κύµα χρεοκοπιών, µε αποτέλεσµα να τριπλασιαστεί το 1983 ο αριθµός όσων δεν µπορούσαν να εξοφλήσουν τα ενυπόθηκα δάνειά τους.

Ωστόσο οι επιπτώσεις υπήρξαν πολύ πιο οδυνηρές εκτός των συνόρων των ΗΠΑ. Στις υπερχρεωµένες αναπτυσσόµενες χώρες το «σοκ Βόλκερ» (που είναι επίσης γνωστό ως «σοκ του χρέους» ή «κρίση του χρέους») λειτούργησε σαν ένα γιγαντιαίο όπλο ηλεκτρικής εκκένωσης που πυροδοτήθηκε στην Ουάσινγκτον και προκάλεσε σπασµούς στον αναπτυσσόµενο κόσµο. Η εκτόξευση των επιτοκίων σήµαινε ότι έπρεπε να καταβάλλονται µεγαλύτερα τοκοχρεολύσια για τα δάνεια, και συχνά η καταβολή των µεγαλύτερων τοκοχρεολυσίων μπορούσε να επιτευχθεί µόνο µε τη σύναψη νέων δανείων. Η «σπείρα του χρέους» είχε µόλις δηµιουργηθεί, οδηγώντας στη γεωµετρική αύξησή τους. Στην Αργεντινή το ήδη τεράστιο χρέος των 45 δισεκατοµµυρίων δολαρίων το οποίο είχε κληροδοτήσει η χούντα άγγιξε τα 65 δισεκατοµµύρια δολάρια το 1989, µια κατάσταση που αναπαράχθηκε στις φτωχές χώρες σε ολόκληρο τον κόσµο. Μετά το «σοκ Βολκερ το χρέος της Βραζιλίας εκτινάχθηκε στα ύψη, διπλασιασμένο µέσα σε έξι χρόνια από 50 δισεκατοµµύρια δολάρια σε 100 δισεκατοµύρια δολάρια. Πολλές χώρες της Αφρικής που είχαν υιιερδανειστεί στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 βρέθηκαν στην ίδια στενωπό: Την ίδια σύντοµη χρονική περίοδο το χρέος της Νιγηρίας ανήλθε από 9 δισεκατοµµύρια δολάρια σε 29 δισεκατοµµύρια δολάρια.

στόσο αυτό δεν ήταν το µοναδικό οικονοµικό σοκ που έπληξε τον αναπτυσσόµενο κόσµο τη δεκαετία του 1980. Ένας «κλονισµός των τιµών» συµβαίνει κάθε φορά που η τιµή ενός εξαγωγικού εµπορεύµατος, όπως ο καφές ή ο κασσίτερος, υφίσταται µείωση άνω του 10%.

Σύµφωνα µε το ΔΝΤ, οι αναπτυσσόµενες χώρες υπέστησαν είκοσι πέντε τέτοια σοκ µεταξύ 1981 και 1983, ενώ στο αποκορύφωµα της κρίσης του χρέους, µεταξύ 1984 και 1987, υπέστησαν εκατόν σαράντα τέτοια σοκ, που τις βύθισαν ακόµα πιο βαθιά στο χρέος. Ένα τέτοιο σοκ έπληξε τη Βολιβία το 1986, ένα χρόνο αφότου η χώρα είχε καταπιεί το πικρό φάρµακο του Τζέφρι Σάκς και είχε υποκύψει στον καπιταλιστικό µετασχηµατισµό. Η τιµή του κασσίτερου, του σηµαντικότερου εξαγωγικού προϊόντος της Βολιβίας εξαιρουµένης της κόκας, µειώθηκε κατά 55%, βουλιάζοντας την οικονοµία της χώρας χωρίς να φταίει η ίδια. (Αυτό ακριβώς το είδος της εξάρτησης από τις εξαγωγές πρώτων υλών είχαν προσπαθήσει να υπερβούν οι οικονοµολόγοι της οικονοµικής της ανάπτυξης τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, µια ιδέα την οποία είχε απορρίψει ως «θολή και συγκεχυμένη» το οικονοµικό κατεστηµένο του Βορρά.

Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία ήταν που η θεωρία του Φρίντµαν για τις κρίσεις µετατράπηκε σε αυτοεκπληρούµενη προφητεία. Όσο περισσότερο η παγκόσµια οικονοµία ακολουθούσε τις συνταγές του (κυµαινόµενα επιτόκια, απελευθέρωση των τιµών και προσανατολισµένες στις εξαγωγές οικονοµίες) τόσο πιο ευάλωτο στις κρίσεις γινόταν το σύστηµα, προκαλώντας ολοένα και πιο συχνά το είδος των οικονοµικών καταρρεύσεων που ο Φρίντµαν θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση προκειµένου οι κυβερνήσεις να υιοθετήσουν τις ριζοσπαστικές συµβουλές του.

Υπό αυτό το πρίσµα, οι κρίσεις αποτελούν αναπόσπαστο τµήµα του µοντέλου της Σχολής του Σικάγου. Όταν απεριόριστες ποσότητες χρηµάτων µετακινούνται ελεύθερα και µε µεγάλη ταχύτητα από τη µια άκρη του πλανήτη στην άλλη και οι κερδοσκόποι µπορούν να στοιχηµατίζουν στα πάντα, από την τιμή του κακάου µέχρι τις νοµισµατικές ισοτιµίες, το αποτέλεσµα είναι µια τεράστια αστάθεια. Και, καθώς οι πολιτικές του ελεύθερου εµπορίου ενθαρρύνουν τις φτωχές χώρες να συνεχίσουν να βασίζονται στις εξαγωγές πρώτων υλών, όπως ο καφές, ο χαλκός, το πετρέλαιο ή το σιτάρι, οι τελευταίες γίνονται ιδιαίτερα ευάλωτες στον κίνδυνο να παγιδευτούν στο φαύλο κύκλο µιας συνεχιζόµενης κρίσης. Για παράδειγµα, µια απότοµη µείωση της τιµής του καφέ οδηγεί ολόκληρες οικονοµίες χωρών σε ύφεση, η οποία βαθαίνει εξαιτίας όσων κερδοσκοπούν στοιχηματίζοντας στις  νοµισµατικές ισοτιµίες, καθώς, βλέποντας την κατάρρευση της οικονοµίας των εν λόγω χωρών, αντιδρούν ποντάροντας εναντίον του νοµίσµατός της, προκαλώντας µε αυτό τον τρόπο την περαιτέρω µείωση της αξίας του. Αν προστεθεί και η παράµετρος των αυξηµένων επιτοκίων, µε συνέπεια την εκτόξευση του χρέους µέσα σε µία νύχτα, τότε προκύπτει η τέλεια συνταγή για δυνητική οικονοµική καταστροφή.

Οι πιστοί οπαδοί της Σχολής του Σικάγου παρουσιάζουν τις ιστορικές εξελίξεις µετά τα µέσα της δεκαετίας του 1980 ως µια θριαµβευτική νικηφόρα πορεία για την ιδεολογία τους: Ενώ το δηµοκρατικό κύµα σάρωνε όλες τις χώρες, είχαν µια συλλογική θεία έµπνευση ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι και οι ελεύθερες αγορές συµβαδίζουν. Η συλλογική θεία έµπνευση αποτελεί πάντα ένα µύθευµα. Αυτό που στην πραγµατικότητα συνέβη ήταν ότι, µόλις οι πολίτες ανέκτησαν τις ελευθερίες που στερούνταν για χρόνια και καταλάγιασε το σοκ των θαλάµων βασανιστηρίων υπό καθεστώτα όπως αυτά του Φερνάντο Μάρκος στις Φιλιππίνες και του Χουάν Μαρία Μπορνταµπέρι στην Ουρουγουάη, τους έπληξε η τέλεια καταιγίδα των χρηµατοοικονοµικών σοκ (σοκ του χρέους, σοκ των τιµών και νοµισµατικό σοκ), την οποία προκάλεσε η ολοένα και πιο ασταθής και απορρυθµισµένη παγκόσµια οικονοµία.

Η περίπτωση της Αργεντινής, που δείχνει πώς η κρίση του χρέους επιδεινώθηκε από τα άλλα σοκ, αποτελεί, δυστυχώς, ένα τυπικό παράδειγµα. Ο Ραούλ Αλφονσίν εξελέγη το 1983, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη το «σοκ Βολκερ», το οποίο έφερε τη νέα κυβέρνηση αντιµέτωπη µε µια κρίση από την πρώτη κιόλας µέρα. Το 1986 ο πληθωρισµός ήταν τόσο µεγάλος, ώστε ο Αλφονσίν υποχρεώθηκε να θέσει σε κυκλοφορία ένα νέο νόµισµα, το αoυστράλ, µε την ελπίδα ότι µια καινούρια αρχή θα του επέτρεπε να ανακτήσει τον έλεγχο. Μέσα σε τέσσερα χρόνια οι τιµές έφτασαν σε τόσο δυσθεώρητα ύψη, ώστε ξέσπασαν εξεγέρσεις συνοδευόµενες από επιδροµές σε καταστήµατα τροφίµων, ενώ τα εστιατόρια της Αργεντινής έφτασαν στo σηµείο να καλύπτουν τους τοίχους µε το νέο νόµισµα επειδή ήταν πιο φτηνό από τις ταπετσαρίες. Τον Ιούνιο του 1989, µε τον πληθωρισµό στo 203% και πέντε µήνες πριν από το τέλος της θητείας του, ο Αλφονσίν κατέθεσε τα όπλα: Παραιτήθηκε και προκήρυξε πρόωρες εκλογές.

ταν απεριόριστες ποσότητες χρηµάτων µετακινούνται ελεύθερα και µε µεγάλη ταχύτητα από τη µια άκρη του πλανήτη στην άλλη και οι κερδοσκόποι µπορούν να στοιχηµατίζουν στα πάντα, από την τιμή του κακάου µέχρι τις νοµισµατικές ισοτιµίες, το αποτέλεσµα είναι µια τεράστια αστάθεια.

Ωστόσο υπήρχαν άλλες επιλογές για τον Αλφονσίν και για όσους πολιτικούς βρίσκoνταν στη θέση του. Θα μπορούσε να είχε κηρύξει στάση πληρωμών και να είχε σταματήσει να εξοφλεί το τεράστιο χρέος της Αργεντινής. Θα μπορούσε να είχε συνεργαστεί με γειτονικές κυβερνήσεις που αντιμετώπιζαν την ίδια κρίση, ώστε να σχηματίσουν ένα καρτέλ οφειλετών. Οι κυβερνήσεις αυτές θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει μια κοινή αγορά η οποία θα βασιζόταν στις αρχές της οικονομικής της ανάπτυξης, συνεχίζοντας τη διαδικασία που είχε διακοπεί όταν η περιοχή έπεσε στα αρπακτικά νύχια των σαδιστικών στρατιωτικών καθεστώτων, Όμως μια από τις προκλήσεις που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι νέες δημοκρατίες την εποχή εκείνη ήταν η συλλογική ανάμνηση της κρατικής τρομοκρατίας.

Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ένα μεγάλο μέρος των χωρών του αναπτυσσόμενου κόσμου βρίσκονταν σε ένα είδος παραζάλης εξαιτίας της προηγηθείσας τρομοκρατίας: ελεύθερες στα χαρτιά, αλλά ακόμα επιφυλακτικές και ανήσυχες. Καθώς οι χώρες τους είχαν μόλις βγει από το σκοτάδι των δικτατοριών, ελάχιστοι εκλεγμένοι πολιτικοί ήταν διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν ένα νέο γύρο υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ πραξικοπημάτων προωθώντας τις πολιτικές που είχαν προκαλέσει τα πραξικοπήματα της δεκαετίας του 1970 ιδίως όταν οι περισσότεροι από τους στρατιωτικούς αζιωματούχους που είχαν οργανώσει τα πραξικοπήματα δε βρίσκονταν στη φυλακή, αλλά, έχοντας διαπραγματευτεί την ασυλία τους όταν είχαν συμφωνήσει να παραδώσουν την εξουσία, συνέχιζαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις από τους στρατώνες.

Απρόθυμες, για κατανοητούς λόγους, να έρθουν σε ρήξη με τους θεσμικούς οργανισμούς των ΗΠΑ στους οποίους ήταν χρεωμένες, οι νέες δημοκρατίες δεν είχαν σχεδόν καμία άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν τους κανόνες της Ουάσινγκτον. Και τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι κανόνες της Ουάσινγκτον είχαν γίνει εξαιρετικά αυστηροί. Αυτό συνέβη επειδή το σοκ του χρέους συνέπεσε, και όχι συμπτωματικά, με μια νέα εποχή στις σχέσεις Βορρά Νότου, η οποία καθιστούσε σε μεγάλο βαθμό περιττές τις στρατιωτικές δικτατορίες. Ήταν η αυγή της εποχής της «διαρθρωτικής προσαρμογής» επίσης γνωστής ως -δικτατορίας του χρέους».

Από φιλοσοφική άποψη, ο Μίλτον Φρίντμαν δεν πίστευε στο ΔΝΤ και στην Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς αποτελούσαν κλασικά παραδείγματα παρέμβασης του Μεγάλου Κράτους στα ευαίσθητα σήματα που στέλνει η ελεύθερη αγορά. Αποτελούσε, λοιπόν, ειρωνεία το γεγονός ότι υπήρχε ένας αόρατος μεταφορικός ιμάντας που έστελνε τα Παιδιά του Σικάγου στα κεντρικά γραφεία των δύο θεσμικών οργανισμών στη Δέκατη Ένατη Οδό της Ουάσινγκτον για να αναλάβουν κορυφαία αξιώματα.

Ο Άρνολντ Χάρμπεργκερ, που υπήρξε επικεφαλής του προγράμματος του Πανεπιστημίου του Σικάγου για τη Λατινική Αμερική, καυχιέται συχνά για το πόσοι πολλοί από τους μαθητές του αναρριχήθηκαν σε σημαντικές θέσεις στην Παγκόσμια Τράπεζα και στο ΔΝΤ. «Υπήρξε μια περίοδος που τέσσερις από τους ανά περιφέρεια επικεφαλής οικονομολόγους της Παγκόσμιας Τράπεζας ήταν μαθητές μου στο Σικάγο. Ένας από αυτούς, ο Μαρσέλο Σελόβσκι, ήταν ο υπεύθυνος για την περιοχή της πρώην σοβιετικής αυτοκρατορίας οικονομολόγος, έχοντας καταλάβει το πιο σημαντικό πόστο σε ολόκληρη την τράπεζα. Και ξέρετε κάτι; Τον αντικατέστησε ένας άλλος πρώην μαθητής μου, ο Σεμπάστιαν ‘Εντουαρντο. Είναι πολύ ωραίο να βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους να ανελίσσονται και είμαι υπερήφανος που έπαιξα ένα ρόλο στην εξέλιξή τους ως οικονομολόγων».

Ένας άλλος αστέρας ήταν ο Κλαούντιο Λόσερ, ένας Αργεντινός που είχε αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου το 1971 και στη συνέχεια έγινε διευθυντής του Τομέα Δυτικού Ημισφαιρίου, καταλαμβάνοντας το πιο υψηλό αξίωμα στην Παγκόσμια Τράπεζα όσον αφορά την περιοχή της Λατινικής Αμερικής.* Οι απόφοιτοι του Σικάγου κατείχαν επίσης πολλά σημαντικά αξιώματα στο ΔΝΤ, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονταν το δεύτερο στην ιεραρχία, αυτό του αναπληρωτή διοικητικού διευθυντή, αλλά και του επικεφαλής οικονομολόγου, του διευθυντή έρευνας και του υπεύθυνου για τον Τομέα της Αφρικής οικονομολόγου.

Μπορεί ο Φρίντμαν να ήταν αντίθετος σε αυτούς τους δύο οργανισμούς για φιλοσοφικούς λόγους, όμως από πρακτική άποψη ήταν οι πιο κατάλληλοι θεσμοί για να επιβάλουν τη θεωρία του για τις κρίσεις. Όταν τη δεκαετία του 1980 οι χώρες παρασύρθηκαν στο στρόβιλο της κρίσης, δεν είχαν πουθενά αλλού να προσφύγουν για βοήθεια παρά μόνο στην Παγκόσμια Τράπεζα και στο ΔΝΤ. Κι όταν το έκαναν, προσέκρουσαν στον τοίχο της ορθοδοξίας των Παιδιών του Σικάγου, που ήταν εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν τις οικονομικές καταστροφές όχι ως προβλήµατα προς επίλυση, αλλά ως πολύτιµες ευκαιρίες επέκτασης των συνόρων της ελεύθερης αγοράς. Ο οπορτουνισµός των κρίσεων είχε γίνει η κατευθυντήρια λογική των δύο πιο ισχυρών χρηµατοοικονοµικών θεσµικών οργανισµών σε ολόκληρο τον κόσµο. Συνιστούσε, επίσης, µια θεµελιώδη προδοσία των ιδρυτικών αρχών αυτών των δύο οργανισµών.

——————————————————————————————————-

* Ο Λόσερ απολύθηκε το 2001, μετά την κατάρρευση της οικονομίας της Αργεντινής. Οι περισσότεροι συμφωνούν πως ο λόγος της απόλυσής του ήταν ότι, υπό την καθοδήγησή του, το ΔΝΤ είχε ερωτευτεί τόσο πολύ τις πολιτικές της ελεύθερης αγοράς, ώστε, υπό την προϋπόθεση ότι έκαναν περικοπές στις δαπάνες και θα ιδιωτικοποιούσαν τις οικονομίες τους, οι κηδεμονευόμενες χώρες μπορούσαν να συνεχίσουν να δανείζονται αφειδώς, ασχέτως των εξόφθαλμων αδυναμιών των οικονομιών τους, όπως ήταν η μεγάλη ανεργία και η γενικευμένη διαφθορά, αλλά και του ήδη αβάσταχτου χρέους τους προς το ΔΝΤ. (Σ.τ.Σ.)

______________________________________________________________

Όπως και ο ΟΗΕ, η Παγκόσµια Τράπεζα και το ΔΝΤ είχαν ιδρυθεί ως άµεση αντίδραση στη φρίκη του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. Με στόχο να µην επαναληφθούν ποτέ ξανά τα λάθη που είχαν επιτρέψει στο φασισµό να σηκώσει κεφάλι στην καρδιά της Ευρώπης, οι παγκόσµιες δυνάµεις συνεδρίασαν το Ι944 στο Μπρέτον Γουντς του Νιου Χάµσερ για να δηµιουργήσουν µια νέα οικονοµική αρχιτεκτονική. Η Παγκόσµια Τράπεζα και το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο, που χρηµατοδοτούνταν από τις εισφορές των αρχικών σαράντα τριών χωρών-µελών, εξουσιοδοτήθηκαν ρητά να αποτρέπουν µελλοντικά οικονοµικά σοκ και κραχ σαν αυτά που είχαν αποσταθεροποιήσει τη Δηµοκρατία της Βαϊµάρης στη µεσοπολεµική Γερµανία. Η Παγκόσµια Τράπεζα θα πραγµατοποιούσε µακροπρόθεσµες αναπτυξιακές επενδύσεις ώστε οι χώρες να βγουν από τη φτώχεια, ενώ το ΔΝΤ θα δρούσε ως ένα είδος παγκόσµιου απορροφητή των σοκ, προωθώντας οικονοµικές πολιτικές που θα περιόριζαν τη χρηµατοοικονοµική κερδοσκοπία και την αστάθεια των αγορών. Όταν µια χώρα κινδύνευε να βυθιστεί σε κρίση, το ΔΝΤ θα παρενέβαινε µε σταθεροποτητικά δάνεια και χρηµατικές ενισχύσεις, ώστε να αποτρέπονται οι κρίσεις προτού ξεσπάσουν. Οι δύο θεσµικοί οργανισµοί, που εδρεύουν ο ένας απέναντι από τον άλλο στον ίδιο δρόµο, θα έπρεπε να συντονίζουν τις δράσεις τους.

Τζον Μέιναρντ Κέινς

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, επικεφαλής της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ στο Μπρέτον Γουντς, ήταν πεπεισµένος ότι η ανθρωπότητα θα αναγνώριζε επιτέλους τους πολιτικούς κίνδυνους που ελλοχεύουν όταν η αγορά αφήνεται να αυτoρυθµιστεί. «Ελάχιστοι πιστεύουν ότι είναι εφικτό», είχε δηλώσει ο Κέινς όταν τέλειωσε η συνδιάσκεψη, όµως, αν οι δύο θεσµικοί οργασµοί παρέµεναν πιστοί στις ιδρυτικές αρχές τους, «η αδελφοσύνη των ανθρώπων θα γίνει κάτι περισσότερο από µια απλή φράση».

ΤΟ ΔΝΤ και η Παγκόσµια Τράπεζα δεν ανταποκρίθηκαν σε αυτό το οικουμενικό όραµα. Ήδη από την ίδρυσή τους η κατανοµή της εξουσίας δεν έγινε µε βάση την αρχή «µία χώρα, µία ψήφος», όπως στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αλλά µε βάση το µέγεθος της οικονοµίας κάθε χώρας, µια διευθέτηση πoυ εξασφάλιζε στις Ηνωµένες Πολιτείες ένα αποφασιστικό βέτο για όλες τις µείζονες αποφάσεις, µε την Ευρώπη και την Ιαπωνία να ελέγχουν το µεγαλύτερο µέρος των υπόλοιπων ψήφων. Αυτό σήµαινε ότι, όταν τη δεκαετία του 1980 ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ ανήλθαν στην εξουσία, ο έντονα ιδεολογικά προσανατολισµένος τρόπος διακυβέρνησής τους επέτρεπε, στην ουσία, να θέσουν τους δύο θεσµικούς οργανισµούς στην υπηρεσία των στόχων τους, µε συνέπεια να αυξηθεί γρήγορα η ισχύς τους και να τους µετατρέψουν στα βασικά οχήµατα για την προώθηση της κορπορατικής σταυροφορίας.

Η σταδιακή επικυριαρχία της Σχολής του Σικάγου στην Παγκόσµια Τράπεζα και στο Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο υπήρξε σε µεγάλο βαθµό µια σιωπηρή διαδικασία, αλλά επισηµοποιήθηκε το 1989, όταν ο Τζον Γουίλιαρσον αποκάλυψε αυτό που ονόµαζε «Συναίνεση της Ουάσινγκτον». Επρόκειτο για έναν κατάλογο από οικονοµικές πολιτικές που, όπως είπε ο Γουίλιαµσον, οι δύο θεσµικοί οργανισµοί θεωρούσαν τώρα την ελάχιστη προϋπόθεση για να υπάρχει οικονοµική υγεία «έναν κοινό πυρήνα σοφίας που τον ασπάζονται όλοι οι σοβαροί οικονοµολόγοι». Στις πολιτικές αυτές, τις περιβεβληµένες µε χαρακτηρισµούς όπως «αναπόφευκτες και «αδιαφιλονίκητες-, συµπεριλαµβάνονταν τόσο ωµοί ιδεολογικοί ισχυρισµοί όπως «Όλες οι κρατικές επιχειρήσεις πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν» και «Πρέπει να καταργηθούν οι φραγµοί στην είσοδο ξένων εταιρειών [στις εγχώριες αγορές]». ‘Οταν ολοκληρώθηκε αυτός ο κατάλογος, δεν ήταν, στην ουσία, τίποτα άλλο από το ευαγγέλιο του Φρίντµαν, βασιζόµενο στη νεοφιλελεύθερη «αγία τριάδα» των ιδιωτικοποιήσεων, της απορρύθµισης/ελεύθερου εµπορίου και των δραστικών περικοπών στις κρατικές δαπάνες. Αυτές ήταν, σύµφωνα µε τον Γουίλιαµσον, οι πολιτικές «που επιβάλλονταν στη Λατινική Αµερική από τις δυνάµεις που κυριαρχούσαν στην Ουάσινγκτον». Ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ, πρώην επικεφαλής οικονοµολόγος της Παγκόσµιας Τράπεζας και ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που αντιστέκονται στη «νέα ορθοδοξία», έχει γράψει ότι «ο Κέινς θα στριφογυρνούσε στον τάφο του αν έβλεπε τι έχει απογίνει το παιδί του».

Οι αξιωµατούχοι της Παγκόσµιας Τράπεζας και του ΔΝΤ πάντοτε έκαναν συστάσεις σχετικά µε την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί όταν χορηγού σαν δάνεια, όµως στις αρχές της δεκαετίας του 1980, παίρνοντας θάρρος από την απελπισία των αναπτυσσόµενων χωρών, οι συστάσεις αυτές πήραν τη μορφή νεοφιλελεύθερων απαιτήσεων για απελευθέρωση των αγορών. ‘Οταν οι πληγείσες από τις κρίσεις χώρες απευθύνονταν στο ΔΝΤ για να ζητήσουν ανακoύφιση του χρέους τους και δάνεια έκτακτης ανάγκης, αυτό τους απαντούσε όη έπρεπε να εφαρµόσουν ένα σαρωτικό πρόγραµµα θεραπείας-σοκ, αντίστοιχι σε εύρος µε το «Τούβλο» που είχαν ετοιµάσει τα Παιδιά του Σικάγου για τον Πινοτσέτ ή με το διάταγμα των 220 νόμων που είχε «μαγειρευτεί» στο σαλόνι του Γκόνι στη Βολιβία.

Το ΔNΤ επεξεργάστηκε για πρώτη φορά ένα πλήρες πρόγραμμα «διαρθρωτικής προσαρμογής» το 1983. Τις επόμενες δύο δεκαετίες κάθε χώρα που απευθυνόταν στο Ταμείο για ένα σημαντικό δάνειο πληροφορούνταν ότι έπρεπε να ανασυγκροτήσει εκ βάθρων την οικονομία της. Ο Ντέιβισον Μπαντού, υψηλόβαθμoς οικονομολόγος του ΔΝΤ που καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980 σχεδίαζε τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής για τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, παραδέχτηκε αργότερα ότι «όλα όσα κάναμε από το 1983 και μετά βασίζονταν σε μια αίσθηση ότι έπρεπε να εκπληρώσουμε μια αποστολή: Ο Νότος έπρεπε να «ιδιωτικοποιηθεί» ή να πεθάνει. Για το λόγο αυτόν προκαλέσαμε αδιάντροπα ένα οικονομικό χάος στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική από το 1983 μέχρι το 1988».

Παρά τη ριζοσπαστική (και ιδιαίτερα επικερδή) νέα τους αποστολή, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα συνέχισαν να διατείνονται πως ό,τι έκαναν το έκαναν χάριν της σταθεροποίησης. Επισήμως, το ΔΝΤ εξακολουθούσε να έχει ως αποστολή την αποτροπή των κρίσεων και όχι την αναμόρφωση των κοινωνιών ή τον ιδεολογικό προσηλυτισμό, συνεπώς η επίκληση της σταθεροποίησης έπρεπε να είναι η επίσημη δικαιολογία. Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι, στη μια χώρα μετά την άλλη, η κρίση του χρέους χρησιμοποιούνταν μεθοδικά ως μοχλός προώθησης της ατζέντας της Σχολής του Σικάγου, η οποία βασιζόταν στην ανηλεή εφαρμογή της θεραπείας-σοκ του Φρίντμαν.

Οικονομολόγοι της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ το είχαν παραδεxτεί τότε, αν και οι ομολογίες τους πραγματοποιούνταν συνήθως σε μια κωδικοποτημένη οικονομική γλώσσα και περιορίζονταν σε ειδικά συνέδρια και δημοσιεύσεις που προορίζονταν για συναδέλφους «τεχνοκράτες». Ο Ντάνι Ρόντρικ, διάσημος οικονομολόγος του Πανεπιστημίου της Κολούμπια που εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Παγκόσμια Τράπεζα, περιγράφει ολόκληρο το οικοδόμημα της «διαρθρωτικής προσαρμογής» ως μια ιδιοφυή στρατηγική μάρκετινγκ. «Πρέπει να αποδώσουμε στην Παγκόσμια Τράπεζα τα εύσημα», έγραψε το 1994, «για την επινόηση και την επιτυχή προώθηση της έννοιας της «διαρθρωτικής προσαρμογής», μιας έννοιας που περικλείει σε μια κοινή συσκευασία μικροοικονομικές και μακροοικονομικές μεταρρυθμίσεις. Η διαρθρωτική προσαρμογή προωθείται ως η διαδικασία που χρειάζεται να υποστούν οι χώρες προκειμένου διασώσουν την οικονομία τους από την κρίση. Για τις κυβερνήσεις που αγοράζουν αυτό το «πακέτο», η διαφοροποίηση ανάμεσα στις μακροοικονομικές πολιτικές που εξασφαλίζουν ισορροπία του εµπορικού ισοζυγίου και σταθερές τιµές και στις πολιτικές που καθορίζουν το άνοιγµα [όπως το ελεύθερο εµπόριο] συσκοτίζεται» .

Η θεµελιώδης αρχή είναι απλή: Οι χώρες σε κρίση χρειάζονται απεγνωσµένα µια επείγουσα βοήθεια προκειµένου να σταθεροποιήσουν το νόµισµά τους. Όταν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι πολιτικές του ελεύθερου εµπορίου προωθούνται από κοινού µε τη χρηµατοοικονοµική διάσωση σε ένα ολοκληρωµένο πακέτο, οι χώρες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν ολόκληρο το πακέτο. Ωστόσο -και εδώ έγκειται το ιδιοφυές τού εγχειρήµατος οι οικονοµολόγοι γνωρίζουν ότι το ελεύθερο εµπόριο δεν έχει καµία σχέση µε το τέλος µιας κρίσης, όµως η πληροφορία αυτή «συσκοτίζεται». Το παραπάνω σχόλιο του Ρόντρικ γράφτηκε ως έπαινος. Αυτή η έξυπνη «συσκευασία» προώθησης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών όχι µόνο πέτυχε να υποχρεώσει τις φτωχές χώρες να αποδεχτούν τις πολιτικές που είχε επιλέξει για αυτές η Ουάσινγκτον, αλλά ήταν και η µοναδική µέθοδος που θα µπορούσε να πετύχει και ο Ρόντρικ είχε στα διάθεσή του τα αριθµητικά δεδοµένα που τεκµηρίωναν τον ισχυρισµό του. Είχε παρακολουθήσει τις εξελίξεις σε όλες τις χώρες που είχαν υιοθετήσει ριζοσπαστικές πολιτικές ελεύθερου εµπορίου τη δεκαετία του 1980 και είχε διαπιστώσει ότι «δεν υπήρξε καµία σηµαντική περίπτωση µεταρρυθμίσεων υπέρ του ελεύθερου εµπορίου σε κάποια αναπτυσσόµενη χώρα τη δεκαετία του 1980 η οποία να συνέβη εκτός του πλαισίου µιας σοβαρής οικονομικής κρϊσης».

…..Το ΔNΤ επεξεργάστηκε για πρώτη φορά ένα πλήρες πρόγραμμα «διαρθρωτικής προσαρμογής» το 1983. Τις επόμενες δύο δεκαετίες κάθε χώρα που απευθυνόταν στο Ταμείο για ένα σημαντικό δάνειο πληροφορούνταν ότι έπρεπε να ανασυγκροτήσει εκ βάθρων την οικονομία της.

Επρόκειτο για µια εκπληκτική οµολογία. Σε εκείνη την ιστορική συγκυρία η Παγκόσµια Τράπεζα και το ΔΝΤ επέµεναν δηµόσια ότι οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσµο είχαν δει επιτέλους το φως και είχαν συνειδητοποιήσει πως οι πολιτικές της «Συναίνεσης της Ουάσινγκτον» αποτελούσαν τη µοναδική συνταγή για τη σταθεροποίηση, άρα και για τη δηµοκρατία. Ωστόσο τα όσα παραδέχτηκε ο Ρόντρικ αποτελούσαν µια οµολογία, και µάλιστα εκ των ένδον του κατεστηµένου της Ουάσινγκτον, ότι οι αναπτυσσόµενες χώρες υποτάσσονταν σε αυτούς µόνο εξαιτίας ενός συνδυασµού προ σχηµατικών ισχυρισµών και ωµού εκβιασµού: Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε τη. Ο Ρόντρικ έφτασε στο σηµείο να παραδεχτεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις και το ελεύθερο εµπόριο, δύο κοµβικές παράµετροι στο πακέτο της διαρθρωτικής προσαρμογής, δεν έχουν άµεση σχέση µε τη σταθεροποίηση. Σύµφωνα µε τα λεγόµενά του, το να υποστηρίζει κάποιος το αντίθετο είναι «κακά οικονοµικά».

Η Αργεντινή -ο «υποδειγµατικός µαθητής» του ΔΝΤ εκείνη την περίοδο-μας προσφέρει για μία ακόμα φορά μια σαφή εικόνα για το μηχανισμό λειτουργίας της νέας τάξης πραγμάτων. Μετά τον εξαναγκασμό του Ραούλ Αλφονσίν σε παραίτηση εξαιτίας της κρίσης του υπερπληθωρισμού, αυτός αντικαταστάθηκε από τον Κάρλος Μένεμ, τον περονιστή κυβερνήτη μιας μικρής επαρχίας, ο οποίος φορούσε δερμάτινα σακάκια, είχε παχιές φαβορίτες και έμοιαζε αρκετά σκληρός ώστε να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στον πάντα απειλητικό στρατό και τους πιστωτές της χώρας. Παρά τις βίαιες προσπάθειες εξάλειψης του περονιστικού κόμματος και του συνδικαλιστικού κινήματος, η Αργεντινή είχε και πάλι έναν Πρόεδρο που στην προεκλογική του εκστρατεία είχε υποσχεθεί να αναβιώσει τις εθνικιστικές οικονομικές πολιτικές του Χουάν Περόν. Η συναισθηματική απήχηση της εκλογής του Μένεμ ήταν ίδια με εκείνη που συνόδευε την ανάδειξη του Πας στο προεδρικό αξίωμα στη Boλιβία.

Όμως οι προσδοκίες ήταν υπερβολικές, όπως αποδείχτηκε. Έπειτα από ένα χρόνο στην εξουσία, και κάτω από την ασφυκτική πίεση του ΔΝΤ, ο Μένεμ άλλαξε ρότα και ακολούθησε την οδό της «πολιτικής βουντού». Αν και είχε εκλεγεί ως σύμβολο του κόμματος που είχε αντιταχθεί στη δικτατορία, διόρισε τον Ντομίνγκο Καβάγιο υπουργό Οικονομικών, επαναφέροντας στην εξουσία τον αξιωματούχο της χουντικής περιόδου που ήταν υπεύθυνος για τη διάσωση του εταιρικού τομέα από τα χρέη το αποχαιρετιστήριο δώρο της χούνιας. Ο διορισμός του ήταν αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «σινιάλο», μια αδιαμφισβήτητη ένδειξη ότι η νέα κυβέρνηση θα συνέχιζε το κορπορατικό εγχείρημα που είχε ξεκινήσει η χούντα. Η χρηματιστηριακή αγορά του Μπουένος Άιρες αντέδρασε με μια αποθεωτική υποδοχή: Ο όγκος των συναλλαγών αυξήθηκε κατά 30% μόλις ανακοινώθηκε το όνομα του Καβάγιο.

Καβάγιο Ντομινγκο,Υπ. Οικ.

Καβάγιο Ντομινγκο,Υπ. Οικ.

Ο Καβάγιο κάλεσε αμέσως ιδεολογικές ενισχύσεις, στελεχώνοντας τον κυβερνητικό μηχανισμό με πρώην μαθητές του Μίλτον Φρίντμαν και του Άρνολντ Χάρμπεργκερ. Όλες σχεδόν οι κορυφαίες οικονομικές θέσεις της χώρας καταλήφθηκαν από Παιδιά του Σικάγου: Πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας έγινε ο Ρόκε Φερνάντες, ο οποίος είχε εργαστεί τόσο στο ΔΝΤ όσο και στην Παγκόσμια Τράπεζα. Αντιπρόεδρος της κεντρικής τράπεζας διορίστηκε ο Πέδρο Πόου, ένα Παιδί του Σικάγου που είχε εργαστεί για τη δικτατορία. Βασικός σύμβoυλoς της κεντρικής τράπεζας έγινε ο Πάμπλο Γκουιντότι, ο οποίος ήρθε απευθείας από το ΔΝΤ, όπου εργαζόταν υπό έναν πρώην καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σικάγου, τον Μάικλ Μούσα.

Η Αργεντινή δεν ήταν η μοναδική περίπτωση. Το 1999 η διεθνής επετηρίδα της Σχολής του Σικάγου περιλάμβανε περισσότερους από είκοσι πέντε υπουργούς και δώδεκα προέδρους κεντρικών τραπεζών σε ολόκληρο τον κόσμο, από το Ισραήλ μέχρι την Κόστα Ρίκα-εξαιρετικά μεγάλος βαθμός επιρροής για ένα μόνο πανεπιστημιακό τμήμα.Στην Αργεντινή, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, τα Παιδιά του Σικάγου είχαν σχηματίσει ένα είδος ιδεολογικής μέγγενης γύρω από την εκλεγμένη κυβέρνηση, με μια ομάδα να πιέζει από το εσωτερικό της και μια άλλη να ασκεί την πίεσή της από την Ουάσινγκτον. Για παράδειγμα, επικεφαλής των αντιπροσωπειών του ΔΝΤ στο Μπουένος Άϊρες ήταν συχνά ο Αργεντίνος Κλαούντιο Λόσερ, ένα ακόμα Παιδί του Σικάγου. Αυτό σήμαινε ότι στις συναντήσεις του με τον υπουργό Οικονομικών και με τον πρόεδρο της κεντρικής τράπεζας δε γίνονταν διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε εκπροσώπους αντικρουόμενων συμφερόντων, αλλά συζητήσεις ανάμεσα σε φίλους, πρώην συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και μέχρι πρόσφατα συναδέλφους στη Δέκατη Ένατη Οδό. Ένα βιβλίο που δημοσιεύτηκε στην Αργεντινή για τις συνέπειες αυτής της παγκόσμιας οικονομικής αδελφότητας τιτλοφορείται, εύστοχα, Buenos Muchachos, παραπέμποντας στην κλασική ταινία Τα Καλά Παιδιά του Μάρτιν Σκορσέζε η οποία ασχολείται με τη μαφία.

Ανάμεσα στα μέλη αυτής της αδελφότητας επικρατούσε ενθουσιώδης σύμπνοια όσον αφορά το τι έπρεπε να γίνει για την οικονομία της Αργεντινής και πώς να έρθει σε πέρας. Το «Σχέδιο του Καβάγιο», όπως ονομάστηκε, βασιζόταν στο ευφυές τέχνασμα το οποίο είχαν τελειοποιήσει τόσο η Παγκόσμια Τράπεζα όσο και το ΔΝΤ: να χρησιμοποιούν το χάος και την απελπισία που προκαλούσε μια κρίση υπερπληθωρισμού για να προωθήσουν τις ιδιωτικόποιήσεις ως αναπόσπαστο τμήμα της αποστολής διάσωσης της οικονομίας. Ως εκ τούτου, για να σταθεροποιήσει το νομισματικό σύστημα, ο Καβάγιο επέβαλε μαζικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και έθεσε σε κυκλοφορία ένα νέο νόμισμα, το αργεντίνικο πέσο, το οποίο ήταν άμεσα συνδεδεμένο με το αμερικανικό δολάριο. Μέσα σε ένα χρόνο ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 17,5% και μερικά χρόνια αργότερα είχε στην ουσία εξαλειφθεί. Όμως η αντιμετώπιση του νομισματικού προβλήματος «επισκίασε» το άλλο μισό του προγράμματος.

Παρά την προσήλωσή της στην ικανοποίηση των επιθυμιών των ξένων επενδυτών, η δικτατορία της Αργεντινής είχε διατηρήσει υπό κρατικό έλεγχο μεγάλα και ελκυστικά τμήματα της οικονομίας, από τις εθνικές αερογραμμές μέχρι τα εντυπωσιακά πετρελαϊκά αποθέματα στην Παταγονία. Για τον Καβάγιο και τα Παιδιά του Σικάγου, η επανάσταση είχε μείνει ημιτελής, και ήταν αποφασισµένοι να χρησιµοποιήσουν την οικονοµική κρίση για να ολοκληρώσουν το έργο τους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το κράτος ξεπούλησε τον πλούτο της Αργεντινής τόσο γρήγορα και τόσο ολοκληρωτικά, ώστε το σχέδιο υπερέβη κατά πολύ όσα είχαν συµβεί στη Χιλή τις προηγούµενες δεκαετίες. Μέχρι το 1994 το 90% των κρατικών επιχειρήσεων είχαν πουληθεί σε ιδιωτικές εταιρείες, ανάμεσα στις οποίες συµπεριλαµβάνονταν η Citibank, η Bank Boston, οι γαλλικές Suez και Vivendi, οι ισπανικές Repsol και ΤeΙefόnίca. Πριν γίνουν οι πωλήσεις των κρατικών επιχειρήσεων, οι Μένεµ και Καβάγιο είχαν γενναιόδωρα προσφέρει µια πολύτιµη εξυπηρέτηση στους νέους ιδιοκτήτες, απολύοντας σχεδόν 700.000 εργαζόµενους, σύµφωνα µε τους υπολογισµούς του ίδιου του Καβάγιο κάποιοι πιστεύουν ότι ο αριθµός των απολυµένων ήταν ακόµα µεγαλύτερος. Μόνο από την εταιρεία πετρελαίου απολύθηκαν 27.000 άτοµα στα χρόνια της διακυβέρνησης του Μένεµ. Ο Καβάγιο, µέγας θαυµαστής του Σάκς, αποκάλεσε αυτή τη διαδικασία «θεραπεία-σοκ». Ο Μένεµ χρησιµοποίησε µια ακόµα πιο ωµή έκφραση: Σε µια χώρα µε βαθιές ουλές από τα µαζικά βασανιστήρια, την αποκάλεσε «χειρουργική επέµβαση χωρίς αναισθησία».*

Εν µέσω του µετασχηµατισµού, το περιοδικό Time δηµοσίευσε στο εξώφυλλό του το πρόσωπο του Μένεµ να χαµογελάει στο κέντρο ενός ηλιοτρόπιου, κάτω από τον τίτλο «Το Θαύµα του Μενεµ». Και ήταν όντως ένα θαύµα: Ο Μένεµ και ο Καβάγιο είχαν επιβάλει ένα ριζικό και οδυνηρό πρόγραµµα ιδιωτικοποιήσεων χωρίς να πυροδοτήσουν µια εθνική εξέγερση. Πώς τα κατάφεραν;

Χρόνια µετά ο Καβάγιο θα έδινε την εξήγηση: «Οι περίοδοι υπερπληθωρισµού είναι τροµακτικές για τους ανθρώπους, ιδίως για όσους έχουν χαµηλά εισοδήµατα και για τους µικρούς αποταµιευτές, επειδή φοβούνται ότι µέσα σε λίγες ώρες ή µέρες οι µισθοί τους δε θα έχουν καµία αξία εξαιτίας της αύξησης των τιµών, η οποία συµβαίνει µε αστραπιαία ταχύτητα. Για αυτόν το λόγο ζητούν από την κυβέρνηση: «Σας παρακαλούµε, κάντε κάτι». Αν η κυβέρνηση παρουσιάσει ένα καλό πρόγραµµα σταθεροποίησης, τότε έχει την ευκαιρία να συνοδεύσει το σχέδιο µε άλλες µεταρρυθµίσεις. [ … ] Οι πιο σηµαντικές µεταρρυθµίσεις σχετίζονται µε το άνοιγµα της οικονοµίας, µε την απορρύθµιση και µε τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων. Όµως εκείνη την εποχή ο µοναδικός τρόπος για να υλοποιηθούν όλες αυτές οι µεταρρυθµίσεις ήταν να εκµεταλλευτούµε την κατάσταση που είχε προκαλέσει ο υπερπληθωρισµός, επειδή ο πληθυσµός ήταν έτοιµος να αποδεχτεί δραστικές αλλαγές προκειµένου να εξαλειφθεί ο υπερπληθωρισµός και να επανέλθει η φυσιολογική κατάσταση των αραγµάτων».

__________________________________________________________________

*Τον Ιανουάριο του 2006, πολλά χρόνια αφότου ο Καβάγιο και ο Μένεµ είχαν αποχωρήσει από την εξουσία, οι Αργεντινοί πληροφορήθηκαν µια εκπληκτική είδηση: Αποδείχτηκε ότι το «Σχέδιο του Καβάγιο» δεν ήταν καν του Καβάγιο, ούτε του ΔΝΤ. Ολόκληρο το πρόγραµµα της θεραπείας·σοκ πσυ επιβλήθηκε στην Αργεντινή στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε εκπονηθεί κρυφά από την JP Morgan και τη Citibank, τους δύο µεγαλύτερους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής. Κατά τη διάρκεια της ακροαµατικής διαδικασίας στο πλαίσιο της εκδίκασης µιας αγωγής εναντίον της κυβέρνησης της Αργεντινής ο διακεκριµένος ιστορικός Αλεχάντρο Όλµος Γκαόνα αποκάλυψε ένα έγγραφο 1.400 σελίδων που είχαν συντάξει οι δύο αµερικανικές τράπεζες για χάρη του Καβάγιο και στο οποίο «διαγράφονται οι πολιτικές που εφαρµόστηκαν από την κυβέρνηση µετά το 1992: [ … ] η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών υπηρεσιών, ο νόµος για τη µεταρρύθµιση των εργασιακών σχέσεων, η ιδιωτικοποίηση του συνταξιοδοτικού συστήµατος. Όλα διευθετούνται µε τη µεγαλύτερη δυνατή προσοχή στις λεπτοµέρειες. [ … ] Όλοι πιστεύουν ότι το οικονοµικό σχέδιο που εφαρµόστηκε µετά το 1992 ήταν δηµιούργηµα του Ντοµίνγκο Καβάγιο, όµως αυτό δεν ισχύει». (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Μακροπρόθεσµα, το πρόγραµµα του Καβάγιο θα αποδεικνυόταν καταστρεπτικό για την Αργεντινή. Η µέθοδος µε την οποία σταθεροποίησε το νόµισµα, η σύνδεση του πέσο µε το αµερικανικό δολάριο, έκανε τόσο ακριβή την παραγωγή αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, ώστε τα εγχώρια εργοστάσια δεν µπορούσαν να ανταγωνιστούν τα φτηνά εισαγόµενα προϊόντα που πληµµύριζαν τη χώρα. Ως εκ τούτου, χάθηκαν τόσες πολλές θέσεις εργασίας, ώστε ο µισός πληθυσµός της χώρας εξωθήθηκε τελικά κάτω από τα όρια της φτώχειας. Ωστόσο βραχυπρόθεσµα το σχέδιο λειτούργησε στην εντέλεια: Ο Καβάγιο και ο Μένεµ είχαν επιβάλει λαθραία τις ιδιωτικοποιήσεις ενόσω η χώρα βρισκόταν ακόμα σε κατάσταση σοκ εξαιτίας του υπερπληθωρισµού. Η κρίση είχε κάνει τη δουλειά της.

Αυτό που οι ηγέτες της Αργεντινής χρησιµοποίησαν εκείνη την περίοδο ήταν µια ψυχολογική περισσότερο παρά οικονοµική τεχνική. Όπως ο βετεράνος της χούντας Καβάγιο αντιλαµβανόταν πολύ καλά, οι άνθρωποι είναι πρόθυµοι σε περιόδους κρίσης -είτε αυτή αφορά την κατάρρευση της οικονοµίας είτε, όπως θα αποδείκνυε αργότερα η κυβέρνηση Μπους, µια τροµοκρατική επίθεση να εκχωρήσουν ένα πολύ µεγάλο µέρος της εξουσίας σε όποιον διατείνεται ότι διαθέτει µια µαγική θεραπεία.

Με αυτό τον τρόπο κατάφερε η σταυροφορία που είχε ξεκινήσει ο Φρίντµαν να επιβιώσει κατά τη διάρκεια της επίφοβης µετάβασης στη δηµοκρατία: Όχι επειδή οι υπέρµαχοί της είχαν πείσει τα εκλογικά σώµατα για τη σοφία της κοσµοθεωρίας τους, αλλά επειδή επωφελούνταν από τη µια κρίση µετά την άλλη, εκµεταλλευόµενοι µε επιδεξιότητα την απελπισία που προκαλούν οι οικονοµικές καταστάσεις ανάγκης προκειµένου να προωθήσουν πολιτικές που θα έδεναν τα χέρια των ακόµα ευάλωτων νέων δηµοκρατιών. Όταν η τακτική αυτή τελειοποιήθηκε, οι ευκαιρίες απλώς φάνηκαν να πολλαπλασιάζονται. Το «σοκ Βολκερ» ακολούθησαν η «κρίση της µεξικανικής τεκίλας» το 1994, η ασιατική επιδηµία» το 1997 και η ρωσική κατάρρευση το 1998, για να επακολουθήσει πολύ σύντοµα η κατάρρευση της οικονοµίας της Βραζιλίας. Κι όταν τα σοκ και οι κρίσεις άρχισαν να χάνουν την ισχύ τους, εµφανϊστηκαν ακόµα πιο κατακλυσµιαία γεγονότα: τσουνάµι, τυφώνες, πόλεµοι και τροµοκρατικές επιθέσεις. Ο καπιταλισµός της καταστροφής είχε αρχίσει να διαµορφώνεται.

————————————————————————————-

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: