Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 9)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ, ΜΙΑ ΣΦΑΓΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ

(2 Θανάσιμες «επισκέψεις» του ΔΝΤ )

«Ζω σε µια Πολωνία που είναι πλέον ελεύθερη, και θεωρώ ότι

ο Μίλτον Φρίντµαν είναι ο κύριος διανοητής-αρχιτέκτονας

της ελευθερίας της χώρας µου».

 -Λέσεκ Μπαλτσερόβιτς,

πρώην υπουργός Οικονοµικών

της Πολωνίας, Νοέµβριος 2006


«Υπάρχει µια συγκεκριµένη χηµική ουσία που απελευθερώνεται

στο στοµάχι σου όταν δεκαπλασιάζεις τα χρήµατά σου.

Και είναι εθιστική».

 -Γουίλιαµ Μπράουντερ,

Αµερικανός επενδυτής,για τις επενδύσεις

στην Πολωνία τις πρώτες µέρες του καπιταλισµού»

 

«Ασφαλώς και δεν πρέπει να σταµατήσουµε να τρώµε

εξαιτίας του φόβου ότι κινδυνεύουµε να πνιγούµε

από το πολύ φαγητό».

-People’s Dαily, η επίσηµη κρατική εφηµερίδα,

για την ανάγκη να συνεχιστούν οι µεταρρυθµίσεις

 υπέρ της ελεύθερης αγοράς

µετά τη σφαγή στην πλατεία Τιενανµεν


ριν η πτώση του Τείχους του Βερολίνου γίνει το κατεξοχήν σύµβολο της κατάρρευσης του κοµουνισµού, υπήρχε µια άλλη εικόνα που υποσχόταν ότι θα έπεφταν οι σοβιετικοί διαχωριστικοί φραγµοί. Ήταν η εικόνα του Λεχ Βαλέσα, ενός ηλεκτρολόγου µε τσιγκελωτό µουστάκι και αχτένιστα µαλλιά, σκαρφαλωμένου πάνω στα στολισμένα με λουλούδια και σημαίες κάγκελα ενός φράχτη στο Γκντανσκ της Πολωνίας. Ο φράχτης προστάτευε τα Ναυπηγεία Λένιν και τους χιλιάδες εργάτες που είχαν οχυρωθεί μέσα σε αυτά για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση του Κομουνιστικού Κόμματος να αυξήσει την τιμή του κρέατος.

Η απεργία των εργατών ήταν μια άνευ προηγουμένου εκδήλωση απείθειας προς την ελεγχόμενη από τη Μόσχα κυβέρνηση, η οποία κυβερνούσε την Πολωνία για τριάντα πέντε χρόνια. Κανείς δε γνώριζε τι θα συνέβαινε: Θα έστελνε η Μόσχα άρματα μάχης; Θα άνοιγαν πυρ εναντίον των απεργών για να εξαναγκαστούν αυτοί να επιστρέψουν στις δουλειές τους; Καθώς η απεργία συνεχιζόταν, τα ναυπηγεία έγιναν ένας θύλακας λαϊκής δημοκρατίας μέσα σε μια αυταρχικά κυβερνώμενη χώρα και οι εργάτες πολλαπλασίασαν τα αιτήματά τους. Δεν ήθελαν πλέον η εργασιακή τους ζωή να ελέγχεται από κομματικά στελέχη που ισχυρίζονταν ότι μιλούσαν εξ ονόματος της εργατικής τάξης. Ήθελαν ένα δικό τους, ανεξάρτητο συνδικάτο, καθώς και το δικαίωμα να διαπραγματεύονται και να απεργούν. Χωρίς να περιμένουν την άδεια των Αρχών, ίδρυσαν ένα ανεξάρτητο συνδικάτο και το ονόμασαν Solidarnosc, Αλληλεγγύη. Όλα αυτά συνέβησαν το 1980, το έτος που ο κόσμος ανακάλυψε και αγάπησε την Αλληλεγγύη και τον ηγέτη της Λεχ Βαλέσα.

Λεχ Βαλέσα-θριαμβευής-1989

Ο Βαλέσα, τότε τριάντα έξι ετών, ήταν σε τόσο μεγάλο βαθμό συντονισμένος με τις προσδοκίες των Πολωνών εργατών, ώστε έμοιαζαν να βρίσκονται σε ένα είδος πνευματικής επικοινωνίας μαζί του. «Τρώμε το ίδιο ψωμί!» φώναζε σε ένα μικρόφωνο στα ναυπηγεία του Γκντανσκ. Ήταν μια μνεία όχι μόνο στα εργατικά διαπιστευτήρια του ίδιου του Βαλέσα αλλά και στον ισχυρό ρόλο που διαδραμάτιζε ο καθολικισμός σε αυτό το νέο πρωτοποριακό κίνημα. Καθώς οι κομματικοί αξιωματούχοι περιφρονούσαν τη θρησκεία, οι εργάτες επιδείκνυαν την πίστη τους ως απόδειξη του θάρρους τους, δημιουργώντας ουρές πίσω από τα οδοφράγματα για να μεταλάβουν τη Θεία Κοινωνία. Ο Βαλέσα, ένα παράξενο μείγμα χυδαίου και ευσεβούς ανθρώπου, εγκαινίασε τα πρώτα γραφεία της Αλληλεγγύης κρατώντας έναν ξύλινο σταυρό στο ένα του χέρι και μια ανθοδέσμη στο άλλο. Κι όταν υπέγραψε την πρώτη, εμβληματική, εργασιακή συμφωνία ανάμεσα στην Αλληλεγγύη και στην κυβέρνηση, χρησιμοποίησε «μια τεράστια αναμνηστική πένα που πάνω της είχε την εικόνα του Ιωάννη-Παύλου του Β΄». Ο θαυμασμός ήταν αμοιβαίος, καθώς ο Πολωνός πάπας είχε πει στον Βαλέσα ότι προσευχόταν για την Αλληλεγγύη.

Η Αλληλεγγύη επεκτάθηκε με αστραπιαία ταχύτητα στα ορυχεία, στα ναυπηγεία και στα εργοστάσια της χώρας. Μέσα σε ένα χρόνο είχε αποκτήσει 10 εκατοµµύρια µέλη-σχεδόν το µισό εργατικό δυναµικό της Πολωνίας. Έχοντας κερδίσει το δικαίωµα να διαπραγµατεύεται, η Αλληλεγγύη άρχισε να προβάλλει συγκεκριµένα αιτήµατα, κερδίζοντας σταθερά έδαφος: πενθήμερο αντί για εργασιακή βδοµάδα έξι ηµερών, να έχει λόγο στη διεύθυνση των εργοστασίων.

Απαυδισµένα από τη ζωή σε µια χώρα που εξυµνούσε µια εξιδανικευµένη εργατική τάξη αλλά κακοµεταχειριζόταν τους πραγµατικούς εργάτες, τα µέλη της Αλληλεγγύης κατήγγελλαν τη διαφθορά και τη βαναυσότητα των κοµµατικών στελεxών, που δε λογοδοτούσαν στο λαό της Πολωνίας αλλά στους απόµακρους και αποµονωµένους γραφειοκράτες της Μόσχας. Ο πόθος για δηµοκρατία και αυτονοµία, καταπιεσµένος από το µονοκοµµατικό καθεστώς, διοχετεύοταν µέσα από τα τοπικά παραρτήµατα της Αλληλεγγύης, δίνοντας το έναυσµα για µαζική εγκατάλειψη του Κοµουνιστικού Κόµµατος από τα µέλη του.

Η Μόσχα αναγνώριζε ότι το κίνηµα της Αλληλεγγύης αποτελούσε την πιο σοβαρή µέχρι τότε απειλή που είχε αντιµετωπίσει η αυτοκρατορία της. Στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης την αντιπολίτευση αποτελούσαν κυρίως ακτιβιστές υπέρ των ανθρώπινων δικαιωµάτων, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στο χώρο της Δεξιάς. Όµως δεν ήταν το ίδιο εύκολο να καταγγελθούν τα µέλη της Αλληλεγγύης ως ανδρείκελα του καπιταλισµού, καθώς ήταν εργάτες µε σφυριά στα χέρια και καρβουνόσκονη στα πρόσωπα, οι άνθρωποι που, σύµφωνα µε τη µαρξιστική ρητορική, αποτελούσαν τη βάση του κόµµατος.* Ακόμα πιο απειλητικό ήταν το γεγονός ότι η Αλληλεγγύη ήταν όλα όσα δεν ήταν το Κοµουνιστικό Κόµµα: Ήταν δηµοκρατική, ενώ το κόµµα ήταν αυταρχικό ήταν αποκεντρωτική, ενώ το κόµµα ήταν συγκεντρωτικό. ήταν συµµετοχική, ενώ το κόµµα ήταν γραφειοκρατικό. Και τα 10 εκατοµµύρια µέλη της είχαν τη δύναµη να παραλύσουν την οικονοµία της Πολωνίας. Όπως δήλωνε σαρκαστικά ο Βαλέσα, µπορεί να έχαναν την πολιτική µάχη, «αλλά δεν µπορούν να µας εξαναγκάσουν να δουλέψουµε. Επειδή, αν θέλουν να φτιάχνουμε τανκς, εµείς θα φτιάχνουμε λεωφορεία. Και φορτηγά που θα κινούνται µόνο µε την όπισθεν, αν το θελήσουµε. Ξέρουµε πώς να νικήσουµε το σύστηµα. Είµαστε παιδιά αυτού του συστήµατος».

Η αφοσίωση της Αλληλεγγύης στη δηµοκρατία ενέπνευσε ακόµα και στελέχη του κόµµατος να εξεγερθούν. «Κάποτε ήµουν τόσο αφελής, ώστε πίστευα ότι λίγοι κακοί άνθρωποι ήταν υπεύθυνοι για τα λάθη του κόµµατος», είχε δηλώσει σε µια πολωνική εφηµερίδα ο Μάριαν Άρεντ, µέλος της Κεντρικής Επιτροπής. «Τώρα πια δεν έχω τέτοιες αυταπάτες. Υπάρχει κάτι στραβό σε όλο το µηχανισµό µας, σε ολόκληρη τη διάρθρωσή µας».

—————————————————————————————————-

*Ένα από τα πιο δηµοφιλή συνθήµατα της Αλληλεγγύης το 1980 ήταν: «ΝΑΙ στο σοσιαλισµό, OXl στις στρεβλώσεις του» (το οποίο, αναµφίβολα, πρέπει να ακούγεται πολύ καλύτερα στα πολωνικά). (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Τον Σεπτέµβριο του 1981 τα µέλη της Αλληλεγγύης ήταν έτοιµα να οδηγήσουν το κίνηµά τους στο επόµενο στάδιο. Εννιακόσιοι Πολωνοί εργάτες ουγκεντρώθηκαν στο Γκντανσκ για το πρώτο εθνικό συνέδριο του συνδικάτου. Κατά τη διάρκειά του η Αλληλεγγύη µετατράπηκε σε ένα επαναστατικό κίνηµα µε φιλοδοξίες να καταλάβει την εξουσία και να εφαρµόσει στην Πολωνία το δικό της, εναλλακτικό οικονοµικό και πολιτικό πρόγραµµα. Το σχέδιο της Αλληλεγγύης ανέφερε: «Ζητάµε µια µεταρρύθµιση που θα βασίζεται στην αυτοδιοίκηση και στη δηµοκρατία σε κάθε επίπεδο διαχείρισης, αλλά και ένα νέο κοινωνικοοικονοµικό σύστηµα που θα συνδυάζει τον κεντρικό σχεδιασµό, την αυτοδιοίκηση και την αγορά». Ο ριζοσπαστικός πυρήνας του σχεδίου της Αλληλεγγύης συνίστατο στην αποµάκρυνση των, τεράστιων σε µέγεθος κρατικών εταιρειών, στις οποίες εργάζονταν εκατοµµύρια µέλη της Αλληλεγγύης, από τον κυβερνητικό έλεγχο και στη µετατροπή τους σε δηµοκρατικές εργατικές αυτοδιαχειριζόµενες επιχειρήσεις. «Η κοινωνικοποιηµένη επιχείρηση, ανέφερε το πρόγραµµα, «θα έπρεπε να αποτελεί τη βασική οργανωτική µονάδα στην οικονοµία, ελεγχόµενη από ένα εργατικό συµβούλιο, που θα εκπροσωπεί τη συλλογικότητα, και διοικούµενη από ένα διευθυντή, που θα διορίζεται µέσω επιλογής και θα είναι ανακλητός από το συµβούλιο». Ο Βαλέσα αντιτάχθηκε σε αυτό το αίτηµα, φοβούµενος ότι µια τόσο µεγάλη αµφισβήτηση του κοµµατικού ελέγχου θα προκαλούσε καταστολή. Άλλοι υποστήριξαν ότι το κίνηµα χρειαζόταν ένα στόχο, µια θετική προοπτική για το µέλλον, και όχι µόνο έναν εχθρό. Η άποψη του Βαλέσα δεν επικράτησε και το οικονοµικό πρόγραµµα υιοθετήθηκε ως επίσηµη πολιτική της Αλληλεγγύης.

Οι φόβοι του Βαλέσα για το ενδεχόµενο καταστολής αποδείχτηκαν βάσιµοι. Οι αυξανόµενες φιλοδοξίες της Αλληλεγγύης τρόµαξαν και εξόργισαν τη Μόσχα. Κάτω από αφόρητες πιέσεις, ο ηγέτης της Πολωνίας, ο στρατηγός Βόιτσε Χ Γιαρουζέλσκι, επέβαλε στρατιωτικό νόµο τον Δεκέµβριο του 1981. Άρματα µάχης περικύκλωσαν τα χιονισµένα εργοστάσια και ορυχεία, τα µέλη της Αλληλεγγύης εκδιώχτηκαν από τις υπό κατάληψη εγκαταστάσεις και οι ηγέτες της -συµπεριλαµβανοµένου του Βαλέσα συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Όπως έγραψε το περιοδικό Time: «Στρατιώτες και αστυνοµικοί χρησιµοποίησαν βία για να διαλύσουν τους εργάτες που αντιστάθηκαν, σκοτώνοντας τουλάχιστον εφτά και τραυµατίζοντας εκατοντάδες όταν οι µεταλλωρύχοι του Κατοβίτσε αντεπιτέθηκαν µε τσεκούρια και λοστούς».

Η Αλληλεγγύη υποχρεώθηκε να περάσει στην παρανοµία, όµως κατά τη διάρκεια των οχτώ ετών της αστυνοµοκρατίας ο µύθος που περιέβαλλε το κίνηµα διογκώθηκε. Το 1983 ο Βαλέσα τιµήθηκε µε το βραβείο Νοµπέλ Ειρήνης, παρόλο που ήταν υπό περιορισµό και δεν µπόρεσε να το παραλάβει αυτοπροσώπως. «Η θέση του κατόχου του βραβείου Νοµπέλ Ειρήνης είναι κενή», είπε στην τελετή απονοµής ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Νοµπέλ. «Ας προσπαθήσουµε να ακούσουµε το σιωπηρό λόγο από την κενή θέση του».

Η κενή θέση ήταν µια ιδιαίτερα κατάλληλη µεταφορά, επειδή εκείνη την εποχή ο καθένας έβλεπε ό,τι ήθελε στην Αλληλεγγύη: Η Επιτροπή Νοµπέλ έβλεπε έναν άνθρωπο που «το µόνο όπλο που χρησιµοποίησε ήταν το ειρηνικό όπλο της απεργίας». Η Αριστερά έβλεπε την απολύτρωση, µια εκδοχή του σοσιαλισµού που δεν την αµαύρωναν τα εγκλήµατα του Στάλιν και του Μάο. Η Δεξιά έβλεπε µια απόδειξη ότι τα κοµουνιστικά κράτη αντιµετώπιζαν µε ωµή βία ακόµα και τις πιο µετριοπαθείς εκδηλώσεις διαφωνίας. Το κίνηµα για τα ανθρώπινα δικαιώµατα έβλεπε ανθρώπους φυλακισµένους για τις πεποιθήσεις τους. Η Καθολική Εκκλησία έβλεπε ένα σύµµαχο εναντίον του κοµουνιστικού αθεϊσµού. Η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν έβλεπαν µια ευκαιρία, µια ρωγµή στη σοβιετική πανοπλία, παρόλο που η Αλληλεγγύη αγωνιζόταν για εκείνα ακριβώς τα δικαιώµατα που οι δύο ηγέτες έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τα συνθλίψουν στις χώρες τους. Και όσο περισσότερο η Αλληλεγγύη παρέµενε εκτός νόµου τόσο πιο ισχυρός γινόταν ο µύθος που την περιέβαλλε.

Μέχρι το 1988 ο τρόµος που είχε προκαλέσει αρχικά η καταστολή είχε καταλαγιάσει και οι Πολωνοί εργάτες απεργούσαν και πάλι µαζικά. Αυτή τη φορά, µε την οικονοµία της χώρας σε ελεύθερη πτώση και µε το νέο, µετριοπαθές καθεστώς του Μιχαήλ Γκορµπατσόφ να κατέχει την εξουσία στη Μόσχα, οι Πολωνοί κοµουνιστές κατέθεσαν τα όπλα: Νοµιµοποίησαν την Αλληλεγγύη και δέχτηκαν να διεξαχθούν εκλογές. Η Αλληλεγγύη ανασυγκροτήθηκε σε δύο οργανωτικά σχήµατα: εκτός από το συνδικάτο, δηµιουργήθηκε η Επιτροπή Πολιτών Αλληλεγγύη, που θα συµµετείχε στις εκλογές. Τα δύο οργανωτικά σχήματα είχαν άρρηκτους δεσµούς µεταξύ τους: Οι ηγέτες του συνδικάτου θα ήταν υποψήφιοι και, επειδή το προεκλογικό πρόγραµµα ήταν ασαφές, η µοναδική συγκεκριµένη κατευθυντήρια γραµµή για το πώς θα ήταν το µέλλον υπό µια κυβέρνηση της Αλληλεγγύης ήταν το οικονοµικό πρόγραµµα του συνδικάτου. Ο Βαλέσα δεν έθεσε υποψηφιότητα, επιλέγοντας να διατηρήσει το ρόλο του επικεφαλής του συνδικάτου. Όµως ήταν το κεντρικό πρόσωπο της προεκλογικής εκστρατείας, που είχε ως κεντρικό της σύνθηµα «Με εµάς θα είστε πιο ασφαλείς». Το εκλογικό αποτέλεσµα ήταν ταπεινωτικό για τους κοµουνιστές και θριαµβευτικό για την Αλληλεγγύη: Από τις 261 έδρες για τις οποίες κατέβασε υποψηφίους η Αλληλεγγύη κέρδισε τις 260.* Ο Βαλέσα, µε παρασκηνιακούς χειρισµούς, κατάφερε να ανατεθεί η πρωθυπουργία στον Ταντέους Μαζοβιέτσκι. Δεν ήταν ένας χαρισµατικός ηγέτης, όπως ο Βαλέσα, όµως, ως εκδότης της εβδοµαδιαίας εφηµερίδας της Αλληλεγγύης, θεωρούνταν ένας από τους κορυφαίους διανοούµενους του κινήµατος.

Το σοκ της εξουσίαs

Όπως είχε πρόσφατα µάθει η Λατινική Αµερική, τα αυταρχικά καθεστώτα συνηθίζουν να εναγκαλίζονται τη δηµοκρατία όταν τα οικονοµικά σχέδιά τους καταρρέουν. Η Πολωνία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Οι κοµουνιστές έκαναν κακοδιαχείριση επί δεκαετίες, διαπράττοντας το ένα καταστροφικό και ακριβό λάθος µετά το άλλο, και η οικονοµία βρισκόταν στα όρια της κατάρρευσης. «Για µεγάλη µας δυστυχία, κερδίσαµε!» είχε αναφωνήσει ο Βαλέσα σε µια διάσηµη -και προφητική δήλωσή του. Όταν η Αλληλεγγύη ανήλθε στην εξουσία, το χρέος έφτανε τα 40 δισεκατοµµύρια δολάρια, ο πληθωρισµός ήταν στο 600%, υπήρχαν σηµαντικές ελλείψεις στα τρόφιµα και η µαύρη αγορά ανθούσε. Πολλά εργοστάσια παρήγαν προϊόντα που, επειδή δεν υπήρχαν αγοραστές, ήταν προορισµένα να σαπίσουν σε αποθήκες. Για τους Πολωνούς, η κατάσταση αυτή σήµαινε ότι η µετάβαση στη δηµοκρατία θα ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Ήταν επιτέλους ελεύθεροι, ελάχιστοι όµως είχαν το χρόνο ή τη διάθεση να γιορτάσουν, επειδή οι µισθοί τους δεν είχαν καµία αξία. Περνούσαν τις µέρες τους σε ουρές για να πάρουν αλεύρι και βούτυρο, αν τύχαινε να υπάρχουν στα καταστήµατα εκείνη τη βδοµάδα.

_____________________________________________________________________

Οι εκλογές, αν και αποτελούσαν ένα τεράστιο βήµα µπροστά, ήταν εν µέρει µόνο ελεύθερες: Το 65% των εδρών της Βουλής θα περιέρχονταν υποχρεωτικά στο Κοµουνιστικό Κόµµα και η Αλληλεγγύη µπορούσε να διεκδικήσει µόνο τις υπόλοιπες. Ωστόσο η νίκη της Αλληλεγγύης ήταν τόσο σαρωτική, ώστε απέκτησε τον ουσιαστικό έλεγχο της κυβέρνησης. (Σ.τ.Σ.)

____________________________________________________________________

Ολόκληρο το καλοκαίρι µετά το θρίαμβο της στις κάλπες η κυβέρνηση της αλληλεγγύης ήταν παραλυμένη από την αναποφασιστικότητα. Η ταχύτητα με την οποία είχε καταρρεύσει η παλιά τάξη πραγμάτων και η σαρωτική νίκη στις εκλογές ήταν από μόνα τους δύο σοκ: Λίγους μήνες πριν οι ακτιβιστές της Αλληλεγγύης ήταν στην παρανομία και τους καταδίωκαν οι πράκτορες της μυστικής αστυνoμίας, ενώ τώρα ήταν πλέον υπεύθυνοι για να πληρώνονται οι μισθοί των πρακτόρων αυτών. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουν το επιπρόσθετο σοκ της αποκάλυψης ότι δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου χρήματα για τη μισθοδοσία. Αντί να οικοδομήσει τη μετα-κομουνιστική οικονομία που είχε οραματιστεί, το κίνημα βρισκόταν αντιμέτωπο με το πολύ πιο πιεστικό καθήκον να αποτρέψει μια ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση και μια πιθανή μαζική λιμοκτονία.

Οι ηγέτες της Αλληλεγγύης ήθελαν να βάλουν τέλος στον ασφυκτικό σαν μέγγενη έλεγχο της οικονομίας από το κράτος, όμως δεν είχαν μια σαφή εικόνα για το τι θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Τα απλά μέλη του κινήματος θεωρούσαν ότι αυτή ήταν μια μοναδική ευκαιρία να δοκιμαστεί το οικονομικό πρόγραμμα της Αλληλεγγύης: Αν τα ελεγχόμενα από το κράτος εργοστάσια μετατρέπονταν σε εργατικές αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις, υπήρχε η πιθανότητα να ξαναγίνουν οικονομικά βιώσιμα η εργατική διαχείριση θα ήταν πιο αποδοτική, ιδίως χωρίς το επιπρόσθετο κόστος των γραφειοκρατών του κόμματος. Άλλοι ήταν υπέρ της σταδιακής μετάβασης στη δημοκρατία που την ίδια εποχή προωθούσε ο Γκορμπατσόφ στη Μόσχα, μιας αργής επέκτασης των περιοχών στις οποίες θα ίσχυαν οι κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης (περισσότερα νόμιμα καταστήματα και αγορές), σε συνδυασμό με έναν ισχυρό δημόσιο τομέα που θα είχε ως πρότυπο τη σκανδιναυική σοσιαλδημοκρατία.

Όμως, όπως είχε συμβεί και στη Λατινική Αμερική, πριν γίνει οτιδήποτε άλλο, η Πολωνία έπρεπε να ανακουφιστεί από το χρέος της και χρειαζόταν μια οικονομική βοήθεια προκειμένου να βγει από την τρέχουσα κρίση. Θεωρητικά, αυτή ήταν η βασική αποστολή του ΔΝΤ: να προσφέρει σταθεροποιητικά κεφάλαια ώστε να αποτρέπονται οικονομικές καταστροφές. Και, αν μια κυβέρνηση δικαιούνταν αυτού του είδους το «σωσίβιο», ήταν η κυβέρνηση της Αλληλεγγύης, η πρώτη δημοκρατική κυβέρνηση στο Ανατολικό Μπλοκ έπειτα από τέσσερις δεκαετίες κομουνιστικής εξουσίας. Έπειτα από όλες τις ψυχροπολεμικές επικρίσεις για τον ολοκληρωτισμό πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, οι νέοι κυβερνήτες της Πολωνίας είχαν κάθε λόγο να περιμένουν μια μικρή βοήθεια.

Όμως δεν τους δόθηκε καμία. Καθώς βρίσκονταν πλέον υπό τον έλεγχο των οικονομολόγων της Σχολής του Σικάγου, το ΔΝΤ και το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τα προβλήματα της Πολωνίας υπό το πρίσμα του δόγματος του σοκ. Η οικονομική κατάρρευση και το μεγάλο χρέος, που επιτείνονταν από τον αποπροσανατολισμό εξαιτίας της γρήγορης αλλαγής καθεστώτος, σήμαιναν ότι η Πολωνία βρισκόταν στην τέλεια θέση αδυναμίας για να αποδεχτεί το ριζικό πρόγραμμα της θεραπείας-σοκ. Και το χρηματοοικονομικό διακύβευμα ήταν πολύ μεγαλύτερο από ό,τι στη Λατινική Αμερική: Η Ανατολική Ευρώπη ήταν ανέγγιχτη από το Δυτικό καπιταλισμό, καθώς δεν υπήρχαν καταναλωτικές αγορές. Τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία ανήκαν στο κράτος πρωταρχικοί στόχοι για ιδιωτικοποίηση. Οι δυνατότητες να αποκομίσουν γρήγορα κέρδη όσοι θα τα αποκτούσαν ήταν τεράστιες.

Πεπεισμένοι ότι όσο χειροτέρευαν τα πράγματα τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες να αποδεχτεί η νέα κυβέρνηση μια ολική μεταστροφή προς τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ άφησαν την Πολωνία να βουλιάζει όλο και πιο βαθιά στο χρέος και στον πληθωρισμό. Ο Λευκός Οίκος, υπό τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, συνεχάρη την Αλληλεγγύη για το θρίαμβό της εις βάρος του κομουνισμού, αλλά κατέστησε σαφές ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανέμενε από εκείνη να πληρώσει τα χρέη που είχε συσσωρεύσει το καθεστώς το οποίο την είχε θέσει εκτός νόμου και είχε φυλακίσει τα μέλη της. Πρόσφερε δε μόνο 119 εκατομμύρια δολάρια ως βοήθεια, ένα ασήμαντο ποσό για μια χώρα που βρισκόταν αντιμέτωπη με την κατάρρευση της οικονομίας της και χρειαζόταν μια θεμελιώδη αναδιάρθρωση.

Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που ο τότε τριαντατετράχρονος Σάκς άρχισε να εργάζεται ως σύμβουλος της Αλληλεγγύης. Μετά τα επιτεύγματά του στη Βολιβία η φήμη του είχε αγγίξει δυσθεώρητα επίπεδα. Εκφράζοντας το θαυμασμό τους για το γεγονός ότι πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως οικονομικός δόκτορας του σοκ σε έξι χώρες και ταυτόχρονα συνέχιζε να διδάσκει, οι Los Angeles Times ανακήρυξαν τον Σάκς (που εμφανισιακά εξακολουθούσε να μοιάζει με φοιτητή του Χάρβαρντ) «Ιντιάνα Τζόουνς των Οικονομικών».

Τζέφρυ Σάκς, "γκουρού" του ΔΝΤ

Το έργο του Σάκς στην Πολωνία είχε αρχίσει πριν από την εκλογική νίκη της Αλληλεγγύης, κατόπιν αιτήματος της κομουνιστικής κυβέρνησης. Όλα ξεκίνησαν με ένα μονοήμερο ταξίδι κατά τη διάρκεια του οποίου ο Σάκς συνάντησε τόσο μέλη της κομουνιστικής κυβέρνησης όσο και εκπροσώπους της Αλληλεγγύης. Ο Τζορτζ Σόρος, ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής που κερδοσκοπούσε στοιχηματίζοντας στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ήταν ο άνθρωπος που ζήτησε από τον Σάκς να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο. Ο Σόρος και ο Σάκς ταξίδεψαν μαζί στη Βαρσοβία και, όπως θυμάται ο τελευταίος, «είπα στους ανθρώπους της Αλληλεγγύης και στην πολωνική κυβέρνηση ότι ήμουν πρόθυμος να αναμειχθώ περισσότερο προκειμένου να τους βοηθήσω να αντιμετωπίσουν την επιδεινούμενη οικονομική κρίση». Ο Σόρος προσφέρθηκε να καλύψει το κόστος προκειμένου ο Σάκς και ο συνάδελφός του Ντέιβιντ Λίπτον, ένας νέο φιλελεύθερος οικονομολόγος που τότε εργαζόταν για το ΔΝΤ, να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους στην Πολωνία. Όταν η Αλληλεγγύη σάρωσε στις εκλογές, ο Σάκς άρχισε να συνεργάζεται στενά με το κίνημα.

Παρόλο που δεν ήταν στη μισθοδοσία ούτε του ΔΝΤ ούτε της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ο Σάκς διέθετε σχεδόν μεσσιανικές δυνάμεις στα μάτια πολλών από τους κορυφαίους αξιωματούχους της Αλληλεγγύης. Χάρη στις υψηλές διασυνδέσεις του στην Ουάσινγκτον και στη θρυλική φήμη του, έμοιαζε να κρατάει το κλειδί το οποίο θα ξεκλείδωνε την πόρτα για τη χορήγηση βοήθειας και την ανακούφιση του χρέους, που αποτελούσαν τη μοναδική ευκαιρία της νέας κυβέρνησης. Ο Σάκς δήλωσε τότε ότι η Αλληλεγγύη έπρεπε απλώς να αρνηθεί να πληρώσει τα χρέη που είχε κληρονομήσει και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει οικονομική ενίσχυση 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ήταν ένα τεράστιο ποσό σε σύγκριση με αυτό που είχε προσφέρει ο Μπους.  Καθώς ο Σάκς είχε βοηθήσει τη Βολιβία να πάρει δάνειο από το ΔΝΤ και να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της, δεν υπήρχε κανένας λόγος να αμφιβάλλουν για τους ισχυρισμούς του.

Ωστόσο η βοήθεια δε θα δινόταν χωρίς αντίτιμο: Προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στις διασυνδέσεις του Σάκς και στα κέντρα ισχύος, η κυβέρνηση της Αλληλεγγύης έπρεπε να υιοθετήσει αυτό που από τον πολωνικό Τύπο έγινε γνωστό ως «Σχέδιο Σάκς» ή «θεραπεία-σοκ».

Επρόκειτο για μια πολύ πιο επιθετική θεραπεία από εκείνη που είχε επιβληθεί στη Βολιβία: Εκτός από την κατάργηση της διατίμησης και την περικοπή των κρατικών επιδοτήσεων μέσα σε μία νύχτα, το «Σχέδιο Σάκς προέβλεπε την πώληση των κρατικών ορυχείων, ναυπηγείων και εργοστασίων στον ιδιωτικό τομέα. Το σχέδιο ερχόταν σε απευθείας ρήξη με το οικονομικό πρόγραμμα της Αλληλεγγύης για την εργατική ιδιοκτησία και, παρόλο που οι ηγέτες του κινήματος είχαν σταματήσει να μιλούν για τις αμφιλεγόμενες ιδέες του προγράμματος, αυτές παρέμεναν αδιαπραγμάτευτο άρθρο πίστεως για πολλά μέλη της Αλληλεγγύης. Ο Σάκς και ο Λίπτον συνέταξαν το σχέδιο για τη μεταβατική θεραπεία-σοκ στην Πολωνία εν μία νυκτί. Είχε έκταση 15 σελίδων και, όπως ισχυρίστηκε ο Σάκς, ήταν «η πρώτη φορά που έγραψε κάποιος ένα πλήρες σχέδιο για το µετασχηµατισµό µιας σοσιαλιστικής οικονοµίας σε οικονοµία της αγοράς».

Ο Σάκς ήταν πεπεισµένος ότι η Πολωνία έπρεπε να πραγµατοποιήσει αµέσως αυτό το «άλµα πάνω από το θεσµικό χάσµα», επειδή, εκτός από τα υπόλοιπα προβλήµατα, η οικονοµία της χώρας βρισκόταν στα πρόθυρα του υπερ· πληθωρισµού. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν «µια θεµελιώδης κατάρρευση, [ … ] µια απόλυτη, ανεπανόρθωτη καταστροφή».

Λεχ Βαλέσα ανάμεσα σε Μιχαήλ Γκορμπατσωφ και Αντζελα Μέρκελ (2009), 20 χρόνια μετά...Γυρίσματα της ιστορίας...

Εξήγησε προσωπικά το σχέδιο στους  σηµαντικότερους από τους ηγέτες της Αλληλεγγύης, σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις που σε κάποιες περιπτώσεις κράτησαν µέχρι και τέσσερις ώρες, αλλά µίλησε και οµαδικά στους εκλεγµένους αξιωµατούχους της Πολωνίας. Σε αρκετούς από τους ηγέτες της Αλληλεγγύης δεν άρεσαν οι ιδέες του Σάκς: Το κίνηµα είχε δηµιουργηθεί έπειτα από µια εξέγερση εναντίον της δραστικής αύξησης των τιµών που είχαν επιβάλει οι κομουνιστές, και τώρα εκείνος τους έλεγε να κάνουν το ίδιο σε πολύ µεγαλύτερη κλίµακα. Ο Σάκς αντέτεινε ότι µπορούσαν να το κάνουν ακριβώς επειδή «η Αλληλεγγύη διέθετε απόθεµα εµπιστοσύνης από την κοινή γνώµη, γεγονός πρωτοφανές και καθοριστικής σηµασίας».

Οι ηγέτες της Αλληλεγγύης δε σχεδίαζαν να προδώσουν αυτή την εµπιστοσύνη εφαρµόζοντας πολιτικές εξαιρετικά οδυνηρές για τα απλά µέλη του κινήµατος, όµως τα χρόνια που είχαν ζήσει στην παρανοµία, στις φυλακές και στην εξορία τους είχαν αποξενώσει από τη βάση. Όπως εξηγεί ο Πολωνός εκδότης Πρέµισλαβ Βιελγκόσζ, η ηγεσία του κινήµατος «είχε αποκοπεί από τη βάση. [ … ] Η υποστήριξη προς το πρόσωπό τους δεν προερχόταν από τα εργοστάσια και τις βιομηχανίες, αλλά από την εκκλησία». Επιπλέον, οι ηγέτες αναζητούσαν απεγνωσµένα µια γρήγορη λύση, έστω κι αν ήταν οδυνηρή, και αυτό ακριβώς τους πρόσφερε ο Σάκς. «Θα είναι αποτελεσµατική; Αυτό θέλω να ξέρω. Θα είναι αποτελεσµατική;» ρωτούσε επίµονα ο Άνταµ Μίσνικ, ένας από τους πιο διάσηµους διανοούµενους της Αλληλεγγύης. Ο Σάκς δεν κλονίστηκε: «Είναι καλή. Θα είναι αποτελεσµατική». *

«Θα είναι αποτελεσµατική; Αυτό θέλω να ξέρω. Θα είναι αποτελεσµατική;» ρωτούσε επίµονα ο Άνταµ Μίσνικ, ένας από τους πιο διάσηµους διανοούµενους της Αλληλεγγύης. Ο Σάκς δεν κλονίστηκε: «Είναι καλή. Θα είναι αποτελεσµατική».

Ο Σάκς επαναλάµβανε τόσο συχνά ότι η Βολιβία ήταν το πρότυπο που έπρεπε να µιµηθεί η Πολωνία, ώστε οι Πολωνοί µπούχτισαν να ακούν για αυτή τη χώρα. «Θα µου άρεσε πάρα πολύ να δω τη Βολιβία», δήλωσε εκείνη την εποχή ένας ηγέτης της Αλληλεγγύης σε κάποιο δηµοσιογράφο. «Είµαι βέβαιος ότι είναι µια πολύ όµορφη, εξωτική χώρα. Απλώς, δε θέλω να δω τη Βολιβία εδώ». Ο Λεχ Βαλέσα ανέπτυξε µια εξαιρετικά έντονη απέχθεια για τη Βολιβία, όπως οµολόγησε στον Γκονσάλο Σάντσες δε Λοσάδα (Γκόνι) όταν οι δύο άντρες συναντήθηκαν µερικά χρόνια αργότερα σε µια διάσκεψη κορυφής ως Πρόεδροι των χωρών τους. «Με πλησίασε», θυµάται ο Γκόνι, «και µου είπε: «Πάντα ήθελα να γνωρίσω έναν Βολιβιανό, ιδίως έναν Βολιβιανό Πρόεδρο, επειδή µας υποχρεώνουν να καταπιούµε αυτό το πικρό φάρµακο λέγοντάς µας ότι πρέπει να το κάνουµε επειδή αυτό έκαναν οι Βολιβιανοί. Τώρα που σε γνωρίζω, βλέπω ότι δεν είσαι κακός άνθρωπος, όµως κάποτε σε µισουσα”».

_____________________________________________________________________

*Ο Μίσνικ θα σχολίαζε αργότερα πικρόχολα ότι «το χειρότερο σχετικά µε τον κοµουνισµό είναι όσα έρχονται µετά». (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

ταν ο Σάκς µιλούσε για τη Βολιβία, φρόντιζε να µην αναφέρει ότι, προκειµένου να προωθήσει το πρόγραµµα της θεραπείας-σοκ, η κυβέρνηση είχε κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ότι σε δύο διαφορετικές χρονικές συγκυρίες είχε απαγάγει και εκτοπίσει τη συνδικαλιστική ηγεσία -όπως ακριβώς η µυστική αστυνοµία του Κοµουνιστικού Κόµµατος είχε συλλάβει και φυλακίσει τους ηγέτες της Αλληλεγγύης όταν λίγα χρόνια πριν είχε επιβληθεί στρατιωτικός νόµος.

Αυτό που κυρίως τους έπεισε, όπως θυµούνται πολλοί, ήταν η υπόσχεση του Σάκς ότι, αν ακολουθούσαν τις σκληρές συµβουλές του, η Πολωνία θα έπαυε να αποτελεί µια εξαίρεση και θα γινόταν «φυσιολογική» «µια φυσιολογική ευρωπαϊκή χώρα». Αν ο Σάκς είχε δίκιο και για να µετατρέψουν την Πολωνία σε µια χώρα όπως η Γαλλία ή η Γερµανία αρκούσε µόνο να καταστρέψουν τις δοµές του παλαιού κράτους, δεν άξιζε άραγε τον κόπο; Για ποιο λόγο να ακολουθήσουν µια σταδιακή πορεία προς την αλλαγή, που θα µπορούσε ενδεχομένως να αποτύχει, ή να εγκαινιάσουν ένα νέο, τρίτο δρόµο, όταν µπορούσαν απλώς να µετατρέψουν άµεσα την Πολωνία σε µια ευρωπαϊκή χώρα; Ο Σάκς προέβλεπε ότι η θεραπεία-σοκ θα προκαλούσε «προσωρινές αναταράξεις» όταν οι τιµές θα έφταναν στο ανώτατο σηµείο τους. «Στη συνέχεια όµως θα σταθεροποιηθούν, και ο πληθυσµός θα ξέρει πού πατάει».

Ο Σάκς συµµάχησε µε το νέο υπουργό Οικονοµικών της Πολωνίας Λέσεκ Μπαλτσερόβιτς, έναν οικονοµολόγο της Κεντρικής Σχολής Σχεδιασµού και Στατιστικής της Βαρσοβίας. Ελάχιστα ήταν γνωστά για τις πολιτικές πεποιθήσεις του όταν διορίστηκε (επισήµως, όλοι οι οικονοµολόγοι ήταν σοσιαλιστές), όµως σύντοµα θα γινόταν φανερό ότι ο Μπαλτσερόβιτς θεωρούσε τον εαυτό του επίτιµο Παιδί του Σικάγου, έχοντας µελετήσει προσεκτικά µια παράνοµη έκδοση στα πολωνικά του Free to Choose του Φρίντµαν. Όπως θα εξηγούσε αργότερα ο Μπαλτσερόβιτς, «ενέπνευσε εµένα και πολλούς άλλους να οραµατιζόµαστε ένα µέλλον ελευθερίας κατά τη διάρκεια των πιο σκοτεινών χρόνων της κοµουνιστικής εξουσίας».

Η φονταµενταλιστική εκδοχή του Φρίντµαν για τον καπιταλισµό απείχε πολύ από όσα είχε υποσχεθεί ο Βαλέσα στη χώρα εκείνο το καλοκαίρι. Εξακολουθούσε να επιµένει ότι η Πολωνία θα έβρισκε έναν πιο ανθρώπινο, τρίτο δρόµο, τον οποίο σε µια συνέντευξή του στην Μπάρµπαρα Γουόλτερς περιέγραψε ως «ένα µείγµα. [ … ] Δε θα είναι καπιταλισµός. Θα είναι ένα σύστηµα καλύτερο από τον καπιταλισµό, το οποίο θα απορρίπτει όλα τα κακά του καπιταλισµού».

Πολλοί υποστήριξαν ότι η αυτόµατη λύση που ο Σάκς και ο Μπαλτσερόβιτς προωθούσαν ήταν ένα µύθευµα, ότι η θεραπεία-σοκ, αντί να οδηγήσει την Πολωνία στην υγεία και στην οµαλότητα, θα προκαλούσε ακόµα µεγαλύτερο χάος φτώχειας και αποβιομηχάνισης. «Αυτή είναι µια φτωχή, αδύναµη χώρα. Πολύ απλά, δεν µπορούµε να αντέξουµε το σοκ», είχε δηλώσει στο δηµοσιογράφο Λόρενς Γουέσλερ του New Yorker ένας κορυφαίος γιατρός της χώρας και υπέρµαχος της δωρεάν ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης.

Επί τρεις µήνες µετά την ιστορική νίκη τους στις κάλπες και την απότοµη µετατροπή τους από παρανόµους σε νοµοθέτες οι ηγέτες της Αλληλεγγύης διαφωνούσαν, φώναζαν, βηµάτιζαν νευρικά και κάπνιζαν το ένα τσιγάρο µετά το άλλο, χωρίς να µπορούν να αποφασίσουν τι θα έκαναν. Και κάθε µέρα που περνούσε η χώρα βούλιαζε ακόµα πιο βαθιά στην οικονοµική κρίση.

‘Eνaς πολύ διστακτικός εναγκαλισµόs

Ταντέους Μαζογιέβσκι -Πρωθυπουργός Πολωνίας -Μοιραίος-1989

Στις 12 Σεπτεµβρίου 1989 ο Πολωνός πρωθυπουργός Ταντέους Μαζοβιέτσκι στάθηκε ενώπιον του πρώτου εκλεγµένου κοινοβουλίου. Η ηγεσία της Αλληλεγγύης είχε επιτέλους αποφασίσει τι θα έκανε για την οικονοµία, αλλά µόνο ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν την απόφαση: Θα ήταν το «Σχέδιο Σάκς», ο δρόμος των σταδιακών αλλαγών του Γκορµπατσόφ ή το πρόγραµµα της Αλληλεγγύης για τις εργατικές αυτοδιαχειριζόµενες επιχειρήσεις;

Ο Μαζοβιέτσκι ήταν έτοιµος να ανακοινώσει την ετυµηγορία, όµως στο µέσο της ιστορικής οµιλίας του, προτού προλάβει να δώσει απάντηση στο πιο καυτό ερώτηµα που απασχολούσε τη χώρα, κάτι πήγε πολύ στραβά: Άρχισε να παραπαίει, έσφιξε µε δύναµη το αναλόγιο και, σύµφωνα µε κάποιον αυτόπτη μάρτυρα, «πάνιασε και, με κομμένη την ανάσα, ψέλλισε: «Δεν αισθάνομαι καλά»». Οι βοηθοί του τον έβγαλαν από την αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοβoυλίoυ, ενώ ανάμεσα στους 415 βουλευτές άρχισαν να κυκλοφορούν οι πιο απίστευτες φήμες. Είχε πάθει καρδιακή προσβολή; Είχε πέσει θύμα δηλητηρίασης; Από τους κομουνιστές; Από τους Αμερικανούς;

Έναν όροφο πιο κάτω μια ομάδα γιατρών εξέτασαν τον Μαζοβιέτσκι και του έκαναν καρδιογράφημα. Δεν είχε πάθει καρδιακή προσβολή, ούτε τον είχαν δηλητηριάσει. Ο πρωθυπουργός έπασχε απλώς από «υπερκόπωση» εξαιτίας του ελάχιστου ύπνου και του πολύ μεγάλου άγχους. Έπειτα από σχεδόν μία ώρα νευρικής αβεβαιότητας, ο Μαζοβιέτσκι επέστρεψε στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου έγινε δεκτός με εκκωφαντικές επευφημίες. «Σας ζητώ συγνώμην, είπε ο διανοούμενος πρωθυπουργός. «Η κατάσταση της υγείας μου είναι ίδια με την κατάσταση της πολωνικής οικονομίας».

Και τότε, επιτέλους, ανακοίνωσε την ετυμηγορία: Η πολωνική οικονομία θα γιατρευόταν από τη δική της «υπερκόπωση» με τη θεραπεία-σοκ, και μάλιστα μια ιδιαίτερα επιθετική εκδοχή της, που περιλάμβανε «την ιδιωτικοποίηση των κρατικών βιομηχανιών, τη δημιουργία χρηματιστηρίου και κεφαλαιακών αγορών, ένα μετατρέψιμο νόμισμα και μια μετατόπιση από τη βαριά βιομηχανία στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών», καθώς και «δημοσιονομικές περικοπές» όλα αυτά ταυτόχρονα και όσο το δυνατόν πιο σύντομα.

Αν τα όραμα της Αλληλεγγύης ξεκίνησε με την αναρρίχηση του Βαλέσα στο σιδερένιο φράχτη των ναυπηγείων του Γκντανσκ, η υποταγή του εξουθενωμένου Μαζοβιέτσκι στις επιταγές της θεραπείας-σοκ σήμανε το τέλος αυτού του οράματας. Σε τελική ανάλυση, η απόφαση υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ρευστού χρήματος. Τα μέλη της Αλληλεγγύης δεν αποφάσισαν ότι το όραμά τους για μια συλλογικά αυτοδιαχειριζόμενη οικονομία ήταν λάθος, όμως οι ηγέτες τους πείστηκαν ότι το μόνο που είχε σημασία ήταν η ανακούφιση από τα κομουνιστικά χρέη και η άμεση σταθεροποίηση του νομίσματος. Όπως έθεσε το ζήτημα εκείνη την εποχή ο Χένρικ Βούγετς, από τους βασικούς υπέρμαχους των αυταδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων: «Αν είχαμε αρκετό χρόνο, ίσως καταφέρναμε να το κάνουμε. Όμως δεν έχουμε». Εν τω μεταξύ, ο Σάκς μπορούσε να φέρει ρευστό χρήμα στη χώρα. Βοήθησε την Πολωνία να διαπραγματευτεί μια συμφωνία με το ΔΝΤ, εξασφαλίζοντας μερική ανακούφιση του χρέους και 1 δισεκατομμύριο δολάρια για να σταθεροποιηθεί το νόμισμα, αλλά όλα αυτά υπό την αυστηρή προϋπόθεση (που ίσχυε κυρίως για τα κεφάλαια που έδωσε το ΔΝΤ) ότι η Αλληλεγγύη θα υπέκυπτε στις επιταγές της θεραπείας-σοκ.

Η Πολωνία µετατράπηκε σε ένα τυπικό παράδειγµα της θεωρίας του Φρίντµαν για τις κρίσεις: Ο αποπροσανατολισµός εξαιτίας της αστραπιαίας πολιτικής αλλαγής σε συνδυασµό µε το συλλογικό φόβο που ενέπνευσε η οικονοµική κατάρρευση κατέστησαν την –απατηλή υπόσχεση για µια γρήγορη και µαγική θεραπεία υπερβολικά ελκυστική για να απορριφθεί. Η Χαλίνα Μπορτνόφσκα, µια ακτιβίστρια υπέρ των ανθρώπινων δικαιωµάτων, έχει περιγράψει την ταχύτητα των αλλαγών εκείνης της περιόδου ως τη «διαφορά ανάµεσα στα χρόνια ζωής ενός σκύλου και στα χρόνια ζωής ενός ανθρώπου. Με τον τρόπο που ζούσαµε εκείνες τις µέρες, [ … ] άρχιζες να γίνεσαι µάρτυρας ηµι-ψυχωτικών αντιδράσεων. Δεν µπορείς πλέον να περιµένεις ότι οι άνθρωποι θα πράττουν σύµφωνα µε το συµφέρον τους όταν είναι τόσο αποπροσανατολισµένοι ώστε να µην έχουν ιδέα -ή να µην ενδιαφέρονται πια για το ποιο είναι το συµφέρον τους.

Ο τότε υπουργός Οικονοµικών Μπαλτσερόβιτς έχει έκτοτε παραδεχτεί ότι η εκµετάλλευση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης ήταν µια εσκεµµένη στρατηγική, ένας τρόπος -όπως όλες οι τακτικές που βασίζονται στο σοκ να παραµεριστούν οι αντιδράσεις. Έχει εξηγήσει ότι κατάφερε να προωθήσει πολιτικές που ήταν αντίθετες προς το όραµα της Αλληλεγγύης τόσο στη µορφή όσο και στο περιεχόµενο επειδή η Πολωνία βίωνε αυτό που έχει ονοµάσει «ασυνήθιστη πολιτική συγκυρία». Έχει περιγράψει δε αυτή την κατάσταση ως ένα βραχύβιο «παράθυρο ευκαιρίας» κατά τη διάρκεια του οποίου οι κανόνες της «οµαλής πολιτικής ζωής» (διαβούλευση, συζήτηση, διάλογος) δεν ισχύουν με άλλα λόγια, ως µια χρονική παρένθεση αναστολής της δηµοκρατίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευµα.

Η Πολωνία µετατράπηκε σε ένα τυπικό παράδειγµα της θεωρίας του Φρίντµαν για τις κρίσεις: Ο αποπροσανατολισµός εξαιτίας της αστραπιαίας πολιτικής αλλαγής σε συνδυασµό µε το συλλογικό φόβο που ενέπνευσε η οικονοµική κατάρρευση κατέστησαν την –απατηλή υπόσχεση για µια γρήγορη και µαγική θεραπεία υπερβολικά ελκυστική για να απορριφθεί.

«Η ασυνήθιστη πολιτική συγκυρία», έχει πει, «είναι, εξ ορισµού, µια περίοδος ξεκάθαρης ασυνέχειας στην ιστορία µιας χώρας. Μπορεί να είναι µια ιιερίοδος βαθιάς οικονοµικής κρίσης ή κατάρρευσης του προηγούµενου θεσµικού συστήµατος ή απελευθέρωσης από ξένη κατοχή (ή το τέλος ενός πολέµου). Στην Πολωνία και τα τρία αυτά φαινόµενα συνέκλιναν το 1989». Εξαιτίας αυτών των ασυνήθιστων συνθηκών, µπόρεσε να παραµερίσει τη νόµιµη διαδικασία και να επιβάλει «µια ακραία επιτάχυνση των νοµοθετικών διαδικασιών» ώστε να περάσει το «πακέτο» της θεραπείας-σοκ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η θεωρία του Μπαλτσερόβιτς για την «ασυνήθιστη πολιτική συγκυρία» προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον των οικονομολόγων της Ουάσινγκτον. Δεν είναι να απορεί κανείς. Δύο μόλις μήνες αφότου η Πολωνία ανακοίνωσε ότι αποδεχόταν τη θεραπεία-σοκ συνέβη ένα γεγονός που θα άλλαζε την πορεία της ιστορίας και θα προσέδιδε παγκόσμιο ενδιαφέρον στο πείραμα της Πολωνίας. Τον Νοέμβριο του 1989 έπεσε πανηγυρικά το Τείχος του Βερολίνου, η πόλη μετατράπηκε σε μια γιορτή νέων δυνατοτήτων και η σημαία του ΜTV κυμάτιζε πάνω στα χαλάσματα, λες και επρόκειτο για την κατάκτηση της Σελήνης. Ξαφνικά ολόκληρος ο κόσμος φάνηκε να επιταχύνει, βιώνοντας τους ίδιους εξωφρενικά γρήγορους ρυθμούς στους οποίους κινούνταν οι Πολωνοί: Η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης, το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ψυχορραγούσε, τα αυταρχικά καθεστώτα συντρίβονταν το ένα μετά το άλλο στη Λατινική Αμερική, στην Ανατολική Ευρώπη και στην Ασία, μακροχρόνιοι πόλεμοι τερματίzoνταν από τη Ναμίμπια μέχρι τον Λίβανο. Παντού τα παλαιά καθεστώτα κατέρρεαν και τα νέα που τα αντικαθιστούσαν δεν είχαν αρχίσει ακόμα να μορφοποιούνται.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο μισός πλανήτης βρέθηκε σε μια περίοδο «ασυνήθιστης πολιτικής συγκυρίας, ή σε μια «φάση μετάβασης-, όπως ονομάστηκε η κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι απελευθερωμένες χώρες τη δεκαετία του 1990, αιωρούμενες σε μια υπαρξιακή αμφιταλάντευση ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Σύμφωνα με τον Τόμας Καράδερς, από τους επικεφαλής του .λεγόμενου «μηχανισμού προώθησης της δημοκρατίας» της αμερικανικής κυβέρνησης, «στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990 [ … ] το σύνολο των «μεταβατικών χωρών» αυξήθηκε δραματικά και σχεδόν εκατό χώρες (περίπου είκοσι στη] Λατινική Αμερική, είκοσι πέντε στην Ανατολική Ευρώπη και στην πρώην Σοβιετική Ένωση, τριάντα στην Υποσαχάρια Αφρική, δέκα στην Ασία και πέντε στη Μέση Ανατολή) βρέθηκαν σε κάποιο είδος δραματικής μετάβασης από ένα μοντέλο σε ένα άλλο».

κτός από τις απεργίες, οι Πολωνοί εργάτες εξέφρασαν και µε έναν άλλο τρόπο την οργή τους προς τους ηγέτες της Αλληλεγγύης: Χρησιµοποίησαν τη δηµοκρατία για την οποία είχαν αγωνιστεί προκειµένου να τους τιµωρήσουν στις κάλπες, συµπεριλαµβανοµένου του Λεχ Βαλέσα.

Πολλοί ισχυρίζονταν ότι αυτή η πλημμυρίδα που γκρέμιζε αληθινά και μεταφορικά τείχη θα οδηγούσε στο τέλος της ιδεολογικής ορθοδοξίας. Απελευθερωμένες από τις πολωτικές επιπτώσεις της μονομαχίας των δύο υπερδυνάμεων, οι χώρες θα μπορούσαν επιτέλους να επιλέξουν τα καλύτερα χαρακτηριστικά των δύο κόσμων, συνθέτοντας ένα υβρίδιο πολιτικής ελευθερίας και οικονομικής ασφάλειας. Όπως έθεσε το ζήτημα ο Γκορμπατσόφ: «Οι τόσες δεκαετίες υπνωτισμού από δόγματα και προσκόλλησης στους κανόνες των εγχειριδίων είχαν επιπτώσεις. Σήµερα θέλουµε να εισαγάγουµε ένα γνήσια δημιουργικό πνεύµα».

Στους κύκλους της Σχολής του Σικάγου όσοι µιλούσαν για µεικτές ιδεολογίες αντιµετωπίζονταν µε απροκάλυπτη περιφρόνηση. Η Πολωνία είχε αποδείξει ότι µια χαοτική µετάβαση δηµιουργούσε «παράθυρα ευκαιριών» στη διάρκεια των οποίων αποφασιστικοί άνθρωποι, αν δρούσαν επιδέξια, µπορούσαν να προωθήσουν γρήγορες αλλαγές. Τώρα ήταν η κατάλληλη συγκυρία ώστε οι κοµουνιστικές χώρες να στραφούν στον καθαρόαιµο φριντµανισµό και όχι σε κάποιο νόθο κεϊνσιανικό συµβιβασµό. Όπως το είχε θέσει ο ίδιος ο Φρίντµαν, το κόλπο ήταν οι ακόλουθοι της Σχολής του Σικάγου να είναι έτοιµοι µε τις λύσεις τους όταν όλοι οι άλλοι θα εξακολουθούσαν να κάνουν ερωτήσεις και να προσπαθούν να ξαναβρούν τον προσανατολισµό τους.

Εκείνο τον επεισοδιακό χειµώνα του 1989 πραγµατοποιήθηκε µια «αναμνηστική» συνάντηση όσων ασπάζονταν αυτή την κοσµοθεωρία. Ο τόπος της συνάντησης ήταν, όπως άρµοζε, το Πανεπιστήµιο του Σικάγου. Η συνάντηση πραγµατοποιήθηκε εα’ ευκαιρία µιας οµιλίας του Φράνσις Φουκουγιάµα µε τίτλο «Πλησιάζουµε στο Τέλος της Ιστορίας;». * Για τον Φουκουγιάµα, που τότε ήταν ένας από τους υπεύθυνους για το σχεδιασµό της πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, η στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσουν οι υποστηρικτές του αχαλίνωτου καπιταλισµού ήταν ξεκάθαρη: Μη συζητάτε µε όσους µιλούν για τρίτο δρόµο αντίθετα, διατρανώστε εκ των προτέρων τη νίκη σας. Ο Φουκουγιάµα ήταν πεπεισµένος ότι δεν ήταν δυνατόν να καταργηθούν οι αντίθετοι πόλοι, να αξιοποιηθούν τα καλύτερα χαρακτηριστικά των δύο κόσµων, να µοιραστεί η διαφορά. Η κατάρρευση του κοµουνισµού, είπε στο ακροατήριο, δεν οδηγούσε «στο «τέλος της ιδεολογίας» ή σε µια σύγκλιση ανάµεσα στον καπιταλισµό και στο σοσιαλισµό, [ … ] αλλά στην αδιαφιλονίκητη· τη νίκη του οικονοµικού και πολιτικού φιλελευθερισµού». Δεν είχε έρθει το τέλος των ιδεολογιών, αλλά «της ιστορίας αυτής καθαυτήν».

Χορηγός της διάλεξης ήταν ο Τζον Μ. Όλιν, επί πολλά χρόνια χρηµατοδότης της ιδεολογικής σταυροφορίας του Φρίντµαν και ο άνθρωπος που εξασφάλισε τα κεφάλαια για την άνθηση των δεξιών «δεξαµενών σκέψης.» Η συνέργεια ήταν απόλυτα δικαιολογηµένη, καθώς ο Φουκουγιάµα επανέλαβε στην οµιλία του τον ισχυρισµό του Φρίντµαν ότι ελεύθερες αγορές και ελεύθεροι άνθρωποι αποτελούν µέρη ενός ενιαίου σχεδίου. Ο Φουκουγιάµα αναδιατύπωσε τη θέση του Φρίντµαν µε ακόµα πιο τολµηρό τρόπο, υποστηρίζοντας ότι οι απορρυθµισµένες αγορές στη σφαίρα της οικονοµίας σε συνδυασµό µε τη φιλελεύθερη δηµοκρατία στη σφαίρα της πολιτικής αντιπροσώπευαν «το καταληκτικό σηµείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους και [ … ] την τελική µορφή της ανθρώπινης διακυβέρνησης». Η δηµοκρατία και ο ριζοσπαστικός καπιταλισµός ήταν άρρηκτα συνδεδεµένα όχι απλώς µεταξύ τους αλλά και µε τη νεοτερικότητα, την πρόοδο και τη µεταρρύθµιση. Όσοι αρνούνταν αυτή τη σύνδεση όχι µόνο είχαν άδικο, αλλά «βρίσκονταν ακινητοποτηµένοι στην ιστορία», σύµφωνα µε τον Φουκουγιάµα κάτι αντίστοιχο µε το να ξεµένεις πίσω µετά τη Θεία Φώτιση, όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν ήδη αναχθεί υπερβατικά σε ένα ουράνιο, «µετα-ιστορικό» επίπεδο.

_____________________________________________________________________

*Η διάλεξη αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο The End οf History and the Last Μan [Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη, 1993], που δηµοσιεύτηκε τρία χρόνια αργότερα. (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Το επιχείρηµα του Φουκουγιάµα ήταν ένα λαµπρό παράδειγµα της µεθόδού παράκαµψης της δηµοκρατίας που είχε τελειοποιήσει η Σχολή του Σικάγου. Όπως ακριβώς το ΔΝΤ είχε εισαγάγει λαθραία τις ιδιωτικοποιήσεις και το «ελεύθερο εµπόριο» στη Λατινική Αµερική και στην Αφρική υπό την κάλυψη των «σταθεροποτητικών» προγραµµάτων έκτακτης ανάγκης, έτσι και ο Φουκουγιάµα προσπαθούσε να εισαγάγει λαθραία την ίδια εξαιρετικά αµφιλεγόμενη ατζέντα στο δηµοκρατικό κύµα που υψωνόταν από τη Βαρσοβία µέχρι τη Μανίλα. Όπως επισήµανε ο Φουκουγιάµα, ήταν αλήθεια πως παρατηρούνταν µια αναδυόµενη και ακαταµάχητη οµοφωνία ότι όλοι οι λαοί είχαν το δικαίωµα της δηµοκρατικής αυτοδιάθεσης, όµως µόνο στη ζωηρή φαντασία των ιθυνόντων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ ο πόθος για δηµοκρατία συνοδευόταν από τον ενθουσιασµό των πολιτών για ένα οικονοµικό σύστηµα που θα καταργούσε την προστασία της εργασίας και θα προκαλούσε µαζικές απολύσεις.

Φρανσις Φουκουγιάμα, που εξήγγειλε "το τέλος της ιστορίας"..

Αν υπήρχε πραγµατική οµοφωνία για κάτι, ήταν ότι για τους ανθρώπους που είχαν απαλλαγεί τόσο από αριστερές όσο και από δεξιές δικτατορίες δημοκρατία σήµαινε ότι θα είχαν επιτέλους λόγο σε όλες τις µείζονες αποφάσεις, αντί να τους επιβάλλεται µονοµερώς και διά της βίας η ιδεολογία κάποιου άλλου. Με άλλα λόγια, η καθολική θεµελιώδης αρχή που ο Φουκουγιάµα προσδιόριζε ως «λαϊκή κυριαρχία» συµπεριλάµβανε τη δυνατότητα των λαών να αποφασίζουν πώς θα διανέµεται ο πλούτος στις χώρες τους, από τη µοίρα των κρατικών επιχειρήσεων µέχρι το ύψος της χρηµατοδότησης για τα σχολεία και τα νοσοκοµεία. Σε ολόκληρο τον κόσµο οι πολίτες ήταν επιτέλους έτοιµοι να ασκήσουν το µε σκληρούς αγώνες κερδισµένο δηµοκρατικό δικαίωνα τους να καθορίζουν οι ίδιοι το πεπρωµένο τους.

Το 1989 σηµειώθηκε µια καθοριστική στροφή στην ιστορία, εγκαινιάζοντας µια περίοδο κατά την οποία µπορούσαν πραγµατικά να ανοιχτούν νέες δυνατότητες για το µέλλον. Άρα δεν ήταν σύµπτωση ότι ο Φουκουγιάµα, από το γραφείο του στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, επέλεξε αυτήν ακριβώς τη χρονική συγκυρία για να κλείσει το βιβλίο της ιστορίας. Ούτε ήταν σύµπτωση ότι η Παγκόσµια Τράπεζα και το ΔΝΤ επέλεξαν αυτό το έτος των αστάθμητων εξελίξεων για να δηµοσιοποιήσουν τη «Συναίνεση της Ουάσινγκτον», σε µια εξόφθαλµη προσπάθεια να θέσουν τέλος σε κάθε συζήτηση και διάλογο για την οικονοµία εκτός του ερµητικά κλειστού πλαισίου της ιδεολογίας της ελεύθερης αγοράς. Επρόκειτο για στρατηγικές αναχαίτισης της δηµοκρατίας, σχεδιασµένες για να αποτρέψουν το µη υποβολιµαίο αυτοπροσδιορισµό που αποτελούσε -και πάντα αποτελεί τη µεγαλύτερη απειλή για τη σταυροφορία της Σχολής του Σικάγου.

Το σοκ τnς πλατείας Τιενανµέν

τολµηρή διακήρυξη του Φουκουγιάµα διαψεύστηκε πολύ σύντοµα στην Κίνα. Η οµιλία του Φουκουγιάµα πραγµατοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1989. Δύο µήνες µετά ένα κίνηµα υπέρ της δηµοκρατίας εκδηλώθηκε στο Πεκίνο µε µαζικές διαδηλώσεις και καθιστικές διαµαρτυρίες στην πλατεία Τιενανµέν. Ο Φουκουγιάµα είχε ισχυριστεί ότι οι δηµοκρατικές και οι φιλελεύθερες µεταρρυθµίσεις αποτελούσαν µια δίδυµη διαδικασία, ενιαία και αδιαχώριστη. Η κυβέρνηση της Κίνας αυτό ακριβώς προσπαθούσε να κάνει, προωθώντας την απορρύθµιση µισθών και τιµών και την επέκταση της εµβέλειας της αγοράς, αλλά ήταν αποφασισµένη να αντισταθεί στο αίτηµα για εκλογές και πολιτικές ελευθερίες. Αντίθετα, οι διαδηλωτές ήταν υπέρ της δηµοκρατίας, αλλά πολλοί αντιτίθεντο στις κυβερνητικές ενέργειες για την επιβολή ενός µη ρυθµισµένου καπιταλισµού, γεγονός που εν πολλοίς δεν αναφερόταν από το δυτικό Τύπο. Στην Κίνα η δηµοκρατία και τα οικονοµικά της Σχολής του Σικάγου δε βάδιζαν χέρι µε χέρι. Βρίσκονταν στις αντίθετες πλευρές των οδοφραγµάτων που κύκλωναν την πλατεία Τιενανµέν.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η κυβέρνηση της Κίνας, υπό την καθοδήγηση του Τενγκ Σιάο-Πινγκ, κατατρυχόταν από την έµµονη ιδέα να αποφύγει µια επανάληψη των όσων είχαν συµβεί στην Πολωνία, όπου είχε επιτραπεί στους εργάτες να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο συνδικάτο το οποίο αµφισβητούσε το µονοπωλιακό έλεγχο της εξουσίας από το κόµµα. Αυτό δε σήµαινε ότι οι ηγέτες της Κίνας ήταν ταγµένοι στην προάσπιση των κρατικών εργοστασίων και των κολεκτιβιστικών αγροκτηµάτων, που αποτελούσαν τα θεµέλια του κομουνιστικού κράτους. Στην πραγµατικότητα, ο Τενγκ ήταν ένας ένθερµος υποστηρικτής της µετατροπής της οικονοµίας της Κίνας σε κορπορατική μάλιστα, η αφοσίωσή του στην επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν τόσο µεγάλη, ώστε το 1980 η κυβέρνησή του κάλεσε τον Μίλτον Φρίντµαν να επισκεφθεί την Κίνα και να διδάξει σε εκατοντάδες υψηλόβαθµους δηµόσιους λειτουργούς, καθηγητές και κοµµατικούς οικονοµολόγους τις θεµελιώδεις αρχές της θεωρίας της ελεύθερης αγοράς. «Ήταν όλοι τους προσκεκληµένοι επισκέπτες και έπρεπε να δείχνουν την πρόσκληση για να παρευρεθούν», θα θυµόταν αργότερα ο Φρίντµαν για τα ακροατήριά του στο Πεκίνο και στη Σαγκάη. Το κεντρικό του µήνυµα αφορούσε το «πόσο καλύτερα ζουν οι απλοί άνθρωποι στις καπιταλιστικές χώρες από ό,τι στις κοµουνιστικές χώρες». Επικαλέστηκε ως παράδειγµα το Χονγκ Κονγκ, µια ζώνη ανόθευτου καπιταλισµού που ο Φρίντµαν θαύµαζε από καιρό για «το δυναµικό, καινοτόµο χαρακτήρα του, ο οποίος οφείλεται στην προσωπική ελευθερία, στο ελεύθερο εµπόριο, στη χαµηλή φορολογία και στην ελάχιστη κρατική παρέμβαση». Και ισχυρίστηκε ότι, παρόλο που δεν υπήρχε δηµοκρατία, το Χονγκ Κονγκ ήταν πιο ελεύθερο από τις Ηνωµένες Πολιτείες, καθώς το κράτος συµµετείχε λιγότερο στην οικονομία.

Ο ορισµός του Φρίντµαν για την ελευθερία, σύµφωνα µε τον οποίο οι πολιτικές ελευθερίες είναι συµπτωµατικές ή και περιττές σε σύγκριση µε την ελευθερία του χωρίς περιορισµούς εµπορίου, συνέπιπτε, πολύ βολικά, µε το όραμα που είχε αρχίσει να µορφοποιείται στο Πολιτικό Γραφείο του Κοµουνιστικού Κόµµατος της Κίνας. Το κόµµα ήθελε να ανοίξει την οικονοµία στην ατομική ιδιοκτησία και στον καταναλωτισµό, διατηρώντας ταυτόχρονα υπό τον έλεγχο του την εξουσία ένα σχέδιο που διασφάλιζε ότι, όταν θα εκποιούνταν τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους, οι αξιωµατούχοι του κόµµατος και οι συγγενείς τους θα άρπαζαν ό,τι καλύτερο υπήρχε και θα αποκόµιζαν τα περισσότερα κέρδη. Σύµφωνα µε αυτή την εκδοχή της «µετάβασης», οι ίδιοι άνθρωποι που έλεγχαν το κράτος επί κοµουνισµού θα το έλεγχαν και επί καπιταλισµού, ενώ θα αναβαθµιζόταν σηµαντικά ο τρόπος ζωής τους. Το µοντέλο που η Κινεζική κυβέρνηση σκόπευε να µιµηθεί δεν ήταν εκείνο των Ηνωµένων Πολιτειών, αλλά ένα µοντέλο πολύ κοντινό µε εκείνο της Χιλής επί Πινοτσέτ: Η ελεύθερη αγορά σε συνδυασµό µε τον αυταρχικό πολιτικό έλεγχο θα επιβάλονταν µε σιδερένια πυγµή.

Από την αρχή ο Τενγκ είχε πλήρη επίγνωση ότι ο ρόλος της καταστoλής θα ήταν καθοριστικός. Επί Μάο το κινεζικό κράτος είχε ασκήσει βάναυσο έλεγχο πάνω στo λαό, εξουδετερώνοντας κάθε αντιπολιτευόµενη φωνή και στέλνoντας τους διαφωνούντες για αναµόρφωση. Όµως η µαοϊκή καταστολή είχε γίνει εν ονόµατι των εργατών και εις βάρος της µπουρζουαζίας. Τώρα το κόµµα θα πραγµατοποιούσε τη δική του αντεπανάσταση και θα απαιτούσε από τους εργάτες να παραιτηθούν από το µεγαλύτερο µέρος των οφελών και της ασφάλειας που απολάµβαναν, προκειµένου µια µειονότητα να αποκοµίσει τεράστια κέρδη. Δε θα ήταν ένα εύκολο έργο. Όταν, λοιπόν, το 1983 ο Τενγκ άνοιξε τα σύνορα της χώρας στις ξένες επενδύσεις και περιόρισε τα προστατευτικά µέτρα για τους εργάτες, διέταξε ταυτόχρονα να συσταθεί η Λαϊκή Ένοπλη Αστυνοµία, ένα σώµα αντιµετώπισης των ταραχών µε δύναµη 400.000 αντρών, επιφορτισµένο µε την αποστολή να καταπνίγει και το παραµικρό σηµάδι «οικονοµικού εγκλήµατος» (π.χ., απεργίες και διαδηλώσεις). Σύµφωνα µε τον ιστορικό Μορίς Μάισνερ, «η Λαϊκή Ένοπλη Αστυνοµία διέθετε αµερικανικά ελικόπτερα και ηλεκτρικές βουκέντρες στο oπλoστάσιo της». Επιπλέον, «αρκετές µονάδες στάλθηκαν στην Πολωνία για να εκπαιδευτούν στην καταστολή ταραχών», όπου µελέτησαν τις τακτικές που είχαν χρησιµοποιηθεί εναντίον της Αλληλεγγύης κατά τη διάρκεια της περιόδου που ήταν σε ισχύ ο στρατιωτικός νόμος.

Πολλές από τις µεταρρυθµίσεις του Τενγκ ήταν επιτυχηµένες και δηµοφιλείς: Οι αγρότες απέκτησαν µεγαλύτερο έλεγχο της ζωής τους, το εµπόριο αναβίωσε στις πόλεις. Όµως στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Τενγκ άρχισε να εισάγει µέτρα που δεν ήταν δηµοφιλή, ιδίως ανάµεσα στους εργάτες των πόλεων. Η διατίµηση καταργήθηκε, µε συνέπεια να εκτοξευτούν στα ύψη οι τιµές, η µονιµότητα της εργασίας άρθηκε, προκαλώντας κύµατα ανέργων, και βάθυνε το χάσµα των ανισοτήτων ανάµεσα στους νικητές και στους ηττημένους της νέας Κίνας. Το 1988 το κόµµα αντιµετώπισε ισχυρές αντιδράσεις και υποχρεώθηκε να αναιρέσει εν µέρει την απορρύθµιση των τιµών. Επιπλέον, µεγάλωνε η κατακραυγή για τη διαφθορά και το νεποτισµό του κόµµατος. Πολλοί Κινέζοι πολίτες ήθελαν µεγαλύτερη ελευθερία στην αγορά, όµως η «µεταρρύθµιση άρχιζε να µοιάζει ολοένα και περισσότερο µε ευφηµισµό για τη µετατροπή των κοµµατικών αξιωµατούχων σε µεγιστάνες επιχειρηµατίες, αφού πολλοί ιδιοποιούνταν με παράνομες μεθόδους τα περιουσιακά στοιχεία που μέχρι τότε διαχειρίζονταν ως γραφειοκράτες.

Με το πείραμα της ελεύθερης αγοράς σε σοβαρό κίνδυνο, ο Μίλτον Φρίντμαν προσκλήθηκε για μία ακόμα φορά στην Κίνα όπως ακριβώς τα Παιδιά του Σικάγου και τα «πιράνχας» είχαν ζητήσει τη βοήθειά του το 1975, όταν το πρόγραμμά τους είχε πυροδοτήσει μια εξέγερση στη Χιλή. Η επίσημη επίσκεψη του διάσημου γκουρού του καπιταλισμού ήταν ό,τι χρειαζόταν για να αναπτερωθεί το ηθικό των «μεταρρυθμιστών» της Κίνας.

Όταν ο Φρίντμαν και σύζυγός του Ρόουζ έφτασαν στη Σαγκάη τον Σεπτέμβριo τoυ 1988, εντυπωσιάστηκαν από το πόσο γρήγορα η Κίνα είχε αρχίσει να μοιάζει με το Χονγκ Κονγκ. Παρά την οργή που σιγόβραζε στη βάση της τοπικής κοινωνίας, όλα όσα είδαν επιβεβαίωσαν «την πίστη μας στη δύναμη των ελεύθερων αγορών». Ο Φρίντμαν περιέγραψε τη συγκυρία ως «την πιο ελπιδοφόρα περίοδο του κινεζικού πειράματος».

Παρουσία των κρατικών μέσων ενημέρωσης, ο Φρίντμαν είχε μια δίωρη συνάντηση με τον Ζάο Ζιγιάνγκ, το γενικό γραμματέα του Κομουνιστικού Κόμματος, καθώς και με τον Ζιάνγκ Ζεμίν, τότε γραμματέα της κομματικής επιτροπής της Σαγκάης και μελλοντικό Πρόεδρο της Κίνας. Το μήνυμα του Φρίντμαν στον Ζιάνγκ ήταν μια επανάληψη της συμβουλής που είχε δώσει στον Πινοτσέτ όταν το «Χιλιανό Σχέδιο» κινδύνευε να εκτροχιαστεί: Μην υποκύψετε στις πιέσεις και μην αμφιταλαντεύεστε. «Έδωσα έμφαση στο πόσο σημαντικό ήταν να πραγματοποιηθούν οι ιδιωτικοποιήσεις και η μετάβαση στις ελεύθερες αγορές, να επιβληθεί η φιλελευθεροποίηση με μια αποφασιστική κίνηση», θα θυμόταν αργότερα. Σε ένα μνημόνιό του προς το γενικό γραμματέα του Κομουνιστικού Κόμματος ο Φρίντμαν επεσήμαινε ότι ήταν απαραίτητη περισσότερη, και όχι λιγότερη, θεραπεία-σοκ. «Τα αρχικά μεταρρυθμιστικά βήματα της Κίνας υπήρξαν εξαιρετικά επιτυχημένα. Η χώρα μπορεί να σημειώσει ακόμα πιο θεματική πρόοδο, αν βασιστεί ακόμα περισσότερο στις ιδιωτικές ελεύθερες αγορές».

Αμέσως μετά την επιστροφή του στις ΗΠΑ ο Φρίντμαν, ενθυμούμενος τις επικρίσεις που είχε ακούσει επειδή είχε υπάρξει σύμβουλος του Πινοτσέτ, έστειλε, «από καθαρή διαβολιά», μια επιστολή στον εκδότη κάποιας φοιτητικής εφημερίδας καταγγέλλοντας τους επικριτές του ότι χρησιμοποιούσαν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Εξηγούσε ότι είχε περάσει δώδεκα μέρες στην Κίνα, όπου «ήμουν φιλοξενούμενος των κρατικών Αρχών», και ότι είχε συναντηθεί με τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του Κομουνιστικού Κόμματος. Ωστόσο οι συναντήσεις αυτές δεν είχαν προκαλέσει την κατακραυγή των υπερασπιστών των ανθρώπινων δικαιωµάτων στα αµερικανικά πανεπιστήµια, επεσήµαινε ο Φρίντµαν. «Παρεμπιπτόντως, έδωσα στην Κίνα ακριβώς τις ίδιες συµβουλές που είχα δώσει στη Χιλή». Και κατέληγε ρωτώντας σαρκαστικά: «Θα πρέπει να περιµένω µια χιονοστιβάδα διαµαρτυριών επειδή προθυµοποιήθηκα να δώσω συµβουλές σε µια τόσο σατανική κυβέρνηση;».

Μερικούς µήνες µετά αυτή η σκανταλιάρικη επιστολή έλαβε δυσοίωνες αποχρώσεις, καθώς η κινεζική κυβέρνηση άρχισε να αντιγράφει πολλές από τις πλέον κατακριτέες τακτικές του Πινοτσέτ.

Διαδηλώσεις στην Πλατεία Τιενναμεν

ο ταξίδι του Φρίντµαν δεν είχε τα επιθυµητά αποτελέσµατα. Παρόλο που οι επίσηµες εφηµερίδες δηµοσίευσαν φωτογραφίες του καθηγητή να δίνει την ευλογία του στους κοµµατικούς γραφειοκράτες, δεν επιτεύχθηκε η συναίνεση του πληθυσµού. Τους επόµενους µήνες οι διαµαρτυρίες έγιναν πιο αποφασιστικές και ριζοσπαστικές. Οι διαδηλώσεις των φοιτητών στην πλατεία Τιενανµέν µετατράπηκαν στο πιο γνωστό σύµβολο των αντιδράσεων. Αυτές οι ιστορικές διαδηλώσεις παρουσιάζονταν από το σύνολο σχεδόν των διεθνών µέσων ενηµέρωσης ως µια σύγκρουση των νεωτεριστών και ιδεαλιστών φοιτητών που ζητούσαν δυτικού τύπου δηµοκρατικές ελευθερίες µε την «παλαιά φρουρά» των απολυταρχικών που ήθελαν να προασπίσουν το κομουνιστικό κράτος. Πρόσφατα εµφανίστηκε µια άλλου τύπου ανάλυση για το νόηµα των διαδηλώσεων στην πλατεία Τιενανµέν, η οποία αµφισβητεί την κυρίαρχη εκδοχή και τοποθετεί το φριντµανισµό στην καρδιά του ζητήµατος. Αυτή την εναλλακτική άποψη έχει προωθήσει, µεταξύ άλλων, και ο Ουάνγκ Χούι, από τους διοργανωτές των διαµαρτυριών του 1989 και ένας από τους κορυφαίους διανοούµενους της αποκαλούµενης «Νέας Αριστεράς της Κίνας σήµερα. Στο βιβλίο του China’s New Order, που εκδόθηκε το 2003, ο Ουάνγκ εξηγεί ότι οι διαδηλωτές προέρχονταν από ένα ευρύ φάσµα της κινεζικής κοινωνίας: Δεν ήταν µόνο φοιτητές, αλλά και εργάτες, µικροί επιχειρηµατίες και δάσκαλοι. Θυµάται ότι αυτό που πυροδότησε τις διαµαρτυρίες ήταν η λαϊκή δυσαρέσκεια για τις «επαναστατικές» οικονοµικές αλλαγές του Τενγκ, οι οποίες είχαν µειώσει τους µισθούς, είχαν αυξήσει τις τιµές και είχαν προκαλέσει «µια κρίση απολύσεων και ανεργίας.» Σύµφωνα µε τον Ουάνγκ, «οι αλλαγές αυτές υπήρξαν ο καταλύτης για την κοινωνική κινητοποίηση του 1989».

Οι διαδηλώσεις δεν ήταν εναντίον της οικονοµικής µεταρρύθµισης αυτής καθαυτήν. Ήταν εναντίον της συγκεκριµένης φριντµανικής φύσης των µεταρρυθµίσεων: της ταχύτητάς τους, της ανηλεότητάς τους και του γεγονότος ότι η διαδικασία ήταν απόλυτα αντιδηµοκρατική. Ο Ουάνγκ ισχυρίζεται ότι η έκκληση των διαδηλωτών για εκλογές και για ελευθερία του λόγου ήταν στενά συνδεδεµένη µε τη δυσαρέσκεια για τις οικονοµικές µεταρρυθµίσεις. Η κινητήρια δύναµη πίσω από το αίτηµα για δηµοκρατία ήταν το γεγονός ότι το κόµμα προωθούσε ριζικές αλλαγές χωρίς τη λαϊκή συγκατάθεση. Υπήρχε, γράφει, «ένα γενικό αίτηµα για δηµοκρατικές µεθόδους επίβλεψης της δικαιοσύνης της µεταρρυθµιστικής διαδικασίας και της αναδιοργάνωσης των κοινωνικών οφελών». εφαρµογής του οικονοµικού σχεδίου;

Μερικοί από τους υποστηρικτές των µεταρρυθµίσεων µέσα στο κόµµα, και κυρίως ο γενικός γραµµατέας Ζάο Ζιγιάνγκ, ήταν διατεθειµένοι να αποδεχτούν το στοίχηµα της δηµοκρατίας, πεπεισµένοι ότι η οικονοµική και η πολιτική µεταρρύθµιση ήταν συµβατές. Όµως στελέχη µε µεγαλύτερη ισχύ µέσα σε αυτό δεν ήταν διατεθειµένα να αναλάβουν το ρίσκο. Η ετυµηγορία ήταν ότι το κόµµα θα προάσπιζε το οικονοµικό «µεταρρυθµιστικό» πρόγραµµά του, συνθλίβοντας τους διαδηλωτές.

Το µήνυµα έγινε απόλυτα σαφές όταν, στις 20 Μάιου 1989, η κυβέρνηση της Λαϊκής Δηµοκρατίας της Κίνας επέβαλε στρατιωτικό νόµο. Στις 3 Ιουνίου τα άρµατα µάχης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού προέλασαν εναντίον των διαδηλωτών, ανοίγοντας αδιακρίτως πυρ εναντίον του πλήθους. Στρατιώτες ορµούσαν στα αστικά λεωφορεία όπου αναζητούσαν καταφύγιο οι διαδηλωτές φοιτητές και τους ξυλοκοπούσαν µε κλοµπ. Άλλοι διέσπασαν τα οδοφράγµατα που προστάτευαν την πλατεία Τιενανµέν, στην οποία οι φοιτητές είχαν στήσει ένα άγαλµα της Θεάς της Ελευθερίας, και άρχισαν να συλλαµβάνουν τους διοργανωτές των κινητοποιήσεων. Παρόµοιες κατασταλτικές ενέργειες πραγµατοποιήθηκαν ταυτόχρονα σε ολόκληρη τη χώρα.

Δε θα υπάρξουν ποτέ αξιόπιστες εκτιµήσεις για το πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν και τραυµατίστηκαν εκείνες τις µέρες. Το κόµµα παραδέχεται ότι ήταν εκατοντάδες, όµως, σύµφωνα µε µαρτυρίες αυτοπτών µαρτύρων, ο αριθµός των νεκρών υπολογίζεται µεταξύ 2.000 και 7.000 και ο αριθµός των τραυµατιών εκτιµάται ότι έφτασε τις 30.000. Επακολούθησε ένα πανεθνικό «κυνήγι µαγισσων» εναντίον όλων των επικριτών και των αντιπάλων του καθεστώτος. Περίπου 40.000 άνθρωποι συνελήφθησαν, χιλιάδες φυλακίστηκαν και πολλοί-ενδεχοµένως εκατοντάδες εκτελέστηκαν. Όπως και στη Λατινική Αµερική, η καταστολή ήταν ιδιαίτερα σκληρή εις βάρος των εργατών, οι οποίοι αντιπροσώπευαν την πιο άµεση απειλή για τον απορρυθµισµένο καπιταλισµό. «Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες και σχεδόν όλοι όσοι εκτελέστηκαν ήταν εργάτες. Με προφανή στόχο να τροµοκρατηθεί ο πληθυσµός, έγινε ευρέως γνωστό ότι οι συλληφθέντες υποβάλλονταν συστηµατικά σε ξυλοδαρµούς και βασανιστήρια», γράφει ο Μορίς Μάισνερ.»

Στο µεγαλύτερο µέρος του ο δυτικός Τύπος παρουσίασε τη σφαγή ως ένα ακόµα παράδειγµα της κοµουνιστικής βαναυσότητας: Όπως ο Μάο είχε εξολοθρεύσει τους αντιπάλους του κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, έτσι τώρα και ο Τενγκ, ο «Χασάπης του Πεκίνου», συνέθλιβε τους επικριτές του κάτω από το άγρυπνο βλέµµα της γιγαντιαίας προσωπογραφίας του Μάο. Ένας πρωτοσέλιδος τίτλος της Wall Street ]ournal διακήρυττε: «Οι Βίαιες Ενέργειες της Κίνας Απειλούν να Αναστείλουν τη Δεκάχρονη Πορεία προς τις Μεταρρυθµίσεις» λες και ο Τενγκ ήταν εχθρός αυτών των µεταρρυθµίσεων και όχι ο πιο αφοσιωµένος υπερασπιστής τους, αποφασισµένος να τις ωθήσει στο πιο ακραίο σηµείο τους.»

Πέντε µέρες µετά την αιµατηρή καταστολή ο Τενγκ απευθύνθηκε στο έθνος και κατέστησε απολύτως σαφές ότι δεν προσπαθούσε να προασπίσει τον κοµουνισµό, αλλά τον καπιταλισµό. Αφού πρώτα απαξίωσε τους διαδηλωτές χαρακτηρίζοντάς τους «κατακάθια της κοινωνίας», επαναβεβαίωσε τη δέσµευση του κόµµατος στην εφαρµογή της θεραπείας-σοκ. «Με λίγα λόγια, ήταν µια δοκιµασία, και την περάσαµε», είπε ο Τενγκ, προσθέτοντας: «‘Ισως αυτό το ατυχές γεγονός να µας επιτρέψει να συνεχίσουµε τη µεταρρύθµιση και την πολιτική των ανοιχτών θυρών µε σταθερότερο, καλύτερο και ταχύτερο βηµατισµό. [ … ] Δεν κάναµε λάθος. Δεν υπάρχει κανένα λάθος στις τεσσερις θεµελιώδεις αρχές [της οικονοµικής µεταρρύθµισης]. Αν έχει γίνει κάποιο σφάλµα, αυτό αφορά τη µη ολοκληρωτική εφαρµογή των εν λόγω αρχών».*

Ο Όρβιλ Σελ, δηµοσιογράφος και µελετητής της Κίνας, έχει συνοψίσει την επιλογή του Τενγκ ως εξής: «Μετά τη σφαγή του 1989 αυτό που κατ’ ουσία είπε ήταν ότι δε θα σταµατούσε την οικονοµική µεταρρύθµιση, αλλά θα εµπόδιζε την πολιτική µεταρρύθµιση».»

Για τον Τενγκ και τα υπόλοιπα µέλη του Πολιτικού Γραφείου, οι δυνατότητες που πρόσφερε η ελεύθερη αγορά ήταν πλέον απεριόριστες. Όπως η τρομοκρατία του Πινοτσέτ είχε αδειάσει τους δρόµους από τους διαδηλωτές ώστε να υλοποιηθεί η επαναστατική αλλαγή, έτσι και η καταστολή στην πλατεία Τιενανµέν άνοιξε το δρόµο για ένα ριζοσπαστικό µετασχηµατισµό χωρίς το φόβο µιας εξέγερσης. Αν η ζωή έγινε πιο σκληρή για τους χωρικούς και τους εργάτες, θα έπρεπε είτε να το αποδεχτούν σιωπηρά είτε να αντιµετωπίσουν την ωµή βία του στρατού και της µυστικής αστυνοµίας. Έτσι, µε τον πληθυσµό τροµοκρατηµένο, ο Τενγκ άρχισε να προωθεί ακόµα πιο σαρωτικές µεταρρυθµίσεις.

_____________________________________________________________________

‘Ο Τενγκ είχε µερικούς σηµαντικούς συνηγόρους υπεράσπισης. Μετά τη σφαγή ο Χένρι Κίσινγκερ έγραψε ένα άρθρο στο οποίο υποστήριζε ότι το κόµµα δεν είχε άλλη επιλογή. «Καµία κυβέρνηση στον κόσµο δε θα ανεχόταν να έχουν καταλάβει δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές την κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας επί οχτώ βδοµάδες. [ … ] Η καταστολή ήταν, εποµένως, αναπόφευκτη». (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Πριν από την καταστολή στην πλατεία Τιενανµέν ο Τενγκ είχε υποχρεωθεί ια αµβλύνει µερικά από τα πιο επώδυνα µέτρα. Τρεις µήνες µετά τη σφαγή τα επανέφερε και υλοποίησε αρκετές από τις υπόλοιπες υποδείξεις του Φρίντµαν, συµπεριλαµβανοµένης της απορρύθµισης των τιµών. Για τον Ουάνγκ Χούι, υπάρχει µια προφανής εξήγηση γιατί «Οι µεταρρυθµίσεις υπέρ της αγοράς που δε στάθηκε δυνατόν να υλοποιηθούν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 εφαρµόστηκαν στο περιβάλλον που διαµορφώθηκε µετά το 1989». Όπως γράφει, ο λόγος είναι ότι «η βία του 1989 έθεσε υπό έλεγχο την κοινωνική αναταραχή που είχε προκαλέσει αυτή η διαδικασία, κι έτσι τελικά µορφοποιήθηκε το νέο σύστηµα τιµών». Με άλλα λόγια, το σοκ της σφαγής κατέστησε εφικτή τη θεραπεία-σοκ.

Στα επόµενα τρία χρόνια µετά το λουτρό αίµατος η Κίνα άνοιξε τα σύνορά της στις ξένες επενδύσεις, καθώς σε ολόκληρη τη χώρα δηµιουργήθηκαν ειδικές ζώνες εξαγωγών. Όταν ανακοίνωσε αυτές τις νέες πρωτοβουλίες, ο Τενγκ υπενθύµισε στη χώρα ότι «αν είναι αναγκαίο, θα ληφθεί κάθε απαραίτητο µέτρο για να καταπνιγεί οποιαδήποτε πιθανή µελλοντική αναταραχή εν τη γενέσει της. Ο στρατιωτικός νόµος, ή και ακόµα πιο σκληρές µέθοδοι, θα επιστρατευτεί».*

Αυτό το κύµα µεταρρυθµίσεων ήταν που µετέτρεψε την Κίνα στο «κάτεργο» του πλανήτη, σε µια χώρα όπου σχεδόν όλες οι πολυεθνικές ήθελαν να µεταφέρουν την παραγωγή των προϊόντων τους. Καµία χώρα δεν πρόσφερε πιο επικερδείς συνθήκες από την Κίνα: χαµηλούς φόρους και δασµούς, διεφθαρμένους αξιωµατούχους και, το κυριότερο, ένα φτηνό εργατικό δυναµικό που για πολλά χρόνια θα ήταν απρόθυµο να ρισκάρει να ζητήσει αξιοπρεπείς µισθούς ή τους πιο στοιχειώδεις κανόνες ασφάλειας στους εργασιακούς χώρους, εξαιτίας του φόβου των πιο βίαιων αντιποίνων.

Για τους ξένους επενδυτές και το κόµµα, επρόκειτο για µια διευθέτηση από την οποία κέρδιζαν και οι δύο πλευρές. Σύµφωνα µε µια µελέτη του 2006, το 90% των Κινέζων δισεκατοµµυριούχων (η περιουσία τους υπολογίζεται σε γιουάν) είναι γόνοι αξιωµατούχων του Κοµουνιστικού Κόµµατος. Σε γενικές γραµμές, 2.900 από αυτούς τους κοµµατικούς βλαστούς (που είναι γνωστοί ως «ηγεμονίσκοι») ελέγχουν 260 δισεκατοµµύρια δολάρια.» Πρόκειται για ένα κατοπτρικό είδωλο του κορπορατικού κράτους που πρωτοεµφανίστηκε στη Χιλή επί Πινοτσέτ, µια περιστρεφόµενη πόρτα ανάµεσα στις επιχειρηµατικές και πολιτικές ελίτ, οι οποίες ενώνουν τις δυνάµεις τους για να εξαλείψουν τους εργάτες ως µια οργανωµένη πολιτική δύναµη. Σήµερα αυτή η διευθέτηση αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι οι πολυεθνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στα μέσα ενηµέρωσης και στην τεχνολογία βοηθούν το κινεζικό κράτος να κατασκοπεύει τους πολίτες του, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι, όταν Κινέζοι φοιτητές πληκτρολογούν στις µηχανές αναζήτησης του διαδικτύου φράσεις όπως «σφαγή στην πλατεία Τιενανµεν ή ακόµα και τη λέξη «δηµοκρατία», δεν εµφανίζεται καµία ιστοσελίδα. «Η δηµιουργία της σηµερινής κοινωνίας της αγοράς δεν ήταν αποτέλεσµα µιας αλληλουχίας αυθόρµητων γεγονότων, αλλά µάλλον της κρατικής παρέµβασης και βίας.», γράφει ο Ουάνγκ Χούι.

Μια από τις αλήθειες που αποκάλυψε η καταστολή στην πλατεία Τιενναμέν  ήταν η εντυπωσιακή οµοιότητα ανάµεσα στις τακτικές του αυταρχικού κομουνισµού και του καπιταλισµού της Σχολής του Σικάγου, η κοινή τους πρόθεση να εξαφανίσουν τους αντιπάλους τους, να κάµψουν κάθε αντίσταση και να κάνουν µια καινούρια αρχή.

_____________________________________________________________________

* Όπως επισηµαίνει ο ανθρωπολόγος του Πανεπιστηµίoυ της Νέας Υόρκης Ντέιβιντ Χάρβεϊ, µετά την καταστολή στην πλατεία Τιενανµέν, όταν ο Τενγκ πραγµατοποίησε τη διάσηµη, νότια περιοδεία» του στην Κίνα, «ολόκληρος ο µηχανισµός ισχύος της κεντρικής κυβέρνησης χρησιµοποιήθηκε για να προωθηθούν το άνοιγµα στo διεθνές εµπόριο και οι άµεσες διεθνείς επενδύσεις». (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________________________

Παρά το γεγονός ότι η σφαγή έγινε µερικούς µήνες µετά την παρότρυνσή ου προς τους Κινέζους αξιωµατούχους να προωθήσουν τις οδυνηρές και µη δηµοφιλείς πολιτικές υπέρ της ελεύθερης αγοράς, ο Φρίντµαν δεν αντιµετώπισε ποτέ «μια χιονοστιβάδα διαµαρτυριών επειδή προθυµοποιήθηκα να δώσω συµβουλές σε µια τόσο σατανική κυβέρνηση». Και, ως συνήθως, δεν είδε καµία σύνδεση ανάµεσα στη συµβουλή που είχε δώσει και στη βία που απαιτήθηκε για να εφαρµοστεί αυτή. Ενώ καταδίκαζε τις κατασταλτικές µεθόδους της Κίνας, ο Φρίντµαν συνέχιζε να την επικαλείται ως παράδειγµα «της αποτελεσµατικότητας των διευθετήσεων της ελεύθερης αγοράς στην προώθηση τόσο της ευηµερίας όσο και της ελευθερίας.»

Κατά µια παράξενη σύµπτωση, η σφαγή στην πλατεία Τιενανµέν συνέβη την ίδια µέρα µε την ιστορική νίκη της Αλληλεγγύης στην Πολωνία: στις 4 Ιουνίου 1989. Από µια άποψη, αποτελούν δύο διαφορετικές περιπτώσεις εφαρµογής του δόγµατος του σοκ. Και οι δύο χώρες έπρεπε να εκµεταλλευτούν το σοκ και το φόβο για να προωθήσουν ένα µετασχηµατισµό υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Στην Κίνα, όπου το κράτος χρησιµοποίησε τις ωµές και απροκάλυπτες µεθόδους της τροµοκρατίας, των βασανιστηρίων και των δολοφονιών, το αποτέλεσµα ήταν, υπό το πρίσµα της αγοράς, µια αδιαφιλονίκητη επιτυχία. Στην Πολωνία, όπου χρησιµοποιήθηκε µόνο το σοκ της οικονοµικής κρίσης και των ταχύτατων αλλαγών, χωρίς όµως να υπάρξει βία, οι επιπτώσεις του σοκ τελικά αµβλύνθηκαν και τα αποτελέσµατα ήταν πολύ περισσότερο αµφιλεγόµενα.

Στην Πολωνία µπορεί η θεραπεία-σοκ να επιβλήθηκε έπειτα από εκλογές, όµως επρόκειτο, στην ουσία, για µια παρωδία της δηµοκρατικής διαδικασίας, καθώς η θεραπεία-σοκ ερχόταν σε πλήρη αντίθεση µε αυτό που επιθυµούσε η συντριπτική πλειοψηφία όσων είχαν ψηφίσει την Αλληλεγγύη. Ακόµα και µέχρι το 1992 το 60% των Πολωνών ήταν αντίθετοι στην ιδιωτικοποίηση της βαριάς βιομηχανίας. Για να υπερασπιστεί τις αντιδηµοφιλείς ενέργειές του, ο Σάκς ισχυρίστηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, παροµοιάζοντας το ρόλο του µε εκείνον ενός χειρουργού σε αίθουσα επειγόντων περιστατικών. «Οταν φέρουν στα επείγοντα κάποιον που έχει σταµατήσει η καρδιά του, ανοίγεις το στέρνο του και δεν ανησυχείς για τις ουλές που θα αφήσεις. Ο σκοπός είναι να ξαναρχίσει να χτυπά η καρδιά του. Και πρόκειται για αιµατηρή υπόθεση. Όµως δεν έχεις άλλη επιλογή».

ταν όµως οι Πολωνοί συνήλθαν από τη χειρουργική επέµβαση, είχαν απορίες τόσο για το γιατρό όσο και για τη θεραπεία. Η θεραπεία-σοκ στην Πολωνία δεν προκάλεσε µόνο «προσωρινές αναταράξεις», όπως είχε προβλέψει ο Σάκς. Επέφερε µια βαθιά ύφεση, καθώς τη διετία µετά τον πρώτο γύρο των µεταρρυθµίσεων η βιομηχανική παραγωγή µειώθηκε κατά 30%. Εξαιτίας των περικοπών στις κρατικές δαπάνες και της υπεραφθονίας των φτηνών εισογόµενων προϊόντων, η ανεργία εκτοξεύτηκε στα ύψη και το 1993 άγγιξε το 25% σε µερικές περιοχές μια εξαιρετικά βίαια αλλαγή σε µια χώρα όπου επί κοµουνισµού, παρά τις καταχρήσεις και τις δυσκολίες, επισήµως δεν υπήρχαν άνθρωποι χωρίς δουλειά. Ακόµα κι όταν η οικονοµία ανέλαβε ξανά, η υψηλή ανεργία παρέµεινε ένα χρόνιο φαινόµενο. Σύµφωνα µε τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Παγκόσµιας Τράπεζας, το ποσοστό της ανεργίας στην Πολωνία ανέρχεται σε 20% το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για όσους είναι κάτω των είκοσι τεσσάρων ετών η κατάσταση είναι χειρότερη: Το 40% των νέων εργαζόµενων ήταν άνεργοι το 2006, ποσοστό διπλάσιο από το µέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόµα πιο δραµατικός είναι ο αριθµός των φτωχών: Το 1989 το 15% του πληθυσµού της Πολωνίας ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας, το δε 2003 το 59% των Πολωνών είχε πέσει κάτω από αυτό το όριο. Η θεραπεία-σοκ, η οποία διέβρωσε την ασφάλεια της εργασίας και έκανε την καθημερινή ζωή πιο ακριβή, ήταν ένας δρόµος που οδηγούσε την Πολωνία όχι ανάµεσα στις «φυσιολογικές» χώρες της Ευρώπης (στις οποίες υπάρχει αυστηρή εργατική νοµοθεσία και ένα γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας), αλλά στις ίδιες χαώδεις ανισότητες που συνόδευαν την αντεπανάσταση παντού όπου θριάμβευσε, από τη Χιλή µέχρι την Κίνα.

Το γεγονός ότι ήταν η Αλληλεγγύη, το κόµµα που είχαν συγκροτήσει οι εργάτες της Πολωνίας, η οποία επέβλεψε τη δηµιουργία αυτής της µόνιµης τάξης περιθωριοποιημένων συνιστούσε µια πικρή προδοσία, η οποία προκάλεσε ένα βαθύ κυνισµό και µια έντονη οργή στη χώρα, που ποτέ δεν έσβησαν. Οι ηγέτες της Αλληλεγγύης υποβαθµίζουν συχνά τις σοσιαλιστικές καταβολές του κόµµατος. Για παράδειγµα, ο Λεχ Βαλέσα ισχυρίζεται πλέον ότι ήδη από το 1980 ήξερε πως έπρεπε «να οικοδοµήσουµε ένα καπιταλιστικό σύστηµα». Ο Καρόλ Μοντζελέφσκι, αγωνιστής της Αλληλεγγύης και διανοούµενος, που έµενε οχτώµισι χρόνια έγκλειστος στις κοµουνιστικές φυλακές, απαντά οργισμένος: «Δε θα ξόδευα ούτε ένα µήνα, ούτε µία βδοµάδα στη φυλακή, πόσο µάλλον οχτώµισι χρόνια, για χάρη του καπιταλισµού».

Το πρώτο ενάµισι έτος της διακυβέρνησης της Αλληλεγγύης οι εργάτες πίστευαν τους ήρωες τους όταν τους διαβεβαίωναν ότι οι θυσίες θα ήταν προσωρινές, ένας αναγκαίος σταθµός στο δρόµο που θα οδηγούσε την Πολωνία στη σύγχρονη Ευρώπη. Παρά την αύξηση της ανεργίας, πραγµατοποίησαν ελάχιστες απεργίες και περίµεναν υποµονετικά τα ιαµατικά αποτελέσµατα της θεραπείας-σοκ. Όταν δεν ήρθε η ανάκαµψη που τους είχαν υποσχεθεί, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τις θέσεις εργασίας, τα µέλη της Αλληλεγγύης περιήλθαν σε σύγχυση: Πώς ήταν δυνατόν το κίνηµά τους να είχε οδηγήσει σε ένα επίπεδο ζωής που ήταν χειρότερο από ό,τι επί κοµουνισµού; «[Η Αλληλεγγύη] µε υποστήριξε όταν το 1980 οργάνωσα µια συνδικαλιστική επιτροπή», ανέφερε ένας σαραντάχρονος οικοδόµος. «Οταν όµως ζήτησα τη βοήθειά τους αυτή τη φορά, µου είπαν ότι έπρεπε να υποφέρω για χάρη της µεταρρύθµισης».

Έπειτα από δεκαοχτώ µήνες «ασυνήθιστης πολιτικής συγκυρίας», η βάση της Αλληλεγγύης απηύδησε και απαίτησε να δοθεί ένα τέλος στο πείραµα. Η τεράστια δυσαρέσκεια αντικατοπτρίστηκε στην εντυπωσιακή αύξηση του αριθμού των απεργιών: Το 1990, όταν ακόµα οι εργάτες εξακολουθούσαν να δίνουν το ελεύθερο στην Αλληλεγγύη να πράξει όπως ήθελε, πραγµατοποιήθηκαν µόνο 250 απεργίες, ενώ το 1992 έγιναν 6.000. Αντιµέτωπη µε τις πιέσεις από τα κάτω, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να επιβραδύνει το φιλόδοξο σχέδιο των ιδιωτικοποιήσεων. Στα τέλη του 1993 (µιας χρονιάς κατά τη διάρκεια της οποίας πραγµατοποιήθηκαν σχεδόν 7.500 απεργίες) το 62% του συνόλου της πολωνικής βιομηχανίας εξακολουθούσε να ανήκει στο Δηµόσιο.

Το γεγονός ότι οι Πολωνοί εργάτες κατάφεραν να εµποδίσουν την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση της χώρας τους σηµαίνει ότι, όσο οδυνηρές κι αν ήταν οι µεταρρυθµίσεις, θα µπορούσαν να είναι χειρότερες. Το κύµα των απεργιών έσωσε, χωρίς αµφιβολία, εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, οι οποίες διαφορετικά θα είχαν χαθεί, αν οι δήθεν µη αποδοτικές κρατικές επιχειρήσεις είχαν κλείσει ή είχαν υποβαθµιστεί και εκποιηθεί. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι η οικονοµία της Πολωνίας άρχισε να µεγεθύνεται ταχύτατα ακριβώς αυτή την περίοδο, κάτι που, σύµφωνα µε το διακεκριµένο Πολωνό οικονοµολόγο και πρώην µέλος της Αλληλεγγύης Ταντέους Κοβάλικ, αποδεικνύει πως όσοι ήταν έτοιµοι να διαγράψουν τις κρατικές επιχειρήσεις ως µη αποδοτικές και παρωχηµένες έκαναν «προφανώς λάθος.»

Το πρώτο ενάµισι έτος της διακυβέρνησης της Αλληλεγγύης οι εργάτες πίστευαν τους ήρωες τους όταν τους διαβεβαίωναν ότι οι θυσίες θα ήταν προσωρινές, ένας αναγκαίος σταθµός στο δρόµο που θα οδηγούσε την Πολωνία στη σύγχρονη Ευρώπη.

Εκτός από τις απεργίες, οι Πολωνοί εργάτες εξέφρασαν και µε έναν άλλο τρόπο την οργή τους προς τους ηγέτες της Αλληλεγγύης: Χρησιµοποίησαν τη δηµοκρατία για την οποία είχαν αγωνιστεί προκειµένου να τους τιµωρήσουν στις κάλπες, συµπεριλαµβανοµένου του Λεχ Βαλέσα. Η καταδικαστική ετυµηγορία εκδόθηκε στις 19 Σεπτεµβρίου 1993, όταν ένας συνασπισµός αριστερών κοµµάτων, στον οποίο συµµετείχαν και οι πρώην κοµουνιστές (που είχαν µετονοµαστεί σε Δηµοκρατική Αριστερή Συµµαχία), κέρδισε το 66% των εδρών στο κοινοβούλιο. Εν τω µεταξύ, η Αλληλεγγύη είχε διασπαστεί σε δύο αντιµαχόµενα κόµµατα. Το ποσοστό του κόµµατος που εκπροσωπούσε το συνδικάτο ήταν κάτω από 5% και δεν µπορούσε να εκπροσωπηθεί επίσηµα στο κοινοβούλιο, ενώ το ποσοστό του νέου κόµµατος υπό την ηγεσία τού µέχρι τότε πρωθυπουργού Μαζοβιέτσκι ήταν 10,6% μια ηχηρή απόρριψη της θεραπείας-σοκ.

Ωστόσο τα επόµενα χρόνια, και ενώ δεκάδες χώρες προσπαθούσαν να µεταρρυθµίσουν τις οικονοµίες τους, οι ενοχλητικές λεπτοµέρειες (οι απεργίες, οι εκλογικές ήττες, οι αλλαγές πολιτικής) θα αποσιωπούνταν.Αντίθετα, η Πολωνία θα προβαλλόταν ως πρότυπο, ως η απόδειξη ότι µπορούν να συντελεστούν ριζοσπαστικές αλλαγές υπέρ της ελεύθερης αγοράς µε δηµοκρατικό και ειρηνικό τρόπο.

Όπως τόσες πολλές ιστορίες χωρών σε µετάβαση, έτσι και αυτή της Πολωνίας ήταν κυρίως ένα µύθευµα. Όµως το ψέµα ήταν προτιµότερο από την αλήθεια: Στην Πολωνία η δηµοκρατία χρησιµοποιήθηκε ως ένα όπλο εναντίον των «ελεύθερων αγορών» τόσο στους δρόµους όσο και στις κάλπες. Στην Κίνα, εν τω µεταξύ, όπου η πορεία προς το χωρίς φραγµούς καπιταλισµό συνέθλιψε τη δηµοκρατία στην πλατεία Τιενανµέν, το σοκ και ο τρόµος οδήγησαν σε µια από τις πιο επικερδείς και διαρκείς εξάρσεις των επενδύσεων στη νεότερη ιστορία.Ένα ακόµα θαύµα που γεννήθηκε από µια σφαγή.

Ωστόσο τα επόµενα χρόνια, και ενώ δεκάδες χώρες προσπαθούσαν να µεταρρυθµίσουν τις οικονοµίες τους, οι ενοχλητικές λεπτοµέρειες (οι απεργίες, οι εκλογικές ήττες, οι αλλαγές πολιτικής) θα αποσιωπούνταν. Αντίθετα, η Πολωνία θα προβαλλόταν ως πρότυπο, ως η απόδειξη ότι µπορούν να συντελεστούν ριζοσπαστικές αλλαγές υπέρ της ελεύθερης αγοράς µε δηµοκρατικό και ειρηνικό τρόπο.

(Συνεχίζεται..)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΑΛΥΣΟΔEMENH

Η ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΕΛΕΥθΕΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΤΙΑΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • NAOMI KLEIN Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ-ΒΙΒΛΙΟ-ΚΛΙΚ.

    Ολόκληρο το Βιβλίο Μπέστ-σέλλερ, προσφορά του συνεργάτη μας ftanei_pia στο προσωπικό της ΕΥΔΑΠ. Για να μαθαίνουν νέοι και παληοί.

    Το βιβλίο της Νάομι Κλάιν συγκλονίζει με τις ομοιότητες που βιώνει το πειραματόζωο Ελλάς. Αφού πριν χρόνια η νεοφιλελεύθερη σχολή Φρίντμαν τα εφάρμοσε στη Λατ, Αμερική, Πολωνία, Μεγ. Βρεττανία, Ινδονησία, Ρωσία, Σρι Λάνκα, Ιράκ. κ.α

  • «Καλώς ήρθες» CIA #Twitter & # Facebook!

    Η CIA εισέρχεται στα κοινωνικά δίκτυα για να παρακολουθεί, κατασκόπευει και να προβλέπει τις παγκόσμιες τάσεις.

  • Πακέτο!

    θα τους ταραξουμε στη νομιμότητα (κι'όσοι προκάνουμε..)

  • Μπορεί ο αστυνομικός να είναι χρυσαυγίτης;

    Δεν υποστηρίζω ότι οι άντρες και οι γυναίκες της ΕΛΑΣ που ψηφίζουν τα αυγά είναι ναζιστές ή συνειδητοί αντι-δημοκράτες – αν και αυτή η επιλογή δεν έχει το παραμικρό ελαφρυντικό. Ωστόσο, τα μεγάλα ποσοστά που παίρνει η ΧΑ ξανά και ξανά εκεί που ψηφίζουν οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου καλό σημάδι.  Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφέστατο και κανένας δε μπορεί να το αγνοεί.

    ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΨΗΦΙΣΑΝ ΜΑΖΙΚΑ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ- http://wp.me/pVnfp-g9p

  • Σαν να μην πέρασε μιά μέρα…

    2400 Χρόνια Πίσω ;

  • Δημοφιλή άρθρα & σελίδες

  • Πρόσφατα άρθρα

  • ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ-ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ Ε.ΥΔ.Α.Π

  • ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ; ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!

    Μας "πυροβολούν" εν ψυχρώ, μας γυρίζουν στην Γιούλεν των αμερικάνων και αυτοί αντί να ξεσηκώνονται και να τα κάνουν όλα λαμπόγιαλο, παρακολουθούν και μελετούν τις εξελίξεις, ψύχραιμοι και ωραίοι. Και οι "πέτρες δεν έχουν ακόμη αρχίσει να ίπτανται"..

    Εκείνα τα χρήματα του "κουμπαρά" Μπάρδη-Ομοσπονδίας που μας λέγατε πως πήγαιναν οι περικοπές των αποδοχών, εννοείτε πως θα είναι το ισοδύναμο από τις απώλειες στο εφάπαξ;

  • Μεταπληροφορίιες

  • Αγωνιστικο και Λυτρωτικό το 2014

  • Χάουαρντ Ζιν (1923-2010)

    ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΒΙΒΛΙΟ (1,2,3,4 Κεφάλαια)

  • ΑΝ ΑΥΤΟ ΥΠΟΔΗΛΩΝΕΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΚΑΙ ΑΚΟΜΜΑΤΙΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ ΑΣ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

    Οταν στην πρώτη σελίδα του blog υπάρχει η (μοναδική) παραπομπή σε παράταξη κόμματος; Και που έχει ζητηθεί η απομάκρυνση της πολλές φορές; Μετά απορούμε για την αναξιοπιστία-ανυποληψία του κομματικού συνδικαλισμού;

  • ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ…

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ > και αν δεν ανοίγει ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΕΥΔΑΠ

  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

    Σεπτεμβρίου 2013
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Αυγ.   Οκτ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    30  
  • ΕΝΟΤΗΤΑ -ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΚΙ’ ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΟΥΝ ΑΠ΄ΤΗ ΠΕΙΝΑ

    Αυτοοργάνωση, επιτροπές εργαζομένων παντού, αποφάσεις με δημοκρατικές διαδικασίες

  • ΕΥΔΑΠ ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

    protovoulia1.eydap@gmail.com
    ---------
    ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΑΡΘΡΑ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑ.
    ---------
    -Μπορείτε να δημοσιεύσετε άρθρο σας -επώνυμα ή με τα αρχικά*.
    Παράκληση: Χωρίς ύβρεις και συκοφαντίες
    *Τα πλήρη στοιχεία στη διάθεση μας.

  • Αρχείο

  • Kατηγορίες

  • «Έπεσε» στο μάτι μας

    και γελάσαμε ..πικρά

  •  Αυτό όμως που δημιουργεί ανησυχίες στο προσωπικό τη ΕΥΔΑΠ, είναι η σιγή της ΟΜΕ σχετικά με τις πρωτοβουλίες που προτίθεται να αναλάβει για να δημιουργήσει το "αντίπαλο δέος" στην απόφαση της κυβέρνησης να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ. Στην ίδια ανάρτηση στο fb, σε ερώτηση στο πρόεδρο της ΟΜΕ: "Στη Θεσσαλονίκη έφτιαξαν συντονιστικό φορέων, ξεκίνησαν καμπάνια "SOSτε το νερό" και κατάφεραν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ Θεσσαλονίκης και των γύρων δήμων για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η ΟΜΕ πότε θα αναλάβει ανάλογες πρωτοβουλίες συντονισμού και στην Αττική;" η απάντησή του ήταν: "η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα. Οι συνάδελφοί μας στην Θεσσαλονίκη ακολουθούν την δική τους τακτική, και καλά κάνουν, και τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία και είμαστε αλληλέγγυοι στην προσπάθειά τους και εμείς ακολουθούμε την δική μας τακτική. Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας, πάντα στο πλαίσιο της τακτικής μας".  Δηλαδή; Ποιά "άλλη" τακτική πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς. Διαφορετική από αυτή του συντονισμό, συνεργασία και κοινή δράση με όσους συμφωνούν στην μη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ; Διαφορετική από το να βάλουμε στη μάχη τους δήμους και την περιφέρεια της Αττικής; Τι περιμένει η ΟΜΕ; Να  ανακοινωθεί η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πώληση της ΕΥΔΑΠ για να αναλάβει πρωτοβουλίες;  Ήδη έχουμε αργήσει.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενημέρωση, συσπείρωση, κοινή αγωνιστική στάση όλου του προσωπικού και των συλλόγων.  Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πρόσκληση σε δήμους, φορείς και πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά για την δημιουργία συντονιστικού φορέα που θα οργανώσει την προσπάθεια θα ξεσηκώσει τους πολίτες ενάντια στο έγκλημα του ξεπουλήματος της ΕΥΔΑΠ. Τώρα πριν είναι πολύ αργά.(Από blog ΣΕΚΕΣ)

    ...και μετά μου λες "γιατί δε σου γράφω"; Πρόεδρος ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ: «η διαδικασία για το ξεπούλημα της ΕΥΔΑΠ δεν έχει αρχίσει επίσημα»... ,, Θα κάνουμε ότι "περνά από το χέρι" μας.!!! Περισσότερα ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ -ΛΙΝΚ //σε περίπτωση που δεν ανοίγει το προηγούμενοι ΚΛΙΚ ΕΔΩ---> : http://wp.me/pVnjk-eqb

  • Τα πάντα διαλύονται, ξεπουλιούνται..Η Α.Ε. εκποίησης δημόσιας περιουσίας δουλεύει! Εμείς? (ΚΛΙΚ ΦΩΤΟ)

    ...Εμείς οι χιλιάδες, οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια... τι κάνουμε, τι περιμένουμε για να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας;  Τιιιιιιιιιιιιι;

    ..και τα συνδικάτα, οι παρατάξεις, οι δεκάδες "συνδικαλιστές| (βάλτε όποια και όποιους φαντάζεστε) στη ..νιρβάνα τους?

  • ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

    Πότε θα γυρίσουμε σελίδα; Δεν αρκούν 40 σχεδόν, χρόνια συναλλαγής, διαφθοράς, ιδιοτέλειας, πελατειακών σχέσεων; Θα πρέπει μήπως να τα ..κατοστήσουμε;

  • αν

Αρέσει σε %d bloggers: