ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη – Best Seller (9º μέρος/11 – Κεφάλαια 13º-14º )

 

 

Α.Τ.: …«Μια στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ θα ερµηνευόταν ως στάση πληρωµών προς όλους τους δανειστές, δίνοντας έτσι το έναυσµα στον Ντράγκι να µας κλείσει τις τράπεζες.»..

«Εδώ είµαστε», σκέφτηκα. «Μου επιτίθεται στο Κυβερνητικό Συµβούλιο χωρίς καν να έχω αρθρώσει λέξη»…Eίχα άδικο. Μετά από µια σύντοµη παύση, όπως (..) οι κορυφαίοι τραγωδοί, συνέχισε, µε τη φωνή του να δείχνει αυτοπεποίθηση. Και δεν ήταν µόνον η φωνή του. Όλο του το σώµα είχε αρχίσει να εκπέµπει θετική ενέργεια. Τα λόγια του δε έκρυβαν ευχάριστες εκπλήξεις:

» Όµως, ξέρετε κάτι, σύντροφοι; Έχει δίκιο! Φτάνει πια. Ως εδώ. Αποδεχθήκαμε τους κανόνες τους. Αποδεχτήκαμε τη διαδικασία τους. Κάναµε µεγάλους συµβιβασµούς για να τους δείξουµε πως είμαστε έτοιµοι να τα βρούµε µαζί τους. Κι αυτοί το µόνο που κάνουν είναι να καθυστερούν και να ρίχνουν σ’ εμάς το φταίξιµο για την καθυστέρηση. Η Ελλάδα, τους αρέσει δεν τους αρέσει, παραµένει κυρίαρχο κράτος, κι εµείς, η κυβέρνηση, έχουµε καθήκον να τους πούµε Αρκετά!

» Και τότε σηκώθηκε όρθιος, γύρισε προς εµένα, προέτεινε το δεξί χέρι δείχνοντας  µε τον δείκτη και µε φωνή που εξέπεμπε ψυχολογική και ηθική ανανέωση είπε:

» Όχι µόνο θα σταματήσεις τις πληρωµές στο ΔΝΤ, αλλά θα πάρεις το αεροπλάνο να πας αυτοπροσώπως στην Κυρία να της το πεις ο ίδιος στην Ουάσινγκτον πως θα προβούµε σε στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ!(Aπρ. 2015)

` `

(Διευκρίνηση: Τιμώ και σέβομαι το Γιάνη Βαρουφάκη, Αναγνωρίζω, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, το θάρρος, το σεβασμό σε ιδέες και αρχές, καθώς και τις εξαιρετικές γνώσεις και επιστημονικές του ικανότητες του. …Δεν έχω την τιμή να τον γνωρίζω, ούτε τον ψήφισα ποτέ, ούτε διαφαίνεται, ιδίως τώρα, που κατεβαίνει στις εκλογές, λόγω, κυρίως μη πολιτικής συμφωνίας (για Καπιταλισμό-ΕΕ κ.α.)…

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΡΘΡΟΥ **)

` 

EΝΤOΛΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

`

«Ποιά επανάσταση προσέφερε ποτέ

κάτι άλλο πέρα από την καταστροφή;»

`

Το ερώτημα μου το είχε θέσει χρόνια πριν, 1984 ήταν θαρρώ, συνάδελφος λέκτορας στο πανεπιστήμιο του Ιστ Άνγκλια, όπου διδάσκαμε τότε. Τον θυμήθηκα την άνοιξη του 2015, όταν το βαθύ ευρωπαϊκό κατεστηµένο λίγο πολύ έλεγε το ίδιο πράγμα, αναφερόμενο σε κάθε εξέγερση εναντίον του. Στον συνάδελφο μου, το 1984, είχα βέβαια απαντήσει ότι η χώρα μου δε θα υπάρχει χωρίς την επανάσταση που τη δημιούργησε. Μπορεί να είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας εκείνη η επανάσταση. Μπορεί μεγάλο μέρος της ελληνικής ελίτ της επoχής να τη θεωρούσε απερισκεψία. Μπορεί να έφαγε το παιδιά της (όπως κάθε επανάσταση). Όμως, το 1821 ήταν το αποκορύφωμα συλλογικών δράσεων που μας έδωσαν σήμερα το δικαίωμα να μη βρισκόμαστε στην ίδια ιστορική μοίρα με τους Ετρούσκους ή τον λαό της Νήσου του Πάσχα».

Έτσι και το 2015: η εξέγερσή μας εναντίον της χρεοδουλοπαροικίας μπορεί να θεωρούνταν ότι είχε λίγες πιθανότητες επιτυχίας , μπορεί να την εχθρεύονταν οι σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες, μπορεί εν τέλει να έφαγε τα παιδιά της. Ήταν όμως ο μοναδικός τρόπος να σταματήσει η ερημοποίηση της πατρίδας μας, η μετατροπή της σε προτεκτοράτο τύπου Κοσσόβου, με ωραίες βέβαια παραλίες πάνω  στις οποίες θα κτιστούν γηροκομεία και θέρετρα για βόρειους συνταξιούχους και παραθεριστές, με τους δικούς μας ανθρώπους είτε να εργάζονται σε αυτά (όπως οι ιθαγενείς κάτοικοι στη Χαβάη εργάζονται στα θέρετρα των λευκών Αμερικανών) είτε να ζουν από τους κάδους απορριμμάτων.

Η 25η Μαρτίου ήταν πάντα, στον νου μου, μέρα αντιφατικών συναισθημάτων. Από τη μία, εκτιμούσα και γιόρταζα την απερίσκεπτη, ουτοπική πράξη πίστης κάποιων «τρελών» Φιλικών, οπλαρχηγών και απλών ανθρώπων, η οποία, σχεδόν τυχαία, οδήγησε στη γένεση της σύγχρονη Ελλάδας. Από την άλλη, όμως, με απωθούσαν οι παρελάσεις, που θύμιζαν την αισθητική της χούντας και της μεταξικής δικτατορίας που προηγήθηκε.

Εκείνη όμως την άνοιξη, του 2015, καθώς πλησίαζε η 25η Μαρτίου, όταν ο Αλέξης μου ζήτησε να εκπροσωπήσω την κυβέρνηση σε μια από τις παρελάσεις, δέχτηκα ενθουσιωδώς και ζήτησα να την εκπροσωπήσω στην παρέλαση στα Χανιά. Εκείνη την άνοιξη, του 2015, πράγματι ο αέρας περιείχε κάτι περισσότερο από τα χελιδόνια και τις μυρωδιές των αγριολούλουδων: Έσφυζε από το πνεύμα της εξέγερσης, την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπεια που άνθιζαν και πάλι σε τούτη τη χώρα, καθώς και στην ελληνική Διασπορά, από την Αμερική και τη Γερμανία έως και την Αυστραλία.

«Πέρα από τους δύο παππούδες μου, τον πατέρα της μητέρας μου και τον παππού του πατέρα μου, που ήταν βέροι Κρητικοί, δεν είχα συγγενικές σχέσεις στην Κρήτη. Παρ’όλα αυτά, η Κρήτη σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για μένα. Η Δανάη είναι πεπεισμένη ότι είμαι Κρητικός, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Από την άλλη, η κόρη μου, που γεννήθηκε στην Αυστραλία και η οποία έχει πάει στην Κρήτη δύο καλοκαίρια μόνο, συστήνεται στους φίλους της στο Σύδνεϋ ως … Κρητικιά. Αυτή η περίεργη αίσθηση του ανήκειν στο μεγάλο νησί ήταν ο λόγος για τον οποίο ήθελα, τη μία φορά που θα εκπροσωπούσα την κυβέρνηση σε εκδήλωση της 25ης Μαρτίου, να το κάνω στην Κρήτη, στα Χανιά.

Όταν η μέρα έφτασε, με τη Δανάη και μια παρέα από συντρόφους, βουλευτές, δημοτικούς άρχοντες, απλό κόσμο, περπατήσαμε στο κέντρο των Χανίων, πλησιάζοντας σιγά σιγά στον προορισμό μας στην τέντα κάτω από την οποία, δίπλα στον μητροπολίτη, τον δήμαρχο και τον αρχηγό της Αστυνοµίας, θα παρακολουθούσαµε την παρέλαση µαθητών, πυροσβεστών, αστυνοµικών, τοπικών συλλόγων και, το σημαντικότερο, πέντε βετεράνων της Μάχης της Κρήτης. Καθώς η παρέλαση περνούσε από μπροστά µου, ως είθισται οι συμµετέχοντες στρέφονταν προς εµένα για να απευθύνουν χαιρετισμό προς τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης. Κάθε φορά που γύριζαν το κεφάλι τους προς το µέρος µου, µε έκαναν να αισθάνομαι περήφανος και γελοίος ταυτόχρονα. Αν και µια φωνή μέσα µου µε κορόιδευε ασταμάτητα, οµολογώ ότι απόλαυσα κάθε στιγμή. Στη συνέχεια καταθέσαµε στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη και σιγά σιγά κατευθυνθήκαμε, μέσα από πυκνό πλήθος, προς την ταβέρνα όπου θα ακολουθούσε αυτό που γίνεται πάντα στην Κρήτη σε τέτοιες περιπτώσεις µε τη ρακή να τρέχει χείμαρρος.

«Καθώς περπατούσαμε, άνδρες και γυναίκες πάλευαν να µου σφίξουν το χέρι, να µε αγκαλιάσουν, να µε ενθαρρύνουν, μεταφέροντας όλοι το ίδιο µήνυµα: «Μην τολμήσετε να παραδοθείτε! Όχι στη συνθηκολόγηση! Όχι κωλοτούµπα!» Ο κόσµος µας ένοιωθε ξεκάθαρα, ψυχανεμιζόταν, ότι μέσα στην ηγετική µας οµάδα είχε φυτρώσει ο σπόρος του ενδοτισµού. Έβλεπαν στα κανάλια την ασφυκτική πίεση της ολιγαρχίας, παρατηρούσαν το μένος της τρόϊκας. Ήταν περήφανοι για εµάς, που αντιστεκόμασταν αλλά συναισθάνονταν ότι το σθένος µας, το σθένος της κυβέρνησης τους, κάμπτεται Και, έτσι, έκαναν αυτό που έπρεπε και μπορούσαν να κάνουν: µας έλουζαν µε την ευχή και την κατάρα τους.

«Κάποια στιγµή παρατήρησα δημοσιογράφο να βιντεοσκοπεί με το κινητό του τις κουβέντες που αντάλλασσα µε τον κόσµο καθώς περπατούσαµε. Όταν µια ηλικιωμένη κυρία έτρεξε προς το µέρος µου φωνάζοντας το σύνθηµα που κι άλλοι πολλοί µου είχαν φωνάξει «Ρήξη τώρα!». Σταµάτησα, πήρα το χέρι της και παρακολουθώντας λοξά τον δηµοσιογράφο, εις απάvτησιν ενός δικού της «Είµαστε µαζί σας!», της είπα: «Ναι, αλλά θα πρέπει να είστε µαζί µας και μετά τη ρήξη!».

Το πλάνο εκείνο ήταν η κύρια είδηση σε όλους τους τηλεοπτικούς σταθµούς στα δελτία ειδήσεων εκείνο το βράδυ, όπως ακριβώς είχα ελπίσει. Οι πραγματικές διαπραγµατεύσεις µε τους πιστωτές µας δεν είχαν ακόµα αρχίσει αλλά η στιγµή της ρήξης ή της συνθηκολόγησης µας πλησίαζε. Εκατοµµύρια λαού µας προέτρεπαν για το πρώτο. Ο Αλέξης είχε ήδη θέσει την ερώτηση στο πολεµικό µας συµβούλιο «Εκείνοι που µας καλούν να προχωρήσουμε σε ρήξη σήµερα θα είναι και την επόµενη μέρα µαζί µας; Ή µήπως θα µας καταραστούν επειδή προχωρήσαμε στη ρήξη;» Ήταν µια σημαντική ερώτηση, η οποία έπρεπε να τεθεί, µε κάποιον τρόπο, δημοσίως, δεδοµένου µάλιστα, ήµουν σίγουρoς, ότι ο πρωθυπουργός µας την έθεσε προετοιµάζοντας µας για τη μη ρήξη, δηλαδή τη συνθηκολόγηση.

Αφού φτάσαµε στην Αθήνα εκείνο το βράδυ, ο Αλέξης κι εγώ είχαµε µακρά τηλεφωνική συνοµιλία. «Είπες στ’ αλήθεια σε µια γιαγιά ότι το ζήτημα είναι να συνεχίσει να µας υποστηρίζει και μετά από µια ρήξη;» ρώτησε, «Ναι, Αλέξη, το είπα. Πρέπει να προετοιμάσουμε τον κόσµο µας. Το να συμπεριφερόμαστε σαν να μην υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας είναι ασυγχώρητο, θα πρέπει σταδιακά να τους παρουσιάσουµε την πραγματική εικόνα, εάν θέλουµε να παραµείνουν στο πλευρό µας σε περίπτωση ρήξης». Ο Αλέξης συμφώνησε, αλλά σηµείωσε ότι, αν προκαλέσουμε ανησυχία στον λαό, το αποτέλεσµα θα είναι να αυξηθεί η εκροή καταθέσεων από τις τράπεζες. Είχε βέβαια δίκιο σε αυτό το σημείο, αλλά δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Η ουσία ήταν ότι ο Αλέξης είχε ήδη υιοθετήσει µια στάση αναµονής µε κάθε κόστος, µπαίνοντας στον προθάλαμο για τη «συμφιλίωση» µας µε την ιδέα της συνθηκολόγησης.

`

λλάζοντας θέµα, ενηµέρωσα τον Αλέξη για τηλεφωνική συνοµιλία που µόλις είχα µε τον Λάρρυ Σάµµερς, ο οποίος µου έδωσε πληροφορίες και έγκυρες συµβουλές: Το ΔΝΤ σχεδίαζε να απαιτήσει επιπλέον µέτρα λιτότητας. Θα ισχυριζόταν πως αντιμετωπίζαµε νέο µεγάλο πρωτογενές έλλειµµα στον κρατικό προϋπολογισµό, μεταξύ -2% και -5% του εθνικού εισοδήµατος. Ήταν µια παράλογη πρόβλεψη, δεδοµένου ότι εκείνη τη στιγµή είχαµε πρωτογενές πλεόνασμα παρ’ όλα τα προβλήµατα. Πράγματι, ακόµη και µετά το γεγονός του καλοκαιριού του 2015, το οικονοµικό έτος έκλεισε χωρίς κανένα πρωτογενές έλλειµµα.

Ο Αλέξης συγχύστηκε και εξέφρασε κάποιαν εχθρότητα προς τον Σάµµερς. Του εξήγησα ότι ο Λάρρυ δεν επιδοκίµαζε τη θέση του ΔΝΤ. Πήρε να µας προειδοποιήσει ότι, οτιδήποτε άλλο και αν συµφωνούσαμε τελικά, δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να δεχτούμε τη νέα λιτότητα που θα προσπαθούσε να μας επιβάλει το ΔΝΤ, κόντρα στη δική του ανάλυση που προέκρινε αναδιάρθρωση του χρέους και τερματισμό της λιτότητας. Ο Ομπάμα, ο Λιου, το ΔΝΤ, όλοι οι τραπεζίτες στη Γουόλ Στριτ και το Λιού κατανοούσαν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μια σκληρή, ασυνήθιστη και ανόητη τιμωρία. «Το μήνυμα του Λάρρυ είναι απλό», είπα. «Δε θα πρέπει να υποχωρήσουμε στο μοναδικό σημείο στο οποίο οι ισχυρότεροι άνθρωποι στον κόσμο συμφωνούν μαζί μας». Ο Αλέξης έδειξε να συμφωνεί και φάνηκε να χαλαρώνει. Για να εκτονώσουμε την ένταση, ανταλλάξαμε κάνα δυο αστεία πριν κλείσουμε το τηλέφωνο..

Είχε πάει αργά, πολύ μετά τις 2 το πρωί. Με τη Δανάη καθίσαμε για λίγο στον καναπέ, μια στιγμή ηρεμίας και γαλήvης πριν πάμε για ύπνο. Με ρώτησε πώς ένοιωθα. Καθώς ξεκίνησα να απαντώ, έβγαλε το τηλέφωνο της και άρχισε να με βιντεοσκοπεί «Αυτές είναι ιστορικές στιγμές», μου εξήγησε. Ήταν κάτι που η Δανάη θα επαναλάμβανε αρκετές φορές τις επόμενες εβδομάδες.

Η εμπειρία της παρακολούθησης αυτών των βίντεο τώρα που προσπαθώ να θυμηθώ την ατμόσφαιρα των ημερών πριν γράψω τούτες τις γραμμές είναι από τις οδυνηρότερες που έχω ζήσει. Ήταν ο λόγος για τον οποίο απέφευγα να δω τα βίντεο εκείνα έως τώρα. Εκείνη τη νύκτα η αυθόρµητη απάντηση μου ήταν:

«Νιώθω μόνος μου, Δανάη. Κάθομαι στο υπουργικό γραφείο μου, υποτίθεται επικεφαλής δεκατεσσάρων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά στην πραγµατικότητα είμαι μόνος μου, αντιμέτωπος με έναν μεγάλο, σιδηρόφρακτο στρατό, χωρίς ούτε μια τόση δα μικρή μικρή ασπίδα για προστασία … Διάολε, χωρίς ούτε ένα σωστό γραφείο Τύπου που να γνωστοποιεί στον κόσμο τη σημαντική δουλειά που κάνει η μικρή μας ομάδα. Πόσο μάλλον να με προστατεύει από ψέματα και διαστρεβλώσεις που θα έκαναν υπερήφανο τον Γιόζεφ Γκέμπελς».

Εκείνο το συναίσθηµα και οι ενδείξεις που το δικαιολογούσαν όσο πέρναγε ο καιρός θα γίνονταν ισχυρότερο.

`

Από την κατήφεια στα ουράνια

έχρι το τέλος Μαρτίου το σύνολο της ρευστότητας του ελληνικού κράτους είχε σχεδόν εξαντληθεί για τις αποπληρωμές στο ΔΝΤ. Σύμφωνα με τη δανειακή συμφωνία του 2ου μνημονίου, εκείνες οι αποπληρωµές, ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ, προβλεπόταν να καλυφθούν από εκταμιεύσεις από το ESM-EFSF και από το ΔΝΤ. Όμως, λόγω της ανησυχίας της κυβέρνησης Σαμαρά να κλείσει την τελευταία μνημονιακή «αξιολόγηση» τον Δεκέμβρη του 2014, όπως προβλεπόταν, η τελευταία δόση περίπου 7 δισ. ευρώ είχε παγώσει.

Και, βέβαια, μετά την εκλογική μας νίκη του Ιανουαρίου, η τρόϊκα παρακρατούσε μεν τις δόσεις αλλά απαιτούσε από εμάς να τους πληρώνουμε κανονικά (το ΔΝΤ ιδίως, του οποίου οι προγραμματισμένες αποπληρωµές συνωστίζονταν την άνοιξη του 2015). Μέρος των παρακρατηθέντων κονδυλίων ήταν το 1,9 δισ. ευρώ δικών μας χρημάτων που μας όφειλε η ΕΚΤ το οποία είχα απαιτήσει από τον Μάριο Ντράγκι. Επιπλέον παρακρατούσαν το ποσό των 1,2 δισ. δικών μας χρημάτων του ΤΧΣ που είχα ζητήσει από τον Βίζερ (βλ. προηγούμενο κεφάλαιο). Και βέβαια είχαν μπλοκάρει το 1,5 δισ. ευρώ που μας προσέφερε το Πεκίνο. Η προσπάθειά τους να μας εξαναγκάσουν να συνθηκολογήσουμε ήταν εξόφθαλμη.

Ήταν πραγματικό θαύμα που το υπουργείο μου κατάφερε να βρει 1,5 δισ. ευρώ για το ΔΝΤ εκείνο μόνο τον μήνα, εκπληρώνοντας ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις του έναντι των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων. Αποδείχθηκε ότι, παρά τη βαθιά κρίση, το ελληνικό κράτος τα κατάφερνε μόνο με δικά του μέσα και ότι όλη αυτή η συζήτηση που γινόταν σχετικά με τα δάνεια που δήθεν ζητούσα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες για να πληρωθούν οι «υπερβολικά υψηλές» συντάξεις και οι μισθοί ήταν ανυπόστατη

Παρ’ όλα αυτά, είχαμε φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Είχαμε δώσει στους πιστωτές προθεσμία ενός ολόκληρου μήνα για να δείξουν καλή πίστη, προθυμία να μας συναντήσουν στα μισά του δρόμου. Είχαν αποτύχει σε αυτό το τεστ. Σκοπίμως! Το BrusseIs Grouρ είχε παραλύσει, καθώς οι τροϊκανοί απέρριπταν όλες τις προτάσεις μας, χωρις να παρουσιάζουν ούτε μία δική τους. Δεν παραλάβαμε ποτέ ούτε μία σελίδα που να περιέχει oποιαδήποτε πρακτική λύση ή πολιτική. Ωστόσο, τα κυρίαρχα μέσα αποβλάκωσης, ιδίως στην Ελλάδα, μετέδιδαν ότι η Ελληνική κυβέρνηση αποτύγχανε να παρουσιάσει κοστολογημένα σχέδια σε αντίδραση των «σχολαστικά προετοιμασμένων» προτάσεων των θεσμών. Το τεράστιο χάσμα μεταξύ της προπαγάνδας τους και της πραγµατικότητας με έπεισε ότι υπνοβατούσαμε προς την καταστροφή. Έπρεπε να αντιδράσουμε αμέσως. Είχε έρθει η ώρα είτε να παραδοθούμε είτε να πολεμήσουμε. Είχε έρθει η ώρα είτε της αναδίπλωσης είτε της στάσης πληρωμών.

Ως πρώτο βήμα, θα έπρεπε να ανακοινώσουμε ότι δε σκοπεύαμε να συνεχίσουμε την αποπληρωμή του ΔΝΤ, και αργότερα της ΕΚΤ, όσο το Eurogrouρ και οι θεσμοί αρνούνταν να συζητήσουν ε της ουσίας. Στις 3 Απριλίου συνήλθε το Κυβερνητικά Συμβούλιο στο Μαξίμου.1 Έφτασα πολύ νωρίτερα από την προγρομματισµένη συνεδρίαση. Είχα σκοπό να μιλήσω στον Αλέξη και να τον πείσω να ανακοινώσει στο Κυβερνητικό Συμβούλιο ότι προχωράμε σε στάση πληρωμών στο ΔΝΤ. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή, Αλέξη», επέμεινα. Είτε ανακοινώνεις, του είπα, ότι τέρμα οι μονομερείς μεταβιβάσεις δισεκατομμυρίων είτε καλείς τη Mέρκελ για να συζητήσεις τους όρους της παράδοσης μας. «Η παράταση της σημερινής μας στάσης βοηθά μόνο τον Bόλφγκανγκ και τους δορυφόρους του, οι οποίοι μας σπρώχνουν έξω από την ευρωζώνη μέσω μιας διαδικασίας φθοράς».

Ο Αλέξης φαινόταν απρόθυμος να αποδεχθεί το δίλλημα. Τελικά, με πεσμένο το ηθικό, μου επανέλαβε τη συνηθισμένη του ατάκα: Ναι, θα προχωρούσαμε στη στάση πληρωμών, αλλά όχι ακόμα. «Δεν πρέπει να χάσουμε στο παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών [σηµ.: blame game το χαρακτήρισε στα αγγλικά]. Άσε με να μιλήσω ξανά με την Άνγκελα … δεν είναι η σωστή στιγμή». Του απάντησα ότι είχαμε ήδη χάσει στο παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών. «Διάβασε τον Τύπο», τον προκάλεσα, κάθε μέρα που περνάει, του θύμισα, χαρακτηρίζεται ως άλλη μία μέρα που δεν υποβάλλουμε εποικοδομητικές προτάσεις. Περιμένουμε ήδη αρκετό καιρό. Έχουμε αποδείξει και με το παραπάνω την πρόθεση μας να συμβιβαστούμε και δώσαμε επίσης την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να συμβιβαστεί Στις 20 Φεβρουαρίου αποξενώσαμε πολλούς από τους δικούς μας ανθρώπους για να το πετύχουµε. Και ποιά ήταν η ανταπόκριση; Ακύρωσαν στην πράξη τη συμφωνία μας μέσα σε λίγες μέρες. «Αυτό ήταν πριν από έναν μήνα, Αλέξη. Έκτοτε έχουν ανεβάσει τους τόνους. Ενώ η Άνγκελα, παρά τα ευγενικά της λόγια και τις υποσχέσεις που σου δίνει, δεν παρεμβαίνει Πότε λοιπόν θα προχωρήσουµε στη στάση πληρωμών αν όχι τώρα;»

`

Η συνομιλία μας συνεχίστηκε για λίγο. Επίμονα, αλλά κουρασμένος και αποκαρδιωμένος, ακολούθησε τη συνήθη πρακτική του να συμφωνεί με όλα όσα έλεγα αλλά να καταλήγει στο αντίθετα συμπέρασμα. Μιλούσε αργά και νωθρά, δείχνοντας ολοένα και πιο αποθαρρυμένος. Με τους συναδέλφους υπουργούς να συγκεντρώνονται στην αίθουσα συνεδριάσεων απέναντι από το πρωθυπουργικό γραφείο, είχε έρθει η ώρα να τερματιστεί το τετ-α-τετ μας. Έφυγα πρώτος από το γραφείο του, δίνοντας στον πρωθυπουργό την ευκαιρία να φρεσκαριστεί λίγο προτού προεδρεύσει σε συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου με στόχο όχι μόνο να ενημερώσει τους βασικούς υπουργούς της κυβέρνησης αλλά και να τους αναπτερώσει το ηθικό.

Λίγο μετά, αφού κάθισα στο θέση μου στο μεγάλο παραλληλόγραμμο τραπέζι της σύσκεψης, ο Αλέξης μπήκε στην αίθουσα δείχνοντας λίγο καλύτερα. Ως συνήθως, ξεκίνησε τη συζήτηση με μια ενημέρωση σχετικά με την πορεία των διαπραγµατεύσεων, αλλά, εφόσον δεν είχε καλά νέα να μας πει, ούτε να ανακοινώσει κάποιες γενναίες πρωτοβουλίες, σύντομα ο τόνος της φωνής του άρχισε να αντανακλά το πεσμένο ηθικό του. Η ομιλία του περιορίστηκε σε μια ακολουθία απαισιόδοξων εκτιμήσεων μιας διαδικασίας που προφανώς δεν οδηγούσε πουθενά, και όσο περισσότερο μιλούσε τόσο περισσότερο βάθαινε η κατήφεια στην αίθουσα. Μέχρι να ολοκληρώσει την τοποθέτηση του, βαριά ατμόσφαιρα παραίτησης είχε κυριαρχήσει στο δωμάτιο. Κάθε υπουργός που πήρε τον λόγο στη συνέχεια έδωσε τον δικό του ξεχωριστό τόνο μελαγχολίας. Μόλις ολοκλήρωσαν όσοι ήθελαν να μιλήσουν, ο Αλέξης πήρε και πάλι τον λόγο για να κλείσει τη συνάντηση.

Ξεκίνησε σχεδόν όπως είχε τελειώσει την εισαγωγική του ομιλία: αργά, υποτονικά, σχεδόν καταθλιπτικά, υπογραμμίζοντας τις δυσκολίες και τους κινδύνους της κατάστασης. Σταδιακά όμως όρκισε να παίρνει τα πάνω του. Η οµιλία του επιταχύνθηκε, το ύφος του ζωντάνεψε. Από µνήµης τον θυµάµαι να λέει περίπου τα εξής:

Πριν έρθετε εδώ, µιλούσα µε τον Βαρουφάκη. Προσπαθούσε να µε πείσει ότι ήρθε η ώρα της στάσης πληρωµών προς το ΔΝΤ. Μου έλεγε ότι δε φαίνονται σημάδια ότι ενδιαφέρονται να συμβιβαστούν µε µια δύσκολη αλλά έντιμη συµφωνία, µια συµφωνία που να είναι οικονοµικά βιώσιµη και πολιτικά διαχειρίσιμη». Του εξήγησα ότι δεν είναι τώρα η στιγµή για τη στάσn πληρωµών. θα χάσουµε το blame game [σηµ. τη μάχη της επίρριψης ευθυνών], αν και έχουµε µπροστά µας τρεις µήνες ακόµα της παράτασης που πετύχαµε την 20η Φεβρουαρίου. Μια στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ θα ερµηνευόταν ως στάση πληρωµών προς όλους τους δανειστές, δίνοντας έτσι το έναυσµα στον Ντράγκι να µας κλείσει τις τράπεζες.

«Εδώ είµαστε», σκέφτηκα. «Μου επιτίθεται στο Κυβερνητικό Συµβούλιο χωρίς καν να έχω αρθρώσει λέξη». Μόνο που είχα απόλυτο άδικο. Μετά από µια σύντοµη παύση, όπως εκείνη που ξέρουν να χρησιµοποιούν οι κορυφαίοι τραγωδοί, συνέχισε, αυτή τη φορά µε τη φωνή του να δείχνει αυτοπεποίθηση. Και δεν ήταν µόνον η φωνή του. Όλο του το σώµα είχε αρχίσει να εκπέµπει θετική ενέργεια. Τα λόγια του δε έκρυβαν µια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις:

Όµως, ξέρετε κάτι, σύντροφοι; Έχει δίκιο! Φτάνει πια. Ως εδώ. Αποδεχθήκαμε τους κανόνες τους. Αποδεχτήκαμε τη διαδικασία τους. Κάναµε µεγάλους συµβιβασµούς για να τους δείξουµε πως είμαστε έτοιµοι να τα βρούµε µαζί τους. Κι αυτοί το µόνο που κάνουν είναι να καθυστερούν και να ρίχνουν σ’ εμάς το φταίξιµο για την καθυστέρηση. Η Ελλάδα, τους αρέσει δεν τους αρέσει, παραµένει κυρίαρχο κράτος, κι εµείς, η κυβέρνηση, έχουµε καθήκον να τους πούµε Αρκετά!

Και τότε σηκώθηκε όρθιος, γύρισε προς εµένα, προέτεινε το δεξί χέρι δείχνοντας µε τον δείκτη και µε φωνή που εξέπεμπε ψυχολογική και ηθική ανανέωση είπε:

` Όχι µόνο θα σταματήσεις τις πληρωµές στο ΔΝΤ, αλλά θα πάρεις το αεροπλάνο να πας αυτοπροσώπως στην Κυρία να της το πεις ο ίδιος στην Ουάσινγκτον πως θα προβούµε σε στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ!

Το δωµάτιο κατακλύστηκε από αισιοδοξία, χαµόγελα, αποφασιστικότητα. Η αίσθηση ότι είµασταν όλοι µια γροθιά επέστρεψε, παραμερίζοντας τη µεµψιµοιρία και την εξατομίκευση τις οποίες καλλιεργούσε η ενδοτικότητα. Οι υπουργοί αλληλοκοιτάζονταν προσπαθώντας να πιστέψουν αυτό που άκουσαν, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ιστορικότητα της στιγµής. Η μελαγχολία και οι σκοτεινές σκέψεις εξαφανίστnκαν σαν κάποιος να είχε ανοίξει τα παντζούρια ενός υγρού, σκοτεινού δωµατίου για να χυθεί μέσα το φως µιας ανίκητης Άνοιξης. Όπως οι υπόλοιποι, επέτρεψα κι εγώ στον εαυτό µου µια στιγµή ανανέωσης. Εκείνn τη στιγµή ειλικρινά βίωσα όσο πιο κοντά μπορούσε να βιώσει ένας άθεος την κορύφωση µιας θείας λειτουργίας.

Φεύγοντας από το Μαξίµου, µε τον Αλέξn αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά. Ο Ευκλείδης βγήκε από το κτίριο µαζί µου, εκπέμποντας ανήσυχη ευεξία. Καθώς πηγαίναµε προς την ίδια κατεύθυνση, στην Πλατεία Συντάγµατος, τον πήρα µαζί µου µε τη µηχανή. Η φωτογραφία των δύο υπουργών στη Yamaha µου έκανε τον γύρο του κόσµου. Δε µας ένοιαζε καθόλου. Εκείνο το βράδυ ο Ευκλείδης µου έστειλε µήνυµα: «Οι κόρες µου ζηλεύουν. Θέλουν κι αυτές βόλτα µε τη μηχανή» :Ήταν όντως μέρα χαράς ,

Εκείνο το βράδυ δουλέψαµε µε τον Σπύρο Σαγιά συγγράφοντας από κοινού την επιστολή που θα παρέδιδα στην Κριστίν Λαγκάρντ στην Ουάσινγκτον. Ο Σπύρος έγραφε στα ελληνικά, σ’ ένα σημειωματάριο µε κίτρινες σελίδες, το νοµικό επιχείρημα που υποστήριζε τη στάση πληρωµών, ενώ εγώ το προσάρμοζα στο λάπτοπ µου, γράφοντας στα αγγλικά, ώστε οι παράγραφοι του Σπύρου να συνάδουν με το οικονοµικό και πολιτικό µήνυµα που θέλαµε να περάσουµε. Η ουσία της επιστολής ήταν ότι, κατά την άποψη της ελληνικής κυβέρνησης, το ΔΝΤ δεν μπορούσε να περιµένει την κανονική συνέχιση των προβλεπόμενων αποπληρωμών εκ µέρους µας εφόσον: (α) η τρόϊκα είχε διακόψει την καταβολή των προβλεπόμενων δόσεων, ακόμα και των δικών μας χρημάτων, που μας χρωστούσε, και (β) η ΕΚΤ μας μείωνε συστηματικά τη ρευστότητα, σε αντίθεση με το προηγούμενο του 2012 και σε παράβαση της δέσμευσης Ντράγκι που, μετά τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, η ρευστότητα θα επανερχόταν στα πρότερα επίπεδα.

`Στο μεταξύ, η Φωτεινή, η γραμματέας μου, προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το γραφείο της Κριστίν Λαγκάρντ Δεν ήταν εύκολο, καθώς στην Εσπερία γιόρταζαν τη Μεγάλη Παρασκευή των καθολικών. Το νωρίτερο που μπορούσα να φτάσω στην Ουάσινγκτον και να συναντηθώ με την Κριστίν ήταν την Κυριακή του Πάσχα τους. Όταν εν τέλει έγινε επικοινωνία, εξηγήσαμε το επείγον του ζητήματος, χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, κι εκείνοι έσπευσαν να κανονίσουν το ραντεβού, απολογούμενοι ότι έπρεπε να γίνει μετά τις 5 μμ, ώστε η διευθύνουσα σύμβουλος να περάσει το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα με την οικογένεια της.

Στη μακρά πτήση προς την Ουάσινγκτον, μέσω Μονάχου, είχα μαζί μου τον Τάκη Ρουμελιώτη, πρώην εκπρόσωπο της Ελλάδας στο ΔΝΤ ο οποίος είχε γίνει, γνωστός ως ο πρώτος «κατεστημενικός» που άσκησε κριτική κατά του μνημονιακού προγράμµατος του ΔΝΤ. Στις αποσκευές μου κουβαλούσα την επίσημη επιστολή που θα συνόδευε τον προφορική μoυ ανακοίνωση ότι την 9η Απριλίου 2015, τέσσερις μέρες μετά τη συνάντηση στην Ουάσινγκτον, δε θα πραγματοποιούσαμε την επόμενη προγραμματισμένη πληρωμή προς το ΔΝΤ ύψους 462,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν Ποιά θα ήταν η ιδανική φρασεολογία κατά τη διάρκεια της συζήτησης μου με τη Λαγκάρντ, αναμένοντας τη σθεναρή απόρριψη εκ μέρους της του όποιου επιχειρήματος της παρέθετα. Δικός μου στόχος ήταν να εκμεταλλευθώ την επικείμενη αθέτηση πληρωμής ως αποτελεσματικό σήμα προς το ΔΝΤ ότι είχε έρθει η ώρα των αποφάσεων ότι δε θα μπορούσαν πια να κρύβονται πίσω από ωραία λόγια για αναδιάρθρωση, κάνοντας μετά, στο Eurogrouρ, τα στραβά μάτια άμεση αναδιάρθρωση χρέους η στάση πληρωμών προς το ΔΝΤ. Αυτό ήταν το δίλλημα ενώπιον του οποίου είχα υποχρέωση να θέσω στην Κριστίν Λαγκάρντ.

Η μακρά πτήση μου πρόσφερε τουλάχιστον λίγες ώρες απομόνωσης για να ξανακοιτάξω το έγγραφο που είχα συντάξει με τη βοήθεια του Τζεφ Σακς και άλλων και το οποίο αποτελούσε το σχέδιο του υπουργείου μου για τον τερματισμό της ελληνικής κρίσης το εποικοδομητικό μας υποκατάστατο του μνημονίου. Η στάση πληρωμών, έτσι δεν ήταν απλώς μια άρνηση οφειλέτη να πληρώσει, αλλά το πρώτο βήμα για την άμεση εφαρμογή εvός ήπιου και λογικού σχεδίου ανάκαμψης και ανασυγκρότησης για την Ελλάδα, που, μακροπρόθεσμα, θα ωφελούσε και τους δανειστές. Χωρίς τη στάση πληρωμών που ετοιμαζόμουν να ανακοινώσω στην Κριστίν, Ελλάδα και δανειστές θα παρέμεναν εγκλωβισμένοι σ’ έναν αδυσώπητο φαύλο κύκλο.

`

Από τους ουρανούς στην ανώφελη προσγείωση

 

τάνοντας στο αεροδρόμιο «Pόναλντ Ρέιγκαν» της Ουάσινγκτον, ανακάλυψα ότι η βίζα μου για τις ΗΠΑ δεν ήταν πλέον έγκυρη, παρά το γεγονός ότι έληγε σε ένα έτος. Ο λόγος της διακοπής, που δε μου είχε κοινοποιηθεί, ήταν η παραίτησή μου από το Πανεπιστήμιο του Τέξας – παραίτηση στην οποία προέβην ως μέρος του «συμβολαίου» μου με τους ψηφοφόρους της Β’ Αθηνών, ότι δηλαδή «καίω τις γέφυρές μου» με τις ΗΠΑ, ότι δεσμεύομαι πως, βρέξει χιονίσει, η κάθοδός μου στις εκλογές σήμαινε ότι δε θα ξαναμετανάστευα, ότι θα έμενα στην Ελλάδα όπως και να εξελισσόταν η διακυβέρνηση μας.

`

Φυσικά, το γεγονός ότι ήμουν υπουργός οικονομικών χώρας που είχε ραντεβού με την επικεφαλης του ΔΝΤ σε δύο ώρες, και συναντήσεις την επόμενη μέρα στο αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών και στον Λευκό Οίκο, δε σήμαινε τίποτα για τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Μετανάστευσης των ΗΠΑ. Όπως κάθε άλλος ξένος, έπρεπε να περάσω τη διαδικασία της επίσημης υποβολής αίτησης στο Διαδίκτυο, την οποία οδηγήθηκα να κάνω στο σημείο ελέγχου μετανάστευσης. Παρ’ όλη την ταλαιπωρία, υπήρχε κάτι ωραίο σε εκείνη την ισόνομη μεταχείριση των «ξένων» από το αμερικανικό κράτος!

Ο επιπλέον χρόνος που χρειάστηκε για να περάσω τους ελέγχους με έκανε να καθυστερήσω να ενεργοποιήσω το κινητό μου. Εκ των υστέρων, αυτό µου πρόσφερε άλλη µία ώρα πνευματικής γαλήνης, γιατί, όταν το άνοιξα, βρήκα ένα σύντοµο γραπτό µήνυµα από τον Αλέξη: «Πάρε µε». Φυσικά, τον κάλεσα αµέσως.

« Κοίταξε; Γιάνη», είπε, «αποφασίσαμε ότι δε θα προχωρήσουµε σε στάση πληρωµών, όχι ακόµα».

«Ποιοι είμαστε «εµείς» που το αποφασίσαµε;» τον ρώτησα αποσβολωµένος.

«Εγώ, ο Σαγιάς, ο Δραγασάκης … », είπε ο Αλέξης µ’ έναν κόµπο στον λαιµό του, « … αποφασίσαµε ότι δεν είναι η σωστή κίνηση λίγο πριν από το Πάσχα».

«Ευχαριστώ που µε ενημέρωσες», του απάντησα ειρωνικά, οργισµένος και απογοητευμένος. Προσπαθώντας να ακουστώ όσο πιο ήρεμος και νηφάλιος μπορούσα, τον ρώτησα; «Και τώρα τι πρέπει να κάνω; Να µπω στο ίδιο αεροπλάνο και να επιστρέψω; Τι νόημα έχει πλέον να συναντήσω τη Λαγκάρντ;»

«Όχι, τη συνάντηση πρέπει να την κάνεις».

«ΟΚ», είπα αναλογιζόμενος εν τάχει πως θα άλλαζε το όλο σενάριο της συνάντησης, µας, «τότε να χρησιμοποιήσω την ευκαιρία για να της καταθέσω τις προτάσεις µας, από τη µία, προϊδεάζοντας την, από την άλλη, ότι ο κόµπος φτάνει σιγά σιγά στο κτένι»,

«Όχι, εσύ να της πεις ότι την Τετάρτη δε θα τους πληρώσουµε.2 Πρέπει να προχωρήσεις όπως συµφωνήσαµε. Να της πεις ότι θα προχωρήσουμε σε στάση πληρωµών».

Ήταν το πιο παράλογο πράγµα που είχα ακούσει στη ζωή µου. Μάλλον δεν άκουσα καλά, είπα μέσα µου. Χρειαζόμουν διευκρινίσεις.

«Τι εννοείς; Να της πω ότι θα προχωρήσουμε σε στάση πληρωµών την Τετάρτη, ενώ αποφασίσατε να πληρώσουµε;»

«Ναι», απάντησε ο Αλέξης. «Απείλησε την ώστε να αγχωθεί αρκετά και να καλέσει τον Ντράγκι, για να τον πιέσει να µας δώσει ρευστότητα. Τότε θα τους πούµε ότι, εντάξει, αφού άνοιξαν τη ρευστότητα, θα πληρώσουμε»

`

Η αδρεναλίνη µε είχε πλημμυρίσει, διαλύοντας κάθε ίχνος κόπωσης ή τζετ λαγκ. Ελέγχοντας το αίσθημα αγανάκτnσης που µε κυρίευε, προσπάθησα να επαναφέρω τη συζήτησn στον δρόµο της λογικής:

«Και τι θα γίνει εάν ο Ντράγκι δε µας δώσει ρευστότητα όταν ακούσει από τη Λαγκάρντ ότι την απείλησα µε στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ; Τι θα γίνει τότε, Αλέξη;»

«Θα υποχωρήσουν, Γιάνη, θα δεις», απάντησε µε µια αβάσιµα αισιόδοξη πρόβλεψη.

«Κι αν δεν το κάνουν; Δεν καταλαβαίνεις ότι όταν ο Δαβίδ αντιμετωπίζει τον Γολιάθ µε µοναδικό όπλο µια μικρή σφεντόνα, είναι ανοησία ολκής να μπλοφάρει, ουσιαστικά καταργώντας τη µικρή του σφεντόνα Η σφεντόνα µας είναι η απειλή της στάσης πληρωµών. Είναι µίας χρήσης θα πρέπει να την εµφανίσουµε µόνο στην περίπτωση που σκοπεύουµε να τη χρησιµοποιήσουµε. Γιατί αν απειλήσουμε ότι θα τη χρησιµοποιήσουµε και στη συνέχεια, όταν ο εχθρός µας προκαλέσει για να δει αν µπλοφάρουµε, εμείς, γίνουµε λαγός, τότε τελειώσαµε. Μετά από αυτό δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ πια στα σοβαρά τις απειλές µας. Είμαστε πολύ αδύναµοι για να µπλοφάρουµε, Αλέξη. Και, ως υπουργός οικονοµικών, δεν µπορώ να σε αφήσω να χαραµίσεις το µοναδικό µας όπλο. Δεν µπορώ να πω στη Λαγκάρντ ότι θα προχωρήσουµε σε στάση πληρωµών, από τη στιγμή που µου ξεκαθάρισες ότι δεν πρόκειται να µε αφήσεις να την πραγματοποιήσω». 

Ήταν η πρώτη φορά που ο Αλέξης µου απάντησε κάνοντας χρήση της πρωθυπουργικής του, συνταγματικής εξουσίας πάνω µου, ώστε να μη χρειαστεί να επιχειρηματαλογήσω πλέον:

«Θα της πεις ότι την Τετάρτη δεν πληρώνουµε. Είναι εντολή πρωθυπουργού!»

Αυτό ήταν: την πρώτη φορά που ο Αλέξης θα µε διέταζε να κάνω κάτι με το οποίο διαφωνούσα κάθετα το έκανε για να χαραµίσει το µοναδικό µας διαπραγµατευτικό άσο.

Καθώς απενεργοποιούσα το κινητό μου τηλέφωνο, ξαφνικά αισθάνθηκα αφόρητα βαρύς και κουρασμένος. Κοιτάζοντας τον Τάκη Ρουμελιώτη να περπατά μπροστά μου προς την έξοδο του αεροδρομίου και το αυτοκίνητο της πρεσβείας που μας περίμενε μέσα στο σύννεφο ευεξίας που του χάριζε η άγνοια του τι μου είχε μόλις πει ο Αλέξης, τον ζήλευα. Ζήλεψα την απουσία από τον νου του των ερωτημάτων που βασάνιζαν τον δικό μου.

«Τι να είχε συμβεί;» αναρωτιόμουν. Mήπως ο Δραγασάκης και ο Σαγιάς άλλαξαν γνώμη στον Αλέξη, όσο εγώ βρισκόμουν στο αεροπλάνo; μήπως η εμψυχωτική ομιλία του Αλέξη στο Μαξίμου, στην οποία είχε υιοθετήσει την πρότασή μου για στάση πληρωμών, ήταν απλώς ένα τέχνασμα για να ανεβάσει το ηθικό του Κυβερνητικού Συμβουλίου, προτού αναιρέσει την εντολή του κυνικά και προγραμματισμένα; Πώς θα μπορούσα να υπηρετήσω έναν πρωθυπουργό που με τόση άνεση σκόπευε να εξαπολύσει μια απειλή κενή περιεχομένου ενάντια στο πιο ισχυρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του κόσμου;

Καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν από το αεροδρόμιο, ήξερα που έπρεπε να βρω έναν τρόπο να δαμάσω την τρικυμία. οι αναπάντητες ερωτήσεις για το τι συνέβαινε στο Μαξίμου έπρεπε να περιμένουν. Η Κριστίν Λαγκάρντ με περίμενε στο γραφείο της, στο κατά το άλλα άδειο κεντρικό κτίριο του ΔΝΤ ήταν πρωτεύουσα της υπερδύναμης. Και η εντολή του πρωθυπουργού μου ήταν να μπω μέσα και να την απειλήσω με κάτι που πίστευα ότι έπρεπε να κάνουμε την επόμενη Τετάρτη, αλλά που μου είχε ομολογήσει ότι, όταν θα ερχόταν η επόμενη Τετάρτη, δε θα μου επέτρεπε να το κάνω.

`

Άσφαιρο τελεσίγραφο

π’ όλα τα γραφεία που επισκέφτηκα εκείνους τους μήνες, το γραφείο της Kριστίν Λανκάρντ ήταν το μοναδικό που ήταν σχεδόν καλαίσθητο Η ίδια έδειχνε χαλαρή και φιλική. Όμως τίποτα από αυτά δε βοηθούσε να διαλυθεί η ταραχή μου, δεδομένης της ανήκουστης πρωθυπουργικής εντολής με την οποία έμπαινα στο γραφείο της διευθύνουσας συμβούλου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Τα πράγματα πήραν τροπή προς το χειρότερο όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Πόουλ Τόμσεν ακυρώνοντας την ελπίδα που είχε αναφέρει ο Κεμάλ Ντερβίς για μια σύγκλιση μεταξύ εμού και της Κριστίν

 

Ξεκίνησα τη συζήτησn ευχαριστώντας την που με δέχθηκε την τελευταία στιγμή και ζητώντας συγγvώμη που κατέστρεψα την οικογενειακή της θαλπωρή την Κυριακή του Πάσχα. Όσο τα έλεγα αυτά, αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσα ταυτόχρονα να εκτελέσω την εντολή του Αλέξη χωρίς να ακυρώσω την αξιοπιστία μας. «Κανείς μας δε θέλει να γράψει ιστορία με μαύρα γράμματα», ήταν η εισαγωγή που επέλεξα. Συνέχισα δίνοντας της κάποια εντυπωσιακά, για να μην πω εξωφρενικά στοιχεία, το οποία αποτύπωναν την κατάσταση του κράτους μας. Στο επίκεντρο ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός: 14,21 %. Ήταν το ποσοστό του Εθνικού μας εισοδήµατος του τριμήνου που ήμουν στο υπουργείο το οποίο έπρεπε να δεσμεύσω ώστε να συνεχίσω κανονικά τις αποπληρωμές του ΔΝΤ και άλλων πιστωτών.3

Παρατηρώντας την έκπληξη της στο άκουσμα του συγκεκριμένου αριθμού, τον οποίο ούτε ο Πόουλ Τόµσεν δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, είπα στην Κριστίν ότι οι υπεράνθρωπες προσπάθειες μας κατά τον Μάρτιο, και η πεισματική άρνηση της ΕΚΤ να χαλαρώσει τους περιορισμούς ρευστότητας, θα μας έφερναν στα όρια μας την εβδομάδα που ερχόταν, εκεί γύρω στις 9 Απριλίου, ημέρα Τετάρτη

«Για να είμαι συγκεκριμένος», δήλωσα με τρεμάμενη ψυχή, «η κυβέρνηση μας θα συρθεί εκ των πραγμάτων στο δίλημμα να προβεί σε στάση πληρωμών είτε προς τους συνταξιούχους και τους μισθωτούς του Δημοσίου είτε προς το ΔΝΤ. Όπως καταλαβαίνεις, Κριστίν όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε τέτοιο δίλημμα … » Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου, η Κριστίν με διέκοψε και με ύφος που έδειχνε κατανόηση είπε «Ναι, δε χρειάζεται να είναι κανείς φωστήρας», εννοώντας ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν κάνετε ποτέ στάση πληρωμών σε συνταξιούχους και δημόσιους υπαλλήλους.

Προς μεγάλη της τιμή, η απάντηση της διευθύνουσας συμβούλου του ΔΝΤ για το τι έχει υποχρέωση να κάνει μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα τέτοιο δίλημμα ήταν η ακριβώς αντίθετη εκείνης του Κλάους Pέγκλινγκ, τότε που, παρουσία του Τζεφ Σακς, την 9η Μαρτίου.

Λίγο μετά το Eurogrouρ της μέρας εκείνης, του είχα θέσει το εν λόγω ερώτημα. Βέβαια, όταν τον ανάγκασα να προχωρήσει περισσότερο, ρωτώντας την τι θα έκανε εκείνη στη θέση μου όταν ήταν υπουργός οικονομικών, μπροστά στο δίλημμα «στάση πληρωμών στο ΔΝΤ η στους συνταξιούχους σου», η διπλωματική της απάντηση ήταν: «θα προσπαθούσα να μην είμαι σε αυτή τη θέση», κάτι που με προκάλεσε να της απαντήσω ότι σε εκείνη τη θέση βρέθηκα από τον πρώτη μου μέρα στο υπουργεί.

Η στιγμή που έπρεπε να αιτιολογήσω την απόφασή μας για μορατόριουμ πληρωμών είχε έρθει. «Επίτρεψε μου να μεταφέρω ένα επιχείρnμα που κερδίζει έδαφος στην Αθήνα, με νομική υποστήριξη», ξεκίνησα προετοιµάζοντας την για την παράδοση της επιστoλής την οποία είχαμε συγγράψει από κοινού με τον Σαγιά. Η Κριστίν έδειξε να καταλαβαίνει ότι φτάναμε «στο ψητό» και με μια κίνηση σχεδόν ρητορική, αλλά και, παράλληλα πατερναλιστική, σηκώθηκε να μου φέρει ένα ποτήρι νερό, σαν να μου έλεγε «καταλαβαίνω ότι ετοιμάζεσαι να μου πεις κάτι που σε στεναχωρεί Ήπια μια γουλιά και συνέχισα. Η ουσία της θέσης μας, εξήγησα, είναι απλή:

Η Ελλάδα και οι πιστωτές της διασυνδέονται με μια δανειακή σύμβαση. Η δανειακή αυτή σύμβαση προβλέπει:

α) μια ακολουθία αποπληρωμών της Ελλάδας προς το ΔΝΤ, τον ΕΚΤ και τον ESM-EFSF,

(β) μια ακολουθία δόσεων του εναπομείναντος δανείου από τους τρείς αυτούς θεσμούς προς το ελληνικό δημόσιο και

(γ) ένα σύνολο όρων (το Μνnμόνιο η MoU) υπό τους οποίους καταβάλλονται οι δόσεις και συνεχίζει η ΕΚΤ να παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες.

Από την εκλογή της κυβέρνησης μας και μετά, τρείς είναι οι κύριες εξελίξεις: Πρώτον, οι δόσεις πάγωσαν. Δεύτερον, η ρευστότητα που παρέχει η ΕΚΤ στις τράπεζες, και μέσω αυτών στο Δημόσιο, περιορίστηκε δραστικά. Τρίτον, οι όροι της δανειακής συμφωνίας [το (γ) πιο πάνω ] είναι υπό επαναδιαπραγμάτευση σύμφωνα με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου.

«Συνεπώς», κατέληξα, «έως ότου η επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής συμφωνίας ολοκληρωθεί, και προκύψουν νέοι όροι, ενόσω η ρευστότητα παραμένει περιορισμένη και παραμένουν παγωμένες οι προγραμματισμένες δόσεις, επιβάλλεται να παγώσουν και οι αποπληρωμές μας»,

Η Κριστίν απάντησε αμέσως, πονηρά και με τρόπο που, όμως, παραβίαζε (όχι για πρώτη φορά) το πνεύμα και το γράμμα της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου: Αν επιμέναμε σε μορατόριουμ αποπληρωμών, στη βάση του επιχειρήματος ότι οι όροι της δανειακής σύμβασης (του μνημονίου ή MoU) εκείνη θα ισχυριζόταν ότι ποτέ δεν τέθηκαν υπό επαναδιαπραγμάτευση οι όροι της δανειακής σύμβασης. Χαμογελώντας τη ρώτησα τι στα κομμάτια κάναμε από τον Φλεβάρη αν δε διαπραγματευόμασταν τους όρους της δανειακής συμφωνίας. Όπως ήταν προβλεπόμενο, έλαβα νεφελώδη, νομικίστικη απάντηση. «Διαπραγματευόμαστε τον τρόπο με τον οποίο το μνημόνιο, και οι όροι του, μπορεί να γίνει συμβατό με τις προεκλογικές σας εξαγγελίες», μου απάvτησε κυνικά.

Σε οποιοδήποτε δικαστήριο του κόσμου το επιχείρημα της Κριστίν θα κατέπεφτε. Όμως δεν ήμασταν σε δικαστήριο αλλά στο γραφείο της. Κι από τη στιγμή που δε θα κάναμε πράξη την απειλή της στάσης πληρωμών, που θα ήταν το μοναδικό εργαλείο για να εξαναγκαστεί το ΔΝΤ να λάβει στα σοβαρά το ορθότατο επιχείρημά μας, το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να πω εκείνο που με είχε διατάξει ο Αλέξης να πώ:

«Κριστίν, δεν ήρθα εδώ εξουσιοδοτημένος να ξεκινήσω μαζί σου φραστικό πόλεμο. Αυτό που έχω εξουσιοδοτηθεί να κάνω είναι να σε πληροφορήσω ότι σε τέσσερις μέρες θα αναγκαστούμε να προβούμε σε στάση προγραμματισμένης προς το ΔΝΤ πληρωμής, εφόσον οι δανειστές εξακολουθούν να καθυστερούν την ουσιαστική διαπραγμάτευση κι ενώ η ΕΚΤ συνεχίζει να περιορίζει τη ρευστότητα μας».

Τα λόγια αυτά θα τα είχα πει με περηφάνια και χαρά, μόνον όμως εφόσον τα υποστήριζε η πρόθεση του πρωθυπουργού μου να το επιβεβαιώσει την επόμενη Τετάρτη. Εν απουσία αυτής της πρόθεσnς, με το που είπα τα πικρά αυτό λόγια, έδωσα τον καλύτερό µου εαυτό προκειµένου να παραθέσω στην επικεφαλής του ΔΝΤ, µε µια ειλικρινή παρουσίαση της πραγµατικότητας, την εικόνα των πραγµάτων όπως φαίνονταν από τη δική µου πλευρά.

Ουάσιγκτον, Κυριακή 5 Απριλίου 2015.

Πάσχα των Καθολικών στο σπίτι της Λαγκάρντ.

5 η ώρα το απόγευμα.

`

Η Κυρία κατάλαβε

συζήτησή µας διήρκεσε πολλή ώρα και κάλυψε πολλά ζητήματα: Ήταν φιλική, εποικοδομητική και ευχάριστη επειδή κι οι δυο µας καταβάλαµε προσπάθεια να κατανοήσουμε την άλλη πλευρά. Αποφασισµένος να αποφύγω τις περιστροφές, της εξήγησα τη μεγαλύτερη αγωνία µου: ότι οι συζητήσεις στο Eurogroup, καθώς και στο Brussels Group, γίνονταν μέσα σε µια ομίχλη κίβδηλων θέσεων και προθέσεων. «πολύ φοβάµαι», της είπα, «ότι η ανάκαμψη και η βιωσιµότητα της Ελλάδας δεν ήταν καν στο µυαλό της πλευράς των δανειστών».

Για να της δώσω να καταλάβει τι εννοούσα, μοιράστηκα µαζί της το περιεχόµενο των συζητήσεων µου µε τον Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, τις προτάσεις που του έκανα για τρεις η τέσσερις µεγάλες µεταρρυθµίσεις (τα νοµοσχέδια των οποίων θα συγγράφαµε από κοινού), τον απότομο τρόπο µε τον οποίο απέρριψε την ιδέα µου και, τέλος, το σκεπτικό του για την εν λόγω απόρριψη, που δεν ήταν άλλο από την πεποίθηση του ότι καµία κυβέρνηση δεν µπορούσε να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη.

«Bλέπεις, Κριστίν», την προκάλεσα, «γιατί χρειαζόµαστε κάποιες ενδείξεις ότι όλοι εργαζόμαστε µε στόχο κοινό; Ότι όλοι µας ψάχνουμε µια συνολική λύση για την Ελλάδα εντός της ευρωζώνης; επειδή δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι αυτό συµβαίνει!» κατέληξα.

«Εννοείς πολιτικά» µε ρώτησε µε αρκετή δόση ανησυχίας στο πρόσωπό της.

«Ναι, πολιτικά», απάντησα. «θέλουµε όσο τίποτα άλλο µια ένδειξη ότι όλοι γύρω από το τραπέζι θέλουν να αποφευχθεί ένα «ατύχημα». Ελπίζω να έχω άδικο, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε κατά διάνοια προφανές. Θα έλεγα µάλιστα ότι ισχύει το αντίθετο: Η πλειοψηφία [σηµ.: στο Eurogroup] ποθεί το » ατύχημα «, Αλλά κι έτσι να μην είναι, πρέπει να κατανοήσετε ότι, όσο διατεθειμένοι κι αν είμαστε να κάνουμε συµβιβασµούς, δεν είμαστε διατεθειμένοι να καταλήξουµε συµβιβασµένοι, υπογράφοντας κάποιο µνηµόνιο που το θεωρούµε ανεφάρμοστο, ίσως και καταστροφικό αν προσπαθήσουµε να το εφαρµόσουµε».

«Τι εννοείς ανεφάρµοστο;» µε ρώτησε µε περιέργεια. Της εξήγησα ότι άλλη µία δόση λιτότητας, σε µια χώρα που έχει ήδη σπάσει τα παγκόσµιο ρεκόρ λιτότητας, θα είχε ως ανεπίτρεπτο αποτέλεσµα νέα αύξηση του γιγαντιαίου χρέους ως ποσοστού του φθίνοντος εθνικού εισοδήµατος. Αυτή η διαδικασία οδηγεί, επέµεινα, σε σίγουρη έξοδο από το ευρώ κάποια στιγµή, ήταν ο κοινωνικός και οικονοµικός ιστός της χώρας θα έχει διαβρωθεί πλήρως. Με την άκρη του µατιού παρακολουθούσα τον Πόουλ Τόµσεν να έχει καρφώσει τα βλέµµα στο πάτωµα και θυμήθηκα την ενθουσιώδη αποδοχή εκ µέρους του ακριβώς εκείνου του επιχειρήματος την πρώτη φορά που είχαµε συναντηθεί στο Παρίσι, τότε που επαύξησε προτείνοντας µάλιστα τη διαγραφή χρέους άνω των 50 δισ. Αυτή τη φορά εποιείτο την νήσσαν.

Ενθυµούµενος την κατηγορία του Τόµσεν και των λοιπών τροϊκανών ότι ήµασταν δέσµιοι ιδεολογικών αγκυλώσεων, µίλησα στην Κριστίν για τις ιδεολογικές αγκυλώσεις των δικών της υφισταμένων, δίνοντας συγκεκριµένα παραδείγµατα:

Μόνο το 9% των ανέργων έχουν λάβει έστω ένα ευρώ επιδόματος ανεργίας. Η Ελλάδα είναι τα πιο γλυκό όνειρο του πιο ακραίου νεοφιλελεύθερου. Έχουµε πάνω από µισό εκατομμύριο μισθωτούς που δεν έχουν πληρωθεί για έξι µήνες. Το ένα τρίτο των εργαζοµένων είναι αδήλωτοι Η αγορά εργασίας είναι ξέφραγο αµπέλι για τους εργοδότες. Έτσι, το πλαφόν μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας που προσπαθεί το ΔΝΤ να εφορµόσει στη χώρα είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ακόµα και µεγάλες αυξήσεις της τουριστικής δραστηριότητας δεν καταφέρνουν να ενισχύσουν όσο χρειάζεται τη συνολική ζήτηση λόγω της παραοικονοµίας και της αδήλωτης εργασίας. Έχουµε εξηντάρηδες που είναι άνεργοι και που δε θα βρουν ποτέ δουλειά, χωρίς παράλληλα να έχουν κάποιο επίδομα αυτό είναι το αίτιο της πίεσης προς όλες τις κυβερνήσεις να τους φορτώσουν στο ασφαλιστικό σύστημα. Αυτά είναι τα φλέγοντα θέματα που θέλω να συζητήσουμε.

«Κι εμείς θέλουμε να συζητήσουμε αυτά τα θέματα», μου είπε η Κριστίν με διάθεση απολύτως συγκαταβατική. Δυστυχώς, ο Τόμσεν διέκοψε σ’ εκείνο το σημείο για να εξασφαλίσει ότι δε θα τα συζητούσαμε. Αντ’ αυτού, έστρεψε την κουβέντα στη «διαδικασία των διαπραγματεύσεων», με φανερό στόχο να πιέσει για την επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα. «Το θέμα είναι η διαδικασία», είπε προβλέψιμα. «Το να τη φέρουμε σ’ ένα αίσιο τέλος είναι εφικτό. Αν συνεργαστείς μαζί μας, βλέπω φως στο τέλος του τούνελ. Πες μας τι δε σου αρέσει από το πρόγραμμα», είπε αναφερόμενος στο μνημόνιο.

Προσπερνώντας τη σκέψη ότι το θράσος του πιο αποτυχημένου υπαλλήλου του ΔΝΤ ήταν άνω ποταμών, τους πληροφόρησα ότι η Άνγκελα Μέρκελ μας είχε ήδη θέσει το ερώτημά του. Tους είπα για το πολύχρωμο 27σέλιδο που ετοίμασα, για τον Αλέξη και τη Μέρκελ, με τις αναφορές των σημείων έντονης διαφωνίας μας γραμμένες με κόκκινο μελάνι, των αντιπροτάσεων μας με μπλε και των σημείων συμφωνίας με πράσινο. Τους είπα ακόμα για τη σχεδόν ολονύκτια συνάντηση του Αλέξη με τη Μέρκελ, κατά την οποία η καγκελάριος ίδρωσε επί ώρες πάνω στο το συγκεκριμένο κείμενο. «Είναι εντυπωσιακό το πόσο προσηλωμένη είναι στη λεπτοµέρεια», συμπέρανα.

«Η καγκελάριος;» ρώτησε η Κριστίν.

«Ναι, η καγκελάριος», επιβεβαίωσα.

«Όλοι μας την αγαπάμε», πρόσθεσε με χαμόγελο που έτεινε στο γελάκι.

«Μην τα παραλέμε κιόλας», είπα γελώντας κι εγώ ανάλογα, κρατώντας τις αποστάσεις μου.

Ο Τόμσεν φαινόταν πολύ ικανοποιημένος με το 27σέλιδο κείμενο που του έδωσα. «Δώσε στον τροϊκανό κείμενο στη φόρμα του μνημονίου και πάρε του την ψυχή», σκέφτηκα μέσα μου. «Είναι πολύ χρήσιμο», μονολογούσε κοιτάζοντας το, πρoσθέτοντας ότι το ΔΝΤ «χρειάζεται συμφωνία πάνω σε μέτρα ολικής εμβέλειας». Δεν έχει καμία αντίρρηση, του απάντησα. Δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από το να κάτσουμε κάτω και να σχεδιάσουμε ένα σύνολο μέτρων «ολικής εμβέλειας» με μακροπρόθεσμους στόχους. Δε θέλαμε την αναβολή αυτών των συζητήσεων ούτε για μία ώρα. Όμως, τόνισα:

«Θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε τον σκόπελο της ρευστότητας, που μας απειλεί μ’ ένα τραγικό ατύχημα, έτσι ώστε να δείξουμε και στους πολίτες μας και στους θεσμούς ότι είμαστε κύριοι και κυρίες των εξελίξεων. Γιατί δε συμφωνούμε, σε πρώτο στάδιο, σε τρία μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια τα οποία εμείς θα περάσουμε εvτός μερικών εβδομάδων με σκοπό να ενεργοποιήσουμε μια θετική μεταρρυθμιστική δυναμική που θα φέρει και την απαραίτητη αισιοδοξία; Αυτό μπορεί να γίνει παράλληλα με τις συζητήσεις για άλλες, πιο δύσκολές μεταρρυθμίσεις καθώς και για την αναδιάρθρωση του χρέους, χωρίς την οποία καμία συμφωνία δεν μπορεί να είναι ολικής εμβέλειας».

 

Η Κριστίν παρενέβη: «Ίσως η προσέγγισή σου, Γιάνη, είναι η ορθή αλλά παραμένω επιφυλακτική … Δε νομίζω ότι εκείνοι [σημ.: εννοούσε τους Ευρωπαίους δανειστές, και συγκεκριμένα το Βερολίνο] θα χαίρονταν με την ιδέα τριών η τεσσάρων νομοσχεδίων. Θα αντιδράσουν όπως ο Βόλφγκανγκ. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο να πάμε σε μια συνολική συμφωνία, ώστε να αποδείξεις ότι είσαι αποφασιστικός».

Εκείνη τη στιγμή έκρινα ότι η Κριστίν είχε πειστεί πως η πρόταση μου ήταν σωστή, και ίσως η μοναδική ευκαιρία να αποφευχθεί το ατύχημα στο οποίο είχα αναφερθεί. Όμως, είχε τον Τόμσεν δίπλα της και έπρεπε να μου απαντήσει με βάση την «κομματική γραμμή» της τρόϊκας που απαιτούσε συνολική συμφωνία, δηλαδή πλήρη συνθηκολόγηση με το μνημόνιο. Έτσι, συνέχισα:

«Κριστίν, η ιδέα ότι πρώτα συμφωνούμε για τα πάντα και μόνο τότε προχωράμε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, στην αποκατάσταση της ρευστότητας, στη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέoυς, αποτελεί συνταγή αποτυχίας … Είµαι σίγουρος ότι υπάρχουν καλές προθέσεις εκατέρωθεν δικές µας και του ΔΝΤ. Όµως δεν είµαι πεπεισµένος για τους άλλους. Θα ήθελα να πεισθώ ότι έχω άδικο. Η θέση του Βόλφγκαvγκ είναι αμετακίνητη και απογοητευτική. Εκείνον θα έπρεπε να προσπαθείς να πείσεις, όχι εµένα. Γι’ αυτό τον λόγο πήγαµε στη Μέρκελ. Επειδή ζητάμε κρυστάλλινη διατύπωση των πραγματικών προθέσεων».

Επιβεβαιώνοντας την αίσθηση που είχα ότι είχα καταφέρει να την πείσω πως η πρόοδος απαιτούσε να πάµε βήμα βήµα προς κάτι νέο, αντί για την αποδοχή του παλαιού που ο λαός µας απέρριψε, η Κριστίν απευθύνθnκε στον Τόµσεν για να τον ρωτήσει «θα µπορούσες να περιγράψεις τις προτεραιότητες της ελληνικής κυβέρνnσης γι’ αυτά τα τρία, τέσσερα, πέντε νοµοσχέδια που θέλουν να περάσουν; Πώς θα μπορούσαν αυτά να γίνουν συµβατά µε µια ολιστική διαδικασία;»

Ο Τόµσεν δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του για την παρέµβαση της Λαγκάρντ και, άλλn µία φορά, κλώτσησε την µπάλα στις κερκίδες: «Αυτό που απαιτείται είναι να επιστρέψουμε στην Αθήνα χτίζοντας µια καλύτερη τεχνική διαδικασία εκεί». Άλλn µία φορά ο έπαρχος της αποτυχημένης τρόικας απαιτούσε να του επιστραφεί η επαρχία του, αψηφώντας ακόµα και την προσπάθεια της προϊσταμένης του, στο ίδιο της το γραφείο, να συζητήσουµε την ουσία του θέµατος. Είχε έρθει η στιγµή να τον βάλω στη θέση του:

«Πολύ φοβάμαι, Πόουλ, ότι οι άνθρωποί σου στην Αθήνα όχι µόνο δε συνεισφέρουν στη διαδικασία, αλλά συμπεριφέρονται µε τρόπο απαράδεκτο, θέτοντας πάνω από την πρόοδο των διαπραγµατεύσεων την οικοδόμηση της καριέρας τους, αντιγράφοντας αυτό που έκανε ο ίδιος ως επικεφαλης του ΔΝΤ στην Αθήνα από το 2010».

Η Κριστίν ως στοργική προϊσταμένη, παρενέβη γελώντας. «Ω, όχι, όχι, όχι … δεν µπορώ να συμφωνήσω σε αυτό», διαμαρτυρήθηκε, χωρίς όµως να μπορεί να κρύψει το γέλιο της, προσθέτοντας: «Πρέπει να υποστηρίξω την οµάδα µου!» «Προφανώς πρέπει να υποστηρίξεις την οµάδα σου», συμφώνησα γελώντας κι εγώ. «Όπως κι εγώ τη δική µου». Τότε ο Τόµσεν, αγέλαστος και µε διάθεση βαριοπούλας, διέκοψε το γέλια µας. «Νοµίζω … για να επιστρέψουμε στα της δουλειάς … », ξεκίνησε να λέει, οπότε τον διέκοψε η Κριστίν για να δώσει εκείνη το έναυσµα της επιστροφής στη σοβαροφάνεια προσθέτοντας « … µε επιταχυνόμενους ρυθµούς», πριν τους διακόψω µε τη σειρά µου για να πώ:

«Πόουλ, µιλάς περί επιστροφής στη δουλειά πάνω σ’ ένα ολιστικό πρόγραµµα. Όµως, επίτρεψε µου να σου θέσω την πικρή αλήθεια: κανείς από εσάς δε δέχεται να µιλήσει µαζί µας για τη βιωσιµότητα της Ελλάδας η να κάτσει κάτω µαζί µας να εργαστεί γι’ αυτήν … »

«Εµείς θέλουµε να µιλήσουµε γι’ αυτό», διαμαρτυρήθηκε η Κριστίν.

«Όμως οι άνθρωποί σας στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες δεν ενδιαφέρονται για µια τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση», της θύµισα. «Μιλάς σαν τον Kέιvς τώρα», µου είπε.

Άλλη µία φορά δεν κρατήθηκα και χαμογέλασα πλατιά. Επιλέγοντας να µn σχολιάσω τον παραλληλισμό της, συνέχισα:

«Η συµπεριφορά των ανθρώπων σου κατά τις συζητήσεις καταδεικνύει ένα µοναδικό ενδιαφέρον στο να µας θέσουν προ του διλήµµατος είτε µένετε στην ευρωζώνη ως ζόµπι είτε Grexit. Η θέση της Άvγκελας Μέρκελ είναι ξεκάθαρη: ποθεί µια ψευδολύση που προσποιείται ότι επιλύει την κρίση µας, κρατάει την Ελλάδα στην ευρωζώνη, αλλά δεν κάνει το παραµικρό για να τερµατίσει τη χρεοκοπία. Η θέση του Bόλφγκαvγκ Σόϊµπλε είναι ακόµα πιο ξεκάθαρη: Δε θέλει λύση εντός της ευρωζώνης! Είμαστε γι’ αυτόν παράπλευρη απώλεια στην προσπάθειά του να κάνει την υπόλοιπη ευρωζώνη να πειθαρχήσεις. Κι αυτό αποτελεί µεγάλη απειλή για την Ευρώπη».

Ακολούθησαν ένα η δύο λεπτά διαφωνίας προτού η Κριστίν συµφωνήσει «Ο παραδειγματισμός της Ελλάδας δεν είναι κάτι έξυπνο», παραδέχθηκε επιβεβαιώνοντας την αίσθηση µου ότι, χωρίς τις παρεμβάσεις Τόµσεν, Σόϊµπλε και Σία, οι δυο µας θα καταλήγαµε σε συµφωνία. Σε µια προσπάθεια να ανταποδώσω τη θετική της στάση, είπα κάτι που ξεκίνησε την εξής στιχομυθία

.

Γ.Β.: Δεν έχω απολύτως καµία αντίρρηση να επιταχύνουμε τη διαδικασία, αλλά πρέπει πρώτο να βρούµε λύση στο πρόβλημα της ρευστότητας … Όταν δε γνωρίζω εάν θα αναγκαστώ να προβώ σε στάση πληρωµών σε µερικές μέρες , είναι πολύ δύσκολο, Κριστίν να κάτσω στο τραπέζι µε καθαρό µυαλό, ώστε να συγκεντρωθώ στο τι θα γίνει από τώρα έως το 2025. Η ιδέα ότι θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση πριν στεγνώσει κι η τελευταία σταγόνα ρευστότητας είναι αστείο. Σκέψου το εξής: Δε θα ήµασταν απόψε εδώ, να µιλάµε για άµεση στάση πληρωµών µας προς εσάς αν η ΕΚΤ είχε πάρει τα κέρδη της από το δικά µας οµόλογα SMP, το οποία µας χρωστά, και σας τα είχε δώσει εκ µέρους µας, αποπληρώνοντας έτσι ένα µεγάλο ποσό που εµείς απλώς δεν έχουµε να σας το δώσουµε από το αποθεµατικό µας. Χωρίς ρευστότητα δε θα υπάρξει πρόοδος. Τόσο απλά. Και χωρίς πρόοδο ή ρευστότητα θα αναγκαστούμε να αθετήσουµε τις πληρωµές µας προς εσάς.

Κ.Λ.: Θα πρέπει να πιέσεις τον Μάριο Ντράγκι επ’ αυτού Έχει εκτιμήσει τις προσπάθειές σου για επιτάχυνση της διαδικασίας τις τελευταίες δέκα µέρες. Πίεσε τον επ’ αυτού.

Γ.Β.: Πρέπει να τον πιέσει και το ΔΝΤ. Δεν μπορείτε να περιμένετε τα χρήματα σας από εμάς την ώρα που ο Μάριο µας στεγνώνει.

Κ.Λ.: Μιλάµε συνεχώς µε τον Μάριο. Όµως, αυτή είναι µια απόφαση την οποία πρέπει να λάβει µόνος του, αφού ακούσει την οµάδα του.

Γ.Β.: Παρ’ όλα αυτό, Κριστίν νοµίζω ότι πρέπει να τον πιέσεις κι εσύ. Εµείς κάνουµε ό,τι µπορούµε. Όµως, δεδοµένου ότι οι δύσκολες αποπληρωµές µας αυτές τις εβδοµάδες είναι προς το ΔΝΤ, τις οποίες δε δυνάµεθα να κάνουµε χωρίς να σταµατήσουµε τις πληρωµές µισθών και συντάξεων, το ΔΝΤ πρέπει να αποφασίσει: προτιμάτε νεκροψία µετά το μορατόριουμ που θα αναγκαστούμε να επιβάλουµε; Ή προτιμάτε να πιέσετε την ΕΚΤ να κάνει τη δουλειά της; Μιλάµε περί παράβασης καθήκοντος της ΕΚΤ αυτό τον καιρό, Κριστίν

Κ.Λ.: Ναι, αλλά η ΕΚΤ δεν είναι δανειστής έσχατης λύσης όπως θα σου έλεγαν κι οι ίδιοι.

Γ.Β.: Κι όµως, ακριβώς αυτό όταν για τον κυβέρνηση Σαµαρά το 2012, για να μην αναφέρω τους πτωχευµένους ανά τον Ευρώπη τραπεζίτες από το 2008. Τους χρηματοδοτούσαν, αν και πτωχευµένους δανειστές έσχατης λύσης. Αν ο Μάριο δε θέλει να περάσει στην ιστορία ως ο πιο πολιτικοποιημένος πρόεδρος της ΕΚΤ, τότε θα πρέπει να εφαρµόσει τους ίδιους κανόνες, τα ίδια µέτρα και τα ίδια σταθμά σε εμάς όπως και στις άλλες περιπτώσεις. Σε καµία περίπτωση δε ζητώ ειδική μεταχείρηση

Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το τι έπρεπε να γίνει για να αποφευχθεί η στάση πληρωµών µας προς το ΔΝΤ οδηγούνταν στη φυσική της κατάληξη. ‘Επρεπε να εκμεταλλευθώ τη µοναδική εκείνη ευκαιρία για να παρουσιάσω την ουσία του προβλήµατος στη μοναδική εκπρόσωπο των δανειστών µε την οποία μπορούσαµε να επικοινωνήσουνε λογικά και ανθρώπινα: »

Γ.Β.: Ας είμαστε ειλικρινείς. Εσείς -ο Μάριο, η Άνγκελα κι εσύ πρέπει να µας δώσετε έναν οδικό χάρτη: Αφήνω τον Bόλφγκαvγκ απέξω επειδή ξέρουµε πού θα µας οδηγούσε ο δικός του χάρτης! Δε νοείται να προχωράµε στα τύφλα, στη βάση εικασιών ότι κάτι, κάποτε, θα καταστήσει την Ελλάδα βιώσιµη οικονοµία ξανά. Επιβάλλεται να κάνουµε µια ώριµη συζήτησn μεταξύ ενηλίκων [σηµ.: «το have an adult conversation» ήταν τα ακριβή λόγια µου] που θα καταλήξει σε συγκεκριµένους στόχους για το επόµενα χρόνια, ώστε, περί τη 13η Απριλίου, να ανοίξει πάλι η πρόσβαση µας σε ρευστότητα. Δεν µπορώ να πάω πίσω στην Αθήνα και να πω στο Υπουργικό Συµβούλιο ότι συµφωνήσαµε πως κάπου, κάποτε, κάτι µαγικό θα γίνει πριν φτάσουµε στο χείλος του γκρεµού. Δεν µπορώ να κινητοποιήσω, θετικά, τους συναδέλφους µου αν πρώτα κάποιος εξ υµών δε σηκώσει το τηλέφωνο να µας δώσει εγγυήσεις ότι έχουµε µπροστά µας µια διαδικασία που υποστηρίζεται από τις κατάλληλες συνθήκες ρευστότητας ώστε να διασωθεί η διαπραγµατευτική διαδικασία.

Κ.Λ.: Ναι, αλλά αυτά το δύο συνδέονται άµεσα.

Γ.Β.: Σωστό, αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω. Χρειαζόµαστε µια ένδειξη ότι η διαδικασία παροχής ρευστότητας θα είναι έγκαιρη και πως η διαπραγμάτευση θα είναι περιεκτική, µε την αναδιάρθρωση χρέους να αποτελεί αναπόσπαστο κοµμάτι της λύσης.

Άλλη µία φορά ο Τόµσεν µπήκε σφήνα στη συζήτηση µας µε στόχο να μην την αφήσει να εξελιχθεί θεραπευτικά: «Το να μην πληρώσετε την 9η [Απριλίου] δεν είναι η λύση», είπε, «εάν αυτό είναι το µήνυµα σας στους συναδέλφους σας στην Ευρώπη».

«Ποτέ δεν είπα ότι το να μην πληρώσουµε είναι η λύση», διαμαρτυρήθηκα.

«Δεν είπε αυτό», µε υποστήριξε η Κριστίν

«Αυτό που πράγματι είπα», διευκρίνισα, «Ήταν ότι αν δεν εξασφαλίσουµε άµεση ρευστότητα, τότε θα αναγκαστούμε να μην πληρώσουµε, θέλοντας και µη».

Επιστρέφοντας στην παράκληση µου για µια συζήτηση µεταξύ ενηλίκων, η Κριστίν αντιπρότεινε το εξής:

«Ναι, αλλά πρέπει να είναι µια συζήτηση ενηλίκων, χωρίς θεατρινισμούς, χωρίς δηµοσιογράφους να µε κυνηγούν, χωρίς παιχνίδια, χωρίς αυτοσχεδιασμούς είµαστε πολύ βαρετοί άνθρωποι. Πρέπει η διαδικασία να είναι πολύ τεχνική, βαρετή. Δεν είχαµε την ευκαιρία για µια τέτοιο συζήτηση. Ξεκινά τώρα. Είµαστε διατεθειμένοι να την κάνουµε µέρα, νύχτα, τα Σαββατοκύριακα, οποτεδήποτε. Θα προτιµούσαµε να την κάνουμε στην Αθήνα. Αλλά από την επικοινωνιακή οπτική μπορεί μέρος της να λάβει χώρα στις Βρυξέλλες. Αυτό που προτείνεις, που πηγαίνει πιο βαθιά από τον κατάλογο σου των μεταρρυθμίσεων,4 σκοπεύει να πετύχει τους στόχους της αρχικής πρότασης».

σ.σ. δική μου επισήμανση: ακολουθεί άκρως αποκαλυπτική συζήτηση

`

Ήμασταν στον σωστό δρόμο. Για να προχωρήσουμε σε αυτόν, πρότεινα να ξεκινήσουμε τη συνεργασία μας μ’ ένα μικρό βήμα παράλληλα στην Αθήνα και στο Brussels Grouρ, από τούδε και στο εξής, οι συνομιλίες να γίνονται θεματικά, έτσι ώστε ένα αδιέξοδο ως προς ένα ζητούμενο να μη σταματούσε όλη τη διαδικασία. Στην Κριστίν άρεσε η ιδέα και ο Τόμσεν δε δυσανασχέτησε. Ήταν μια πρόοδος. Είχαμε βρει τη βάση μιας κοινής κατανόησης τουλάχιστον των ερωτημάτων, όχι όμως και των απαντήσεων. Για πρώτη φορά αντίκρισα την ευκαιρία μιας σοβαρής συζήτnσης περί των μεταρρυθμίσεων που η κάθε πλευρά προέκρινε. Πρότεινα στην Κριστίν να μου πει εκείνη Ποιά έπρεπε να ήταν η πρώτη μεταρρύθμιση που έπρεπε να γίνει.

«Μπορώ; Μπορώ να πω;» ρώτησε ενθουσιασμένη. «Ξέρω ότι είναι ασύνδετο και πως μπορεί να το βρεις ήσσονος σημασίας … »

«Όχι τα φαρμακεία πάλι, σε παρακαλώ!» τη διέκοψα. «Αυτό δε θα ανέφερες;»

«Γιατί όχι;», απάντησε έκπληκτη που είχα μαντέψει τι θα έλεγε. «Με παραξένεψε ότι στη Wall Street Jounral υπεραμύνθηκες των φαρμακοποιών. Σκέφτηκα: Όχι κι ο Γιάνης! .. Με παραξένεψε ότι υποστηρίζεις το μονοπώλιο παιδικών τροφών και καλλυντικών καταλαβαίνοντας βέβαια το πολιτικό κόστος, από τότε που ήμουν υπουργός οικονομικών. Κι είχα πολλούς τέτοιους καβγάδες».

Γνώριζα το κόλλημα του ΔΝΤ με τα φαρμακεία μας: μικρές, οικογενειακές Επιχειρήσεις, προστατευόμενες από τον νόμο που δεν επέτρεπε σε μη φαρμακοποιούς να ανοίγουν φαρμακεία, ούτε την πώληση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων από σούπερ μάρκετ. Για το ΔΝΤ ήταν το μικρό γαλατικό χωριό που πεισματικά αρνούνταν να ενδώσει στην αυτοκρατορία των σούπερ μάρκετ και των πολυεθνικών αλυσίδων της φαρμακοβιομηχανίας. Όπως το ΔΝΤ και εν γένει η τρόϊκα συνέθλιψαν τα μικρά βιβλιοπωλεία, καταργώντας την προστασία τους από το πολυκαταστήματα, το ίδιο πάσχιζαν να κάνουν και με το φαρμακεία.

Πάvτως, το γεγονός ότι απ’ όλες τις πιθανές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσε να προκρίνει η διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ επέλεξε να μιλήσει για το φαρμακεία ήταν εντυπωσιακό δείγμα των περίεργων προτεραιοτήτων των δανειστών μας. Πραγματικά δεν το περίμενα. Κι όταν συνήλθα, της εξήγησα ότι πρώτον, το μονοπώλιο των φαρμακείων επί των παιδικών τροφών και καλλυντικών είχε ήδη καταργηθεί και, δεύτερον, ότι εκείνο που απέρριπτα ήταν η προλεταριοποίηση χιλιάδων φαρμακοποιών-ιδιοκτητών και το πέρασμα ολόκληρου του κλάδου σε ολιγοπώλιο δύο ή τριών μεγαλοκαρχαριών.

Φαινομενικά αποδεχόμενη την εξήγηση μου, η Κριστίν βρήκε την ευκαιρία να μου ασκήσει κριτική για το άρθρο του νομοσχέδιου καταπολέμησης της ανθρωπιστικής κρίσης, το οποίο έδινε τη δυνατότητα στους οφειλέτες του Δημοσίου να αποπληρώνουν τις ληξιπρόθεσµες οφειλές τους, μετά από διακανονισμό, σε εκατό δόσεις, προσφέροντας τους την ευκαιρία να αποδράσουν από την παραοικονομία. Το άρθρο αυτό η Κριστίν το είχε βρει «σοκαριστικό»!

`

Κ.Λ.: Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπόρεσες να εισαγάγεις την αναβολή της καταβολής φόρων χωρίς να διαχωρίσεις εκείνους που δεν μπορούν να πληρώσουν από εκείνους που αυτοοργανώνονται ώστε να μην πληρώσουν.

Γ.Β.: Επίτρεψέ μου να σου εξηγήσω την τακτική των στρατηγικών πλούσιων κακοπληρωτών. Καταφεύγουν στα δικαστήρια, το οποία τους δίνουν τελεσίδικη δικάσιμο, με όλες τις αναβολές και εφέσεις το … 2022. (σημ.: το Βιβλίο γράφτηκε το 16)Στο μεταξύ δεν μπορούμε να τους αγήξουμε. Για να μην πω ότι οι περισσότεροι έχουν ήδη βγάλει τα χρήματα τους στο Εξωτερικό. Επιπλέον οι υπηρεσίες μας απλώς δεν έχουν το προσωπικό να κάνει γρήγορα και από αποτελεσματικά τον διαχωρισμό που, ορθώς, λες ότι πρέπει να γίνει. Γι’ αυτό επιλέξαμε να δώσουμε σε όλους τη δυνατότητα να αρχίσουν να αποπληρώνουν λίγο λίγο όσο εμείς προετοιμάζουμε τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Όταν θα ολοκληρωθεί, τότε και βέβαια θα περικυκλώσουμε τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και θα τους κατασχέσουμε την περιουσία.

Κ.Λ.: Αυτό ακούγεται λογικό.

Γ.Β.: Ναι, Κριστίν, αλλά το να ακούω τους ανθρώπους σας στο BrusseIs Grouρ να απαιτούν να πάρουμε πίσω αυτό τον νόμο, ως «μονομερή πράξη» μας, είναι αποκαρδιωτικό. Ιδίως όταν έχουμε 3,6 εκατομμύρια ανθρώπους να χρωστούν λιγότερα από 3.000 ευρώ στο κράτος που δε δύνανται να τα πληρώσουν-πολίτες που ποθούν να επανεισέλθουν στη νομιμότητα πληρώνοντας στο κράτος μικρά ποσά από το υστέρημα τους, λίγο λίγο.

Κ.Λ.: «Επρεπε όμως να ελέγξετε τη δυνατότητά τους …

Γ.Β.: Οι υπηρεσίες μας, όπως σου είπα, δεν έχουν τους ανθρώπινους πόρους να ελέγξουν τρία με τέσσερα εκατομμύρια οφειλετών έναν έναν πριν δώσουμε σε όλα αυτά το αθώα θύματα της κρίσης μιαν ανάσα. Γι’ αυτό δώσαμε τη δυνατότητα σε όλους, αρχικά, να μπουν στο πρόγραμμα των εκατό δόσεων όσο οι υπηρεσίες μας στοχοποιούν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Mιας και μου μιλούσε η ίδια για μπαγαπόντηδες συμπολίτες μου, βάζοντας στο στόχαστρο τους φτωχούς ανθρώπους, αποφάσισα ότι είχα έρθει η στιγμή να της μιλήσω για την πραγματική διαφθορά και τις μεταρρυθμίσεις που δε βρίσκovιαν καν στο δικό της ραντάρ εκείνες που στόχευαν την ολιγαρχία. Το γεγονός ότι ίσως να μη γνώριζε γι’ αυτή την κόπρο του Αυγείου ήταν απολύτως συνδεδεμένο με το πρόβλημα της ρευστότητας, που αντιμετώπιζε το κράτoς μας εκείνες τις μέρες. Κι όλα είχαν να κάνουν με τους τραπεζίτες μας.

«Είμαι σίγουρος ότι δεν το γνωρίζεις αυτό, αλλά να ξέρεις ότι η λέξη «μεταρρύθμιση» ηχεί άσχημα και απειλητικά στην Ελλάδα από τότε που η τρόϊκα άρχισε να χαϊδεύει τους διεφθαρμέvους τραπεζίτες μας την ώρα που έβαζε στο στόχαστρο τους φαρμακοποιούς και τους συνταξιούχους. Ακόμα χειρότερο, όταν η ΕΚΤ συνεργάζεται με τους ίδιους τραπεζίτες που μετά χαράς δέχονται την εντολή του Ντράγκι να στερούν ρευστότητα από την κυβέρνηση τον οποία ο λαός εξέλεξε, ώστε να μας εξαναγκάσει να κόψουμε κι άλλο τις χαμηλότερες των συντάξεων, την ώρα που διατηρεί τους τραπεζίτες επικεφαλής στις τράπεζες που εκείνοι οδήγησαν στην πτώχευση και τις οποίες οι φορολογούμενοι διέσωσαν, να ξέρεις ότι ο κόσμος στρέφεται, εναντίον της ΕΚΤ, εναντίον σου και εναντίον οποιουδήποτε συμμετείχε σε αυτό το φιάσκο».

Η Κριστίν άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή. Συνέχισα να της εξηγώ τα κόλπα και τις κατάφωρες παρανομίες με τις οποίες οι τραπεζίτες μας παρέκαμψαν κάθε έννοια νομιμότητας και ηθικής, υπό τον προστασία της ΕΚΤ, του Eurogroup Working Group, προηγούμενων κυβερνήσεων, του ΤΧΣ, της Τράπεζας της Ελλάδος κτλ, ώστε να παραμείνουν κυρίαρχοι των τραπεζών με τα χρήματα που έβαλαν οι πολίτες, τα οποία βέβαια αναγκάστηκαν να δανειστούν από τους Ευρωπαίους πολίτες και το ΔΝΤ. «Η τρόϊκα στην Ελλάδα συμμετείχε ως ηθικός αυτουργός του εγκλήματος των τραπεζιτών εναντίον του κράτους και των πολιτών της Ελλάδας και της Ευρώπης», κατέλnξα.

Καθώς μιλούσα, ο Πόουλ Τόμσεν έμοιαζε να βρίσκεται στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Δε σταμάτησα όμως. Οι τραπεζίτες, συνέχισα, χρησιμοποιούν τη ρευστότητα που παρέχει η κεντρική τράπεζα καθώς και τα κεφάλαια που τους διαθέτουν οι φορολογούμενοι -το οποία βέβαια επιβαρύνουν δυσανάλογα τους πιο αδύναμους ώστε να χρηματοδοτούν το Τρίγωνο της Αμαρτίας. «Όταν η ΕΚΤ κάνει κόμμα με τους διεφθαρμένους, και τους διαφθορείς, τραπεζίτες, οι οποίοι μάλιστα συνωμοτούν για να υπονομεύσουν τη δημοκρατία, ο λαός μας αυτό το εκλαμβάνει ως κήρυξη πολέμου», της είπα. Και συνέχισα:

«Δε σου λέω ότι ο Μάριο το γνωρίζει αυτό. Όμως κάποιοι στη Φρανκφούρτη πρέπει να το γνωρίζουν. Οι άνθρωποί σας στην Αθήνα είναι αρκετά έξυπνοι για να το έχουν ψυχανεμισθεί, αν και δε θα με εξέπληττε αν το έκρυβαν από εσένα. Όταν οι πολίτες μας βλέπουν τους ίδιους τύπους, βοηθούμενους από την τρόϊκα, να διατηρούν τον έλεγχο των τραπεζών και των πτωχευμένων μέσων ενηµέρωσης, μέσω νέων δανείων που επιβαρύνουν τους αδύναμους πολίτες εναντίον των οποίων εργάζονται οι τράπεζες και τα μέσα, τότε δεν μπορείς να περιμένεις ότι θα σε πάρουν στα σοβαρά όταν τους δείχνεις με το δάκτυλο και απαιτείς από αυτούς «επίπονες, ολιστικές μεταρρυθμίσεις». Και δεν πρόκειται να μας παίρνουν για πολύ κι εμάς στα σοβαρά αν συμμορφωθούμε στις υποδείξεις σας .

Δε γίνεται να συνεχίσουμε όπως είμαστε, Κριστίν Είναι πολύ δύσκολο για εμάς. Θέλουμε να μιλήσουμε για πραγµατικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, σε αυτή την εμπόλεμη κατάσταση, και με τον Βόλφγκανγκ να μου λέει «δε σου μιλώ», κρούω τον κώδωνα του κινδύνου ότι αυτή δεν είναι η Ευρώπη που οραματιζόμασταν. Είμαστε πραγματικοί ευρωπαϊστές. Θέλουμε να κρατήσουμε την Ελλάδα στο ευρώ. Πιστεύω ότι θα ήταν εξαιρετικό αν η επίσημη Ευρώπη έδειχνε ότι μπορεί να συνεργαστεί όχι μόνο με τα «κατεστημενικά» κόμματα μετά οποία είναι συμβεβλημένη αλλά και με φιλοευρωπαϊκά κόμματα που έχουν μια διαφορετική προσέγγιση. Και να δείξει στους Έλληνες ότι κι αυτοί μπορούν να είναι μέρος της διαδικασίας. Φευ, όλοι οι πολίτες της χώρας μου τώρα βλέπουν τους αξιωματούχους των θεσμών σας να τα έχουν βρει πλήρως με το Τρίγωνο της Αμαρτίας της ολιγαρχίας μας: πτωχευµένες τράπεζες, τοξικά κανάλια, διεφθαρμένους εργολάβους … »

Η Κριστίν φάνnκε προγροβληματισµένη και κρίνω ότι η έκφραση της ήταν ειλικρινής:

 

Κ.Λ.: Γιατί δεν τους κυνηγάτε, αν έχετε τις αποδείξεις ότι …

Γ.Β,: Επειδή έχουν όλα τα χαρτιά. Ο Τύπος είναι φερέφωνό τους. Τα δικαστήρια και οι διωκτικές αρχές είναι πλήρως αναποτελεσματικές, και σε κάποιες περιπτώσεις εξαγοράζονται. Προφανώς και θα τους κυνηγήσουμε, ακόμα κι αν αυτό φέρει την πτώση μας. Όμως πρώτα πρέπει να κυβερνήσουμε μερικούς τουλάχιστον μήνες, κάτι που η ασφυξία που μας προκαλείτε το αποκλείει. Τα κανάλια της τηλεόρασης καθημερινά ωρύονται ότι, συγκρουόμενοι με την τρόϊκα, οδηγούμε τη χώρα στα βράχια και ταυτόχρονα με κατηγορούν για ενδοτισμό επειδή έρχομαι εδώ να διαπραγματευτώ μαζί σου τις … μειώσεις των συντάξεων. Εμείς, Κριστίν θα κρατηθούμε όρθιοι επειδή ο κόσμος μας έχει εµπιστοσύνη κι επειδή έχουμε καταφέρει να δηµιουργήσουµε ένα χάσμα μεταξύ της πλειοψηφίας της κοιvής γνώμης και των καναλιών ένα μεγάλο επίτευγμα που στερεί από την ολιγαρχία τον έλεγχο των πολιτών. Για πόσο θα κρατήσει αυτό δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι χρειαζόμαστε λίγη ηρεμία και γαλήνη. Αυτό που ζητάμε είναι ενενήντα μέρες …

Κ.Λ.: Μπορείτε να το πετύχετε αυτό …

Γ.Β.: Το ελπίζω.

Κ.Λ.: Για να δείξετε ότι διαθέτετε τη βούληση να το καταφέρετε, θα σας βοηθήσουμε κάνοντας τα πάντα εργαζόμενοι μαζί σας .

 

Ο Πόουλ παρενέβη για τονίσει, απευθυνόμενος περισσότερο στη Λαγκάρντ παρά σε μένα, ότι εκείνη κι αυτός μιλούσαν με μία φωνή κάτι που, πασιφανώς, δεν ίσχυε. Ήταν σαν να ήθελε να βάλει την Κριστίν να μου το επιβεβαιώσει μπροστά του: «Ό,τι με ακούς να λέω, ή να λένε οι απεσταλμένοι μας στην Αθήνα», τόνισε, «να είσαι σίγουρος ότι όλοι στο ΔΝΤ μιλούν ως ένας άνθρωπος». Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και είπα: «Ναι, σαν την Καθολική Εκκλησία», οπότε πετάχθηκε η Κριστίν γελώντας για να προσθέσει «Καλύτερα ακόμα».

Ο ήλιος στο μεταξύ είχε εξαφανιστεί, και από τα παράθυρα του γραφείου της η Ουάσινγκτον φαινόταν βυθισμένη στο σκοτάδι. Καθώς φτάναμε στο τέλος, η Κριστίν έδειχνε ανήσυχη για το τι θα έλεγα στους δημοσιογράφους κατά την έξοδό μου από το κτίριο, «θα τους πεις ότι δε θα πληρώσετε το ΔΝΤ;» με ρώτησε. Τέτοια εντολή για δημόσια ανακοίνωση στάσης πληρωμών δεν είχα από τον πρωθυπουργό. Αυτό που ήθελα διακαώς να πετύχω, πριν φύγω, ήταν να τη δεσμεύσω ότι θα έκανε κάτι για να σταματήσει ο εικονικός πνιγμός μας. Αν και καταλαβαινόμασταν, είχαμε κι οι δύο υποχρέωση να κάνουμε μια σύνοψη της διαμάχης μας όσον αφορά το βασικό θέμα τη στάση πληρωμών. Την κάναμε με τη μέγιστη ευγένεια και κάποια θεατρικότητα θα έλεγα:

 

Κ.Λ.: Μια στάση πληρωμών θα ήταν φρικτή για την Ελλάδα.

Γ.Β.: Έτσι είναι, αλλά θα ήταν φρικτή και για το ΔΝΤ και για τη Ευρώπη.

Κ.Λ.: Ναι, ναι.

Γ.Β.: Το να αθετήσουμε τις πληρωμές μας σε εσάς, στο ΔΝΤ θα πυροδοτήσει κηρύξεις επίσημης χρεoκοπίας στον ESM-,EFSF και ίσως δώσει έναυσμα στον Μάριο Ντράγκι να αποσύρει τον ELA με αποτέλεσμα να κλείσουν οι τράπεζες μας…

Κ.Λ.: Και κατόπιν capital controls [σημ.: περιορισμοί στις αναλήψεις και στην εξαγωγή κεφαλαίων].

Γ.Β. Πράγματι. Είναι όμως κάτι που δεν μπορούμε να το δεχτούμε Κριστίν. Αυτό είναι μια πολιτική απόφαση. Προφανώς και πρόκειται για εφιάλτη. ‘Έχουμε χάσει τον ύπνο μας με την προοπτική. Όμως δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε στη βάση της απειλής capital controls εντός μιας νομισματικής ένωσης η οποία στόχο έχει -αν είναι δυνατόν την ενίσχυση, μέσω νέας λιτότητας, των αιτίων που είμαστε εδώ. Γι’ αυτό προετοιμαζόμαστε ως οφείλουμε.

Κ.Λ.: Αυτό θα ήταν φρικτό για την Ελλάδα. Σκέψου τον πληθωρισμό…

Γ.Β.: Γιατί; Νομίζεις ότι τα capital controls θα ήταν καλύτερα; Θα ήταν καλύτερη η μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο χωρίς πρόσβαση στη ρευστότητα;

 

Είχαμε πει ότι ήταν να ειπωθεί. Όμως, καθώς σηκωνόμασταν να φύγουμε, η Kριστίν με παρακάλεσε να μείνω λίγο στο γραφείο της, αφού αποχωρούσαν ο Τόμσεν και ο Ρουμελιώτης, για να μου πει κάτι ιδιαιτέρως. Είχε εκπλαγεί μου εκμυστηρεύτηκε, σε οδυνηρό βαθμό με το Τρίγωνο της Αμαρτίας ιδιαίτερα με τους τραπεζίτες «Είμαι δικηγόρος, και θα ήθελα πολύ να καταλάβω τι συμβαίνει».. Τότε μοιράστηκα μαζί της το σχέδιο μου για την εξυγίανση των τραπεζών. Στόχος μας ήταν να διορίσουμε τον Pουμελιώτη που με είχε συνοδεύσει εκείνη τη μέρα στο γραφείο τnς, πρόεδρο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) με στόχο την αντικατάσταση της διοίκησης τραπεζών-κλειδιά µε αδιάφθορους και ίσως µε ξένους πραγματικούς τεχνοκράτες, χωρίς δεσµεύσεις απέναντι στην ελληνική ολιγαρχία. Η Κριστίν κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της δείχνοντας ότι κατανοεί. Τότε µου είπε χαμηλόφωνα: «θα µιλήσω στον Μάριο. Δεν μπορώ να εγγυηθώ το αποτέλεσµα».

Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να έχω πετύχει εκείνο το απόγευµα, δεδοµένου ότι ο Αλέξης είχε αφαιρέσει τα πυρομαχικά από το µοναδικό όπλο που είχα λίγο πριν μπω στο γραφείο της.

Σαν να ήθελε να µε συνδράµει, το αποχαιρετιστήριο δώρο της Κριστίν ήταν µια υπόσχεση: θα έκανε «κάποια ντετεκτιβίστικη έρευνα στις δραστηριότητες και στο ποιόν των συμπατριωτών µου που πάσχιζαν να υπονοµεύσουν τη δουλειά µου» και θα µε ενημέρωνε. Βέβαια, αυτό δε συνέβη ποτέ, αλλά, από την άλλη, η σκέψη και η διάθεση μέτρησαν.

«Σε ευχαριστώ άλλη µία φορά που θυσίασες την Κυριακή του Πάσχα σου», ήταν οι τελευταίες λέξεις µου καθώς έφευγα.

527

Ο µήνας ο σκληρός

 

ην επoµέvη γύρισα στην Ελλάδα γνωρίζοντας πως σε µία εβδοµάδα θα επέστρεφα στην Ουάσινγκτον για να προσπαθήσω να κερδίσω, εκ µέρους της κυβέρνησης µας, την υποστήριξη ανθρώπων-κλειδιά στην κυβέρνηση του προέδρου Οµπάµα.1 Μία εβδοµάδα νωρίτερα η προοπτική αυτή θα ήταν ελπιδοφόρα. Δυστυχώς, µαζί µε την εµπιστοσύνη µου στους συντρόφους µου εξανεμιζόταν και η αισιοδοξία σε αυτό το µέτωπο.

Μαζί µε αυτή την αισιοδοξία έφθινε και ο ενθουσιασµός που ένιωθα κάποτε επιστρέφοντας στην Αθήνα σπεύδοντας στο Μαξίµου για να ενημερώσω τον Αλέξη. Μπορούσα να τον φαντασθώ να συµφωνεί σε όλα. Και αµέσως κατόπιν να βυθίζεται στην αδράνεια. Επειδή αυτά που είχα να του μεταφέρω ήταν πολλά, ουσιαστικά και επείγοντα, αποφάσισα πως είχα καθήκον να του υποβάλω την ενηµέρωση µου γραπτώς, υπό τη µορφή ολοκληρωμένης πρότασης πολιτικής για την ανάκτηση του ελέγχου των διαπραγµατεύσεων, της τύxης της χώρας ουσιαστικά. Μέχρι να προσγειωθούμε, το κείµενο ενημέρωσης-πρότασης ήταν σχεδόν έτοιμο. Το ονόµασα «Σχέδιο Ν+1», όπου το «Ν» αναφερόταν στην πληθώρα µεταρρυθµίσεων που απαιτούνταν, αλλά των οποίων ο αριθµός ήταν ευέλικτος, και το «1» αναφερόταν στην αναδιάρθρωση του χρέους, χωρις την οποία τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Όταν συνάντησα τον Αλέξη, ήµουν ευθύς: «Τα χρονικά µας περιθώρια στενεύουν. Απομένουν δεκαπέντε μέρες μέχρι τη Ρίγα, όπου θα συνεδριάσει τα επόμενο Eurogroup στις 24 Απριλίου. Το ταξίδι μου στην Ουάσινγκτον είναι κρίσιμο. Είτε θα πάρουμε εμείς την πρωτοβουλία, παρουσιάζοντας μια δική μας ολοκληρωμένη πρόταση πολιτικής» είπα δίνοντας του τα έγγραφα που είχα συντάξει, «ή πεθάναμε». ‘Eριξε μια ματιά στο έγγραφο, το οποίο περιελάμβανε ημερήσιο σχέδιο δράσης για το επόμενο δεκαπενθήμερο, και το βλέμμα του έγινε απλανές. Η απροθυμία του ή η αδυναμία του να εξετάσει το σχέδιο ήταν εμφανής.

Αποκαρδιωμένος, αλλά χωρίς να το βάζω κάτω, επέστρεψα στο υπουργείο για να επεξεργαστούμε με την ομάδα μου την πιο πρόσφατη ανάλυση μας όσον αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους και τις προτάσεις ανταλλαγής χρεών (debt swaps). Ύστερα από τέσσερις μέρες αδιάκοπης δουλειάς το βελτιωμένο Σχέδιο Ν+Ι ήταν έτοιμο να παρουσιαστεί στο Υπουργικό Συμβούλιο, στη συνεδρίαση που είχε κληθεί για τη 14η Απριλίου, την παραμονή της αναχώρησης μου για την Ουάσινγκτον. Στη συνεδρίαση ενημέρωσα τους συναδέλφους μου πως ο χρόνος μας έληγε και πως το σχέδιο Ν+Ι που είχαν μπροστά τους ήταν η τελευταία μας ευκαιρία:

Αν δε θέλουμε να παραδοθούμε, πρέπει να πούμε στους δανειστές πως αυτό το σχέδιο θα αποτελεί, από δω και πέρα, τη μόνη βάση των συνομιλιών μας. Για να στηρίξουμε την απαίτηση μας, πρέπει να δώσουμε δύο υποσχέσεις Πρώτον, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε στον Ντράγκι πως, αν αποπειραθεί να επιβάλει capital controls, θα κουρέψουμε μονομερώς τα ομόλογα SMP που έχει στην κατοχή του και θα εφαρμόσουμε το παράλληλο σύστημα πληρωμών. Δεύτερον, να μηνύσουμε στη Μέρκελ πως , αν υποκύψει στο σχέδιο του Σόιμπλε να μας πετάξει έξω από το ευρώ, δεν πρόκειται να πέσουμε στα πόδια της παρακαλώντας, πρόθυμοι να υπογράψουμε ότι μας δώσει θα στραφούμε, απρόθυμα μεν, χωρίς αμφιβολία δε, στο Σχέδιο Χ, το οποίο ολοκληρώνεται την ώρα που μιλάμε. Η μόνη εναλλακτική σε αυτή τη στρατηγική είναι η παράδοση.

Αντίρρηση δεν υπήρξε καμία. Όλοι, εμού συμπεριλαμβανομένου ευχόμασταν ότι δε θα χρειαζόταν να φτάσουμε ως εκεί, αλλά η σιωπηρή συμφωνία-τουλάχιστον όπως την κατανοούσα ήταν ότι, αν μας σπρώξουν προς ένα τέτοιο αδιέξοδο, η παράδοση δεν αποτελούσε επιλογή.

Την επομένη αναχώρησα, ξανά, για την Ουάσινγκτον. Το πιο απολαυστικό παράλογο σημάδι της απόλυτης κατάρρευσης κάθε πειθαρχίας και ιεραρχίας εντός του υπουργείου μου ήταν το τηλεφώνημα του Χουλιαράκη. Με ενημέρωνε πως , αντί να με συνοδεύσει στις Εαρινές Συναντήσεις του ΔΝΤ στην Ουάσινγκτον -μια κορυφαία στιγμή των υπουργείων οικονομικών της υφηλίου-προτιμούσε να πάει στις Βρυξέλλες για να συναντήσει τον Τόμας Βίζερ και την υπόλοιπη τροϊκανή «παλιοπαρέα» τον Κοστέλλο κτλ. Επέμεινα πως ως πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων έπρεπε να με συνοδεύσει, αν μη τι άλλο για να συμμετάσχει στις εργασίες του ΔΝΤ. Μου ανακοίνωσε πως θα πάει … Βρυξέλλες. Έτσι απλά! Εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια. Ήταν ανώφελο να το συζητάμε. Ούτως η άλλως, αν κατάφερνα να περισώσω κάτι στην Ουάσινγκτον , αυτό θα γινόταν παρά την παρουσία του Χουλιαράκη και όχι χάρη σε αυτήν.

Η πρώτη μέρα στην Ουάσινγκτον δε θα μπορούσε να είναι πιο γεµάτη. ξεκίνησε με μια εμψυχωτική επίσκεψη στο γραφεία του ανώτατου οργάνου των αμερικανικών εργατικών συνδικάτων (American Federation of Labor and Congress of Industrial Organisations). Ο Ριτς Τράμκα, ο πρόεδρος της αμερικανικής ΓΣΕΕ, μου δήλωσε πως η επιτυχία μας θα ενίσχυε τη φωνή των εργαζομένων στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, ενώ ο γενικός γραμματέας Ντέϊμον Σίλβερς με ενθάρρυνε με μια σοφή συμβουλή:

«Παραπoνιoύvται πως είσαι παράλογος μέχρι να καταλάβουν πως δεν μπορούν να σε εξαγοράσουν η να σε εκφοβίσουν μπλοφάροντας. Τότε μόνο αρχίζουν να διαπραγματεύονται, συνήθως αργά τη νύχτα».

Ο Ριτς μου έδειξε μια επιγραφή πάνω από το γραφείο του που έγραφε:

Ποτέ κανείς «λογικός» άνθρωπος δεν πέτυχε κάτι αξιοσημείωτο.

 

Aκολούθησε συνάντηση με μια ομάδα φιλικά διακείμενων Αμερικανών δημοσιογράφων, οι οποίοι μου μετέφεραν το ζοφερό τους μήνυμα: κάναμε τον πόλεμο της προπαγάνδας! Η τρόϊκα είχε επενδύσει ιδιαίτερα στην αμαύρωση της εικόνας μας, ειδικά της δικής μου. Άρα χρειαζόµασταν έναν επαγγελματία λομπίστα και κάποια εταιρεία δημοσίων σχέσεων στις Βρυξέλλες. «Εδώ δεν έχω τα μέσα για ένα κανονικό γραφείο Τύπου στην Αθήνα», μονολογούσα καθ’ οδόν προς τα γραφεία του ΔΝΤ για την επόμενη συνάντηση μου, με την Κριστίν Λαγκάρντ και τον Πόουλ Τόμσεν.

Στα γραφεία της Κριστίν βρέθηκα σε αμήχανη θέση όταν παραπονέθηκε ότι η πλευρά μας δεν είχε κινηθεί με τους ρυθμούς που είχαμε συμφωνήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Είχε δίκιο, αλλά πώς να ομολογούσα την αγανάκτηση που ένιωθα για την παράλυση που επικρατούσε στο Μαξίμου; Ήταν σύντομη η συνάντηση, προέκυψε όμως από αυτήν μια σημαντική πληροφορία: σε ανάθεση με πολλούς στο Βερολίνο και αλλού, η Κριστίν συμφωνούσε μαζί μου πως η Ευρώπη δε θα μπορούσε να διαχειρισθεί ένα Grexit. Επιπλέον, είχε μιλήσει στον Ντράγκι γι’ αυτό, όπως και για τη ρευστότητα μας. Όμως, για άλλη μία φορά, εκλιπαρούσε την πλευρά μας να επισπεύσει, ότι και αν ήταν αυτό που έκανε. Μακάρι να περνούσε από το δικό μου χέρι.

Η επόμενη στάση μου ήταν το διακεκριμένο εκατονταετές ίδρυμα ερευνών Brookings Institution, όπου εκφώνησα ομιλία για τα αίτια της ελληνικής κρίσης και τις προτάσεις μου για τον τερματισμό της. Όχι συμπτωματικά, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε μιλήσει δύο ώρες νωρίτερα, παρουσιάζοντας τη δική του πολιτική. Μετά το τέλος της ημερίδας οι οικοδεσπότες μου ήταν αρκετό τολμηροί ώστε να συγκρίνουν τις δύο ομιλίες. Μου είπαν χωρίς περιστροφές πως , ενώ έκριναν ότι η οικονομική ανάλυσή μου ευσταθούσε και περιελάμβανε ρητές προτάσεις , η ομιλία του Βόλφγκανγκ ήταν «εξήντα λεπτά στρουθοκαμηλισμού χωρίς καμία πρόταση για το πώς θα ισορροπούσε ξανά η Ευρώπη». Φαντάζομαι πως τα σχόλια που δέχτηκε ο καθένας μας διέφεραν αρκετό.

 

«Όχι στη δική μας περίπτωση, κ. Πρόεδρε»

πό το Brookings οι άνθρωποι της πρεσβείας μας με μετέφεραν βιαστικά στον Λευκό Οίκο. Εκεί θα είχα την ευκαιρία για μια σύντομη συνομιλία με τον πρόεδρο Ομπάμα. Εκείνη τη μέρα, 15 Απριλίου ήταν, όλως τυχαίως θα γιορταζόταν, καθυστερημένα, η 25η Mαρτίoυ στον Λευκό Οίκο, με εξέχοντα μέλη της ελληνοαμερικανικής κοινότητας προσκεκλημένα από τον πρόεδρο Ομπάμα. Πρόκειται για, μια παράδοση για την οποία οι Ελληνοαμερικανοί είναι ιδιαίτερα υπερήφανοι καθώς μόνο δύο κοινότητες προσκολλούνται από τον Λευκό Οίκο για να εορταστεί Εθνική τους εορτή. Η ελληνική και η ιρλονδική. Ο λόγος για τον οποίο παρέστην ήταν ότι ο Αλέξης μου είχε πει πως ο Ομπάμα έδειξε ενδιαφέρον να συνομιλήσουμε ανεπίσημα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δεξίωσης.

Βρίσκεται μαζί μας ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών», είπε ο πρόεδρος καλωσορίζοντας στη δεξίωση τους παριστάμενους. «Σκέφτοµαι να πάω να του ζητήσω δανεικά!» ήταν το χλιαρό αστείο τoυ. Παρά την ατυχή εκείνη αρχή, και τις όχι ιδανικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη η συνομιλία, όταν με πλησίασε για να μιλήσουμε, η ,σύντομη συζήτηση μας, την οποία κάναμε όρθιοι ανάμεσα στους υπόλοιπους καλεσμένους, αποδείχθηκε ουσιαστικότερη από πολλές συζητήσεις που είχα κάνει με αξιωματούχους σε ήσυχα δωμάτια κεκλεισμένων των θυρών.

ΟΜΠΑΜΑ:…καθόλου δε σε ζηλεύω. Κάνεις ένα δύσκολο έργο κάτω από δυσμενείς συνθήκες. θα προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε όσο καλυτέρα μπορούμε.

Γ.Β.: Σας ευχαριστώ. κ. Πρόεδρε. Από την πρώτη σας υποστηρικτική δήλωση μετά την εκλογή μας ήσασταν μια πνοή φρέσκου αέρα για τον λαό μας και για εμάς.

ΟΜΠΑΜΑ: Ξέρω τι σημαίνει να κληρονομείς μια τεράστια κρίση με το που αναλαμβάνεις το αξίωμά σου. Χρειάστηκε να το αντιμετωπίσω το 2009.

Γ.Β.: Τη μεγαλύτερη κρίση από το 1929, το γνωρίζουµε. Ομωs, η σημαντική διαφορά, κ. Πρόεδρε, είναι ότι εσείς σε κάθε βήμα σας είχατε από πίσω μια κεντρική τράπεζα που σας στήριζε. Εμείς έχουμε μια κεντρική τράπεζα που σε κάθε βήμα που κάνουμε προσπαθώντας να πετύχουµε για τη χώρα μας περίπου τα ίδια που πετύχατε εδώ το 2009, μας μαχαιρώνει πισώπλατα.

ΟΜΠΑΜΑ: Καταλαβαίνω. Όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αναγκάστηκα να κάνω πράγματα που ήταν πολύ δύσκολα για μένα. Πράγματα που δεν ήθελα να τα κάνω. Πράγματα που εν τέλει ήταν πολιτικό δηλητήριο. ‘Επρεπε να πάω ενάντια στην πολιτική μου για να σώσω τη Γουόλ Στριτ. Να συνεργαστώ με αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα.

Γ.Β.: Το κατανοούμε απολύτως, κ. Πρόεδρε. Πιστέψτε με, είμαστε κι εμείς έτοιμοι να συνεργαστούμε με εκείνους που προκάλεσαν την κρίση μας. Να αναλάβουμε το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας συνεργασίας. Αρκεί ο ισολογισμός να είναι θετικός, αρκεί τα οφέλη για τη χώρα να είναι μεγαλύτερα της ζημίας. Είμαι βέβαιος πως γνωρίζετε ότι ο συνδυασμός δυσβάστακτου χρέους και λιτότητας έχει προκαλέσει ανθρωπιστική κρίση.

ΟΜΠΑΜΑ: Ξέρω, ξέρω. Η λιτότητα δε λέει … [σημ.: «austerity sucks» ήταν η αρκετά «προχωρημένη», κάπως αθυρόστομη, έκφραση που χρησιμοποίησε]. Αλλά πρέπει να συμβιβασθείτε στις διαπραγµατεύσεις με τους θεσμούς για να κλειδώσει μια συμφωνία.

Γ.Β.: Κύριε Πρόεδρε, είμαστε πρόθυμοι να συμβιβαστούμε, να συμβιβαστούμε και να ξανασυμβιβαστούμε. Αυτό που δεν έχουμε πρόθεση να κάνουμε είναι να καταλήξουμε συμβιβασμένοι.

Ο Ομπάμα χαμογέλασε και σε ένδειξη συμπάθειας ακούμπησε με το δεξί του χέρι, τα αριστερό μου μπράτσο. Οι βοηθοί του προσπαθούσαν να του τραβήξουν την προσοχή, κάνοντας νόημα πως είχε καθυστερήσει για την επόμενη συνάντηση του. Μια χειραψία και άρχισε να απομακρύνεται.: Όμως άλλαξε γνώμη και επέστρεψε, παρά την εμφανή ενόχληση ενός από τους πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, για να προσθέσει:

ΟΜΠΑΜΑ: θα σας βοηθήσουμε, συνεχίζοντας να ασκούμε πίεση στους Ευρωπαίους. Όμως πρέπει κι εσείς να κάνετε βήματα για να τους συναντήσετε στη μέση.

Γ.Β.: Και πιο πέρα από τη μέση, κ. Πρόεδρε. Έχουμε Ήδη διανύσει τα τρία τέταρτα της απόστασης που μας χωρίζει, αλλά εκείνοι αρνούνται να κάνουν έστω ένα βήμα προς το μέρος μας.

ΟΜΠΑΜΑ: Δεν έχετε άλλη επιλογή από το να συνεχίσετε να προσπαθείτε. Και θα βοηθήσουμε.

Γ.Β.: Ελπίζω το ίδιο να ισχύει και για το Υπουργείο Οικονομικών σας. Πρέπει να σας πω πως μας έχει απογοητεύσει ο Τζακ Λιου, ο οποίος, δεν ακολουθεί τη «γραμμή Ομπάμα» στο θέμα αυτό. Στις επίσημες δηλώσεις του ρίχνει το φταίξιμο για την έλλειψη προόδου στην πλευρά μας.

ΟΜΠΑΜΑ: Ξέρεις πώς είναι αυτό … [γελώντας]. οι υπουργοί οικονομικών είναι πιο συντηρητικοί από τους nγέτες τους.

Γ.Β.: Όχι στη δική μας περίπτωση κ. Πρόεδρε … [σχεδόν γελώντας]. Εντούτοις, θα το εκτιμούσαμε αν το Υπουργείο Οικονομικών σας ήταν πιο κοντά στο δικό σας πνεύμα.

Άλλη μία θερμή χειραψία, άλλο ένα φιλικό χαμόγελο και αποχώρησε. ‘Επρεπε να φύγω κι εγώ. Στην κοντινή θρυλική λέσχη Cosmos Club περίπου δεκαπέντε Ελληνοαμερικανοί πολιτικοί είχαν μαζευτεί και, με περίμεναν για να δειπνήσουμε. Το δείπνο το είχαν οργανώσει ο Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ και ο Φιλ Αγγελίδης, πρώην υπουργός Οικονομικών της πολιτείας της Καλιφόρνιας αλλά και πρόεδρος της Επιτροπής για τη Διερεύνηση της Kρίσης, που δημιουργήθηκε με εντολή του προέδρου Ομπάμα για να διερευνήσει την Κατάρρευση της Γουόλ Στριτ το 2008, καταλήγοντας σε ένα πόρισμα που θα μείνει στην ιστορία για την ευστοχία και τη μαχητικότητα του3.

`

Κατά τα δείπνο χρειάστηκε λιγότερο από μία ώρα ώστε να καταρρίψω τις διαστρεβλώσεις, των μέσων μαζικής παραπληροφόρησης οι οποίες είχαν παρεισφρήσει στις σκέψεις και στο θυμικό των Ελληνοαμερικανών πολιτικών κάνοντας τους, αρχικά, διστακτικούς απέναντι μου. Πολύ γρήγορα όμως η ατμόσφαιρα άλλαξε, όταν άκουσαν από πρώτα χέρι την ανάλυση της κατάστασης και τις λογικές προτάσεις μας. Τόσο πρόθυμοι ήταν να βοηθήσουν που, προτού καν τελειώσει η βραδιά, συγκρότησαν πεvταμελή Επιτροπή για τον συντονισμό της υποστήριξης της κυβέρνnσης μας στο Κογκρέσο.4

`

Όταν έφυγα, ήταν ήδη αργά, αλλά η μέρα δεν πλησίαζε καν στο τέλος της. Ενα τηλεφώνημα με καλούσε στα γραφεία του ΔΝΤ για μια σύντομη συνομιλία που θα προετοίμαζε τα έδαφος για τις συνοµιλίες της επόμενης ημέρας. Στα τα γραφεία του ΔΝΤ περπάτησα μόνος μέχρι το μπαρ του ξενοδοχείου όπου θα συναντούσα τον Λάρρυ Σάμμερς για έvα ποτό και τη μακρά, διαφωτιστική συζήτηση με την οποία ξεκίνησε τούτο τα βιβλιο.

`

Δύο απρόσμενοι Αμερικανοί φίλοι

`

υποστήριξη των αμερικανικών συνδικάτων και των Ελληνοαμερικανών, πολιτών είχε κερδηθεί σχετικά εύκολα, όπως ήταν, αναμενόμενο. Aυτό που ήταν, λιγότερο αναμενόμενο ήταν η ουσιαστική στήριξη την οποία μου πρoσέφεραν άνθρωποι που δεν περίμενα να μας στηρίξουν. Oι απρόσμενες κινήσεις φιλίας ανθρώπων τους οποίους δε συγκαταλέγεις στους φυσικούς συμμάχους σου είναι εκείνες που ξαναγεμίζουν γρήγορα τα εξαντλημένα αποθέµατα της δύναμής σου κατά τη διάρκεια ενός άνισου αγώνα. Τουλάχιστον αυτό συνέβη στην περίπτωση δύο Αμερικανών που θα συναντούσα την επομένη. Ο ένας ήταν, ο Λι Μπουκέιτ, επιφανής μεγαλοδικηγόρος της Ουάσινγκτον και ειδικός σε θέματα κρατικών και ιδιωτικών χρεοκοπιών. Ο έτερος ήταν, ο Ντέιβιντ Λίπτον, το Νο 2 του ΔΝΤ.

Tους συνάντησα και τους δύο ανάμεσα σε αμέτρητες ανούσιες συναντήσεις, με αξιωματούχους πολύ πιο γνωστούς στο ευρύ κοινό. Τον Λι Mπoυκέιτ τον επισκέφτηκα ινκόγκνιτο στα γραφεία της δικηγορικής του εταιρείας συνοδευόμενος από τον Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ. Η μυστικότητα επιβαλλόταν, καθώς ο Λι Μπουκέιτ είναι ευρέως γνωστός ως η καλή, νεραΐδα των υπουργών οικονομικών πτωχευμένων κρατών που ζητούν αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τους. Αν ο Τύπος μάθαινε για τα συνάντηση μας, θα την παρουσίαζε σαν μια μονομερή κίνηση της Ελλάδας να αθετήσει τα χρέος της. Ακόμη κι αν μια τέτοιο κίνηση ήταν αυτή που έπρεπε να κάνουμε, δεν είχε έρθει η ώρα για τέτοιο πρωτοσέλιδο.

Φτάσαμε στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας με τα πόδια, μόνοι, και μπήκαμε στο κτίριο από πλαϊνή είσοδο. Στη διαδρομή αφηγήθηκα στον Τζέιμι όσα μου είχε μόλις πει ο Μάριο Ντράγκι, κατά τη διάρκεια προηγηθείσας ωριαίας συνομιλίας: Ο Mάριο είχε κάνει τα αδύνατα δυνατά να με πείσει πως δεν ήταν μέρος καμίας συνωμοσίας για την ανατροπή της κυβέρνησης μας, αλλά τα «χέρια του ήταν δεμένα». Τον πίστεψα: παρά τις διαμαρτυρίες του περί πλήρους ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, κανείς κεντρικός τραπεζίτης στον δυτικό κόσμο δεν εξαρτάται από σκοτεινές πολιτικές μηχανορραφίες περισσότερο απ’ ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ. «Η μία, συναρπαστική, πληροφορία την οποία αλίευσα από τον Μάριο μόλις τώρα», είπα στον Τζέιμι, « η συμβουλή του να επιδιώξω μια συμφωνία με το ΔΝΤ. Συμφώνησε όσον αφορά τη σημασία της ελάφρυνσης του χρέους. Οπότε, αυτό ήταν τα σκεπτικό του, μόνο μια συμφωνία και μια στενή σχέση συνεργασίας με το ΔΝΤ θα ωφελούσε την Ελλάδα». Η συζήτηση με τον Τζέιμι για το κατά πόσον η προσέγγιση με το ΔΝΤ ήταν σκόπιμη και σοφή ή όχι διεκόπη, καθώς είχαμε φτάσει στον προορισμό μας.

Ο Λι Μπουκέιτ είναι ένας πανέξυπνος Αμερικανός τζέντλεμαν, με τα χαρακτηριστικά και την προφορά των λευκών επικυρίαρχων του αμερικανικού νότου, που μοιάζει σαν να έχει βγει από άλλη εποχή. Προτού συζητήσουμε για το τρέχοντα θέματα, ήθελε να εξομολογηθεί το παρελθόν του, την εμπλοκή του σε προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες, κατά την άποψή του, χρησιμοποίησαν τις ικανότητες του έτσι ώστε να σπαταλήσουν μια εκπληκτική ευκαιρία απελευθέρωσης της Ελλάδας από τα δεσμά του χρέους.5 Δεν κρύφτηκε πίσω από μισόλογα: η συνάντησή μας ήταν γι’ αυτόν ευκαιρία για εξιλέωση.

Όσο για τα παρόν, η εκτίμηση του ήταν ζοφερή. «Είναι αποφασισμένοι να σας συντρίψουν με απειλές, που όμως μπορεί να είναι κούφιες», προειδοποίησε. Η συμβουλή του ήταν ξεκάθαρη και αιχμηρή: έπρεπε να δείξουμε στην Άvγκελα Μέρκελ πως δε θα υποκύπταμε τρομαγμένοι υπό την απειλή του Grexit: Ήταν η μόνη μας ελπίδα για μια ικανοποιητική συμφωνία μέσα στο ευρώ. Ήταν σαν να άκουγα τον εαυτό μου να μιλάει.

Ο Λι πρότεινε δύο πρακτικές κιvήσεις. Πρώτον, ο Αλέξης έπρεπε να προλάβει την απειλή τους για Grexit, μεταφέροντας εντός της επόμενης εβδομάδας το εξής μήνυμα στο Μέρκελ:

Οι θεσµοί κωλυσιεργούν σε τέτοιον βαθµό που ένα ατύχημα διαφαίνεται όλο και πιο αναπόφευκτο. Ως υπεύθυνοι ηγέτες, οφείλουµε να προετοιµασθούµε γι’ αυτό το ενδεχόµενο. Προτείνω να στείλει η καγκελαρία ένα µικρό τεχνικό κλιµάκιο, του οποίου εµπιστευόµαστε τις ικανότητες και την εχεµύθεια, σε κάποιο ελληνικό vησί, µακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Εκεί θα συναντηθούν µε τα δικό µου, αντίστοιχο, κλιµάκιο µε στόχο να συζητήσουν ήσυχα και επαγγελματικά τη διαχείριση του ατυχήματος.

Προς αποφυγήν οποιασδήποτε διαρροής, αλλά και για λόγους συµβολισµού, ο Λι Μπουκέιτ µας σύστησε τα µήνυµα αυτό να διαβιβαστεί όχι γραπτά η τηλεφωνικά αλλά µέσω αντιπροσώπου µας που θα πήγαινε στο Βερολίνο αυτοπροσώπως να τα αναγνώσει στην καγκελάριο χωρίς ποτέ να το παραδώσει. Έτσι και θα αποφεύγαµε τον κίνδυνο διαρροήw, και θα µμεγιστοποιούσαστε τη «δραστική» διάσταση του µηνύµατος. Από την απάντηση της καγκελαρίου θα διαπιστώναμε αν η Μέρκελ ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει την επιθυμία του Bόλφγκαvγκ για Grexit η αν θα παρενέβαινε προσφέροντας µας την αναδιάρθρωση του χρέους την οποία είχαµε ανάγκη. 

Η δεύτερη συµβουλή του Λι αφορούσε την Τράπεζα της Ελλάδος και τα αποθέµατα χρυσού της χώρας. 

Φροντίστε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του ελληνικού χρυσού να μεταβιβαστούν αµέσως από την Τράπεζα της Ελλάδος σε κάποιον φορέα της ελληνικής κυβέρνnσης. Γιατί, αν υπάρξει δικαστική διαµάχη µε την ΕΚΤ, ο Μάριο Ντράγκι θα σας πάει στα δικαστήρια του Λονδίνου απαιτώντας την κατάσχεση του ελληνικού χρυσού και όλων των περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής κεντρικής τράπεζας στη βάση του επιχειρήματος ότι η αθέτηση από την ελληνική κεντρική τράπεζα των υποχρεώσεών της απέναvτι στο σύστηµα των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών δίνει τα δικαίωµα στο τελευταίο να απαιτήσει κατάσχεση της περιούσιας της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν όµως έχετε ήδη µεταφέρει την ιδιοκτησία του χρυσού εκτός της κεντρικής σας τράπεζας, τότε απλώς αφήστε την να χρεοκοπήσει Αν χρειαστεί να εισαγάγετε νέο νόµισµα, δημιουργείτε νέα κεντρική τράπεζα. Έτσι, όλες οι απαιτήσεις της Φρανκφούρτης θα εκλείψουν µε την παλαιά κεντρική τράπεζα .6

 

Με τις συµβουλές του Λι να βουίζουν στο κεφάλι µου, αποχώρησα για το Υπουργείο Οικονοµικών, όπου θα συναντούσα τον Τζακ Λιου. Για λόγους τους οποίους εξήγησα στον πρόεδρο Οµπάµα έφτανα µε απειροελάχιστες ελπίδες να προκύψει κάποιο θετικό αποτέλεσµα από τη συνάντηση εκείνη. Όπως ήταν αναµενόµενο, µε πίεσε να υποκύψω στο Βερολίνο, καθιστώντας ξεκάθαρο πως, παρόλο που η ανάλυσή µου ήταν σωστή, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι η Ελλάδα ανήκε στη γερµανική οικονομική σφαίρα. Το µόνο θετικό που προέκυψε από τη στείρα συνάντηση µας ήταν η παραδοχή του, που συνέκλινε µε την άποψη της Λαγκάρντ ότι οι «Ευρωπαίοι» έτρεφαν αυταπάτες πιστεύοντας πως μπορούσαν να διαχειριστούν ένα Grexit.7

Μετά από µια µακρά και εξίσου κουραστική σύνοδο στο ΔΝΤ, όπου οι υπουργοί οικονοµικών της υφηλίου και οι παρατρεχάμενοι τους συναθροίζονταν για να παρακολουθήσουν τη µία µετά την άλλη άσκοπες και ανούσιες οµιλίες, συνάντησα τον Τζεφ Σακς, που έφερνε κακά µαντάτα: ο Βόλφγκαvγκ είχε καταφέρει να στρέψει την πλειοψηφία των αξιωματούχων της Ουάσιγκτον εναντίον της κυβέρνησης µας. Ο θυµός τον οποίο έτρεφε για εµάς ο Ντέιβιντ Λίπτον ανησυχούσε ιδιαίτερα τον Τζεφ. «Πρέπει να τον δεις απόψε», επέµεινε. Ο Τζεφ εκτιµούσε ότι µόνο µια συµµαχία µε τον Λίπτον, τον άνθρωπο του Λευκού Οίκου στο ΔΣ του ΔΝΤ, θα μπορούσε να φέρει µε το µέρος µας τον Μάριο Ντράγκι και τελικά να πείσει τη Μέρκελ να παρέµβει ακυρώνοντας τις κινήσεις Σόϊµπλε προς Grexit και αποδεχόμενη την αναδιάρθρωση του χρέους. «Κανόνισα να δεις τον Ντέιβιντ απόψε, στο γραφείο του», κατέληξε ο Τζεφ. 

Εκείνο το βράδυ, συνοδευόµενος από την Έλενα Παναρίτη, η οποία γνώριζε τον Λίπτον προσωπικά από τα χρόνια της θητείας της στην Ουάσινγκτον, επέστρεψα ακόµη µία φορά στο κεντρικό γραφεία του ΔΝΤ για να τον συναντήσω. Ισχυρογνώµων και κάπως ευέξαπτος, ο Λίπτον δεν προσπάθησε να κρύψει τον εκνευρισµό του απέναντι στην κυβέρνηση µας, κι εµένα προσωπικά, πριν καν του πω «καλησπέρα». Όπως με είχε προειδοποιήσει ο Τζεφ, η γερμανική πλευρά είχε, φαίνεται, κάνει εξαιρετική δoυλειά ώστε να τον προϊδεάσει αρνητικά. Χρειάστηκε μιά ώρα προσεκτικής και υπομονετικής παρουσίασης των επιχειρημάτων μου προτού ο Ντέιβιντ Λίπτον αρχίσει να μαλακώνει. 

Όταν χαλάρωσε αρκετά, αναφέρθηκε στις συζητήσεις του με τον Τζεφ Σακς, λέγοντας μου, σε ανθρώπινο και φιλικό πλέον ύφος, πως υπήρξε φοιτητής του Τζεφ και γι’ αυτό είχε εντυπωσιαστεί από τα καλά του λόγια για μένα. Όμως, παρά τη θερμότερη ατμόσφαιρα, η συζήτηση μας φαινόταν κ’ αυτή αδιέξοδη. Ο Λίπτον επαναλάμβανε επίμονα τη σταθερή γραμμή του ΔΝΤ για την αναγκαιότητα μιας «συνολικής» αξιολόγnσης με βάση το μνημόνιο κι εγώ επαναλάμβανα επίμονα τους λόγους για τους οποίους η εμμονή στη «συνολική» αξιολόγηση με βάση το μνημόνιο ήταν η συνταγή για το ανεπιθύμητο ατύχημα. Ξαφνικά ο Λίπτον, με εξέπληξε με μια απρόσμενη αλλαγή πλεύσης. Κοιτώντας με λες και είχε μια ξαφνική επιφοίτηση, μου λέει: 

«Έκτος εάν … » αφήνοντας µια µεγάλη παύση που λειτούργησε σαν να άνοιξε µια χαραµάδα απ’ όπου μπήκαν λίγες αχτίδες φωτός σ’ ένα από τα σκοτεινότερα δωμάτια που μπορεί να φαντασθεί ο ανθρώπινος νους,

«Έκτος εάν τι;» τον ρώτησα.

«Εκτός εάν υιοθετήσετε την πολωνική εναλλακτική», απάντησε σκεφτικός. 

Δεν μπoρώ να γνωρίζω αν επρόκειτο για αυθόρμητη σκέψη ή για προσχεδιασμένη κίνηση τακτικής. Δεν είχε σημασία. Ήταν φως στο σκότος. Η «πολωνική εναλλακτική», όπως εξήγησε, ήταν απλή: Τη δεκαετία του ’90 η Πoλωνία ήταν φορτωμένη με τεράστιο χρέος από την κομμουνιστική της περίοδο. Όταν ήρθε το ΔΝΤ για να εφαρμόσει τα γνωστό πρόγραμμα λιτότητας, μεταρρυθμίσεων και αναδιάρθρωσης του χρέους, η κυβέρνnσn της Βαρσοβίας αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μνημονιακή διαδικασια του ΔΝΤ. «Όπως αρνείστε κι εσείς τώρα», μου τόνισε ο Λίπτον. 

Αυτό που έκαναν οι πολωνοί ήταν να απορρίψουν την απαίτηση του ΔΝΤ να συντάξει εκείνο ένα μνημόνιο και να απαιτήσουν να συντάξουν τα δικό τους «Σχέδιο για την Πολωνία» ένα ολιστικό πρόγραμμα που κάλυπτε τα ζητήματα χρέους, δημοσιονοµικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων, το οποίο και παρουσίασαν στο ΔΝΤ ως το πλαίσιο διαπραγµάτευσης. «Είναι η μοναδική περίπτωση, απ’ όσο γνωρίζω», κατέληξε ο Λίπτον, «όπου το ΔΝΤ δέχθηκε να εγκαταλείψει τα δικό του Μνημόνιο Κατανόησης και να δεχθεί ως βάση διαπραγµάτευσης το πρόγραμμα που πρότεινε μια κυβέρνηση». 

Σnκώνοντας για μια στιγμή το βλέμμα του προς τα ταβάνι, ο Λίπτον ρώτησε «Γιατί δε δοκιμάζετε την πολωνική στρατηγική; Σε τελική ανάλυση, ο Τζεφ ήταν εκείνος που τους βοήθησε να συντάξουν το Σχέδιο για την Πολωνία». Από τα στόμα του ανθρώπου των ΗΠΑ στο ΔΝΤ, του αναπληρωτή της Κριστίν Λαγκάρντ και πρώην φοιτητή του Τζεφ, ήταν ό,τι καλύτερο είχα ακούσει από τις 20 Φεβρουαρίου. Σε συνδυασμό με τη συμβουλή του Λι Μπουκέιτ έθετε τα θεμέλια μιας στρατηγικής πραγματικής απόδρασης από την αποικία χρέους. 

«Είναι η καλύτερη συμβουλή που έχω ακούσει, Ντέιβιντ», του είπα σφίγγοντας του το χέρι καθώς αποχωρούσα. «Ο Τζεφ βρίσκεται ήδη στο ξενοδοχείο μου. Θα αρχίσουμε να την επεξεργαζόμαστε αμέσως». Χαμογελώντας για πρώτη φορά από την αρχή της συνάvτησης μας, ο Λίπτον μου ευχήθηκε καλή τύχη. 

Στο μπαρ του ξενοδοχείου όπου έμενα συνάντησα τον Τζεφ. Του είπα για την πρόταση του Λίπτον και αγκαλιαστήκαμε ενθουσιασμένοι. Μπορεί τα εμπόδια μπροστά μας να ήταν ψηλά και αμέτρητα, όμως ένας δρόμος προς μια καλή έκβαση διεφάνη μέσα στην καταχνιά των περασμένων εβδομάδων. Ο Τζεφ μου δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να παρατήσει ό,τι έκανε για να επεξεργαστούμε τη δική μας έκδοση της «πολωνικής εναλλακτικής» και να αρχίσουμε να συντάσσουμε το αντίστοιχο «Σχέδιο για την Ελλάδα». Όμως, με προειδοποίησε: 

Πρέπει παρ’ όλα αυτό να είσαι προϊδεασµένος για τη σύγκρουση. Σε εκλιπαρώ, εξασφάλισε τον πλήρη στήριξη του πρωθυπουργού σου για να μπορέσεις να προετοιμαστείς για τα κλείσιµο των τραπεζών που θα δοκιµάσουν για να σε εκφοβίσουν. Ακόµη κι αν καταφέρεις να χτίσεις µια συµµαχία µε τον Λίπτον και τον Ντράγκι, το Eurogroup είναι στα χέρια του Σόιµπλε. Κι ο Σόϊµπλε είναι αποφασισµένος να σας σύρει σε διαπραγμάτευση µε κλειστές τις τράπεζες, για να δει αν θα υποκύψετε. 

Αυτή ακριβώς ήταν και η δική µου σκέψη: για να μπορέσουμε να εφαρµόσουµε αποτελεσµατικά την ιδέα του Λίπτον, θα έπρεπε να την παντρέψουµε µε την πρόταση του Μπουκέιτ. ‘Επρεπε να κρατήσουµε σε δύο µέτωπα: να συντάξουµε τα δικό µας, ολοκληρωμένο, αντιµνηµόνιο, το «Σχέδιο για την Ελλάδα», όπως µου πρότεινε το Νο 2 του ΔΝΤ, και παράλληλα να πείσω τον Αλέξη να στείλει απεσταλμένο στο Βερολίνο µε το μήνυμα που είχε προτείνει ο Λι. Ήταν ο µοναδικός τρόπος. Θα άδραχνε όµως την ευκαιρία ο εξαντληµένος σύντροφος µου;

`

Η τρόϊκα στο Παρίσι

`

επόµενη µέρα, 16 Απριλίου, εξαντλήθηκε σε συναντήσεις στο ΔΝΤ. Η εµπειρία της πρωινής ολομέλειας έµοιαζε µε εκείνην ενός στρατιώτη στο μέτωπο: παρατεταμένη ανία που διαταρασσόταν περιστασιακά από στιγµές πανικού. Πέρασα το μεγαλύτερο µέρος της συνόδου καθισμένος δίπλα στον Μπενουά Κερέ, τον δεύτερο στην ιεραρχία της ΕΚΤ. Ενώ συνεχίζονταν οι ατελείωτες διαλέξεις, οι δυο µας κουβεντιάζαμε ψιθυριστά σαν άτακτα σχολιαρόπαιδα. Πάντα φιλικός, πάντα πρόθυµος να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν τον φίλο της χώρας µας στην ΕΚΤ, είχε µια χροιά έγνοιας στη φωνή του που δεν μπορούσε να κρύψει την απειλή τον οποία εμπεριείχαν τα λόγια του, όταν κάποια στιγµή, κατά τη διάρκεια της «λαθραίας» συζήτησης µας, µου είπε:

«Τώρα πρέπει να προετοιµασθούµε για το πιθανό ατύχημά».

«Αναφέρεσαι στο » ατύχημά » που δρομολογεί η ΕΚΤ από τον Δεκέµβρη;» τον ρώτησα.

Χωρίς ίχνος ενόχλησης, επιβεβαίωσε την κατηγορία µου:

«Αν γίνει ένα bank run και αν η ΕΚΤ δεν αυξήσει τη ρευστότητα µέσω του Μηχανισμού Έκτακτης Ρευστότητας (ELA), τότε πιθανόν να αναγκαστούμε να κλείσουµε τις τράπεζες ενόσω συνεχίζονται οι διαπραγµατεύσεις».

Μόλις είχα αρχίσει να του απαντώ πως ήταν παράλογο να περιµένει κανείς ότι θα συνεργαζόμασταν στον ίδιο µας τον εκβιασµό, ήρθε κοντά µας ο Μισέλ Σαπέν, ο υπουργός οικονοµικών της Γαλλίας, για να µε ρωτήσει αν είχα νέα από τα Brussels Group και τις «διαπραγµατεύσεις» µας µε τους θεσµούς. Κάναµε µια σύντοµη κουβέντα και µετά ο Μισέλ επέστρεψε στη θέση του στην άλλη άκρη της αίθουσας, δίπλα ήταν Βόλφγκανγκ Σόιµπλε. Με τον Μπενουά συνεχίσαµε να συζητάμε χαμηλόφωνα, ήταν ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από µακριά. Ο Μπενουά φάνηκε να ανησυχεί «Τι έγινε;» τον ρώτnσα. «ο Μισέλ έβαλε τις φωνές στον Βόλφγκανγκ», µου απάντησε. Απορροφημένος καθώς ήμουν από την έντονη συζήτηση που είχα µε τον Μπενουά, δεν είχα αντιληφτεί τα δράµα που εκτυλισσόταν πίσω µου. «Γιατί;» τον ρώτησα. Τότε ο Μπενουά, µε· ένα πικρό χαµόγελο, µε άφησε έκθαμβο απαντώντας:

«Επειδή ο Βόλφγκαvγκ είπε πως θέλει την τρόϊκα στο Παρίσι».

Ήταν απολύτως λογικό και διαβολικό ταυτόχρονα. Η τρόικα, που γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Αθήνα, τώρα ετοιμαζόταν να καταφθάσει στο Παρίσι, γιατί απώτερη οικοστολή της ήταν εξαρχής, ο έλεγχος του γαλλικού προϋπολογισµού. Οι σκληρές και αποτυχημένες πολιτικές που είχαν επιβληθεί στην Ελλάδα δεν είχαν να κάνουν µε τη χώρα µας. Η απειλή του κλεισίµατος των ελληνικών τραπεζών την οποία µόλις µου είχε μεταφέρει ο Μπενουά, τη στιγμή ακριβώς που ο Μισέλ έβαζε τις φωνές ήταν Βόλφγκανγκ, δεν είχε να κάνει µε τις τράπεζες µας. Όλα ήταν ένα μήνυμα του Βόλφγκανγκ προς το Παρίσι Αν η Γαλλία ήθελε το ευρώ, έπρεπε να παραδώσει την κυριαρχία επί του κρατικού προϋπολογισµού της στο Βερολίνο!

Υπήρχε µια λογική σε αυτόν τον παραλογισµό µια πιθανώς διεστραμμένη λογική, που έχει πλήξει ανεπανόρθωτα την Ευρωπαϊκή ‘Ένωση, εντούτοις µια λογική. Το µόνο που δεν είχε λογική ήταν ο τρόπος µε τον οποίο Γάλλοι αξιωµατούχοι, όπως ο Μισέλ Σαπέν, ο Μπενουά Κερέ και ο Πιερ Μοσκοβισί, συνεργούσαν στην καθυπόταξη της γαλλικής κυβέρνησης πρωταγωνιστώντας στη δική μας καθυπόταξη.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, στο αεροδρόμιο της Ουάσινγκτον έπεσα πάνω σ’ έναν από αυτούς τους τρείς Γάλλους αξιωματούχους, τον Πιερ Μοσκοβισί. Είχαμε μισή ώρα αναμονής μέχρι την πτήση του καθενός μας κι έτσι πιάσαμε κουβέντα. «Η Γερμανία είναι ένα πρόβλημα, και όχι μόνο για εσάς», αποφάνθηκε. Αλλά πρόσθεσε πως μια συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και τους πιστωτές της ήταν εφικτή «παρά τον Σόιμπλε». Aπάvτησα πως οι ειδήσεις που μετέφερα στην Αθήνα από το ΔΝΤ και την Ουάσινγκτον ήταν πως μια βιώσιμη συμφωνία θα έκλεινε μόνο με τη συναίνεση του ΔΝΤ, της Ουάσινγκτον, της ΕΚΤ και της Κομισιόν. Συμφώνησε. Τότε όμως ανέφερα τη συνομιλία μου με τον Μπενουά και την κεκαλυμμένη απειλή του τελευταίου για κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων.

«Απερίσκεπτες κουβέντες σαν κι αυτές θα μπορούσαν εύκολα να ερμηνευθούν στην Αθήνα ως υπαρξιακή απειλή», είπα στον Πιερ.

«Μην ανησυχείς», απάντησε ο επίτροπος, «Ο Μπενουά έχει μια τάση να αγχώνεται υπερβολικά και, ως κεντρικός τραπεζίτης, νιώθει την ανάγκη να έχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τα πάντα . Θα του μιλήσω εκ μέρους σου».

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επόμενη εβδομάδα και τον αποχαιρέτησα, παραμένοντας δύσπιστος ως προς τις διαβεβαιώσεις του.

Στην Αθήνα πια, ο Μπενουά μου τηλεφώνησε για να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση την οποία είχαν διακόψει οι φωνές που είχε βάλει ο Μισέλ στον Βόλφγκαvγκ. Ο Μπενουά ήταν πολύ πιο καθησυχαστικός αυτήν τη φορά, πιθανόν γιατί στο ενδιάμεσο είχε προηγηθεί κάποιο τηλεφώνημα από τον Πιερ. Όταν τον επέπληξα για τη συγκεκαλυμμένη απειλή του κλεισίματος των τραπεζών, υπενθυμίζοντας του πως οι τράπεζες δε θα έκλειναν ως αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής η ενός ατυχήματος, αλλά ως επακόλουθο μιας καθαρά πολιτικής απόφασης της ΕΚΤ να μας προκαλεί ασφυξία προτού μας κλείσει τις τράπεζες, απάντησε:

 

Κερέ: Μην το λες αυτό. οι τράπεζες μπορεί να κλείσουν γιατί έχoυν ξεμείνει από αξιόχρεα ενέχυρα τα οποία μπορεί να οποδεχθεί η κεντρική τράπεζα με αντάλλαγμα ρευστό χρήμα.

Γ.Β.: Αυτό είναι αδύνατον, Μπενουά. Ως υπουργός Οικονομικών, εγγυώμαι κάθε βδομάδα άχρηστα IOU τραπεζών αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποία καταθέτουν ως , εχέγγυα στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο μόνος τρόπος να εξαντληθούν οι αποδεκτές εξασφαλίσεις είναι αν εσείς στην ΕΚΤ απαγορεύσετε στην Τράπεζα της Ελλάδος να κάνει δεκτές τις εγγυήσεις μου. Και αυτό είναι μια εκατό τοις εκατό πολιτική απόφαση, καθώς όλοι ξέρουμε από το 2008 ότι οι εγγυήσεις της ελληνικής κυβέρνnσης στα IOU των τραπεζών είναι απολύτως αναξιόπιστες [σημ.: Kαθώς το κράτος μας δε θα είχε ποτέ τη δυνατότητα να πληρώσει το ποσά αυτά που εγγυάται εκ μέρους των τραπεζών].

Κερέ: Έχεις δίκιο. Αλλά, ως κεντρικός τραπεζίτης, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος σε περίπτωση που ληφθεί μιά τέτοια απόφαση από τα δύο τρίτα του διοικητικού συμβουλίου.

Γ.Β.: Κατανοητό. Απλώς πρέπει να γνωρίζεις πως , αν συμβεί κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση μας δε θα μείνει άπραγη αναμένοντας την κυπριακού τύπου «λύση» που ετοιμάζουν κάποιοι για μας. Δεν θα υποχωρήσουμε ούτε σπιθαμή. Αντιθέτως, αν κλείσετε τις τράπεζες μας θα δημιουργήσουμε τη δική μας ρευστότητα σε ευρώ, βασισμένη σε ηλεκτρονικής μορφής IOU που θα υποστηρίζονται από το φορολογικό σύστημα. Φυσικά, αν μας ωθήσετε σε αυτή την κατεύθυνση, δε θα έχουμε εναλλακτική από το να προβούμε σε στάση πληρωμών στο ΔΝΤ και σε εσάς [σημ.: στην EΚΤ], φέρνοντας μας ενάντια στη θέληση μας πολύ κοντά στο σημείο χωρίς επιστροφή..

Κερέ: Σε ευχαριστώ που μου τα λες όλα αυτά .Τώρα θα σου δώσω κι εγώ τη δική μου υπόσχεση: Αν καταλάβω πως το γεγονότα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση ενάντια στη θέληση μας, σου υπόσχομαι να σε ενημερώσω εκ . των προτέρων ώστε να συγκαλέσετε έκτακτη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για να απαιτήσετε μια πολιτική απόφαση στο ανώτατο θεσμικό επίπεδο.

Γ.Β.: Χαίρομαι που το ακούω, Μπενουά. Αυτό το θέματα ξεπερνούν τις αρμοδιότητες μας.

Και όντως τις ξεπερνούσαν. Η απόφαση ήταν στη δικαιοδοσία του Αλέξη.

 

Ενέδρα στη Ρίγα

 

ύο μέρες. Αυτός ήταν ο χρόνος που είχα στο διάθεση μου μετά την άφιξη μου ήταν Αθήνα για να πείσω τον Αλέξη να υιοθετήσει τη στρατηγική που γεννήθηκε στο ταξίδι μου στην Ουάσινγκτον (το «Σχέδιο για την Ελλάδα» που πρότεινε ο Λίπτον και το μήνυμα στη Μέρκελ που πρότεινε ο Λι Μπουκέιτ), προτού μεταβώ στο Ρίγα, την πρωτεύουσα της Λετονίας, για τη σύνοδο του Eurogroup της 24ης Απριλίου, η οποία σίγoυρα θα σηματοδοτούσε την αρχή του τέλους της παρτίδας, είτε μιας αίσιας κατάληξης είτε μιας συνθηκολόγησης. Πριν καταθέσω την πρόταση μου στον Αλέξη, την ετοίμασα (άλλη μία φορά) γραπτώς, φροντίζοντας ,να εξασφαλίσω πως κανένα αντίγραφο δε θα μπορούσε να διαρρεύσει διαδικτυακά και πως το μόνο αντίγραφο που θα έφτανε στα χεριά του πρωθυπουργού θα ήταν η εκτύπωση που θα του παρέδιδα αυτοπροσώπως .

Η συνάντηση εξελίχθηκε ακριβώς όπως φοβόμουν. «Θα το θεωρήσουν casus belli», αντέδρασε με την πλέον γνώριμη έκφραση μελαγχολίας στην ιδέα να προτείνουμε το δικό μας πλήρες «Σχέδιο για την Ελλάδα». Οσο για την ιδέα του Μπουκέιτ, δεν αντέδρασε καν στο άκουσμα της . Pίχνοντας μια ματιά μερικών δευτερολέπτων στη γραπτή μου πρόταση, την έβαλε στην άκρη λέγοντας:

«Η Μέρκελ μου υποσχέθηκε να παρέμβει. Ας μην τη θυμώσουμε τώρα».

«Δε θα σου δώσει τίποτα», απάντησα, «αν δεν παρουσιάσουμε τη δική μας αξιόπιστη ατζέντα και δεν την υποστηρίξουμε με το δικό μας «προληπτικό χτύπημα»».

«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή τώρα. Πήγαινε αύριο στη Ρίγα αλλά πρόσεξε να μην κάνεις καμία παραχώρηση εκεί. Μην τους αφήσεις να σε εκφοβίσουν. Απλώς κράτα το μέτωπο εκεί. θα μιλήσω ξανά με τη Μέρκελ αύριο το βράδυ για να βρούμε μια συμφωνία στο δικό μας [σημ.: πρωθυπουργικό] επίπεδο».

Ήταν ολοφάνερο πως τελούσε πλέον, για τα καλά, υπό τη σαγήνη και το δέος της Μέρκελ. Ουσιαστικά μου ζητούσε να κάτσω στ’ αυγά μου ελπίζοντας, μαζί του, ότι, με τρόπο μαγικό, θα κατάφερνε να πείσει την Άνγκελα να πράξει κάτι τα οποίο εκείνη ούτε επιθυμούσε ούτε είχε επιτακτικό λόγο να πράξει.

Το Eurogroup της 24ης Απριλίου είχε συγκληθεί κυρίως στο πλαίσιo των εορτασμών της Λετονικής προεδρίας της ΕΕ. Θεωρητικά, θα ήταν σχετικά ανεπίσημο, και η συνεδρίαση ήταν προγραμματισμένη να μην ξεπεράσει τις δύο ώρες συνολικά, πράγμα ασυνήθιστο . Τη μέρα που με τον Νίκο Θεοχαράκη αναχωρούσαμε για τη Ρίγα ο Αλέξης επικοινώνησε μαζί μας μ’ ένα εμψυχωτικό μήνυμα: «θα είναι εύκολο Eurogroup, είναι κατά βάσιν εθιμοτυπικό και δε θα πουν τίποτα σημαντικό για την Ελλάδα. Ό,τι και να γίνει, διατηρήστε την ψυχραιμία σας και μη μασάτε».

Η απίστευτη ικανότητα του Αλέξη να με εμψυχώνει με τα κατάλληλα λόγια την κατάλληλο στιγμή παρέμενε αμείωτη. Παρά τους σοβαρούς ενδοιασμούς που με βάραιναν μετά απ’ όσα είχαν ήδη δει το μάτια μου, το ενθαρρυντικό του μήνυμα θα ήταν ο φάρος μου στην τρικυμία της σκοτεινής Ρίγας.

Το πρώτο σημάδι πως κάτι δεν πήγαινε καλά μου τα μετέφερε η Φωτεινή, η γραμματέας μου, με το που φτάσαμε στην πρωτεύουσα της Λετονίας το ξενοδοχείο που είχαν κλείσει για τον ομάδα μου ήταν μακριά από τα δικό μου, στην άλλη άκρη της πόλης γεγονός που θα δυσχέραινε τις συναντήσεις μας για τις απαραίτητες διαβουλεύσεις της τελευταίας στιγμής. Ήμουν, όπως διαπιστώσαμε αργότερα, ο μοναδικός υπουργός οικονομικών που απομονώθηκε σε ξενοδοχείο μακριά από την ομάδα του. Απρόθυμος να ασπαστώ θεωρίες συνωμοσίας, αποφάσισα να το ερμηνεύσω ως μια ατυχή αμέλεια των διοργανωτών.

Εκείνο το πρώτο βράδυ, ύστερο από μια δεξίωση άνευ σημασίας, επέστρεψα στο ξενοδοχείο μου. Μου ήταν αδύνατο να χαλαρώσω. Τηλεφώνησα στον Νίκο Θεοχαράκη για να τον καλέσω να διασχίσει την παγωμένη πόλη ερχόµενος από το µακρινό ξενοδοχείο του για να ανταλλάξουμε ιδέες εν όψει του Eurogroup που µας περίµενε την εποµένη. Έχοντας µισή ώρα στη διάθεσή µου µέχρι την άφιξη του Νίκου, κατέβηκα στο λόµπι του ξενοδοχείου για να τον περιµένω. Και εκεί τους είδα.

       Όλοι οι συνήθεις ύποπτοι της τρόϊκας ήταν µαζεµένοι στο μπαρ: Πόουλ Τόµσεν, Μπενουά Κερέ, Τόµας Βίζερ, Γερούν Ντάισελμπλουμ, Πιερ Μοσκοβισί και κάποιοι άλλοι που δεν τους θυµάµαι. Αποφάσισα να πάω προς τα µέρος τους χαµογελώντας για έναν συναδελφικό χαιρετισµό. Με το που µε είδαν, πάγωσαν. Μαγκωµένοι και φανερά αμήχανοι, δεν είπαν κουβέντα. Για να σπάσω τον πάγο, τους ρώτησα χαριτολογώντας: «Για πείτε λοιπόν, τι γίνεται εδώ; Σας έπιασα στα πράσα;» Το ανάλαφρο σχόλιό µου δεν κατάφερε να κάνει έστω κι έναν τους να χαμογελάσει. Μόνο ο Κερέ ήρθε προς τα µέρος µου απολογητικά, λέγοντας µου ότι «είχαν µια συνάντηση» και, αν ήθελα, θα μπορούσα να τους συναντήσω λίγο αργότερα για ένα ποτό. Χαµογέλασα, τους καληνύχτισα και έφυγα.

Το επόµενο πρωί µε τον Νίκο περπατούσαµε προς την αίθουσα όπου θα συνεδρίαζε τα Eurogroup. Πίσω µου άκουσα τον Πιερ Μοσκοβισί να µε χαιρετά εγκάρδια. Έτσι προχωρήσαμε παρέα, οι τρεις µας, συζητώντας. «Είµαι περήφανος που το κάναµε αυτό», είπε αναφερόµενος στο Brussels Group. «Το σωστό είναι αυτές οι διαπραγµατεύσεις να διεξάγονται στις Βρυξέλλες, µε τους υπουργούς να συνοµιλούν µόνο µε υπουργούς και τους τεχνοκράτες να µιλούν µόνο µε τεχνοκράτες», «Η Κοµισιόν ανέκτησε λίγη από τη χαµένη της τιμή», του είπα καθώς φεύγαµε.

Το δωμάτιο του Eurogroup ήταν ανατριχιαστικά µισοάδειο. Πού ήταν όλοι τους; Εκτός από τον Πιερ, τον Νίκο κι εµένα, παρίσταντο µόνο ο Γερούν Ντάισελμπλουµ, ο Τόµας Βίζερ και άλλες τέσσερις η πέντε αποστολές. Ο Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, ο Μάριο Ντράγκι, ο Πόουλ Τόµσεν, ο Μισέλ Σαπέν και άλλοι, βασικοί υπουργοί, ήταν απόντες. Καθώς ξεκίνησε η συνεδρίαση, ο Νίκος κι εγώ ανταλλάξαµε µια µατιά πεπεισµένοι πως κάτι ιδιαίτερα δυσάρεστο µμαγειρευόταν παραπέρα. Το πρώτο ζήτημα στην ατζέντα ήταν ένα διαδικαστικό θέµα που δεν απαιτούσε συζήτησn. Με το που έκλεισε αυτό, ο Γερούν είπε «Συνάδελφοι, ας προχωρήσουμε στο δεύτερο θέµα της ατζέντας µας: Ελλάδα». Ξαφνικά οι πόρτες άνοιξαν, κι ο Βόλφγκανγκ, ο Μάριο, ο Πόουλ, ο Μισέλ και οι υπόλοιποι απόντες υπουργοί πλημμύρισαν την αίθουσα.

Το πρώτα πλήγµα το κατάφερε ο Γερούν. Στην εισαγωγική του δήλωση απαίτησε την επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα για να δοθεί ένα τέλος στην «αναποτελεσµατικότητα» του Brussels Group, του οποίου το εγκώμιο µόλις είχε πλέξει ο Πιερ. Θα υπερασπιζόταν το δηµιούργησαν µας, τη νέα διαδικασία στις Βρυξέλλες, την οποία λίγο πριν επαινούσε στον διάδροµο; ήταν λες και ο πρόεδρος του Eurogroup είχε σχεδιάσει άλλη µία φορά την ταπείνωση του επιτόπου, αναγκάζοντας τον να καταπιεί τα λόγια του, όπως είχε κάνει πριν από τα δεύτερο µου Eurogroup τον Φεβρουάριο.9 Και τα κατάπιε. «Οι τεχνικές και πολιτικές διαβουλεύσεις», είπε στην τελευταία πρόταση της δήλωσης του ο Μοσκοβισί «θα έπρεπε να συνδυαστούν και να διεξάγονται στο ίδιο µέρος, µαζί». Σε περίπτωση που δεν ήταν ήδη ξεκάθαρο σε τι αναφέρονταν, ο Πόουλ Τόµσεν έσπευσε να διευκρινίσει πως αυτό το µέρος ήταν η Αθήνα. Τότε ο Πιερ, αποφεύγοντας τα βλέµµα µου, έσκυψε το κεφάλι καρφώνοντας το βλέµµα του στο πάτωµα.

Ο Πόουλ τότε έκανε µια στροφή 180 µοιρών, αντάξια της μεταστροφής του Πιερ. Ο ίδιος άνθρωπος που µου είχε εκμυστηρευθεί την 1η Φεβρουαρίου, στην πρώτη µας συνάντηση στο Παρίσι, ότι το χρέος της Ελλάδας δεν ήταν βιώσιµο και πως µια ελάφρυνση χρέους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ έπρεπε να είχε εφαρμοστεί πολύ πριν από το 2015 τώρα σφύριζε έναν εντελώς διαφορετικό σκοπό. Μέχρι και την εκλογή µας, σύµφωνα µε τον Πόουλ, τα ελληνικό χρέος ήταν βιώσιµο. Μόνο µετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνησή µας κατέστη μη βιώσιµο. Αν δεν είχε προκύψει η κυβέρνηση µας, δε θα χρειαζόταν τώρα ούτε ελάφρυνση του χρέους ούτε επιπλέον κρηµατοδότηση.10

Ο Μάριο Ντράγκι στο µεταξύ προετοίμαζε τα έδαφος για το επόµενο χτύπημα. Παρουσίασε την άποψη του πως , σε αντίθεση µε προηγούμενο bank run, οι τωρινές µαζικές αναλήψεις στην Ελλάδα δεν εξαπλώνονταν και στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Με άλλα λόγια εννοούσε πως ένα Grexit θα έβλαπτε την Ελλάδα αλλά όχι τις άλλες χώρες που μοιράζονταν το νόμισμα της. Αυτό ήταν τα κάλεσμα για την ταξιαρχία των υπουργών-μαζορετών του Σόιμπλε να περάσουν στην επίθεση απειλώντας με Grexit.

Ο Σλοβάκος υπουργός ξεκίνησε πρώτος αναφωνώντας «απίστευτο!» και κλείνοντας: «Είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε την Ελλάδα. Αλλά αν η Ελλάδα δε χρειάζεται βοήθεια, τότε ίσως έφτασε η ώρα να συζητήσουμε τις συνέπειες», Σύντομα ο Bόλφγκαvγκ Σόιμπλε υποστήριξε με τη σειρά του τις απειλές του Σλοβάκου: «Έχουμε κάνει γοργά βήματα προς τη λάθος κατεύθυνση [γέλιο]. Απίστευτο! Απίστευτο. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα προκύψει κάποια λύση». Τελικά ο κλήρος της εκστόμισης του ακατονόμαστου έπεσε στον Σλοβένο υπουργό.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να πειστούν οι Σλοβένοι, που είναι οι πιο εκτεθειμένοι στην Ελλάδα, να καταβάλουν κι άλλες προσπάθειες για να τη βοηθήσουν να βγει από αυτή την κατάσταση. Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να εξετάσουμε το Σχέδιο Β … Ξέρω πως δε θέλαμε να συζητήσουμε το Σχέδιο Β. Θέλαμε, όπως και η Σλοβενία, να βρεθεί μια λύση. Αλλά τώρα δε βλέπω να συμβαίνει κάτι τέτοιο».

Ξεκίνησα να απαvτώ σημείο προς σημείο, με ψυχραιμία και μετριοπάθεια, αντικρούοντας κάθε ανακρίβεια που είχε αναφερθεί, πριν μπω στην ουσία του θέματος.

Το Σχέδιο Β δε θα έπρεπε [καν] να αναφέρεται. Ακόμη και το να ανοίγουμε αυτήν τη συζήτηση είναι εξαιρετικά, υπέρμετρα, αντιευρωπαϊκό. Ο εξαίρετος συνάδελφος από τη Σλοβενία θα έπρεπε να ξέρει πως μια τέτοια συζήτηση αυτήν τη στιγμή δεν είναι προς όφελος των πολιτών του. Απορρίπτω μια τέτοιο συζήτηση. Η κυβέρνηση μας σκοπεύει να κάνει ό,τι χρειάζεται για να παραμείνει βιώσιμα στην ευρωζώνη.

Από εκείνο το σημείο και μετά, κάθε φορά που άνοιγα τα στόμα μου ήταν για να παρουσιάσω εποικοδομητικές προτάσεις για την επίτευξη μιας γρήγορης συμφωνίας. Και κάθε φορά που εισηγούµουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο Γερούν αντιδρούσε επιθετικά, απαιτώντας να συναινέσω στην επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα, να συμφωνήσω να μην ξαναεισαχθεί οποιοδήποτε νομοσχέδιο στη Boυλή μας πριν τη συγκατάθεση της τρόϊκας και να ενδώσω στην προσέγγιση «όλα ή τίποτα» της τρόϊκας, πράγμα τα οποίο σήμαινε να αποσύρω την πρόταση μου για μια ενδιάμεση συμφωνία βασισμένη σε τρία ή τέσσερα νομοσχέδια μεταρρυθμίσεων και ένα βιώσιμο δημοσιονοµικό πρόγραμμα . Πιστός στην οδηγία του Αλέξη να μην υποχωρήσω ούτε μια σπιθαμή, «να μη μασήσω», επέμεινα στις θέσεις μας.

 

Το ψέμα ως θεσμικό όπλο

 

«Τζογαδόρος », «ερασιτέχνης». «χρονοτριβών» και τώρα «σχεδόν πάντα µόνος», «αποµονωµένος», άσεβης απέναντι στους άλλους υπουργούς και απρόθυµος να εκπροσωπήσει τη χώρα του.

Όλα έγιναν όπως µε είχε προειδοποιήσει εκείνος ο φιλικός αξιωματούχος στο υπουργείο οικονοµικών των ΗΠΑ: Θα βρισκόµουν αντιµέτωπος µε εκστρατεία αµαύρωσης του χαρακτήρα µου «σε µία εβδοµάδα». Είχε πέσει έξω κατά µία µόνο µέρα.

καλοστημένη ενέδρα στη Ρίγα συνοδεύτηκε από καλoενoρχηστρωμένη προπαγάνδα. Το ψέμα αυτήν τη φορά δεν ήρθε παρεμπιπτόντως, αλλά χρησιμοποιήθηκε θεσμικά, συντεταγμένα και εναντίον μου προσωπικά.

Κατά την τεταμένη συνεδρίαση του Eurogroup, οι φραστικές επιθέσεις των συναδέλφων υπουργών στρέφονταν εναντίον της Κυβέρνησης μας στο σύνολό της αλλά και ενάντια «στους Έλληνες» στον λαό μας, συνολικά. Όμως, έξω από την αίθουσα τα συστηµικά μέσα προπαγάνδας μετέδιδαν ψευδή αλλά καλά συντονισμένα ρεπορτάζ, σύμφωνα μετά οποία, δήθεν, οι υπουργοί μιλούσαν απαξιωτικά για μένα και επετίθεντο στο πρόσωπό μου με συγκεκριμένους επιθετικούς προσδιορισμούς. Αυτό δε συνέβη ούτε μία φορά. Ποτέ κανείς τους δεν άσκησε προσωπική κριτική. Κι όμως, ακόμα και αξιοπρεπή «μέσα» λάμβαναν εκ των έσω και από τα πιο επίσημα χείλη του Eurogroup και των παρατρεχάμενων του, ψευδή μηνύματα. Χαρακτηριστικό το ρεπορτάζ του Blοοmberg το οποίο, αναφερόμενο στο τι ειπώθηκε κατά τη συνεδρίαση του Eurogroup, έλεγε:

«Οι υπουργοί οικονομικών της ευρωζώνης είπαν ότι ο χειρισμός των συνομιλιών εκ μέρους του Βαρουφάκη ήταν ανεύθυνος και τον κατηγόρησαν για χρονοτριβή, χαρακτηρίζοντας τον τζογαδόρο και ερασιτέχνη, σύµφωνα µε πηγή που βρίσκεται κοντά στις συνοµιλίες και επιθυµεί να παραµείνει ανώνυμη, καθώς οι συνοµιλίες ήταν ιδιωτικές».»

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε ο Γερούν ρωτήθηκε ευθέως αν συνάδελφοι υπουργοί είχαν χρησιµοποιήσει εναντίον µου αυτούς τους χαρακτηρισµούς. Αντί να πει απλώς «όχι», ο πρόεδρος του Eurogroup έδωσε τροφή στις ψευδείς ειδήσεις μη διαψεύδοντας τες αλλά απαντώντας µ’ ένα χαµόγελο όλο νόημα: «ήταν µια πολύ κρίσιµη συζήτηση και ενδεικτική της αίσθησης του κατεπειγόντως που υπάρχει στην αίθουσα».

Εκείνο το βράδυ, αφού τελείωσε και η δική µου συνέντευξη Τύπου και τα επίσημα καθήκοντα της nµέρας είχαν ολοκληρωθεί, ενημερώθηκα ότι οι υπουργοί οικονοµικών ήµασταν προσκεκλημένοι σε ανεπίσημο δείπνο µε παραδοσιακούς χορούς σε εξοχικό κέντρο εκτός Ρίγας, µια διαδροµή περίπου 45 λεπιών µε το πούλµαν. Ηµουν εξαντληµένος και είχα να ετοιμάσω δύο οµιλίες µου για την εποµένη: µία για τη σύνοδο του Ecofin και µία σε επιτροπή που διερευνούσε την περίπτωση επιβολής φόρου στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Έτσι αποφάσισα να μην παραστώ στο δείπνο. Αντ’ αυτού, κανόνισα να φάµε µε τον Νίκο, τη Φωτεινή και ένα άλλο µέλος της οµάδας µου στο κέντρο της Ρίγας. Η. αποσυµπίεση και η ευκαιρία να αναλύσουµε ψύχραιµα την καλοστημένη ενέδρα µου ήταν απαραίτητες. Επιπλέον, η ιδέα ότι θα πήγαινα µε τα πόδια, µόνος µου, από τα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης για να τους συναντήσω ήταν βάλσαµο. Ένας μοναχικός ποδαρόδροµος μέσα στην κρύα πόλη ήταν αυτό που χρειαζόμουν µετά από µια δύσκολη μέρα υπό το φως του νέον σε εκείνα τα δωμάτια της διαπλοκής και του ψεύδους που υπονόµευαν τα συµφέροντα όχι µόνο του δικού µας του λαού αλλά όλων των λαών τους οποίους εκπροσωπούσαµε.

Καθώς περπατούσα προς το εστιατόριο, σκέφτηκα πόσο αναζωογονητικό μπορεί να είναι κάτι τόσο απλό ένας νυχτερινός περίπατος. Ξάφνου η κούραση πέρασε και έπαψα να φοβάµαι ότι δε θα τα έβγαζα πέρα εν όψει της µακράς νύχτας εργασίας που µε περίµενε όταν θα επέστρεφα στο ξενοδοχείο. Περπάτησα µόνος για περίπου µισή ώρα, παρατηρώντας τα παλιά κτίρια τα οποία έλουζε τα πορτοκαλί φως από τις λάµπες του δρόµου έτσι όπως διαπερνούσε την παγωμένη πάχνη, εισπνέοντας τον ψυχρό αέρα, νιώθοντας ξανά άνθρωπος.

Το δείπνο µε τους δικούς µου ανθρώπους, σε µια σουρεαλιστική γερµανική μπυραρία όπου ένας Λετονός ντυμένος καουµπόι έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε … τεξανικά τραγούδια ήταν τόσο τονωτικό όσο ήλπιζα. Το επόµενο πρωί το Reuters δημοσίευσε την ακόλουθη είδηση:

«Καθώς τα πούλµαν που μετέφεραν τους Ευρωπαίους υπουργούς οικονοµικών αναχωρούσαν για επίσημο δείπνο στην πρωτεύουσα της Λετονίας το βράδυ της Παρασκευής, ένα µέλος της οµάδας παρέµεινε στο ξενοδοχείο και μετά περιπλανήθηκε µόνος στο σούρουπο. Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε άλλα σχέδια, είπε, έπειτα από µια μέρα σφυροκοπήματος κατά τη διάρκεια των συσκέψεων στη Ρίγα, που υπογράµµισαν την αποµόνωσή του καθώς προσπαθεί να αποτρέψει την εθνική χρεοκοπία. Την ώρα που στους άλλους υπουργούς οι συνοδείες τους τους έφερναν φαγητό και ζεστά ρούχα κατά τη συνεδρίαση στη Ρίγα, ο Βαρουφάκης ήταν σχεδόν πάντα µόνος, αποφεύγοντας την οποιανδήποτε βοήθεια ή αστυνομική συνοδεία. «Είναι παντελώς αποµονωµένος «, δήλωσε στο Reuters υψηλόβαθμος αξιωματούχος που επιθυµεί να παραµείνει ανώνυµος. «Δεν ήρθε καν στο δείπνο για να εκπροσωπήσει τη χώρα του .. .»»12

«Τζογαδόρος », «ερασιτέχνης». «χρονοτριβών» και τώρα «σχεδόν πάντα µόνος», «αποµονωµένος», άσεβης απέναντι στους άλλους υπουργούς και απρόθυµος να εκπροσωπήσει τη χώρα του. Όλα έγιναν όπως µε είχε προειδοποιήσει εκείνος ο φιλικός αξιωματούχος στο υπουργείο οικονοµικών των ΗΠΑ: Θα βρισκόµουν αντιµέτωπος µε εκστρατεία αµαύρωσης του χαρακτήρα µου «σε µία εβδοµάδα». Είχε πέσει έξω κατά µία µόνο µέρα.

Φυσικά, πως θα βρισκόµουν στο στόχαστρο του βαθέος κατεστηµένου µε αυτό τον τρόπο ήταν το χειρότερα κρυµµένο µυστικό, και όχι µόνο των Βρυξελλών. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2015, περίπου την περίοδο των δύο πρώτων Eurogroup, κάποιοι ‘Έλληνες δημοσιογράφοι είχαν ήδη παρόµοιες πλnροφορίες από έναν δηµοσιογράφο που γνώριζε από πρώτο χέρι για την εκστρατεία δολοφονίας της εικόνας µου, του χαρακτήρα µου. Ένας από αυτούς µου µετέφερε αργότερα τη συζήτηση ως εξής:

θα αντέξει ο Βαρουφάκης την πίεση;» ρώτησε ο ξένος δηµοσιογράφος.

«Τουλάχιστον ο Tσίπρας τον εμπιστεύεται ακόµα», απαντήσαμε εµείς [οι Έλληνες δηµοσιογράφοι.].

«Τότε πες τους εκεί στην Αθήνα, στην κυβέρνηση και στον κόσµο, να περιµένουν πολύ περισσότερες επιθέσεις», απάvησε.13

Ήταν αλήθεια: ο δεσµός εμπιστοσύνης που συνέδεε τον Αλέξη κι εµένα ήταν το µεγαλύτερο εµπόδιο για την τρόϊκα. Το γνώριζα. Και προφανώς το γνώριζαν κι εκείνοι. Κι όπως πολύ σύντοµα θα ανακάλυπτα, το γνώριζε και ο ίδιος ο Αλέξης.

`

To ξήλωμα του πουλόβερ

 

κείνο τα πρωί του Σαββάτου 25 Απριλίου, πριν από την επιστροφή µου στην Aθήνα, παρέστην στη σύνοδο του Ecofin. Το Εθιμοτυπικό της περίστασης απαιτούσε την παρουσία όχι µόνο του υπουργού οικονοµικών κάθε κράτους-µέλους αλλά και του διοικητή της κεντρικής τράπεζας του. Ενόσω καθόµασταν δίπλα δίπλα, ο Στουρνάρας έσκυψε στο αυτί µου να µου δηλώσει ότι πίστεψε πως είχε έρθει η ώρα να εφαρµόσουµε capital controls αυτό που µου είχε πει και ο Μπενουά Κερέ πριν από µία εβδοµάδα, στις 16 Απριλίου, στην Ουάσινγκτον (βλ. «Η τρόϊκα στο Παρίσι»). Του έδωσα την ίδια απάντηση που είχα δώσει και στον Μπενουά: η κυβέρνησή µας αντιτάσσεται στα capital controls, καθώς δεν πιστεύουμε πως συμβαδίζουν µε τη νοµισµατική ένωση. Μέσα µου σκεφτόμουν; Η τρόϊκα, Εξωτερικού και εσωτερικού, δεν κρατάει πλέον καν τα προσχήματα.

Στην πτήση επιστροφής από τη Ρίγα πληροφορήθηκα πως η συνοµιλία του Αλέξη µε την Άνγκελα Mέρκελ, στην οποία είχε εναποθέσει τόσες ελπίδες, δεν είχε πάει καθόλου καλά. Σαν να μην αρκούσε αυτό, από την καγκελαρία είχε διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης ότι η Γερμανίδα ηγέτης όχι μόνο έστρεψε την πλάτη στον Αλέξη, αλλά ήταν έντονα δυσαρεστημένη με την προσπάθεια του να παρακάμψει τα Eurogroup. Ήταν μια σημαντική, όχι όμως αναπάντεχη, κακή τη πίστη κίνηση: ενώ είχε υποσχεθεί στον Αλέξη πως οι δυο τους θα έβρισκαν μια λύση στο παρασκήνιο, την ώρα που ο Βαρουφάκης , και ο Σόιμπλε αλληλοαναιρούνταν, τώρα τον άφηνε εντελώς εκτεθειμένο.

Φτάνοντας στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» ζήτησα να οδηγηθώ απευθείας στο Μαξίμoυ. Το γραφείο του Αλέξη το πλημμύριζε το απαλό αττικό φως που περνούσε μέσα από τα μεγάλα παράθυρα, και μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι ήταν ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα. Χαιρετηθήκαμε με μια αγκαλιά και ανταλλάξαμε µατιές αλληλοκατανόησης του τι είχα μόλις περάσει, ή έτσι τουλάχιστον πίστεψα. Καθίσαμε στις δύο πολυθρόνες κοντά στο παράθυρο, μακριά από τα γραφείο του και τα τραπέζι συνεδριάσεων γύρω από το οποίο συναντιόταν τα πολεμικό μας συμβούλιο.

Λουσμένοι κι οι δύο στο απαλό φως που έμπαινε από το παράθυρο μιλήσαμε χαλαρά, φιλικά, για πρώτη φορά µετά από καιρό χωρίς να διακοπτόμαστε εγώ από αγωνία κι εκείνος από μελαγχολία, Μίλησα πρώτος περιγράφοντος τι είχε συμβεί στο Eurogroup και μοιράστηκα μαζί του την εκτίμηση μου ότι οι τρείς κύριες εξελίξεις – η ανάκληση της υπόσχεσης της Μέρκελ, η ενέδρα της τρόικας στη Ρίγα και η πίεση της ΕΚΤ να ζητήσουμε το capital controls με τα οποία μας απειλούσαν αποτελούσαν τρεις διαφορετικές πτυχές του ίδρου σχεδίου κοθυπόταξης μας. Προτού πάρει τον λόγο ο Αλέξης, του είπα, μέσα από την καρδιά μου, το εξής:

«Αλέξη, επίτρεψε μου να σου υπενθυμίσω για ποιόν λόγο βρίσκομαι εδώ. Δεν άφησα τη δουλειά μου στο Τέξας γιατί ήθελα να γίνω υπουργός. Ήρθα για να βοηθήσω εσένα προσωπικά. Και το έκανα γιατί μου είπες πως συμφωνούσες με το σχέδιο μου για να σταματήσει ο φαύλος κύκλος της καταστροφής. Αυτή τη στιγμή στεκόμαστε σε σταυροδρόμι. Έχω στρέψει πάνω μου τα βέλη, τις σφαίρες, τους πυραύλους των δανειστών. Δε με ενοχλεί καθόλου αυτό, ήµουν απολύτως προετοιμασμένος να γίνω τα αλεξικέραυνο που σε προστατεύει Οµως, εσύ φαίνεται πως έχεις αναπτύξει ιδέες που διαφέρουν από αυτό που αρχικά συµφωνήσαµε. Τώρα πια ίσως στέκομαι εµπόδιο στον δρόµο που διάλεξες. Ίσως αισθάνεσαι πως κάποιος άλλος υπουργός οικονοµικών θα ταίριαζε καλύτερο µε τα σχέδιά σου, δεδοµένου ότι εξακολουθώ να πιστεύω πως τα αρχικό µας σχέδιο είναι η μόνη µας ελπίδα. Αν έχουν έτσι τα πράγµατα, να µε αντικαταστήσεις, µε την πλήρη στήριξη µου. θυµάσαι για ποιόν λόγο βρίσκοµαι εδώ; Για να σε βοηθήσω».

Ο Αλέξης µε κοίταζε µε ζεστασιά, συντροφικότητα και µετά από µια µακρά παύση απάντησε.

«Γιάνη, άκουσέ µε. Εσύ κι εγώ είµαστε ένα πουλόβερ. Αν τους αφήσουµε να αρπάξουν µια κλωστή και ορκίσουν να την τραβάνε, το πουλόβερ θα ξηλωθεί. Αυτή είναι η στρατηγική τους. Προσπαθούν να σε ξηλώσουν για να ξηλώσουν εµένα. Προσπαθούν να σε εξοντώσουν για να µε εξοντώσουν. Δε θα τους αφήσουµε, σωστό; θα µείνουµε ενωµένοι Δε θέλω να ξανακούσω αυτές τις ανοησίες. Μείνε δυνατός. Έχουµε πόλεμο».

Για άλλη µία φορά τα λίγα λόγια του Αλέξη ήταν αρκετά για να µε κάνουν να τα ξεχάσω, και να τα συγχωρέσω, όλα. Σε συνδυασµό µε τη βαθιά µου επιθυµία να πιστέψω τα λόγια του και την αληθινή ευκαιρία που είχαµε να βγάλουµε τη χώρα µας από τον φαύλο κύκλο στον οποίο είχε παγιδευτεί, η κουβέντα του εκείνη αναπτέρωσε τις ελπίδες µου και µου έδωσε δύναµη και κουράγιο

Λίγα λεπτά αργότερο, η αίσθηση του κοινού σκοπού δέχτηκε άλλη µία θετική ώθηση ήταν μπήκε στο γραφείο ο Νίκος Παππάς. Χαµογέλασε πλατιά όταν µε είδε και µε συγχάρηκε που αντιστάθηκα µέχρις εσχάτων στη Ρίγα, ξαναζωντανεύοντας για µια στιγμή το πνεύµα των πρώτων συναντήσεων των τριών µας στου Ψυρρή. Ο Παππάς κόµιζε και νέα: Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ µόλις είχε στείλει µέιλ στο γραφείο του Αλέξη απαιτώντας την αντικατάσταση µου. «Βλέπεις;» είπε ο Αλέξης γυρνώvιας προς το µέρος µου. «Να τους! Προσπαθούν να µας διχάσουν».

Κοιτώντας τον Παππά, του είπε «Νίκο, πες τους να πάνε να τσακιστούν»,

Αλλά ο Παππάς ανταπάντησε µε σφοδρή επίθεση, πάντα βέβαια εκφράζοντας αγάπη προς τον φίλο του. «Εσύ φταις γι’ αυτό, Αλέξη», είπε, προσθέτοντας µια σειρά από κοσμητικά επίθετα που θα προτιµούσα να μην τα επαναλάβω. «Μιλώντας απευθείας µε τον Γερούν, αντί να τους παραπέμψεις στον Γιάνη, έδωσες στον Γερούν την εντύπωση ότι μπορεί να έχει άµεση πρόσβαση στον πρωθυπουργό και να παρακάµψει τον υπουργό οικονοµικών που του αντιστέκεται Δε φταίει κανείς άλλος, µόνο εσύ», κατέληξε φωνακτά.

Ο Αλέξης αναγνώρισε το «σφάλµα»: «θα του απαντήσω απόψε ξεκαθαρίζοντας πως ότι έχει να µας πει πρέπει να µας τα λέει µέσω του Βαρουφάκη». Εκείνο τα βράδυ επέστρεψα σπίτι και πάλι αισιόδοξος. «Το πουλόβερ φαίνεται άθικτο», είπα αινιγματικά στη Δανάη πριν της εξηγήσω τι εννοούσα.

Την εποµένη, µετά τη συνάντηση του πολεµικού συµβουλίου µας, ρώτησα τον Αλέξη αν είχε στείλει εκείνο τα µέιλ στον Γερούν. «Όχι, αποφάσισα να μην τα στείλω, Γιάνη», είπε. «Γιατί να τον προκαλέσουμε άσκοπα; ας ανακαλύψει παθαίνοντας πως πρέπει να συνεννοείται µαζί σου». Η απάντηση του, το γεγονός ότι δεν είχε μηνύσει στον Ντάισελμπλουμ να µιλάει µόνο µέσω εµού, µε ανησύχησε, Όµως απέτυχα να δω την πικρή αλήθεια: το πουλόβερ είχε ήδη ξηλωθεί.

`

Του Απρίλη η μέρα η πιο σκληρή

`

(Λεπτομέρειες–>Κεφάλαιο 10-(…Συνεργασία µε τον εχθρό)

 

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός», έγραφε ο Τ.Σ. Έλιοτ στην αρχή της Έρηµης Χώρας. Τον Απρίλιο του 2015 η Δευτέρα 27 του µηνός ήταν η πιο σκληρή του µέρα. Το πολεµικό µας συµβούλιο διήρκεσε έξι ώρες και δεκαπέντε λεπτά. Ξεκίνησε µε την ανακοίνωση του Αλέξη πως αποφάσισε να δώσει «κάτι στην τρόϊκα ως ένδειξη καλής θέλησης. Αυτό το «κάτι ήταν το κεφάλι του Νίκου Θεοχαράκη: του ανθρώπου που, ακολουθώντας τις οδηγίες του πρωθυπουργού µας, είχε κλείσει τα ακουστικό στα μούτρα του Τόμας Βίζερ και του Eurogroup Working Group. Ο Αλέξης ακουγόταν σχεδόν λογικός όταν εξηγούσε τους λόγους της απόφασης του:

«Μίλησα δυο φορές με τον Ντάισελµπλουµ. Ζητούσε την κεφαλήν του Βαρουφάκη επί πινάκι. Επίσης, ήθελε να μας εκπροσωπήσει ο Χουλιαράκης στο Eurogroup Working Group. Δεν γίνεται να τον αφήσω να αποφασίζει για μας, αλλά από την άλλη δε γίνεται να λέμε όχι στα πάντα. Έτσι αποφάσισα να κάψω τον Θεοχαράκη και να επαναφέρω τον Χουλιαράκη».

Ο Σπύρος Σαγιάς, ο γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, αντέδρασε πρώτος. Μίλησε για «διαπραγμάτευση γεμάτη σφάλματα», για τη «λανθασμένη διαδικασία» που ακολουθούσαμε ως τώρα, για την ανάγκη να κλείσει μια γρήγορη συμφωνία. Μίλαγε για ώρα. Χαμηλόφωνα, μην αναφέροντας ούτε μία φορά τα όνομά μου αλλά αφήνοντας καθαρά να εννοηθεί πως η υπαιτιότητα ήταν δική μου. Ο Γιώργος Σταθάκης, ο υπουργός οικονομίας και επί χρόνια πανεπιστημιακός συνάδελφος- του Νίκου και εμού. πήγε ένα βήμα παραπέρα.

«Το δίδυμο Βαρουφάκη-Θεοχαράκη τους αγαπώ σαν αδέλφια μου. αλλά δεν μπορούν κλείσουν μια συμφωνία. Ο Χουλιαράκης μπορεί ».

Ο Γιώργος, από τη δική του σκοπιά, είχε δίκιο όχι όμως από τη σκοπιά του Αλέξη και εμού. Από τη μέρα που κερδίσαμε τις εκλογές μας έλεγε συνεχώς ότι «στο τέλος θα πάρουμε ότι μας δώσουν», εξοργίζοντας τον Αλέξη και κάνοντας με να αναρωτιέμαι γιατί πολιτευόταν με τον Σύριζα κι όχι με ένα από το συστηµικά κόμματα που αυτό τα δόγμα (« θα πάρουμε ότι μας δώσουν») ασπάζονταν εξαρχής. Αν με τη λέξη «συμφωνία» ο Σταθάκης εννοούσε συνθηκολόγηση με τις απαιτήσεις των Βίζερ και Ντάισελµπλουμ, τότε ναι, είχε απόλυτο δίκιο. Ο Θεοχαράκης κι εγώ δε θα φέρναμε ποτέ τέτοια «συμφωνία». Αντίθετα, ο Χουλιαράκης ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για την υπογραφή της συνθηκολόγησης.

Ο Ευκλείδης πήρε τον λόγο. Σίγουρα θα αντιστεκόταν στο πραξικόπηµα που βρισκόταν σε εξέλιξη, σκέφτηκα. Δεν το έκανε. Αντιθέτως, χωρίς να αναφέρει ούτε τον Χουλιάρακη ούτε εμένα, αποφάνθηκε πως ο Θεοχαράκης ήταν ένας εξαίρετος πανεπιστημιακός, στοχαστής και σύντροφος αλλά δεν είχε τις οργανωτικές δεξιότητες τις οποίες απαιτούσαν οι πολύπλοκες διαπραγματεύσεις μας. Εμμέσως πλην σαφώς στήριζε την επιστροφή του Χουλιάρακη.

Ειλικρινά ποτέ δεν ένιωσα τα παραμικρό αρνητικό συναίσθημα απέναντι στον Γιώργο Σταθάκη. Ούτε κι εκείνη τη μέρα. Οι απόψεις του ήταν ξεκάθαρες από την αρχή: έπρεπε να αποδεχτούμε ότι πρότεινε η τρόϊκα. Εκείνοι που με ξένισαν ήταν οι άλλοι, οι σύντροφοι που ορκίζονταν κατ’ εξακολούθησιν να μην παραδοθούν ποτέ. Αυτοί με γέμιζαν πικρή απογοήτευση. Η στάση του Ευκλείδη εκείνη τη μέρα μου προκάλεσε θλίψη αλλά και απορία.

Ο Ευκλείδης ήξερε καλά ποιός ήταν ο Χουλιαράκης και τι είχε κάνει από τον Φεβρουάριο. Μου είχε μιλήσει γι’ αυτόν με το χειρότερα λόγια, με γλώσσα πολύ πιο καυστική από εκείνη που θα χρησιμοποιούσα ενώ. Γιατί συµµετείχε τώρα στο «κάψιμο» του Θεοχαράκη, στηρίζοντας τη φρικτή πρόταση του Αλέξη να στείλουμε τον εντολοδόχο Χουλιάρακη να διαπραγματευτεί με τον εντολέα του, τον Τόμας Βίζερ, στο Brussels Group; Γιατί δεν παρέμενε τουλάχιστον σιωπηλός, όπως ο Παππάς, που είχε καταπιεί όλη την ψευτοπαλληκαριά της συνάντησης η οποία είχε γίνει πριν από δύο μέρες ή ακόμη και ο Δραγασάκης, ο οποίας αναμφισβήτητα χαιρόταν με αυτή την απόφαση αλλά δεν ένιωθε την ανάγκη να πει έστω μία λέξη;

Η απάντηση έφτασε μερικά λεπτά αργότερα, όταν ο Αλέξης ανακοίνωσε πως ο Ευκλείδης θα συντόνιζε τις διαπραγματεύσεις του Brussels Group με τις τεχνικές διαδικασίες στην Αθήνα και τις δικές μου προσπάθειες στο Eurogroup.

Παρέμεινα ασυνήθιστα σιωπηλός για την υπόλοιπη, ατελείωτη, όπως μου φάνηκε, συνάντηση ενώ οι γύρω μου κατέστρωναν τον πορεία απόλυτης σύγκλισης με τη διαδικασία του μνημονίου, σε πλήρη αντίθεση με το σχέδιο το οποίο είχα φέρει από την Ουάσιγκτον. Ο λόγος για τη σιωπή μου ήταν πως , στο πίσω μέρος του μυαλού μου, συνέτασσα νέα επιστολή παραίτησης. Είχα φτάσει στο τέλος της διαδροµής. Δεν υπάρχει θέσn για µένα σε ένα πολεµικό συµβούλιο που ηθελημένα ή αθέλητα είχε παραδοθεί.

`

Αίµα στον καρχαρία

 

ίγο αργότερα την ίδια μέρα επισκέφτηκα τον Αλέξη στο γραφείο του στη Βουλή µε την επιστολή παραίτησης στην τσέπη µου. Δεν είχα µιλήσει σε κανέναν για την επιστολή, ούτε καν στη Δανάη. ‘Ήθελα να δώσω στον Αλέξη άλλη µία ευκαιρία να τα ξανασκεφτεί, κι αυτήν τη φορά δε θα µου αρκούσαν λίγα εμψυχωτικά λόγια που έκρυβαν τη δυσάρεστη αλήθεια. Τουλάχιστον αυτήν τη φορά δεν ακούστηκαν.

Όταν έφτασα, ο Αλέξης µε υποδέχτηκε στο γραφείο του, δείχνοντας καταβεβλημένος. Μου ζήτησε να περιµένω ένα λεπτά για να πάει στο μπάνιο. Όπως καθόµουν στον καναπέ περιµένοντας τον να επιστρέψει, το µάτι µου έπεσε πάνω σε κάτι σελίδες Α4 στο τραπεζάκι μπροστά µου. Τις έπιασα και τους έριξα µια µατιά. Όταν εµφανίστηκε ο Αλέξης, η έκφραση του προσώπου µου σίγουρα έκανε ξεκάθαρη την οργή που ένιωθα γι’ αυτά που µόλις είχα διαβάσει. Κρατώντας ακόµη τις σελίδες στο χέρι µου τον ρώτησα:

«Έχω δίκιο να υποθέσω πως δε µε συμβουλεύτηκες γι’ αυτές τις παραχωρήσεις επειδή ήξερες πως θα έθετα βέτο;»

«Ναι», παραδέχτηκε µε ένοχο χαµόγελο.

«Καταλαβαίνεις τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί, Αλέξη; Συνειδητοποιείς τι έκανες κάνοντας αυτές τις παραχωρήσεις; Καταλαβαίνεις πως µόλις αποδέχτηκες µια νέα, τρομακτική λιτότητα;»

Ο αριθµός που είχα κυρίως κατά νου – που µου είχε κεντρίσει την προσοχή σαν δηλητηριώδες τσίµπηµα-ήταν το 3,5%. Οι σελίδες ήταν µια επιστολή υπογεγραμμένη από τον πρωθυπουργό προς την τρόϊκα όπου δεσμευόταν σε προϋπολογισµούς µε πρωτογενές πλεόνασµα 3,5% του ΑΕΠ. Εξωφρενικά , ο ιδίως αριθµός εµφανιζόταν και δίπλα στα έτη 2018, 2019… µέχρι και το 2028! Με εξαίρεση τη Σιγκαπούρη και την πετρελαιοπαραγωγό Νορβηγία, καµία χώρα στον πλανήτη δεν έχει εμφανίσει πρωτογενές δηµοσιονοµικό πλεόνασµα -3,5% για πάνω από πέντε συναπτά έτη. Οι πιθανότητες να τα καταφέρει µια οικονοµία σε βαθιά ύφεση, µε χρέος μη βιώσιµο, χωρίς λειτουργικές τράπεζες και µε αρνητικές επενδύσεις ήταν ότι πλησιέστερο στο θέατρο του παραλόγου μπορούσε ποτέ να σκηνοθετήσει µια οικονοµική πολιτική.

«Πώς έγινε αυτό, Αλέξη;» απαίτησα να µάθω.

«Ο Χουλιαράκης πιστεύει πως πρέπει να κάνουµε αυτή την παραχώρηση για να επιτευχθεί συµφωνία», ήταν η απάντηση.

Επιβεβαίωσε µε αυτή την απάντηση την ερμηνεία µου για το τι εννοούσε ο Σταθάκης όταν διεκήρυττε ότι ο Χουλιαράκης ήταν ο µόνος που μπορούσε να κλείσει µια συμφωνία άνευ όρων παράδοσης. Πήρα µια βαθιά ανάσα για να ανασυνταχθώ.

«Πάω στοίχημα πως ο Χουλιαράκης ήταν που σε έπεισε να στείλεις αυτές τις παραχωρήσεις σε Βίζερ και Ντάισελμπλουμ χωρίς να µε ρωτήσεις».

«Όχι», απάντησε ο Αλέξης, «δική µου ιδέα ήταν. Παραδέξου το Γιάνη. Θα είχες ενστάσεις, σίγουρα για καλούς λόγους. Όµως, όταν διαπραγµατευόµαστε, πρέπει να δώσεις κάτι για να πάρεις κάτι».

«Και τι πήρες, Αλέξη; Τι σου είπε ο Χουλιαράκης να περιμένείς από την τρόικα σε αντάλλαγµα για άλλη µία χαµένη δεκαετία σκληρής λιτότητας για έναν λαό που µας εξέλεξε ώστε να δώσουµε τέλος στη χειρότερη και µακρύτερη επιβολή λιτότητας στην ιστορία του καπιταλισμού;»

  «θα µας δώσουν κάτι για το χρέος».

 

Έµεινα άφωνος. Η απερισκεψία του επιχειρήματος του µε έπνιγε. Για πρώτη φορά από τότε που γνωριστήκαµε του µίλησα απότομα:

«Σοβαρολογείς; Έχεις τρελαθεί εντελώς; Γιατί να δώσουν οποιανδήποτε αναδιάρθρωση του χρέους όταν τους προσφέρεις πρωτογενή πλεονάσµατα 3,5% για πάντα; Το επιχείρηµα σου είναι σαν να προσπαθείς να διώξεις έναν καρχαρία ρίχνοντας αίµα στη θάλασσα. Σκέψου το: Δηλώνοντας πρόθυµος να αφαιμάξεις απ’ότι απέµεινε από την ελληνική οικονοµία το 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο µε τη µορφή πρωτογενούς πλεονάσµατος, δηλώνεις τόσο ικανός όσο και διατεθειμένος να πληρώνεις στους δανειστές 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, για δέκα χρόνια! Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι, δηλώνοντας κάτι τέτοιο, είναι σαν να λες ότι δε χρειαζόµαστε ελάφρυνση του χρέους. Οτι θα την επιθυµούσαµε αλλά δεν τη χρειαζόµαστε πραγματικά;»

«Ο Χουλιαράκης πιστεύει πως μπορούμε να πετύχουµε τον στόχο του 3,5 % αν αρχίσει ξανά η ανάπτυξη». Ήταν το ίδιο βλακώδες επιχείρηµα του καθεστώτος που είχαµε παλέψει τόσο σκληρά για να αντικαταστήσουμε. «Αν είναι έτσι, Αλέξη, τότε γιατί προσπαθήσομε να γίνουµε κυβέρνηση; Για τη δόξα; Δεν επετιθέμεθα στην κυβέρνηση Σαµαρά λέγοντας, ορθά, πως η οικονοµία µας δεν πρόκειται ποτέ να ανακάµψει αν δε δώσουµε τέλος στη λιτότητα, το οποίο σημαίνει να σκίσουµε τους γελοίους στόχους πλεονάσµατος και να τους αντικαταστήσουμε µε έναν στόχο το πολύ της τάξης του 1,5%;» Ο-Αλέξης έδειξε να προβληματίζεται.

«Τίποτα δεν είναι τελεσίδικο, Γιάνη», προσπάθησε να µε καθησυχάσει «Μέχρι να υπάρξει συνολκή συµφωνία, καµία παραχώρηση που έκανα δεν είναι τελεσίδικη».

«Τι;» ξέσπασα. «Αλήθεια πιστεύεις πως μπορείς να ανακαλέσεις την τεράστια λιτότητα που µόλις τους παραχώρησες; Άφησες τον καρχαρία να γευτεί τα αίµα σου, τα σαγόνια του έχουν κλείσει γύρω από τα μπράτσο σου και τώρα πιστεύεις ότι μπορείς να το τραβήξεις πίσω γιατί δεν υπάρχει καµία συµφωνία µέχρι συμφωνηθούν όλα; Mας πέρασες για την ισχυρή πλευρά σε αυτήν τη διαπραγµάτευση;»

Σε εκείνο το σημείο πια το αίµα µου έβραζε. Ήµουν τόσο εξαγριωµένος που σχεδόν ξέχασα πως τον είχα επισκεφτεί για να υποβάλω την παραίτηση µου. Όταν το θυμήθηκα προς το τέλος, αποφάσισα να μην κάνω καµία βιαστική κίνηση εν βρασµώ ψυχής. Έπρεπε να φύγω, να ηρεμήσω και να ξανασκεφτώ πριν πάρω την τελική µου απόφαση.

Όταν επέστρεψα στο γραφείο µου, κάλεσα τον φίλο µου τον Βασίλη και του εξιστόρησα τι είχε συµβεί. Πήρε µια βαθιά ανάσα και έβγαλε έναν ήχο που εξέφραζε την απόλυτη δυσαρέσκειά του. Μετά µου είπε να ξεχάσω κάθε ιδέα παραίτησης. «Θυμήσου τους εκατόν σαράντα χιλιάδες ανθρώπους που σε ψήφισαν. Δε θέλουν να παραιτηθείς. Θέλουν να σε δουν να µένεις και να τους αλλάζεις τα φώτα».

Στο σπίτι µας πια, πέρασα µια στενόχωρη ώρα εξηγώντας στο τηλέφωνο στον Νίκο Θεοχαράκη ότι ο πρωθυπουργός τον «έκαψε» για χάρη του Χουλιάρακη. Χωρίς να γνωρίζει τι µου είχε πει ο Βασίλης, η Δανάη είπε τα ίδιο πράγµα: «Σκέψου τις εκατόν σαράντα χιλιάδες που σε εμπιστεύτηκαν».

Βρισκόµουν αντιµέτωπος µε σκληρό δίληµµα. Οι Financial Tίmes, όπως µε πληροφόρησε ο Νίκος, ήδη µετέδιδαν ότι ο Ευκλείδης µε είχε αντικαταστήσει ως επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, αν και στην πραγµατικότητα τις διαπραγµατεύσεις τις χειριζόταν εμφανέστατα ο Γιώργος Χουλιαράκης. Εν τω µεταξύ, το πολεµικό συµβούλιο, στο οποίο συµµετείχαν πλέον και δύο εκπρόσωποι του Σύριζα, είχε κάνει μεταστροφή και η µεγάλη πλειοψηφία του στήριζε την παράδοση άνευ όρων, βλέποντας µε σαν το κύριο εµπόδιο. Η αξιοπρέπεια απαιτούσε την παραίτηση µου.

Εκείνο το βράδυ όµως, όταν ηρέµησα και άρχισα να σκέφτομαι ψυχραιμότερα και πιο προσεκτικά τι είχε γίνει, µια συγκεκριµένη σκέψη µε έκανε να νιώσω ότι δε δικαιούμουν να παραιτηθώ, τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγµή. Η ευθύνη µου απέναντι στους εκατόν σαράντα χιλιάδες ψηφοφόρους που µε εμπιστεύτηκαν, και στα εκατοµµύρια στους δρόµους που εναπέθεσαν τις ελπίδες τους σ’ εµάς, απαιτούσε να δω μπροστά. Κι αυτό που είδα ήταν ότι, κάτω από τα πολιτικό, οικονοµικό και ηθικό σφάλµα του Αλέξη, υπέβοσκε ένα άλλο, μεγαλύτερο σφάλµα: η πεποίθηση ότι, αν αποδεχόταν τις απαιτήσεις τους, η τρόικα θα του πρόσφερε σε αντάλλαγµα µια γρήγορη συµφωνία κι ένα 3ο µνηµόνιο. Δε θα το έκαναν, συµπέρανα.

Αναμφίβολα, η Μέρκελ και ο Βίζερ είχαν επιτρέψει στον Αλέξη και τον Χουλιαράκn να διαμορφώσουν αυτή την πεποίθηση. Όμως, βάζοντας στην άκρη τα γεγονός πως μια τέτοιο συμφωνία δεν ήταν η εντολή που είχαμε λάβει από τους ψηφοφόρους μας, άρχισα να συνειδητοποιώ πως δεν ήταν καν πιθανό ενδεχόμενο, για δύο λόγους.

Πρώτον, οι πιστωτές επιθυμούσαν να τιμωρήσουν παραδειγματικά τον Αλέξη: Ήθελαν όχι απλώς να καθυποτάξουν αλλά να εξευτελίσουν έναν πολιτικό που ανήλθε στην πρωθυπουργία κατακεραυνώνοντάς τους. Στόχος τους; Να αποτρέψουν άλλους πολιτικούς στην Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, ακόμη και στη Γαλλία, που μπορεί να έμπαιναν στον πειρασμό να τους εναντιωθούν. Γι’ αυτό τον λόγο χρειάζονταν όχι μόνο την παράδοσή του αλλά και τη δημόσια ταπείνωση του.

Δεύτερον, η τρόϊκα και τα ελληνικό κατεστηµένο αρνούνταν επί χρόνια αυτό που φώναζα από τα 2012: Ότι το 2015 είτε θα προχωρούσαν σε μια σημαντική ελάφρυνση του χρέους είτε θα απαιτούνταν ένα νέο μνημονιακό δάνειο. Δεν ήταν άλλωστε, μόνο ο Αντώνης Σαμαράς που έλεγε ότι η χώρα δε χρειαζόταν 3ο μνημόνιο. ήταν και οι Μέρκελ Σόιμπλε, που είχαν δεσμευτεί απέναντι στους βουλευτές τους ότι δε θα τους ζητούσαν να ψηφίσουν 3ο μνημόνιο για την Ελλάδα. Ο μόνος φόβος βάσει του οποίου θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ένα 3ο μνημόνιο διάσωσης θα ήταν αν ισχυρίζονταν, όπως είχε ισχυριστεί ο Πόουλ Τόμσεν στο Eurogroup της Pίγας, ότι το ελληνικό χρέος ήταν βιώσιμο μέχρι την άνοδο του Σύριζα στην εξουσία. Για να αποδείξουν την κατηγορία τους, θα έπρεπε να κλείσουν τις ελληνικές τράπεζες, προκαλώντας νέες ζημίες και χρεοκοπίες και ρίχνοντας το φταίξιμο για τα κόστος στην κυβέρνηση του Αλέξη.

Λίγο πριν ξημερώσει, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όσο περισσότερες παραχωρήσεις έκανε τόσο περισσότερες απαιτήσεις θα προέβαλλαν· πως δε θα του έδιναν συμφωνία παρά μόνο μετά το κλείσιμο των τραπεζών, και πως μόνο τότε θα εξαναγκαζόταν να υπογράψει μια εξευτελιστική συμφωνία, ώστε τα Eurogroup να μπορούσε να την ανεμίσει μπροστά στις κάμερες και να πει σε όλους τους Ευρωπαίους: «Αυτά παθαίνει όποιος μας πάει κόντρα!»

Αυτή η συνειδητοποίηση γέννησε στον νου μου το εξής ερώτημα; Πώς θα αντιδρούσε τότε ο Αλέξης; Ήταν μόλις σαράντα δύο ετών, μονολόγησα. Σίγουρα δε θα εξέταζε καν το ενδεχόμενο να περάσει δεκαετίες κρυωμένος από τον λαό του έχοντας συναινέσει σε μια τέτοιο ατίμωση. Όταν θα βρισκόταν τελικά αντιμέτωπος με αυτό που απαιτούσαν η τρόϊκα και η Άνγκελα Μέρκελ –την ταπείνωση του και τη συντριβή του λαού μας-, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αρνηθεί. Και όσο υπήρχε σημαντική πιθανότητα να έρθει εκεί η στιγμή, είχα καθήκον να βρίσκομαι εκεί, δίπλα του, έτοιμος να βοηθήσω με ολοκληρωμένο «Σχέδιο για την Ελλάδα» και ενεργοποιώντας το σύστημα πληρωμών που θα μας επέτρεπε να συνεχίσουμε να αναπνέουμε, έστω και δύσκολα, μέχρι να αποφασίσει η Μέρκελ ή να συμμαχήσει με τον Σόιμπλε (βάζοντας μπρος την αποδόμηση της ευρωζώνης που θα πυροδοτούσε το Grexit) ή να αποδεχτεί το «Σχέδιο για την Ελλάδα» ως το θεμέλιο μιας συμφωνίας.

Έτσι αποφάσισα να μην παραιτηθώ αλλά από εκείνη τη μέρα και μετά, να αφοσιωθώ στο να κρατήσω τον αποτρεπτικό προγραμματισμό μας ζωντανό σε περίπτωση που ερχόταν η στιγμή ο Αλέξης να γυρίσει και να μου πει «Δεν πάει άλλο. Πάμε!» Αυτό απαιτούσε να ολοκληρώσω το Σχέδιο για την Ελλάδα, μαζί με τον Τζεφ Σακς, τον Νίκο Θεοχαράκη τον οποίο απέτρεψα από τα να παραιτηθεί το ίδιο βράδυ) και με τη βοήθεια της ομάδας μου, συμπεριλαμβανομένων των Νόρμαν Λάμοντ, Λάρρυ Σάμμερs, Τόμας Μάγερ, της Lazard, του Γκλεν Κιμ κτλ. θα ήταν μια δύσκολη, ισχυρή, μοναχική οδός. Το γνώριζα άλλωστε από την πρώτη στιγμή ότι η τρόϊκα με έβλεπε ως βασικό της εμπόδιο, όμως το μίσος τους μου έδινε δύναμη και το θεωρούσα παράσημο. Τώρα έβλεπα πως και το δικό μας πολεμικό συμβούλιο έτρεφε παρόμοια συναισθήματα. Η μόνη ακτίνα ελπίδας που μας έδινε κουράγιο ήταν πως , τη στιγμή της επικείμενης ταπείνωσης, ο Αλέξης, αφού είχε δοκιμάσει να συνθηκολογήσει, μπροστά στον μανδύα της απόλυτης ταπείνωσης που θα επέμεναν να του φορέσουν, θα μου έλεγε εκείνο το: «Δεν πάει άλλο. Πάμε!»

Οι φίλοι μου με μαλώνουν για την ανεκτικότητα μου. Πιστεύουν πως ήμουν αφελής που συνέχισα να πιστεύω, παρ’όλες τις ενδείξεις περί του αντιθέτου, ότι ο Αλέξης θα μπορούσε να επανέλθει. Αν και οι δρόµοι µας χώρισαν, ακόµα και σήµερα έχω ανάγκη να τον δικαιολογώ µου λένε επικριτικά. Τους αφήνω να µε κρίνουν. Σε αυτές τις αράδες όµως, αναγνώστη, σου ζητώ να συναισθανθείς τις απάνθρωπες συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούσε ο Αλέξης, και βέβαια όλοι µας. Χωρίς να δικαιολογώ τα αδικαιολόγητα, δε θα συναινέσω στη δαιμονοποίηση του, οι πολιτισμένοι άνθρωποι ξέρουν πώς να ασκούν σκληρή κριτική χωρίς να σκληραίνει η ψυχή τους. Ελπίζω πως τα δύο συµβάντα µε την εξιστόρηση των οποίων κλείνω τα παρόν κεφάλαιο θα σου µεταφέρουν κάτι από την πίεση κάτω από την οποία λειτουργούσαμε και το µέγεθος του τι είχαµε να αντιµετωπίσουµε.

 

Υποκλοπές χωρίς αιδώ.

 

ταν επέστεψα στο σπίτι µας από το Μαξίµου εκείνο το βράδυ, η Δανάη µε βομβάρδισε µε ερωτήσεις, μαγνητοσκοπώντας τις απαντήσεις µου στο κινητό της. Κάποια στιγµή µας διέκοψε ο ήχος του κινητού µου. Ήταν ο Τζεφ Σακς. Διστάζοντας να του μεταδώσω την απόγνωση µου µέσω µιάς µn ασφαλούς τηλεφωνικής γραµµής, επέλεξα να του μεταφέρω το µοναδικά καλά νέα της nµέρας: µε καθυστέρηση σχεδόν ενός µηνός, βρισκόµασταν επιτέλους κοντά στη στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ. Ενώ οι Σαγιάς, Δραγασάκης και Χουλιαράκης είχαν -βεβαίως βεβαίως ενστάσεις, ο Αλέξης, ο Παππάς κι ο Ευκλείδης συµφωνούσαν µαζί µου: Τα ταµεία ήταν άδεια. Αν το ΔΝΤ ήθελε να πάρει τα λεφτό του, ήταν η κατάλληλη στιγµή να παράσχει λίγη ρευστότητα η υπόλοιπη τρόϊκα «ο κύβος πλέον ερρίφθη», είπα στον Τζεφ. «Νοµίζω πως ο Αλέξης τα εννοεί αυτήν τη φορά. Η επόµενn πληρωµή στο ΔΝΤ δε θα γίνει».

Ο Τζεφ καταχάρηκε. «Καιρός ήταν», σχολίασε και συνέχισε δίνοντας συµβουλές για τα πώς να χειριστούμε τα επακόλουθο της στάσης πληρωµών.

Μισή ώρα αργότερα, ενώ συνεχίζαµε µε τη Δανάn την καταγραφή των γεγονότων της nµέρας, το τηλέφωνο µου ξαναχτύπησε. ήταν ο Τζεφ, ξεκαρδισμένος στα γέλια. «Δε θα το πιστέψεις, Γιάνn», είπε. «Πέντε λεπτά αφού το κλείσαµε, δέχτηκα τηλεφώνηµα από το Εθνικό Συµβούλιο Ασφαλείας.14 Με ρώτησαν αν πίστευα ότι εννοούσες αυτό που µου είπες! Τους είπα πως τα εννοούσες και πως, αν ήθελαν να αποφευχθεί µια αθέτηση πληρωµής προς το ΔΝΤ, θα έπρεπε να συνετίσουν τους Ευρωπαίους».

Το ότι παρακολουθούσαν το τηλέφωνο µου λογιών λογιών υπnρεσίες το γνώριζα βεβαίως. Όµως τα µαντάτα που µου κόµισε ο Τζεφ περιελάµβαναν δύο πληροφορίες που ξεχώριζαν: πρώτον, τα άτομα που κρυφάκουγαν όχι µόνο είχαν την ικανότητα να διακρίνουν ότι αυτό που µόλις είχα πει είχε ιδιαίτερη σημασία αλλά πρέπει να είχαν και ανοιχτή γραµµή µε το Εθνικό Συµβούλιο Ασφαλείας (σ.σ. ΗΠΑ). Δεύτερον, δεν είχαν κανέναν απολύτως ενδοιασμό να αποκαλύψουν πως παρακολουθούσαν το τηλέφωνο µου!

Είχε πάει τρεις τα ξηµερώµατα. Παρ όλα αυτά κάλεσα τον Αλέξn για να τον ενημερώσω. Παρά την κατάρρευση του ενωμένου µας μετώπου, παρά τη ρήξη στη σχέση µας, κάτι τέτοιες στιγµές µας έφερναν κοντά.

`

Ο άθλος της Δανάης

 

ο επόµενο βράδυ αφέθηκα σε µια σπάνια απόλαυση: φαγητό µε τη Δανάn και µια φίλη που µας επισκεπτόταν από την Αυστραλία σε αγαπημένο µας εστιατόριο στα Εξάρχεια. 

Τα Εξάρχεια ήταν η γειτονιά µου την εποχή που γνώρισα τη Δανάη. Στο διαµέρισµα µου στα Εξάρχεια έκανε τα πρώτα της βήματα η κόρη µου η Ξένια. Στα Εξάρχεια είχα κάνει κι εγώ τα πρώτα µου, εφnβικά βήματα τη δεκαετία του 70 εξερευνώντας τον µαγικό κόσµο των µικρών βιβλιοπωλείων, των δισκάδικων µε τους σπάνιους δίσκους, του θρυλικού «Ντεκαντάνς», που ήταν τα πρώτα μηαρ στο οποίο σύχναζα. Με λίγα λόγια, τα Εξάρχεια ήταν και µε κάποιον τρόπο παραµένουν, η γειτονιά µου παρόλο που δε ζω εκεί από το 2005.

Εκείνο το βράδυ η Δανάn και η φίλη µας έφτασαν πρώτες και µε περίµεναν. Πήγα κατευθείαν ύστερα από συνάντηση µε τον Δραγασάκη και την οµάδα του, άφησα τη μηχανή µου έξω από το εστιατόριο και τις βρήκα σε γωνιακό τραπέζι στο βάθος της εσωτερικής αυλής στη Βαλτετσίου. Έµπαινε Μάιος και τα γιασεµιά γέµιζαν τον ζεστό ανοιξιάτικο αέρα µε αρώµατα που, για µένα, ιδίως τότε που ένιωθα να πνίγοµαι στην αποµόνωσπ µιας αποπνικτικής διαδικασίας, ήταν βάλσαµο. Μετά από µια συναισθηματικά τόσο εξαντλητική µέρα, την πρώτη που πέρασα κάτω από τα µαύρο σύννεφο της εκκολαπτόμενης συνθηκολόγησης, µια βραδιά στην όμορφη αυλή µ’ένα ποτήρι κρασί και την παρέα δικών µου ανθρώπων ήταν ό,τι πιο ανεκτίµητη.

Tους άκουσα πριν τους δω. Είχε περάσει περίπου µία ώρα από τότε που αρχίσαµε να τρώµε, και όπως ετοιμαζόμασταν να περάσουµε στο επιδόρπιο, τρείς νεαροί κουκουλοφόροι μπήκαν βρίζοντας στην αυλή. Αρχικά δεν κατάλαβα πως ο σκοπός τους ήµουν εγώ. Το κατάλαβα όταν πέταξαν μπουκάλια μπύρας προς το µέρος µου. Τα μπουκάλια έσκασαν πάνω στο πλακόστρωτο μπροστά στο τραπέζι, χτυπώντας το πόδια µου µε τα θρύψαλά τους . Διέταξαν τους άλλους θαµώνες να φύγουν και κινήθηκαν βρίζοντας προς τα µέρος µου, ανεµίζοντας απειλητικά σπασμένα μπουκάλια πιασμένα από τον άθικτο λαιµό τους . Πετάχθηκα όρθιος και κινήθηκα προς το µέρος τους για να καλύψω τη Δανάη και τη φίλη µας από τα σπασμένα γυαλιά και την επερχόµενη βία. Το µόνο που δεν υπολόγισα ήταν η ταχύτητα και η αποφασιστικότητα της Δανάης.

 

Με ένα άλµα μπήκε ανάµεσα σε µένα και τους επιτιθέμενους, αγκαλιάζοντας µε µε απίστευτη δύναµη, στρέφοντος την πλάτη της προς τους νεαρούς και καλύπτοντας το κεφάλι µου µε τα χέρια της. Έγινε κυριολεκτικά ανθρώπινη ασπίδα γύρω µου. Προσπάθησα να τη σπρώξω, να την αποµακρύνω και να την προστατεύσω, αλλά µε κρατούσε τόσο σφιχτά που κατάλαβα πως ο µόνος τρόπος να την απωθήσω θα ήταν να τη κτυπήσω ο ίδιος ! Εν τω μεταξύ, πιέζοντας τα μάγουλα της στο πρόσωπό µου για να τα προστατεύσει από τα σπασμένα μπουκάλια, τους φωνάζει «Από µένα θα πρέπει να περάσετε πρώτα!»

Οι κουκουλοφόροι τάχασαν αλλά συνέχισαν, χωρίς όµως την ορχική τους ορµή, να προσπαθούν να µε κτυπήσουν αποφεύγοντος τη Δανάη. Όµως η αγκαλιά της Δανάης ήταν πολύ δυνατή και το σώµα της, έτσι όπως στεκόταν στις µύτες των ποδιών της, µε κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο εµποδίζοντας τους. Εκνευρισμένοι, άφησαν τα σπασμένα μπουκάλια να πέσουν κάτω και µας κτύπησαν και τους δύο µε τις γροθιές και τις παλάµες τους. Καθώς η Δανάη δεχόταν περισσότερα κτυπήματα από µένα, υποχώρησαν, ντροπιασμένοι που κτυπούσαν γυναίκα, κι έφυγαν όπως έφτασαν, φωνάζοντας βρισιές και απειλές. Σοκαρισµένοι, γυρίσαµε στο τραπέζι µας, όπου η φίλη µας έτρεµε από τον φόβο της.

Η νύκτα, όµως, δεν είχε τελειώσει οι επιτιθέμενοι πρέπει να κάλεσαν ενισχύσεις, γιατί μέσα σ ένα µισάωρο µμαζεύτηκαν πάνω από σαράντα δικοί τους έξω από το εστιατόριο, το οποίο είχε πια σχεδόν αδειάσει. Παραµέναµε εµείς, οι θαµώνες ενός τραπεζιού, που φαίνονταν εντυπωσιακά ατάραχοι, και οι άνθρωποι του προσωπικού, που µας ζητούσαν συγγνώμη λες και έφταιγαν εκείνοι. Απέξω ακούγαµε τις βρισιές τους, που µας υπενθύµιζαν ότι µας περίµεναν να βγούµε. Επέµενα να μην κληθεί η αστυνοµία. Αν έφτανε εκείνη τη στιγµή, θα χυνόταν αίµα. Φέρνοντας στον νου τα Δεκεµβριανά του 2008, σκέφτηκα τι ευτύχημα ήταν που κυκλοφορούσα χωρίς αστυνοµική προστασία.

«Τι θα κάνετε;» ρώτησε η φίλη µας. Ο ιδιοκτήτης µας πρότεινε να περάσουµε τη νύχτα στο εστιατόριο του. Είχα διαφορετική άποψη. «θα βγω έξω να τους µιλήσω. Αν θέλουν να µε κτυπήσουν, ας µε κτυπήσουν». Η φίλη µας νόµισε πως τρελάθηκα. Η Δανάη όµως συμφώνησε «Εντάξει, ας το κάνουµε», µου είπε µε αποφασιστικότητα που την είχα ξαναδεί στο πρόσωπό της µία φορά στη βόρεια Αιθιοπία, τότε που έvας παραστρατιωτικός προσπάθησε να την απαγάγει µπροστά στα µάτια µου υπό τον απειλή Καλάσνικοφ. Είπαµε στη φίλη µας να μην κουνηθεί µέχρι να τελειώσει το επεισόδιο και µετά βγήκαµε µε τη Δανάη στον πεζόδροµο της Βαλτετσίου.

Δεκάδες νεαροί κουκουλοφόροι που φωνάζουν και βρίζουν σε έναν στενό πεζόδροµο της Αθήνας είναι ένα εντυπωσιακό θέαµα. Η καρδιά µου χτύπαγε δυνατά αλλά, για κάποιον λόγο, πίστεψα πως δε θα µας ξαναχτυπούσαν. Η Δανάη τους είχε εντυπωσιάσει. Και ήµουν σίγουρος πως εκτιµούσαν το γεγονός ότι ούτε καλέσαµε την αστυνοµία ούτε κρυφτήκαµε στο εστιατόριο. Με ενθάρρυνε επίσης το γεγονός ότι δεν είχαν καταστρέψει την παρκαρισμένη εκεί δίπλα µηχανή µου, κάτι που πολύ εύκολα θα μπορούσαν να είχαν κάνει, αλλά είχαν συγκεντρωθεί καµιά δεκαριά µέτρα πιο µακριά. Σκέφτηκα πως, αν σκόπευαν να µας ξαναχτυπήσουν, θα είχαν περικυκλώσει τη µηχανή.

Με τη Δανάη προχωρήσαμε προς τη μηχανή κρατώντας τα κράνη µας στα χέρια, χωρίς να τα φορέσουµε. Οι αναρχικοί συνέχισαν να µε βρίζουν αλλά δεν έκαναν καµία κίνηση. Αφού ξεκλείδωσα τη μηχανή η Δανάη ανέβηκε κι άρχισε να βάζει το κράνος της µε αργές κινήσεις. Εκείνη τη στιγµή αποφάσισα πως κανείς δε θα µε έδιωχνε από τα Εξάρχεια, από την ίδια µου τη γειτονιά . Άφησα το κράνος µου πάνω στη μηχανή και περπάτησα αργά και όσο λιγότερο απειλητικά γινόταν προς τα µέρος τους. «Εδώ είµαι. Πείτε µου γιατί θέλετε να µε κτυπήσετε. Είµαι όλος αυτιά», τους είπα.

Ο αρχηγός του μπουλουκιού, μεταξύ χειμάρρου κοσμητικών, µε απείλησε. «Αν πλησιάσεις κι άλλο, θα το μετανιώσεις». «θέλω να ξέρω τι έκανα για να σας θυµώσω. Αν αυτό σημαίνει πως θα µε κτυπήσετε, ας είναι», τους είπα, παίρνοντας θάρρος από το γεγονός πως δεν είχαν επιτεθεί ακόµη. Έτσι, ξεκίνησε ένας απίθανος, θορυβώδης διάλογος.

Αρχικά απρόθυµοι να εξηγήσουν την οργή τους και τη βία τους, συνέχισαν να βρίζουν και να απειλούν. Τελικά, µε τα πολλά, και λόγω της επιµονής µου να τους ζητώ να µου εξηγήσουν, µου είπαν ότι η αστυνοµία στα Εξάρχεια τα είχε κάνει πλακάκια µε τους εµπόρους ηρωίνης. Tους είπα πως δε θα µε εξέπλητε κάτι τέτοιο.

«Αλλά γιατί τόσος θυµός µαζί µου, βρε παιδιά;» τους ρώτησα.

«Μην είσαι χαζός», µου απάvτησαν. Δεν ήταν θυµωµένοι µαζί µου προσωπικά, αλλά µε την «κρατική τρομοκρατία και τους εκπροσώπους της». «Είσαι ένας από αυτούς. Υπουργός. Να πας να γαµηθείς, µαλάκα. Μακριά από δω. Τα Εξάρχεια είναι ελεύθερη ζώνη. Πήγαινε όπου θέλεις. Όχι εδώ. Άσε µας ήσυχους».

Έχοντας νωπή μέσα µου τη σύγκρουσή µου µε τον Αλέξη και το πολεµικό µας συµβούλιο, και γνωρίζοντας πολύ καλά πως το βαθύ κατεστηµένο της Ελλάδας και της Ευρώπης προσπαθούσε να µε εξαφανίσει, αποφάσισα, χωρίς καλά καλά να το σκεφτώ, να μοιραστώ µαζί τους ένα μυστικό:

«Kαταλαβαίνω τι λέτε. Δέχοµαι πως µε µισείτε γι αυτό που αντιπροσωπεύω: την κρατική εξουσία. Αλλά θέλω να ξέρετε κάτι το καθεστώς που µισείτε µε µισεί πολύ περισσόιερο απ ό,τι µισεί εσάς.

Είµαι αγκάθι στο πλευρό τους, που ετoιµάζovται να το ξεφορτωθούν σαν ξένο σώµα. Έτσι, απλά για να ξέρετε …»

Δε θυµάµαι τι µου απάντησαν. Όµως ο θυµός τους είχε καταλαγιάσει είτε λόγω αυτού που τους είπα είτε επειδή απλώς κουράστηκαν, βαρέθηκαν. Aκολούθησε µια παύση και µετά ο αρχηγός τους μίλησε πρώτη φορά µε ήρεµο, σχεδόν φιλικό, τόνο.

«Αρκετά. Ανέβα στη μηχανή σου και γύρνα σπίτι σου».

Επέστρεψα στη μηχανή και στη Δανάη. Όµως, πριν φορέσω τα κράνος µου και ανέβω, γύρισα προς το µέρος τους και τους φώναξα: «Κυκλοφορούσα στα Εξάρχεια δεκαετίες πριν γεννηθείτε. Τώρα µου λέτε πως δεν μπορώ να ξαναρθώ; Μου απαγορεύτε την είσοδο στην ίδια µου τη γειτονιά » Ο αρχηγός τους το σκέφτηκε για µερικά δευτερόλεφτο και µετά απάντησε

«Ξανάλα όταν δε θα είσαι πια υπουργός». «Τα λέµε σύvτοµα τότε», του απάvτησα.

Καθώς απομακρυνόμασταν µε τη μηχανή, κοίταξα πίσω µου μέσα από το καθρεφτάκι οι αναρχικοί έµοιαζαν περισσότερο µε φρουρά που επέβλεπε την ασφαλή αναχώρησή µας παρά µε επιτιθέμενη οµάδα. Όταν φτάσαµε σπίτι και πάρκαρα τη μηχανή στο γκαράζ της πολυκατοικίας µας, η Δανάη µε αγκάλιασε πριν προλάβω να κάνω πρώτος την ίδια κίνηση. Την αγκάλιασα κι εγώ. Μείναµε για λίγο έτσι, τρέμοντος ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αυτό που δεν ήταν σίγουρο είναι αν τρέµαµε µόνο λόγω του τι είχαµε µόλις περάσει ή και εκείνου που ερχόταν.

Το επόµενο πρωί δημοσιογράφος που ήταν συνήθως επικριτική µαζί µου θα έγραφε «Χθες το βράδυ οι αναρχοφασίστες χούλιγκαν των Εξαρχείων γνώρισαν τη μεγαλύτερη ήττα των τελευταίων τριάντα ετών από µια γυναίκα: τη Δανάη Στράτου».

Όµως µια πιο σκοτεινή βία πλησίαζε απειλητική. Κι αυτή τη φορά δε στόχευε µόνο δύο ανθρώπους…

 

 

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑI….

——–

**Συνέχεια Διευκρίνησης από τη σύνταξη για το Γιάνη Βαρουφάκη και το Βιβλίο του:

498

(…) «Ακόμη είναι θεμιτό να έχουμε όλοι τις απόψεις μας γιά τον συγγραφέα και το έργο του. Όμως προκαλεί μεγάλη απορία το γεγονός, ότι για τόσα καίριας σημασίας γεγονότα, συζητήσεις, περιγραφές, με υπουργούς, πρωθυπουργούς, προέδρους, αλλά και με Ε.Ε., ΔΝΤ, τόσο καιρό-αρκετό νομίζω-δεν τόλμησε, (πλήν Γερούν Ντάισελμπλουμ τελευταία), αξιόπιστα κανείς, εδώ ή έξω, να διαψεύσει, κάτι, (όμως συγκεκριμένο και όχι γενικό και αόριστο), από τα τόσα αποκαλυπτικά, που αναφέρονται».

Γιατί τόσοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, που κάνουν την «κλωστή τριχιά», που έχουν καταλογίσει στον Γιάνη Βαρουφάκη «όλα τα δεινά της χώρας», που τον έχουν «καταξεσκίσει» και απειλήσει με δικαστήρια, στρατοδικεία και …αγχόνες ακόμη, γιατί δεν έχουν κάνει τίποτε; Ούτε ένα (αρ.1) ρεπορτάζ για να καταρρίψουν τις -όπως ειρωνικά λένε- «μπαρούφες» του; Και ας αφορούν την Ελλάδα, που τόσο «κόπτονται», την Ευρώπη που τόσο «θαυμάζουν»…

Θεωρώ όμως ότι έχει πολύ σοβαρές ευθύνες για τα λάθη και τις παραλείψεις του, και που κατά την αναλογίαν (του), θα «πληρώνουμε» για πολλές 10ετίες. Όπως επίσης, δεν παραβλέπω, τις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες του, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, τον πατριωτισμό και το σεβασμό σε ιδέες και αρχές.

Και επειδή φρονώ, ότι είναι όχι μόνο ψευδείς και άδικες σχεδόν όλες, οι σε βάρος του κατηγορίες, είναι όχι μόνο πολύ μεροληπτική η απόκρυψη-της αληθινής ή μη-αφήγησης του, αλλά και «βγάζει μάτι» η «ειδική» στοχοποίηση του από εχθρούς και «φίλους», για αυτό θεωρώ χρέος μου να αφιερώσω-το χρόνο-στην (δική του) εξιστόρηση του ΤΟΤΕ. Και τα συμπεράσματα όλων μας…

 

Advertisements

Παιχταράς ο Τσίπρας στη Βουλή;

`

ς πάνε να γίνουν εξαπτέρυγα του Τσίπρα  όσοι μιλούν για τη συμφωνία έχοντας  πέσει σε χειμερία νάρκη από το 1992, τότε που η κρατούσα   αστική πολιτική ήταν ο εθνικισμός και σύσσωμο το ελληνικό Κοινοβούλιο κραύγαζε ότι «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».

`

ς ξεκινήσουμε με μια προκλητική αξιολογητική κρίση: Όσοι λιγώνονται από την αντιεθνικιστική ρητορεία του Τσίπρα και πανηγυρίζουν μέσα τους για τις αναφορές του στο Δημοκρατικό Στρατό και στη Μίρκα Γκίνοβα, ας ενταχθούν κατευθείαν στον ΣΥΡΙΖΑ, να μην παιδεύονται κι αυτοί, και να μην παιδεύουν και άλλους.

Ας ενταχθούν στον ΣΥΡΙΖΑ και όσοι θεωρούν ότι «είναι κακή η επέκταση του ΝΑΤΟ», αλλά από την άλλη «ποιοι είμαστε εμείς που θα απαγορεύσουμε την είσοδο ενός γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ;». Όποιος πιστεύει ότι «η εναντίωση στο ΝΑΤΟ είναι θέμα του γειτονικού κράτους και όχι δικό μας», απέχει μια σταλιά δρόμο από το να σφυρίζει αδιάφορα όταν βομβαρδίζεται η Συρία και διαμελίζεται το Ιράκ γιατί «ποιοι είμαστε εμείς που θα αποφασίσουμε τι θα γίνει σε μια άλλη χώρα;». Λες και άμα πει η όποια ελληνική Αριστερά «όχι στη Συμφωνία», θα απαγορεύσει («σταλινικά», ναι, ακούστηκε και αυτό) στους γείτονες την είσοδο στο ΝΑΤΟ.

Ας προστρέξουν στο κυβερνητικό κόμμα και όσοι αηδιάζουν με αποτροπιασμό μπροστά στη -λάθος είναι αλήθεια- θέση του ΚΚΕ ή της ΛΑΕ για ενίσχυση του αλυτρωτισμού των γειτόνων, καταπίνοντας με ευχαρίστηση τόνους Νατοϊκών λυμάτων και ιμπεριαλιστικών αποπάτων.

Το ίδιο και όσοι θεωρούν ότι το κρίσιμο σήμερα ζήτημα για την ελληνική κοινωνία είναι η διαίρεση ανάμεσα σε διεθνιστές και μακεδονομάχους. Αλλά και όσοι θεωρούν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είναι αποτέλεσμα του ελληνικού εθνικισμού και αν κατηγορούν σε κάτι την κυβέρνηση είναι ότι ήταν πολύ επιθετική με τους γείτονες και αντί να τους αφήσει το όνομα, τους υποχρέωσε σε αλλαγή. Αυτοί έχουν πάρει διαζύγιο με κάθε τι που θυμίζει μαρξισμό και διαλεκτική, μόνο που θεωρούν εαυτούς ειδήμονες και στον μαρξισμό και στη διαλεκτική.

Είναι κρίμα και άδικο όλοι οι παραπάνω να έχουν ενσωματωθεί από την κορυφή μέχρι τα νύχια στην κυρίαρχη αστική πολιτική και να μην απολαμβάνουν τα κάθε είδους προνόμια που έχει η ένταξη σε ένα κόμμα εξουσίας.

Είναι επίσης κρίμα να ταλαιπωρούν οι απόψεις ενός αστικού κοσμοπολίτικου εκσυγχρονισμού την Αριστερά, την ώρα που αυτή έχει ζωτική ανάγκη τη δικιά της ανταγωνιστική οργάνωση και ανταγωνιστική θεωρία για να ανασυντεθεί και να ξαναχτιστεί από τα σημερινά ερείπια.

Ο δε θαυμασμός στον «παιχταρά» Τσίπρα ή στον «τεκμηριωμένο και γνώστη» Κοτζιά, καλύτερα να αντικατασταθεί από τον θαυμασμό μπροστά στην ΑΕΚ, στον ΠΑΟΚ, στον Τσιτσιπά ή στον Ναδάλ.

Το να περιορίζει κάποιος τον εαυτό του στο ρόλο του ποδοσφαιρικού θεατή μιας ενδοαστικής κόντρας στη Βουλή ανάμεσα στα παλτά – μακεδονομάχους και στους παιχταράδες αντιεθνικιστές, είναι θέμα δικό του. Το να περιμένει ότι αυτό πρέπει να κάνει και η όποια Αριστερά επιμένει να είναι Αριστερά, πάει πολύ.

Ο Βούτσης είχε δίκιο όταν έλεγε πριν μήνες ότι το Μακεδονικό θα είναι όχημα ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού. Αυτό εννόησε ο Τσίπρας όταν μίλησε για τη δεξιά πολυκατοικία εντάσσοντας τον Καμμένο σε αυτήν, ενώ όλοι οι σχεδιασμοί του ΣΥΡΙΖΑ αφορούν την ανασύσταση μιας μεγάλης ενιαίας Κεντροαριστεράς. Η παρέλαση των κυβερνητικών στελεχών από το σπίτι του υπέργηρου Λιβάνη δεν ήταν τίποτα άλλο από υποβολή διαπιστευτηρίων επ΄ αυτού του σχεδίου. Το ίδιο και η διάλυση του ΚΙΝΑΛ, του Ποταμιού, της Ένωσης Κεντρώων και λοιπών ενδιάμεσων

Η διαπίστωση Βούτση μακάρι να συνοδευτεί και από την ανασύνθεση της πολιτικής και ανθρώπινης γεωγραφίας και στην Αριστερά. Ας πάνε να γίνουν ουρά της κυβέρνησης όσοι έχουν αφαιρέσει το κρίσιμο στοιχείο του ιμπεριαλισμού και των αστικών συμφερόντων. Όσοι μιλούν για τη συμφωνία υποβαθμίζοντας ότι η συμφωνία έγινε, ψηφίστηκε και θα εφαρμοστεί, βρέξει χιονίσει γιατί αυτή είναι η συνασπισμένη θέληση των ιμπεριαλιστών.

Ας πάνε να γίνουν εξαπτέρυγα του Τσίπρα όσοι μιλούν για τη συμφωνία έχοντας πέσει σε χειμερία νάρκη από το 1992, τότε που η κρατούσα αστική πολιτική ήταν ο εθνικισμός και σύσσωμο το ελληνικό Κοινοβούλιο κραύγαζε ότι «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».

Τους έχουμε νέα: Εδώ και εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, υπό την καθοδήγηση ΕΕ και ΗΠΑ όλη η αστική πολιτική έχει περάσει στη σφαίρα του ρεαλισμού, της αποδοχής τετελεσμένων, της σύνθετης ονομασίας, της ανάγκης επίλυσης. Ο Σαμαράς χθες, ως αντιπολίτευση, ξαναθυμήθηκε ότι «η Μακεδονία είναι μία», αλλά ξέχασε ότι ως κυβέρνηση προωθούσε τη σύνθετη ονομασία.

Το να σκιαμαχεί κανείς με τον μακεδονομάχο Σαμαρά από τις θέσεις της επίσημης και διαχρονικής αστικής πολιτικής, δεν τον κάνει αριστερό, τον κάνει άξιο εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης.

Και από αυτή την άποψη ο Τσίπρας είναι παιχταράς: Η κοινωνία σε καταστολή, εμπεδώνει το ρόλο της ως παθητικού θεατή, η αστική πολιτική να βρίσκει τον καλύτερό της εκφραστή στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και οι αριστεροί σε σύγχυση να ξερογλύφονται είτε με τις αντιδεξιές και αντιεθνικιστικές κορώνες του Τσίπρα, είτε να βρίσκουν καταφύγιο και αποκούμπι στο ακούνητο (και προς τούτο ακίνδυνο) ΚΚΕ.

Μόνο που ο Τσίπρας είναι στο αντίπαλο στρατόπεδο. Και όρος για την επιβίωση των κοινωνικών τάξεων που θέλει να εκφράσει η Αριστερά, είναι η συντριβή του.

.

Antapokrisis

Αρθρογραφεί στο antapocrisis για θέματα πολιτικής επικαιρότητας και Αριστεράς.

 

 

ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη – Best Seller (8o μέρος/11) Κεφ. 11-12

 

`

(…) B.Σόϊμπλε: «Δεν πρόκειται να διαπραγματευθώ µαζί σου. Όπως σου είπα την τελευταία φορά, να πας στους θεσµούς!» ήταν η στυγνή απάντηση του.

«Αλλά, Bόλφγκανγκ», διαμαρτυρήθηκα, «Ο χρόνος τελειώνει σε µία η δύο εβδοµάδες θα αναγκασθούμε να αθετήσου το χρέος µας προς το ΔΝΤ, µε συνέπειες για όλους. Μου λες να πάω στους θεσµούς. Ωστόσο, οι θεσµοί απλώς δεν έχουν την αρμοδιότητα (..) για να διαπραγµατευτούν µαζί µας µια βιώσιµη συµφωνία εντός της ευρωζώνης. Σου τα λέω όλα αυτό επειδή υπάρχουν δυνάµεις που προσπαθούν να εκτροχιάσουν τη διαδικασία, με κίνδυνο ατυχήματος».

Το πρόσωπο του Βόλφγκανγκ άλλαξε έκφραση και από τη φαινομενική απάθεια πέρασε στη συγκρατημένη εγρήγορση. Παρόλο που είχα µάθει (…) ότι τέτοιες αλλαγές στην έκφραση του Βόλφγκανγκ δεν οδηγούσαν σε κάτι αξιοσημείωτο, σε εκείνη την περίπτωση απέτυχα να προβλέψω την αναπάντεχα απάντηση του.

«Δε νοµίζω ότι καµία κυβέρνηση μπορεί να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη»δήλωσε κουνώντας το κεφάλι µε τρόπο που σηματοδοτούσε την παντελή έλλειψη πίστης του, ή ενδιαφέροντος στην εναλλακτική ενός Grexit.

«Αυτή είναι και η άποψη της καγκελαρίου;» ρώτησα κρύβοντας την έκπληξη μου.

«Εκείνη έχει διαφορετικές απόψεις», απάντησε απαξιωτικά.

Ήταν άλλη μία επιβεβαίωση ότι είχαν διαγράψει, στο μυαλό τους, τα δανεικά που είχαν δώσει στο κράτος μας για να δοθούν αμέσως μετά στις τράπεζες τους …

 

`

`

(**Διευκρίνηση: Τιμώ και σέβομαι το Γιάνη Βαρουφάκη, Αναγνωρίζω, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, το θάρρος, το σεβασμό σε ιδέες και αρχές, καθώς και τις εξαιρετικές γνώσεις και επιστημονικές του ικανότητες του. ….Δεν έχω την τιμή να τον γνωρίζω, ούτε τον ψήφισα ποτέ,  ούτε διαφαίνεται, ιδίως τώρα, που κατεβαίνει στις εκλογές, λόγω,  κυρίως μη πολιτικής συμφωνίας (για Καπιταλισμό-ΕΕ κ.α.)…

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΡΘΡΟΥ)

498

`

Κεφάλαιο

`

11°

`

`

Το κουτσούρεμα µιας Άνοιξης

`

κείνη τη χρονιά η Άνοιξη έφτασε νωρίς στην Ελλάδα. Χάρη στον βροχερό χειµώνα, ο πρώτος ήλιος του Μάρτη πυροδότησε µια εξέγερση αγριολούλουδων. Καλύτερο σκηνικό για την εξέγερση του λαού µας απέναντι στους δανειστές δεν υπήρχε. Η επέκταση της δανειακής σύµβασης είχε εγκριθεί, δίνοντας µας περιθώριο µέχρι τις 30 Ιουνίου για να σφυρηλατήσουμε το πολυπόθητο νέο συµβόλαιο. Παρά την γκρίνια στην κοινοβουλευτική µας οµάδα, στη χώρα επικρατούσε κλίµα ανάτασης

Για τους τροϊκανούς που παρακολουθούσαν από το λουσµένα στον τεχνητό φωτισµό γραφεία τους, στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη, στην Ουάσινγκτον, τα τεκταινόµενα στην Ελλάδα ήταν εφιάλτης. Χωρίς τη δυνατότητα να περιφέρονται στην Αθήνα μέσα σε κοµβόι από BMW και Mercedeς, δεν είχαν τρόπο να επιδεικνύουν την εξουσία τους ώστε να επανακτήσουν τον ψυχολογικό έλεγχο της κοινωνίας µας. Αν δεν πρόσεχαν, υπήρχε κίνδυνος επικίνδυνες ιδέες να εξαπλωθούν σε άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, ακόµα και η Γαλλία. Όπως, παραδείγµατος χάριν, η ιδέα ότι υπήρχε η δυνατότητα σε αυτή την Ευρώπη να ανακτήσει ένας λαός την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπειά του. Το να πάρουν τα χρήματα τους πίσω θα τους ικανοποιούσε, όπως κάθε δανειστή, αλλά δεν ήταν η κύρια επιδίωξή τους. Γνώριζαν ότι η αυξανόμενη λιτότητα και η απόρριψη των ανταλλαγών οµολόγων που πρότειναν θα είχαν ως συνέπεια τη συρρίκνωση των εισοδημάτων των Ελλήνων, µε κόστος µακροπρόθεσµα και για τους ίδιους, αλλά δεν τους ένοιαζε. Όπως χαρακτηριστικά είπε μήνες μετά ο Σλοβάκος υπουργός οικονοµικών, ο μεγαλύτερος χειροκροτητής του Σόϊµπλε στο Eurogroup, «έπρεπε να είµαστε σκληροί µε τους Έλληνες λόγω της Ελληνικής Άνοιξης». Όπως τα σοβιετικά τάνκς συνέτριψαν την Άνοιξη της Πράγας, την Άνοιξη της Αθήνας θα τη συνέτριβαν χρησιμοποιώντας κάτι άλλο που, αγγλιστί, κάνει ρίµα με τα το βαθύ κράτος δηλαδή τις τράπεζες.

Η στρατηγική του κουτσουρέματος της Ελληνικής Άνοιξης συνίστατο από τρία μέρη. Πρώτο, αρνούμενοι τον οποιονδήποτε οδικό χάρτη προς την έντιµη συµφωνία, θα καλλιεργούσαν βαθιά αβεβαιότητα στην ελληνική κοινωνία µε διαβρωτικό αποτέλεσμα στο ηθικό της. Κάθε προγραμματισμός, βραχυπρόθεσμος η µακροπρόθεσµος, είχε καταστεί αδύνατος για επιχειρήσεις, οργανισµούς η ακόµα και για τους απλούς πολίτες που ήθελαν να κάνουν τα «κουµάντα» τους. Αυτή η στρατηγική της «διαρκούς προσωρινότητας» είναι αποτελεσματικός τρόπος να κρατάει ένας κατακτητής µια χώρα υπό κατοχή

Παράλληλα, εφήρμοζαν την τακτική του «εικονικού δηµοσιονοµικού πνιγµού», όπως περιέγραψα αλλού, την προσομοίωση του γνωστού βασανιστηρίου που εφαρµόζεται από το 2010 στις μνημονιακές χώρες της ευρωζώνης: ένα κράτος, εκβιαζόµενο από την τρόϊκα να αποδεχθεί κοινωνικά καταστροφές πολιτικές, σπρώχνεται στο χείλος της οικονομικής ασφυξίας και της επίσημης χρεοκοπίας, υποκύπει (περνώντας τους μνημονιακούς νόµους καθ’ υπαγόρευσιν της τρόϊκας), λαµβάνει από τους δανειστές όση ρευστότητα χρειαστεί για να μην πεθάνει αµέσως κ.ο.κ. Στην περίπτωση της δικής µας διακυβέρνησης η δημοσιονοµική ασφυξία είχε ξεκινήσει, µε την ενορχηστρωμένη φυγή καταθέσεων (ελέω των κ. Σαµαρά και Στουρνάρα), δύο μήνες προτού καν εκλεγούµε, και βέβαια πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις μετά την 4η Φλεβάρη 2015 και την κίνηση της ΕΚΤ να στερήσει το waiver από τις ελληνικές τράπεζες.

Θέτοντας µπροστά µας ένα πραγµατικό ναρκοπέδιο από δόσεις που έπρεπε να αποπληρωθούν, η τρόϊκα ήλπιζε να σπείρει τόσο αβεβαιότητα στις ψυχές των πολιτών ώστε να σταματήσουν να καταβάλλουν φόρους. Έτσι θα επιδείνωναν την ασφυξία του κράτους µας σπρώχνοντας µας κοντύτερα στην υποταγή προτού ακόµα φτάσουμε στον Ιούνιο. Ο µόνος κίνδυνος για το σχέδιό τους θα προέκυπτε αν ο Αλέξης αποφάσιζε να τηρήσει τη συµφωνία µας: στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ από τον Μάρτιο, εξαγγελία ότι το οµόλογα SMP της ΕΚΤ είτε θα αναδιαρθρωθούν είτε θα κουρευτούν τον Ιούλιο-Αύγουστο, ετοιμότητα ενεργοποίησης του παραλλήλου συστήµατος πληρωµών σε περίπτωση κλεισίµατος των τραπεζών στα τέλη Iουνίου και … αναµονή της αντίδρασης της κ. Μέρκελ.

Το τρίτο µέρος της στρατηγικής τους ήταν η τακτική µε την οποία, επί χρόνια, η Βρετανική Αυτοκρατορία κυβερνούσε χώρες, π.χ. την lνδία, ακόµα και χωρίς να διαθέτει στρατιωτική υπεροπλία: το διαίρει και βασίλευε. Από το 2010 οι πιστωτές είχαν στρατεύσει την ελληνική ολιγαρχία (το Τρίγωνο της Αµαρτίας, όπως την αποκαλούσα), προκειµένου να υλοποιεί εκ µέρους τους το σχέδιο κατοχής της χώρας. Εκτός του ότι προέβη σε διαχωρισµό της άρχουσας τάξης από τον υπόλοιπο πληθυσμό, η τρόϊκα φρόντισε να πάρει, όπως είδαµε σε προηγούµενα κεφάλαια, υπό τον έλεγχό της και τους κοµβικούς κρατικούς θεσµούς: τη Γενική Γραµµατεία Δημοσίων Εσόδων, τον μηχανισμό διάσωσης των τραπεζών (το ΤΧΣ), τη στατιστική υπηρεσία ΕΛΣΤΑΤ και, βεβαίως, την Τράπεζα της Ελλάδος. Παράλληλα, λειτουργούσε πλέγµα «δεξαµενών σκέψης», ΜΜΑ (µέσων µαζικής αποβλάκωσης) και εταιρειών μάρκετινγκ που φρόντιζαν µε την προπαγάνδα τους να νομιμοποιηθούν στις συνειδήσεις του κόσµου η τρόϊκα και η δράση της. «Το µνηµόνιο είναι το µοναδικό αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα», έλεγαν και ξαναέλεγαν τα διάφορα φερέφωνο. Μακάρι να ήταν, σκεφτόµουν κάθε φορά που άκουγα αυτή την ανοησία. Δεν ήταν όµως.

Η εκλογή της κυβέρνησης µας κατάφερε µέγα πλήγμα σε αυτό το πλέγµα εξουσίας. Δεν μπορούσαν να το αποδεχθούν, να το χωνέψουν, ότι το αφήγημα τους κατέρρευσε µαζί µε τον έλεγχο µιας κοινής γνώµης που, ξάφνου, θύµισε (περισσότερα…)

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ: ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;

Eρωτήσεις ζητούν απάντηση

`

`

Ερωτώ τη σεβαστή δικαιοσύνη:

`

ετά τις εξελίξεις που πυροδότησε η σύλληψη του πρώην προστατευόμενου μαρτυρά για την υπόθεση Νοβάρτις, καθηγητή Νίκου Μανιαδάκη, στον οποίο απαγγέλθηκε κατηγορία και απαγορεύθηκε η έξοδος από τη χωρά και η οποία εξέλιξη έχει φέρει πανικό σε όλο το σύστημα αυτών που χρεωκοπήσαν τη χωρά, σαν απλός φορολογούμενος πολίτης αξιώνω απαντήσεις στα εξής εύλογα ερωτήματα:

1) Μπορεί κάποιος από τους αρμοδίους εισαγγελείς ή την ηγεσία της δικαιοσύνης που ΕΠΟΠΤΕΥΕΙ το έργο των κατά τόπους ανακριτικών αρχών να απαντήσει γιατί η κυριά ΜΑΡΙΝΑ ΜΠΟΖΝΟΥ, ανακρίτρια κατά της διαφθοράς, δεν έχει καλέσει ακόμα για ανάκριση (και πιθανή προφυλάκιση) τον πρώην αντιπρόεδρο της Νοβάρτις Ελλάς κύριο Κωνσταντίνο Φρουζή, στον οποίο έχει ασκηθεί ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤ΄ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΣΕ ΒΑΘΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2018!… .

Πόσος καιρός επιτέλους χρειάζεται για να προχωρήσει η δικογραφία?. .

2) Μπορεί κάποιος να απαντήσει, από τους υπευθύνους πάλι, γιατί η κυριά ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, ανακρίτρια κατά της διαφθοράς ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΛΕΣΕΙ ΑΚΟΜΑ για ανάκριση (και πιθανή προφυλάκιση) τα μέλη της συμμορίας του ΚΕΕΛΠΝΟ (ΠΟΥΛΗΣ, ΘΕΟΦΙΛΑΤΟ, ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ και Σία) στα οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για δυο ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ από τον ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2018 ?. .

3) Μπορεί κάποιος από τους υπευθύνους να απαντήσει, γιατί έχει καθυστερήσει η έκδοση αρκετών άλλων πορισμάτων για πολλές κακουργηματικές υποθέσεις με τεράστιο όγκο στοιχείων (υπόθεση συνέδριου Ε-Health με την απευθείας ανάθεση στην κυρία Στουρνάρα, υπόθεση διαφημιστικής εκστρατείας για την πρόληψη του καρκίνου πάλι με την κυριά Στουρνάρα ,υπόθεση διαφημιστικής δαπάνης σε ανύπαρκτα σαΐτ του ΚΕΕΛΠΝΟ επι υπουργίας Γεωργιάδη και Βορίδη, υπόθεση αγοράς κτιρίου ΚΕΕΛΠΝΟ σε ΠΕΝΤΑΠΛΑΣΙΑ τιμή επι Αβραμοπούλου, υπόθεση αγοράς θερμικών καμερών σε ΔΕΚΑΠΛΑΣΙΑ τιμή επι Αβραμοπούλου, υπόθεση χορηγιών στη Μητρόπολη Καισαριανής, υπόθεση διαχειριστικού ελέγχου με το ΕΛΕΙΜΜΑ ΤΩΝ 90 ΕΚΑΤΟΜ ΕΥΡΩ από 2007-14, υπόθεση εμβολίων γρίπης που ανασύρθηκε ξανά κλπ.!..) .

4) Μπορεί κάποιος να απαντήσει γιατί η κυριά ΑΝΝΑ ΖΑΙΡΗ αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου και επικεφαλης της Αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσοδών από παράνομη δραστηριότητα ΔΕΝ έχει ολοκληρώσει ΑΚΟΜΑ τον έλεγχο για το πόθεν έσχες πολλών μελών της συμμορίας του ΚΕΕΛΠΝΟ και τη ΔΕΣΜΕΥΣΗ των περιουσιακών τους στοιχείων, όταν της έχουν διαβιβαστεί στοιχεία παραπάνω από ένα χρόνο από σήμερα?… .

5) Μπορεί κάποιος να απαντήσει γιατί οι εισαγγελείς διαφθοράς ΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΚΡΕΤΗΣ και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΝΤΡΙΑΣ δεν έχουν ολοκληρώσει την προανάκριση εις βάρος του κυρίου ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ για τις διαρροές που έκανε και από τις οποίες καταποντίστηκε η μετοχή και έπαθε ζημίες εκατοντάδων εκατομμυρίων η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και μάλιστα δεν έχουν καλέσει να καταθέσει ο πρόεδρος της τράπεζας κύριος ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ, ως καθ ύλην παθώς?…

Μετά τιμής

Ζαγορίτης Δημήτρης

Σημείωση: Το ότι δεν ταυτίζομαι, ούτε έχω καμμιά δουλειά με τον κ. Πολάκη, το κόμμα του, και με όποιους “κύκλους” ή “τετράγωνα” συνδέεται, επ’ουδενί σημαίνει πως θα στερηθώ και το δικαίωμα να παρακολουθώ την επικαιρότητα, να έχω άποψη και όποτε κρίνω να τη δημοσιοποιώ επωνύμως, αναλαμβάνοντας και την όποια σχετική ευθύνη.

Σχετικά θέματα: ΕΔΩ και ΕΔΩ

Πηγή

 

`

`

ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη (7o μέρος/11)

Ταυτόχρονα άρχισε να µου στέλνει µηνύματα κι ο Αλέξης:

«Τα μέσα αναφέρουν ότι τα πράγµατα βαίνουν καλώς για εµάς. Μείνε ψύχραιµος, υπομονετικός και μην επιτρέψεις αλλαγές στο κείµενο που το δυσχεραίνουν για εμάς ».

«Μέχρι τώρα καλά», τον καθησύχασα. «ο Βόλφγκανγκ αποτυγχάνει κατά κράτος να ελέγξει τη διαδικασία», πρόσθεσα.

Στις 8.39 µ.µ. πληροφόρησα τον Ευκλείδη και τον Αλέξη για ένα αναπάντεχο συµβάν: Ο Σόϊµπλε εγκατέλειψε την αίθουσα έξαλλος. Ο Αλέξης δεν το πίστευε. «Μπορούµε να το διαρρεύσουμε;» µε ρώτησε…


`

Για να μην υπάρξουν τυχόν παρανοήσεις:

Τιμώ το Γιάνη Βαρουφάκη για πάρα πολλά, αλλά δεν συμφωνούμε πολιτικά.

«Θεμιτό να έχουμε όλοι τις απόψεις μας. Γιά τον συγγραφέα και το έργο του. Όμως προκαλεί μεγάλη απορία το γεγονός, ότι για τόσα καίριας σημασίας γεγονότα, συζητήσεις, περιγραφές, με υπουργούς, πρωθυπουργούς, προέδρους, αλλά και σε Ε.Ε., ΔΝΤ, τόσο καιρό-αρκετό νομίζω-δεν τόλμησε, (πλήν Γερούν Ντάισελμπλουμ τελευταία), αξιόπιστα κανείς, εδώ ή έξω, να διαψεύσει, κάτι, (όμως συγκεκριμένο και όχι γενικό και αόριστο), από τα τόσα αποκαλυπτικά, που αναφέρονται».

Γιατί τόσοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, που κάνουν την (Συνέχεια το τέλος …)**

(Μέρος)

`

`

 

  9 Κεφάλαιο

`

Μικρός, βάναυσα ανατραπείς, θρίαμβος.

`

ο επόμενο πρωί συναντηθήκαμε στη σουίτα του Αλέξη με τον Παππά και τον Δραγασάκη. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα ξεκινούσε εκείνο το βράδυ, και το μάτια όλων, πλην ημών, ήταν στην ουκρανική κρίση. Η καγκελάριος Μέρκελ και ο πρόεδρος Ολάντ είχαν απορροφηθεί από τις διαπραγματεύσεις στο Κίεβο και τη Μόσχα και θα κατέφθαναν στις Βρυξέλλες κατάκοποι, με   το μυαλό τους   να ξεχειλίζει από τα προβλήματα της Κριμαίας, τα   τερτίπια του Πούτιν, τις τοπικές συρράξεις -προβλήματα απομακρυσμένα από το «ελληνικό πρόβλημα». Αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο να αγνοηθούμε, κάτι που όμως ήταν και μια ευκαιρία. .

Από το 2011 έλεγα στον Αλέξη ότι το κλειδί στο «ελληνικό πρόβλημα» ήταν η Άνγκελα Μέρκελ. Αφότου μετακόμισα στο υπουργείο, όταν με ρωτούσαν δημοσιογράφοι ποιός ήταν ο καλύτερος σύμμαχος της Ελλάδας στην ΕΕ, απαντούσα: «Η κ. Μέρκελ!» «Όχι ο πρόεδρος Ολάντ ή ο Ματέο Ρέντσι» επέμεναν εκείνοι, όμηροι των αξιωμάτων τους. «Όχι», απαντούσα, «η καγκελάριος Μέρκελ είναι η μοναδική πολιτικός που μπορεί να επαναπροσδιορίσει τις οικονομικές παραμέτρους και πολιτικές για την Ελλάδα». Στο πλαίσιο αυτό συνέστησα στον Αλέξη να προσεγγίσει το βράδυ εκείνο την κ. Μέρκελ μ’ ένα άμεσο αίτημα: Να τερματίσει το αδιέξοδο στο Eurogroup, όπου ο Δρ. Σόιμπλε κυριαρχούσε πλήρως.

Η ένταση στις σχέσεις μεταξύ των δύο Γερµανών πολιτικών ήταν γνωστή τους πάσι. Ο Σόϊµπλε κυριαρχούσε στο Eurogroup, ελέγχοντας τον Ντάισελµπλουμ και το µπλοκ των μαζορετών -υπουργών οικονοµικών από την Ανατολική Ευρώπη, αλλά και των μνημονιακών χωρών, πλην της Ελλάδας. Μόνο η Μέρκελ είχε τη δυνατότητα να τον περιορίσει. Όπως θα µάθαινα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα, το άτομο που χρησιµοποιούσε η Γερµανίδα καγκελάριος ήταν ο Τόµας Βίζερ πιθανώς το µοναδικό µέλος του βαθέος κατεστηµένου που κρατούσε ίσες αποστάσεις, και τα είχε το ίδιο καλά µε τη Μέρκελ και τον Σόιµπλε. Όµως για να τον χρησιμοποιήσει ώστε να σπάσει, έστω και προσωρινά, την απόλυτη κυριαρχία του υπουργού της επί των οικονοµικών, η Μέρκελ χρειαζόταν κάποιο ισχυρό κίνητρο. Το να φανεί γενναιόδωρη προς την Ελλάδα και τους Έλληνες δεν αποτελούσε ένα τέτοιο κίνητρο . Τι θα µπορούσε να είναι αυτό το κίνητρο όµως;

Η απάντηση που έδινα από το 2012 ήταν: ο Μάριο Ντράγκι! Ο µόνος τρόπος να παρέµβει η Μέρκελ ήταν να την πείσει ο Ντράγκι ότι, διαφορετικά, κινδύνευε ότι είχε µείνει από τη σταθερότητα της ευρωζώνης.

Ο Αλέξης καταλάβαινε. Δε θα αναφερόταν βέβαια σε κουρέματα κτλ, αλλά θα προσέγγιζε την κ. Μέρκελ στη διάρκεια της Συνόδου. Έτσι, για να τις έχει πρόχειρες, κατέγραψα σ’ ένα χαρτί, µε τη βούλα του ξενοδοχείου µας, τις ελάχιστες συνθήκες που απαιτούνταν για µια προσωρινή εκεχειρία: Πρώτον, τερματισμός της ασφυξίας ρευστότητας από την ΕΚΤ. Δεύτερον, αντικατάσταση της τροϊκανικής διαδικασίας µε έναν νέο διαπραγµατευτικό θεσµό µε βάση τις Βρυξέλλες, έτσι ώστε οι υπουργοί να µιλούν µε υπουργούς, η µε τον επίτροπο της ΕΕ, και οι υπάλληλοι µε υπαλλήλους. Τρίτον, τέλος ήταν εµµονή σε φράσεις του τύπου: «επέκταση» και «επιτυχημένη ολοκλήρωση του προγράµµατος». Τέταρτον, τερματισμός της λιτότητας και συµφωνία στη βάση ενός πρωτογενούς πλεονάσματος που δεν ξεπερνά το 1,5% του εθνικού εισοδήµατος.

Καθώς συζητούσαμε τους στόχους µας αυτούς, χτύπησε το τηλέφωνο του Αλέξη. «Είναι ο Ντάισελµπλουµ», µας σιγοψιθύρισε, ο οποίος του ανακοίνωνε ότι ήταν καθ’ οδόν προς τη σουίτα του «για να τα πούνε». Οι υπόλοιποι πήγαµε σε διπλανό δωµάτιο, αφήνοντας τον Αλέξη µόνο του να προϋπαντήσει τον Ολλανδό. Δεν πέρασαν δύο λεπτά, όταν ο Αλέξης ήρθε χαμογελώντας να µας βρει στο δωμάτιο όπου είχαµε καταφύγει. Ο Γερούν είχε έρθει, λέει, προσφέροντας κλάδο ελαίας, υπό τη µορφή νέου επιθετικού προσδιορισµού: αντί για «τροποποιημένο » ή «προσαρµοσµένο» πρόγραµµα, πρότεινε τον όρο «μετασχηματισμένο » η «επικαιροποιημένο» πρόγραµµα. Σύστησα στον Αλέξη, ως τακτικό ελιγµό, να πει ναι στην πρόταση του Γερούν για «μετασχηματισμένο πρόγραµµα» αλλά, παράλληλα, να επιµείνει ότι το τελικά ανακοινωθέν θα αναφερόταν στα σχέδιά µας για καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης (κάτι που το προηγούμενο βράδυ είχε απορρίψει).

Στο μεταξύ ο Γερούν ήταν όρθιος στον διάδροµο μιλώντας στο κινητό του. Φαινόταν µάλιστα σαν μαθητούδι που τον ψέλνει, τηλεφωνικά, κάποιος τραχύς γυμνασιάρχης . «Να δεις που ο Βόλφγκανγκ µόλις τον πυροβόλησε πάλι», είπα στον Παππά δίπλα µου. Πριν προλάβει ο Αλέξης να του πει ότι συµφωνεί και να προσθέσει το αίτημα µας για αναφορά στην ανθρωπιστική κρίση, ένας εµφανώς καταβεβλημένος Ντάισελµπλουμ εξομολογήθηκε ότι «ούτε το «μετασχηματισμένο» μπορεί να γίνει αποδεκτό», προφανώς από τον Σόιµπλε. Υποσχόμενος να επιστρέψει αργότερα, µε νέα πρόταση, κίνησε για το ασανσέρ. Καθώς περνούσε από μπροστά µου, τον ρώτησα κάτι που ήθελα να του θέσω από την ώρα που εµφανίστηκε στο ξενοδοχείο. «Τι έγινε µε εκείνο το τρένο που χάσαµε, Γερούν; Τελικά δεν το χάσαμε; Mήπως έβαλε όπισθεν και επέστρεψε στον σταθμό. Δε φαντάζομαι να ξαναφύγει και να το ξαναχάσουµε». Προφανώς δεν απάντησε . Πώς θα µπορούσε να απαντήσει; Ο πρόεδρος του Eurοgrοup είχε συλληφθεί να ψεύδεται. Οι απειλές που είχε εκτοξεύσει χωρίς αιδώ το προηγούµενο βράδυ στο Eurοgrοup είχαν εξαϋλωθεί με το πρώτο, αχνό φως του βελγικού ηλίου

Εκείνο το απόγευµα ο Γερούν επέστρεψε. Αυτήν τη φορά πρότεινε στον Αλέξη να εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν ότι το Eurοgrοup και η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησαν να αρχίσουν «συζητήσεις σε τεχνικό επίπεδο µε θέµα τον τρόπο µε τον οποίο θα κινηθούμε σχετικά με το πρόγραµµα σύµφωνα μετά σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης». Επρόκειτο για ραγδαία, αν όχι άτακτη, υποχώρηση του Γερούν. Αµέσως πήρα τηλέφωνο τον Τζεφ Σακς για να του πω τα μαντάτα.

Πετύχαµε µια µικρή νίκη απόψε η άρνηση µας να υποχωρήσουμε υπό ασφυκτική πίεση χτες τους οδήγησε στην πλήρη υποχώρηση από την απαίτηση να υποβάλουμε αίτηση παράτασης του προγράµµατος ως έχει.

Πώς συνέβη αυτό; Πήραµε µια ιδέα αργότερα από πηγές του Υπουργείου Εξωτερικών: Φτάνοντας στις Βρυξέλλες, η Άνγκελα Μέρκελ -κατάκοπη και άυπνη λόγω της ουκρανικής κρίσης τηλεφώνησε στον Ντάισελµπλουμ ελπίζοντας σε καλά νέα ως προς το ελληνικό ζήτημα. Όταν άκουσε για το αδιέξοδο, φαίνεται ότι θύµωσε και του έδωσε εντολή, ως πρόεδρος του Eurogroup, να βρει µια λύση αµέσως. Όπερ και εκείνος έκανε.

Μια µικρή νίκη, πράγματι. Όµως, το προηγούμενο που δημιούργησε θα

(περισσότερα…)

ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη (6 μέρος/11)

Ελπιδοφόρος Φεβρουάριος

(Συνέχεια από 5ο ΜΕΡΟΣ)

Εχω επανειλημμένα επισημάνει τη σχεδόν συγκινητική πίστη στον Ευρωπαϊκό Βορρά ότι η ήπειρος κατοικείται από σκληρά εργαζόµενους νοµοταγείς µέρµηγκες αφενός και από τεμπέληδες φοροφυγάδες τζίτζικες  αφετέρου. Κατά παράδοξο τρόπο μάλιστα, όλα το µυρµύγκια ζουν στον Βορρά και όλα το τζιτζίκια στον Νότο. Η αλήθεια είναι βέβαια πιο περίπλοκη και πιο σκοτεινή..

`

Ούτε αυτοί ήταν κακοί άνθρωποι

`

πέστρεψα στο ξενοδοχείο µου γύρω στα μεσάνυχτα, ενεργοποίησα το τηλέφωνο µου και κάλεσα τον Αλέξη για να τον ενημερώσω ότι ο Ντράγκι είχε ανακαλέσει το waiver.

«Να είσαι αδιάλλακτος, αλλά κοίταζε μήπως ο Γκάµπριελ μπορεί να βοηθήσει», µου απάντησε ατάραχος.

«Κρίνοντας από τους δύο απεσταλμένους του χθες το βράδυ, Αλέξη, δεν είµαι και πολύ αισιόδοξος», είπα. «Θα πρέπει συνεχώς να τονίζουµε την αποφασιστικότητα µας να ενεργοποιήσουμε το αποτρεπτικό µας όπλο, τη στιγμή που θα αποσύρουν τον ELA από τις τράπεζες μας», πρόσθεσα.

«Πήγαινε να κοιμηθείς τώρα. Πρέπει να είσαι φρέσκος αύριο για τον Σόϊμπλε», απάντησε εύθυµα ο Αλέξης.

`

Πρώτα έπρεπε να γράψω δελτίο Τύπου με τα οποίο θα µετρίαζα, στον βαθµό του εφικτού, το χτύπημα από την ανάκληση του waiver. Το «ευτυχισµένο» καθήκον του υπουργού οικονοµικών, συλλογίστηκα: να παρουσιάσει ένα πλήγµα σαν κάτι που δε συνέβη ποτέ.

Στα μεταξύ, καθώς είχε µόλις ενημερωθεί για τις εξελίξεις, ο Γκλεν Κιµ, πάντα σε επαγρύπνηση και πρόθυµος να βοηθήσει, µου έστειλε μέιλ µε την ανάλυση του για τις άµεσες οικονοµικές επιπτώσεις της επιθετικής κίνησης της ΕΚΤ. Επιβεβαίωσε ότι, πριν ακόµα από το άνοιγµα της χρηματιστηριακής αγοράς, ή προτού να έχουν οι καταθέτες την ευκαιρία να προβούν σε νέες αναλήψεις, οι τράπεζες θα δέχονταν µεγάλο πλήγµα. Το καθήκον µου ήταν να προβώ σε µια δήλωση που, από τη µία, θα φανέρωνε την έντονη αποδοκιµασία µας για την επιθετική πράξη της ΕΚΤ, ενώ από την άλλη θα καθησύχαζε τις αγορές, περιορίζοντας την αναπόφευκτη επιδείνωση του κλίµατος και διατηρώντας µέρος όσων είχα κερδίσει στο Λονδίνο.

Προβλέποντας ότι, όταν θα επισκεπτόµουν τον Δρα Σόϊµπλε µερικές ώρες μετά, έξω από το Οµοσπονδιακό Υπουργείο Οικονοµικών, θα βρισκόµουν περικυκλωµένος από δηµοσιογράφους οι οποίοι θα απαιτούσαν ένα σχόλιο για την κίνηση της ΕΚΤ, ετοίµασα την ακόλουθη διπλωματική αλλά και ουσιαστική δήλωση:

Η ΕΚΤ προσπαθεί ουσιαστικά να συµµορφωθεί µε τους δικούς της κανόνες, παρακινώντας τόσο εμάς όσο και τους εταίρους µας να επιτύχουμε γρήγορα µια πολιτική και τεχνική συµφωνία, διατηρώντας ταυτόχρονα τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών. Πιστεύω ότι οι Έλληνες καταθέτες καταλαβαίνουν ότι η καθηµερινή σταθερότητα είναι εγγυημένη και ότι διαπραγµατευόµαστε νέους όρους που θα φέρουν την ανάκαµψη και µια µόνιµη λύση. Σε ότι αφορά εµάς, η στιγμή της απόφασης της ΕΚΤ µας προκαλεί ιδιαίτερη έκπλnξn, καθώς δηµιουργεί ένα περιττό αίσθημα επείγουσας ανάγκης, δεδοµένου ότι το ισχύον ελληνικό πρόγραµµα λήγει στις 28 Φεβρουαρίου. Πιστεύω ότι η βασική απόφαση οφείλεται στο χρονοδιάγραμμα της χθεσινής τακτικής συνεδρίασης του Διοικητικού Συµβουλίου της ΕΚΤ µε θέµα τη «µη νοµισµατική πολιτική». Από τη δική τους πλευρά, ήταν ίσως η σωστή στιγµή.

Ήταν η διπλωματικότερη δήλωση που δεν πρόδιδε την πραγµατικότητα. Φυσικά, μετά από αυτό, το χρηματιστήριο κατέγραψε πτώση, οι µετοχές των τραπεζών υποχώρησαν και οι εκροές των καταθέσεων ξανάρχισαν. Κάποια από τα κέρδη της προηγούµενης ηµέρας είχαν διατηρηθεί, αλλά ήταν θέµα µιας-δυο ημερών προτού εξαφανιστούν κι αυτά. Το µόνο παρήγορο ήταν ότι τίποτα από αυτό δε θα είχε σημασία µεσοπρόθεσµα. Το πραγµατικό ζήτημα ήταν εάν θα µπορούσε να πειστεί το Βερολίνο για έναν συµβιβασµό ή αν θα προχωρούσαµε σε µια ολομέτωπη σύγκρουση, όπως φοβόµουν από το 2012.

Στο δρόµο προς το Οµοσπονδιακό Υπουργείο Οικονοµικών παρατήρησα ότι δύο µέιλ είχαν φτάσει στο κινητό µου. Το πρώτο ήταν από τον Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ, που µε πληροφορούσε ότι ο Μπέρνι Σάντερς ήταν έτοιµος να γράψει στην πρόεδρο της Οµοσπονδιακής Τράπεζας της Αµερικήs Τζάνετ Γέλεν για να της ζητήσει να υποδείξει στην ΕΚΤ ότι η συµπεριφορά της ήταν άθλια και εν τέλει αποσταθεροποιητική για όλη την υφήλιο. Το δεύτερο ήταν από τον Γκλεν. Μου έγραφε µια σύντομη αναφορά για τον Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, στο γραφείο του οποίου είχε εργαστεί ως σύµβουλος στην «προηγούµενη» ζωή του. Κατά το συνήθεια των στελεχών του χρηματοπιστωτικού τομέα, η αναφορά του Γκλεν ήταν επιγραμματική:

⦁ Είναι πέρα για πέρα δικηγόρος.

⦁ Η κατανόηση του των οικονοµικών θεμάτων είναι πλημμελής. Θυµάµαι πάνω από µία περιπτώσεις όπου µπέρδευε τις αποδόσεις µε τις τιμές και που αναφερόταν σε οικονοµικούς όρους χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σημασία τους

⦁ Μισεί βαθιά τις αγορές. Πιστεύει ότι οι αγορές πρέπει να ελέγχονται από τεχνοκράτες.

⦁ Στην πραγµατικότητα, απολαµβάνει τον ρόλο του «κακού µπάτσου».

Όµως:

⦁ Είναι επίσης ένθερµος ευρωπαϊστής.

⦁ Πιστεύει στο πεπρωµένο µιας Ευρώπης που θα µοιάζει στη Γερµανία (αν και αδυνατεί να αντιληφθεί την αντίφαση αυτής της φιλοδοξίας).

⦁ Είναι κάποιος µε τον οποίο μπορείς να συζητήσεις.

Η εχθρότητα του Σόϊµπλε απέναντι µου ήταν προφανής ακόµη και προτού τον συναντήσω. Στο ισόγειο του Οµοσπονδιακού Υπουργείου Οικονοµικών µε υποδέχτηκε ένας υφυπουργός. Πριν φτάσω στο ασανσέρ, µε ρώτησε παιχνιδιάρικα, αλλά µε φανερό ίχνος επιθετικότητας: «Πότε θα πάρω τα χρήματα µου πίσω;» Mπήκα στο πειρασµό να απαντήσω: «Όταν πείσετε την Deutsche Baηk να σας τα επιστρέψει». Δεν είπα βέβαια τίποτε, απλώς χαµογέλασα πλατιά, έχοντας στο µυαλό µου το κυρίως πιάτο που θα µου σερβιριζόταν όταν φτάναµε στο γραφείο του υπουργού.

 

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και φάνηκε ένας µακρύς ψυχρός διάδροµος, στο τέλος του οποίου περίµενε ο Βόλφγκαvγκ Σόϊµπλε στην αναπηρική καρέκλα του. Αυτός ήταν ο άνθρωπος του οποίου τις οµιλίες και τα άρθρα διάβαζα και παρακολουθούσα εδώ και δυόµισι δεκαετίες. Aντιλαµβανόµουν πλήρως ότι γι’ αυτόν δεν ήµουν παρά µια ενόχληση, αλλά το χαµόγελο στο πρόσωπό µου και το χέρι που του έτεινα αντανακλούσαν τον γνήσιο σεβασµό µου και έκρυβαν τη μυστική µου ελπίδα ότι θα μπορούσαµε να δηµιουργήσουµε ένα αξιοπρεπές, πολιτισµένο moduς νiνendi.

Αρνούµενος τη χειραψία µου, ο οµοσπονδιακός υπουργός οικο-νοµικών της Γερµανίας έκανε µια γρήγορη στροφή στην αναπηρική καρέκλα του και κινήθηκε µε εντυπωσιακή ταχύτητα προς το γραφείο του, καλώντας µε να τον ακολουθήσω µε ένα νεύµα του χεριού του το οποίο βέβαια και έκανα, µε τον Ευκλείδη πίσω µου να ακολουθεί βιαστικά. Μόλις βρεθήκαμε στο γραφείο του, ο οικοδεσπότης µας χαλάρωσε κι η έκφραση του µαλάκωσε. Καθίσαµε στο τραπέζι των συνεδριάσεων, αυτός και δύο υφυπουργοί του στη µία πλευρά και απέναντι ο Ευκλείδης, ο πρέσβης µας στο Βερολίνο κι εγώ. Όπως πάντα, µου ζητήθηκε να κάνω µια εισαγωγική δήλωση. Προχώρησα σε µια παραλλαγή της ίδιας οµιλίας που είχα κάνει στις συναντήσεις µου µε τους Σαπέν, Όσµπορν, Παντοάν και Ντράγκι. Η διαφορά ήταν η έµφαση που έδωσα σε δύο σημεία, γνωρίζοντας την ιδιαίτερα θετική απήχηση που είχαν στο Βερολίνο. Πρώτον, δε ζητούσα διαγραφή χρέους και κατέστησα σαφές ότι οι προτάσεις µου για ανταλλαγή χρεών σε τελική ανάλυση θα ωφελούσαν τόσο τη Γερµανία όσο και την Ελλάδα. Δεύτερον, υπογράµµισα τη σημασία που έδινα στην πάταξη της φοροδιαφυγής και στην υλοποίηση μεταρρυθµίσεων που θα ενθάρρυναν την επιχειρηµατικότητα, τη δημιουργικότητα και την ακεραιότητα σε όλη την ελληνική κοινωνία.

Στην εισαγωγική οµιλία του ο Σόϊµπλε όταν αρκετό φιλικός, επιµένοντας να απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλο με το µικρό µας όνοµα. Αλλά αµέσως μετά κατέστησε σαφές ότι τίποτα από όσα είχα µόλις πει δεν τον ενδιέφερε, Αντιθέτως, ανίκανος να αντισταθεί στην ευκαιρία που του δινόταν να διατρανώσει τη γερµανική ακεραιότητα και την ελληνική παραβατικότητα, προσφέρθηκε να στείλει πεντακόσιους Γερµανούς εφοριακούς στην Ελλάδα για να βοηθήσουν στη σύλληψη των φοροφυγάδων. Του είπα ότι εκτιµούσα πολύ τη γενναιοδωρία του, ότι δεχόµουν μετά χαράς την πρόταση του αλλά εξέφρασα τις αμφιβολίες µου, διότι αν δεν κατάφερναν να διαβάσουν τις ελληνικές φορολογικές δηλώσεις ή τα συναφή έγγραφα και συνεπώς δεν μπορούσαν να ελέγξουν τους φορολογούµενους, υπάρχει ενδεχόµενο οι αξιωµατούχοι να αποκαρδιωθούν. Αντίθετα, είχα µια καλύτερη ιδέα: γιατί δε διόριζε ο ιδίως τον επικεφαλής της Γενικής Γραµµατείας Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ), αφού τη μετατρέπαμε σε πραγµατικά ανεξάρτητη φορολογική αρχή υπό τον πλήρη έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων;

Η πρόταση µου προφανώς τον εξέπληξε. Δεν είπε τίποτα. Ούτε ναι, ούτε όχι, ούτε «θα δούµε». Έτσι, συνέχισα. Χάρη στην τρόϊκα, εξήγησα, είχα την ευθύνη της ΓΓΔΕ, αλλά δεν είχα κανέναν έλεγχο σε αυτήν. Ο επικεφαλής της ούτε διοριζόταν ούτε ήταν υπόλογος σε µένα η στο ελληνικό κοινοβούλιο, αν και εγώ ήµουν υπεύθυνος για τις πράξεις του, Η πρόταση µου ήταν η εξής: θα επέλεγε εκείνος έναν αδιάφθορο Γερµανό εφοριακό µε ανεπίληπτα διαπιστευτήρια και άψογη φήµη, που θα διοριζόταν αµέσως και θα ήταν πλήρως υπόλογος και στους δυο µας. Βλέποντας τον να διστάζει του είπα: «Ξέρω ότι δε σου αρέσει να συνεργάζεσαι µαζί µου ή µε την κυβέρνηση µου. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι στο πρόσωπό µου έχεις έναν πραγματικό σύµµαχο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής». Τέλος, τον ενηµέρωσα για το σχέδιο που είχα θέσει σε εφαρµογή για τη δηµιουργία της αλγοριθμικής µεθόδου εντοπισµού των φοροφυγάδων μεταξύ του 2000 και του 2014 ..

Δεν ήταν αυτό που περίµενε ο Δρ. Σόιµπλε. Αλλά δύο πράγµατα έδειξαν την αποφασιστικότητα του να αποφύγει οποιαδήποτε σοβαρή δέσμευση και µε αυτή την πρόταση. Πρώτο απ’ όλα, άλλαξε θέµα, αποφεύγοντας µια δυνητικά εποικοδοµητική συζήτηση και προτού δηµιουργηθεί η ευκαιρία να επιτύχουμε µια εντυπωσιακή συµφωνία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα. Δεν επέστρεψε ποτέ σε αυτό το θέµα. Δεύτερον, επέλεξε να εστιάσει αντ’ αυτού σ’ ένα άλλο θέµα: στη θεωρία του ότι το «υπερβολικά γενναιόδωρο» ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο δεν ήταν πλέον βιώσιµο και έπρεπε να αποκαθηλωθεί.

Συγκρίνοντας το κόστος συντήρησης του κράτους πρόνοιας στην Ευρώπη µε την κατάσταση σε χώρες όπως η lνδία και η Κίνα, όπου δεν υπάρχει σχεδόν ίχνος κοινωνικού δικτύου προστασίας, υποστήριξε ότι η Ευρώπη χάνει ανταγωνιστικότητα και ότι θα βαλτώσει αν δε μειωθούν δραστικά οι κοινωνικές παροχές . Ήταν σαν να µου έλεγε ότι από κάπου έπρεπε να γίνει η αρχή, και ότι αυτό το κάπου ήταν η Ελλάδα.

Η απάντηση µου ήταν ότι η προφανής λύση ήταν η παγκοσμιοποίη-ση των παροχών κοινωνικής πρόνοιας και αξιοπρεπών µισθών, αντί της παγκοσμιοποίησης της επισφάλειας και της φτώχειας των εργαζοµένων. Προφανώς δυσαρεστηµένος, προχώρησε σε µια κεκαλυµµένη προσβολή. Ξεκίνησε ενθυµούµενος τη µυστική αποστολή που είχε αναλάβει τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 να έρθει σε επαφή µε τις αρχές της Ανατολικής Γερµανίας για λογαριασµό του Χριστιανοδημο-κρατικού Κόµµατος. «Οι άνθρωποι της DDR (ΓΛΔ) δεν ήταν κακοί», µου είπε. «Είχαν καλές προθέσεις για ένα σύστηµα κοινωνικής πρόνοιας που δεν ήταν οικονοµικά εφικτό». Ο υπαινιγμός ήταν απολύτως σαφής. «Με συγκρίνεις µε κάποιον «καλοπροαίρετο» υπουργό της DDR που προσπαθεί να διατηρήσει ένα μη βιώσιµο πολιτικό και οικονοµικό σύστημα;» ρώτησα. Πριν προλάβει να απαντήσει συνέχισα:.

«Επίτρεψέ µου να σε διαβεβαιώσω, Βόλφγκανγκ, ότι, παρά το όσα μπορεί να σου έχουν πει οι φίλοι σου στην Ελλάδα, είµαι φανατικός δηµοκράτης, υπέρμαχος του πλουραλισµού και αφοσιωµένος ευρωπαϊστής. Το ίδιο ισχύει για τους συναδέλφους µου στον Σύριζα. Έχουµε τόσα κοινά µε τις µεθόδους της DDR όσα και το δικό σας CDU με το καθεστώς του Πινοσέτ: κανένα απολύτως! Όσον αφορά τις προτάσεις µας για τις συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόµατα, αποτελούν µέρος µιας ευρύτερης δημοσιονοµικής πολίτικης που θα επιτυγχάνει µικρά αλλά θετικά πρωτογενή πλεονάσματα. Η δημοσιονοµική και οικονοµική βιωσιμότητα είναι η πρώτη µας προτεραιότητα. Οι Έλληνες δε θέλουν πλέον να ζουν µε ελλείµµατα».350

 

Απαντώντας έκανε πίσω διαµαρτυρόµενος ότι δεν είχε διόλου την πρόθεση να προβεί σε µια τέτοια σύγκριση.

 

Πηγαίνετε στους θεσµούς!

`

φήνοντας πίσω την ατυχή εκείνη «παρεξήγηση», επανέφερα τη συζήτηση στην αναδιάρθρωση του χρέους και στις προτά-σεις µου για τις ανταλλαγές οµολόγων, τη διασύνδεση των αποπληρωμών µε τον ρυθµό ανάκαµψης των εισοδημάτων κτλ. Ο Σόϊµπλε δεν κοίταξε καν το non-paper που του έδωσα. Το παρέδωσε στον υφυπουργό του µε έναν αέρα περιφρόνησης, λέγοντας ότι ήταν θέµα των «θεσµών» Χρnσιµοποιώντας την ίδια λέξη που είχα χρησιµοποιήσει κι εγώ στην κοινή συνέντευξη Τύπου µε τον Γερούν Ντάισελµπλουµ στην Αθήνα, κάτι που έδειχνε ότι ακόµη και ο Γερµανός υπουργός οικονοµικών αισθανόταν πλέον άβολα µε τον όρο «τρόϊκα»..

Από δω και στο εξής αυτά θα ήταν η πάγια τακτική του Βερολίνου. Κάθε φορά που κάναµε κάποια πρόταση στην καγκελάριο Μέρκελ ή στον υπουργό Σόϊµπλε -για το χρέος, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις συντάξεις, τη φοροδιαφυγή και ούτω καθεξής -, εκείνοι αρνούνταν να πάρουν θέση, είτε θετική είτε αρνητική, παραπέμποντας µας στους «θεσμούς». ‘Ήθελαν να κατανοήσουμε ότι δε θα υπάρχουν, και δεν μπορούσαν να υπάρξουν, διαπραγµατεύσεις μεταξύ Βερολίνου και Αθήνας. Απλώς δεν ήταν δουλειά τους..

Σε εκείνο το σημείο ο Ευκλείδης έκανε µια εξαιρετική, και αρκετά επιθετική, παρέµβαση. Με κοµψά δομημένες φράσεις επισήµανε πως ήταν ανεύθυνο να αφήσουµε ζητήματα µείζονος πολιτικής σηµασίας σε «τεχνοκράτες» µε αποδεδειγµένα αποτυχημένο παρελθόν στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, οι οποίοι στερούνταν της οποιασδήποτε πολιτικής εξουσιοδότησης να συζητήσουν αυτά που έπρεπε να συζητηθούν, π.χ. τις προτάσεις µας για την αναδιάρθρωση του χρέους, πολύ εύστοχα, µε µερικές φράσεις, αποκάλυψε τον παραλογισµό της προτροπής-απάντη-σης του Δρος Σόιµπλε..

Από τη γερµανική πλευρά δε μίλησε κανένας άλλος πέρα από τον Βόλφγκαvγκ. Σκέφτηκα ότι ήταν θαυµάσιο να έχω τον Ευκλείδη στο πλευρό µου, ο οποίος, ανεβάζοντας τους τόνους, µου επέτρεπε να προχωρήσω µε συμφιλιωτικό ύφος στις προτάσεις µας. Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Ευκλείδη είπα: Αν πρέπει να πάω τις προτάσεις µου στους «θεσµούς», για να έχω πιθανότητες να οικοδοµήσω µια βιώσιµη συµφωνία, θα ήταν προς το συµφέρον όλων να υπάρξει µια περίοδος ηρεµίας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ο Βόλφγκανγκ έγνεψε σαν να συµφωνούσε.

Αυτό ερχόταν σε αντίθεση µε τη στάση του προέδρου του Eurogroup, του είπα. Περιέγραψα τον τρόπο µε τον οποίο ο Γερούν Ντάισελµπλουμ, µε είχε απειλήσει µε κλείσιµο των τραπεζών στο γραφείο µου, µόλις τρεις µέρες αφότου είχα αναλάβει το υπουργείο. «Όχι ακριβώς µια φιλική κίνηση», είπα ξερά ήταν Βόλφγκανγκ. Ο Βόλφγκανγκ αντέδρασε έντονα. «Δεν είχε κανέναν λόγο να έρθει στην Ελλάδα. Δεν είχε τέτοιο εντολή!» Καθώς ο Σόϊµπλε δεν είναι άνθρωπος που προσποιείται κρύβοντας τα συναισθήματα του, σκέφθηκα ότι ο Ντάισελµπλουμ, είχε ενεργήσει αυτοβούλως. Αν το είχε κάνει µε την ελπίδα µιας εύκολης νίκης για λογαριασµό του αφεντικού του, είχε αποτύχει: το αφεντικό του προφανώς δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένο!.

`

Έκπληκτος από τη µοµφή, εµβρόντητος από τον έπαινο.

`

την καθιερωµένη συνέντευξη Τύπου ο Βόλφγκανγκ υιοθέτησε την αυστηρή δηµόσια περσόνα του, λέγοντας στους εκπροσώπους των ΜΜΕ που είχαν συγκεντρωθεί ότι είχαµε µια εγκάρδια συνάντηση, κατά την οποία εκείνος «εξήγησε» ότι η Ελλάδα είχε «υποχρεώσεις» τις οποίες όφειλε να σεβαστεί, ανεξάρτητα από το ποιο κόµµα ήταν στην κυβέρνηση. «Συµφωνήσαµε ότι διαφωνούµε», κατέληξε ο Σόιµπλε, διαλύοντας κάθε ελπίδα ότι στη συζήτηση µας είχε βρεθεί κάποιο κοινό έδαφος..

«Δε συµφωνήσαµε ούτε καν σε αυτό», ανταπάντησα. Με αυτή τη φράση ήθελα να καταστήσω σαφές ότι ο οικοδεσπότης µου είχε αρνηθεί να συζητήσει οτιδήποτε σοβαρά, επί της ουσίας, παραπέμποντας µε στους «θεσμούς». οπότε πώς ισχυριζόταν ότι συµφωνήσαµε πως διαφωνούµε; Επιπλέον, ήθελα να καταδείξω ότι το πράγµατα είχαν αλλάξει: η Ελλάδα πλέον είχε έναν υπουργό οικονοµικών ο οποίος δε θα υπέκυπτε σε εκφοβισµούς µόνο και µόνο επειδή το ελληνικό κράτος ήταν χρεοκοπημένο..

Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτά τα δύο σηµεία προχώρησα σε µια δήλωση µε στόχο τη γεφύρωση του χάσματος που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των απλών Γερµανών και των Ελλήνων. «Κάποιοι µπαίνουν στον πειρασµό να φαντάζονται ότι η λύση βρίσκεται στη διάσταση μεταξύ των λαών µας», είπα.

Ευτυχώς σήµερα δεν επισκέφτηκα απλώς τον υπουργό οικονοµικών της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρώπης. Πάνω απ’ όλα, επισκέφτηκα έναν Ευρωπαίο πολιτικό άνδρα για τον οποίο η ευρωπαϊκή ενότητα αποτελεί έργο ζωής και του οποίου το έργο και τις προσπάθειες για την ενοποίηση της Ευρώπης παρακολουθώ µε µεγάλο ενδιαφέρον από τη δεκαετία του 1980. Σήµερα το µήνυµά µου στον υπουργό Σόϊµπλε όταν ότι στην κυβέρνησή µας έχει έναν δυνητικό εταίρο στην αναζήτηση ευρωπαϊκών λύσεων σε ένα πλήθος προβλημάτων που κατατρύχουν όχι µόνο την Ελλάδα αλλά και την Ένωση γενικότερα.

Στρεφόµενος προς τον οικοδεσπότη µου είπα:.

Από την κυβέρνηση µας μπορείτε να προσδοκάτε µια φρενίτιδα ορθολογισµού. Μπορείτε να περιµένετε προτάσεις που δε στοχεύουν στα συµφέροντα µόνο του µέσου Έλληνα, αλλά και του µέσου Ευρωπαίου του µέσου Γερµανού, Σλοβάκου, Φινλανδού, Ισπανού, Ιταλού . Μπορείτε να περιµένετε από εμάς µια αταλάντευτη διάθεση να πούµε το πράγματα με το όνοµά τους, χωρίς τακτικισµούς και υπεκφυγές. Αυτές είναι οι δεσµεύσεις µας. Αυτό που ζητάµε είναι πιθανόν το πιο ακριβό από όλα το αγαθά: κρόνο. Ένα σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου η κυβέρνηση µας θα µπορέσει να παρουσιάσει στους εταίρους της, στο ΔΝΤ, στην ΕΚΤ, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ολοκληρωμένες προτάσεις κι έναν οδικό χάρτη για την πολύ βραχυπρόθεσμη, τη µεσοπρόθεσµη και τη µακροπρόθεσµη περίοδο..

Σχετικά µε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ γενικότερο, πρότεινα να σεβαστούµε τις καθιερωµένες Συνθήκες της Ένωσης και τις διαδικασίες της χωρίς να ποδοπατήσουμε το ευαίσθητο άνθος της Δηµοκρατίας. Όταν επισκέφτηκα το Παρίσι, συνέχισα, είπα ήταν υπουργό οικονοµικών της Γαλλίας ότι αισθάνθηκα σαν να επιστρέφω στην πατρίδα µου, ότι επέστρεφα σε µία από τις πνευματικές πατρίδες της Ελλάδας. Εδώ, στο Βερολίνο, εξέφρασα το ίδιο συναίσθηµα και περιέγραψα πώς για δύο σχεδόν αιώνες η γενέθλια γη των Γκαίτε, Μπετόβεν, Χέγκελ και Καντ αποτέλεσε πηγή έπνευσες για τους Έλληνες ολόκληρου του πολιτικού φάσµατος. Αλλά υπήρχε κάτι περισσότερο που ενώνει την Ελλάδα και τη Γερµανία, συνέχισα:.

Ως υπουργός οικονοµικών σε µια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει έκτακτες περιστάσεις οι οποίες προκλήθηκαν από µια άγρια κρίση αποπλnθωρισµού και χρέους, αισθάνοµαι ότι το γερµανικό έθνος μπορεί να µας καταλάβει καλύτερο από οποιονδήποτε άλλον. Κανείς δεν καταλαβαίνει καλύτερο από τους ανθρώπους αυτής της χώρας πώς µια οικονοµία σε βαθιά ύφεση, σε συνδυασµό µε την τελετουργική εθνική ταπείνωση και απύθμενη απόγνωση, μπορεί να εκκολάψει το αυγό του φιδιού μέσα στην κοινωνία. Όταν θα επιστρέψω στην Αθήνα απόψε, θα βρεθώ σε ένα Κοινοβούλιο στο οποίο το τρίτο μεγαλύτερο κόµµα είναι ναζιστικό. Όταν ο πρωθυπουργός µας κατέθεσε στεφάνι σε εμβληματικό μνημείο στην Αθήνα αµέσως µετά την ορκωμοσία του, το έκανε για να αναδείξει τον αγώνα εναντίον της αναζωπύρωσης του ναζισµού στη χώρα µου. Οι Γερµανοί πολίτες µπορούν να είναι περήφανοι για τον τρόπο µε τον οποίο ξεριζώσατε τον ναζισµό στη χώρα σας . Αλλά είναι µία από τις πικρές ειρωνείες της ιστορίας ότι ο ναζισµός ξανασηκώνει το ειδεχθές κεφάλι του στην Ελλάδα, µια χώρα που πάλεψε τόσο σκληρά εναντίον του τη δεκαετία του 1940. Έχουµε ανάγκη τον λαό της Γερµανίας να µας βοηθήσει στο αγώνα ενάντια στη µισανθρωπία. Χρειαζόσαστε τους φίλους µας σε αυτήν τη χώρα για να µπορέσουµε να ακολουθήσουμε το µεταπολεµικό πρόταγµα της Ευρώπης. Δηλαδή, να μην επιτρέψουµε ξανά σε µια ύφεση όπως εκείνη της δεκαετίας του 1930 να σπείρει τη διχόνοια μεταξύ υπερήφανων ευρωπαϊκών λαών. Θα κάνουµε το καθήκον µας για να μη συµβεί αυτό. Και είµαι πεπεισμένος ότι και οι Ευρωπαίοι εταίροι µας θα κάνουν το ίδιο..

Tην επόµενη μέρα ο γερµανικός Τύπος µε κατακεραύνωνε επειδή τόλµησα να αναφερθώ στους ναζί µπροστά στον Γερµανό υπουργό οικονοµικών, στο παλιό κτίριο του Υπουργείου Αµύνης του Γκέρινγκ. Tην ίδια στιγµή Έλληνες εθνικιστές µε επαινούσαν για το γεγονός ότι είχα αποκαλέσει τον Σόϊµπλε … ναζί. Δεν ήμουν σίγουρος αν θα έπρεπε να είµαι πιο σοκαρισµένος από τον έπαινο ή από τη µοµφή.

`

Siemenς.

`

 

ετά τις δηλώσεις µας ο Βόλφγκαvγκ κι εγώ δεχτήκαμε ερωτήσεις. Μία από αυτές αφορούσε τη Siemenς και τον Μιχάλη Χριστοφοράκο, τον διευθύνοντα σύµβουλο της Siemenς Ελλάδος. Μερικά χρόνια πριν είχε ξεσπάσει εκείνο το σκάνδαλο όταν από µια δικαστική έρευνα που ξεκίνησε στις Ηνωµένες πολιτείες προέκυψαν ενδείξεις ότι ο Χριστοφοράκος είχε δωροδοκήσει ενεργά Έλληνες πολιτικούς προκειµένου να εξασφαλίσει συµβόλαια του Δηµοσίου υπέρ της Siemenς. Λίγο με τα οι ελληνικές αρχές άρχισαν να διερευνούν το θέµα και ο Χριστοφοράκος διέφυγε στη Γερµανία, όπου και συνελήφθη. Αλλά το γερµανικά δικαστήρια εµπόδιζαν την έκδοση του στην Aθήνα..

«Υπουργέ», µε ρώτησε δηµοσιογράφος, «επιχειρήσατε να πείσετε τον Γερµανό ομόλογο σας για την υποχρέωση που έχει το γερµανικό κράτος να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση να πατάξει τη διαφθορά εκδίδοντας τον κ. Χριστοφοράκο στην Ελλάδα;»

Προσπάθησα να απαντήσω στην ερώτηση µε τρόπο λογικό και ισορροπημένο «Είµαι βέβαιος», είπα, «ότι οι γερµανικές αρχές αντιλαµβάνονται τη σηµασία που έχει να βοηθήσουν το χειµαζόµενο κράτος µας στον αγώνα του ενάντια στη διαφθορά στην Ελλάδα. Είµαι πεπεισµένος ότι οι συνάδελφοί µου στη Γερµανία αντιλαµβάνονται πόσο σημαντικό είναι να µη φανεί ότι εφαρµόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά οπουδήποτε στην Ευρώπη».

Και τι απάντησε ο Δρ. Σόιµπλε; Φοβερό εκνευρισμένος ψέλλισε ότι αυτό δεν ήταν θέµα του υπουργείου οικονοµικών. Ίσως και να µην ήταν. Αλλά η υπόθεση Siemenς και η προθυµία του Σόϊµπλε να νίψει της χείρας του ενώπιον του προβλήµατος φανερώνουν την πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη..

Έχω επανειλημμένα επισημάνει τη σχεδόν συγκινητική πίστη στον Ευρωπαϊκό Βορρά ότι η ήπειρος κατοικείται από σκληρά εργαζόµενους νοµοταγείς µέρµηγκες αφενός και από τεμπέληδες φοροφυγάδες τζίτζικες αφετέρου. Κατά παράδοξο τρόπο μάλιστα, όλα το µυρµύγκια ζουν στον Βορρά και όλα το τζιτζίκια στον Νότο. Η αλήθεια είναι βέβαια πιο περίπλοκη και πιο σκοτεινή..

Η διαφθορά λαµβάνει χώρα σε όλες τις µεριές των συνόρων, στον Βορρά και στον Νότο. Αφορά όχι µόνο Έλληνες διαπλεκόµενους και «πονηρούς» µικροµεσαίους, αλλά και πολυεθνικές εταιρείες των οποίων οι διασυνδέσεις με το βαθύ κατεστηµένο δεν περιορίζονται από το εθνικά σύνορα. Το πιο πρόσφατα σκάνδαλο µε τους κινητήρες ντίζελ της γερµανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, που είχαν εφοδιαστεί µε εξελιγμένα ηλεκτρονικά συστήματα το οποία έκρυβαν τους καρκινογόνους ρύπους από τους ελεγκτές των ΚΤΕΟ παγκοσµίως, είναι ένα από τα πολυάριθµα παραδείγµατα. Το σκάνδαλο της Siemenς στην Ελλάδα, και αλλού, ήταν απλώς ο προποµπός.

Αυτό που εν µέρει µας εµποδίζει να αντιµετωπίσουµε το πανίσχυρο δίκτυο διεφθαρµένων πρακτικών είναι η άρνηση του κατεστημένου να παραδεχθεί την πραγµατική του φύση. Όταν απαγγέλθηκαν κατηγορίες κατά του Χριστοφοράκου ότι γέµιζε τις τσέπες των πολιτικών µε χρήματα, δεν ξαφνιάστηκα.

Κατά παράξενη σύμπτωση, ο ιδίως µου ο θείος, ο Παναγιώτης Τσαγγαράκης, παραιτήθηκε από την ίδια θέση στη Siemenς στα τέλη της δεκαετίας του 1970,όταν, όπως µου είχε πει, τα κεντρικά της Siemenς τον πίεζαν ασφυκτικά να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγµα: να λαδώνει πολιτικούς ώστε η γερµανική εταιρεία να εξασφαλίζει µεγάλα συµβόλαια για την ψηφιοποίηση του ΟΤΕ, για εξοπλισµό της ΔΕΗ κτλ.

Όσο και αν δεν είχα εκπλαγεί µε τις αποκαλύψεις περί Χριστοφοράκου, όπως και εκατοµµύρια άλλοι Έλληνες, είχα βρει αποκρουστικά κυνική την άρνηση των γερµανικών αρχών να εκδώσουν τον Χριστοφοράκο ώστε να αντιμετωπίσει την ελληνική Δικαιοσύνη.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Γιάννης Στουρνάρας, που τον θεωρούσα κάποτε επιστήθιο φίλο µου, ως υπουργός οικονοµικών του κ. Σαµαρά κατέθεσε στη Βουλή των Ελλήνων, στις 28 Αυγούστου 2012, πρόταση για εξωδικαστικό συµβιβασµό µε τη Siemenς που θα έθετε τέλος στο δίωξη της εταιρείας και θα προετοίμαζε το έδαφος για να γλυτώσουν από τη δίωξη όχι µόνον ο Χριστοφοράκος αλλά και οι πολιτικοί που εκείνος λάδωνε πολλοί εκ των οποίων σήµερα ζητούν Ειδικό Δικαστήριο για. .. εµένα!.

Όταν επέστρεψα στην κοινή συνέντευξη Τύπου µε τον Βόλφγκαvγκ Σόιµπλε, εκείνη τη μέρα η εκστρατεία των ΜΜΕ εναντίον µου ενισχύ-θηκε τα µέγιστα. Ειδικά στη Γερµανία µε παρουσίαζαν ως αντιγερµανό, εχθρό των μεταρρυθµίσεων και ναρκισσιστή υπέρµαχο της ελληνικής λαµογιάς και αναποτελεσµατικότητας. Τελικά, με τα πες πες, η λάσπη κόλλησε, τουλάχιστον για κάποιους μήνες. Mήνες μετά την παραίτηση µου ο Ευκλείδης, που εκείνη τη μέρα µε βοήθησε µε την επιθετικότερη στάση του απέναντι στον Σόιµπλε, θα παρουσιαζόταν ως ο λογικός, υπεύθυνος, χαμηλών τόνων υπουργός που έβαλε τις διαπραγµατεύσεις πίσω στις ράγες και έσωσε την Ελλάδα από την ερασιτεχνική µου δυστροπία. Στην πραγµατικότητα ένα πράγµα ενδιέφερε όσους εκπροσωπούσαν το βαθύ κατεστηµένο. Ο Έλλην υπουργός οικονοµικών να υπογράφει ό,τι του δίνουν και να μην τους δυσαρεστεί αναφερόµενος στη Siemenς και σε άλλες τέτοιες οικείες τους στιγµές .

Όσο γράφονται αυτές οι γραµµές, ο Χριστοφοράκος ζει ελεύθερος στη Γερµανία, ο Στουρνάρας παραµένει διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κανένας πολιτικός δεν έχει διωχθεί για το σκάνδαλο Siemenς η οποιοδήποτε άλλο, ο Βόλφγκαvγκ και ο Ευκλείδης συνεχίζουν τη μη διαπραγμάτευση που ωθεί την Ελλάδα ακόµα πιο βαθιά στη φυλακή των οφειλετών και -ω του θαύµατος-η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας επικρέμαται πάνω από το κεφάλι µου.

`

Το Βατερλώ της Σοσιαλδημοκρατίας.

`

ετά τον Βόλφγκαvγκ Σόϊµπλε ήταν η σειρά του Ζίγκµαρ Γκάµπριελ να µε υποδεχθεί στο Υπουργείο οικονοµίας, του οποίου προϊστατο . Σχεδόν όλοι περίµεναν να πέσω στα µαλακά, τον προσηνή σοσιαλδημοκράτη αντικαγκελάριο και ηγέτη του SPD να µε παρηγορεί μετά την αναπόφευκτη σύγκρουση µε τον Βόλφγκαvγκ Σόϊµπλε στο Υπουργείο Οικονοµικών. Από την πλευρά µου δεν έτρεφα τέτοιες ψευδαισθήσεις. Και όχι µόνον επειδή είχε μεσολαβήσει η ενέδρα της προηγούµενης νύκτας µε τους απεσταλµένους του Γκάµπριελ, τον Γεργκ και τον Τζέροµιν..

Η συνάντηση στο γραφείο του Γκάµπριελ, παρουσία του Γεργκ, του Τζέροµιν, του Ευκλείδη και του πρέσβη µας στο Βερολίνο, πήγε θαυμάσια. Ήταν ακριβές αντίγραφο της συνάντησης που είχα µε τον Μισέλ Σαπέν λίγες µέρες νωρίτερα στο Παρίσι. Ακούστηκαν οι ίδιες κοινοτυπίες, οι ίδιοι όρκοι αιώνιας φιλίας και αλληλεγγύης: «Η επιτυχία σας θα είναι και δική µας επιτυχία», µου είπε ο Ζίγκµαρ στην αρχή της συνάντησης µας. Και προσέθεσε, χωρίς δική µου παρέµβαση, ότι αυτό που συµβαίνει στην Ελλάδα είναι απαράδεκτο και ότι θα στιγμάτιζε την Ευρώπη για πολύ καιρό. Επισήµανε ότι θεωρούσε υπεύθυνο γι’ αυτή την κατάσταση το γεγονός ότι οι Χριστιανοδηµοκράτες κυριαρχούσαν στην πολιτική σκηνή της ΕΕ τον καιρό της κρίσης του ευρώ, από το 2010.

Όταν του είπα ότι η εκλογή της κυβέρνησης µας αποτελούσε µια ευκαιρία για την Ευρώπη να βάλει το πράγµατα στη θέση τους, και όχι µόνο στο πλαίσιο του ελληνικού δράµατος, αλλά και για να χρησιµο-ποιήσει υπάρχοντες θεσµούς ώστε να εξασφαλίσει τη µακροοικονοµική σταθερότητα που είναι απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί η άνοδος του εθνικισµού, του δεξιού λαϊκισµού και της ξενοφοβίας, ο Γκάµπριελ συμφώνησε µε ενθουσιασµό. Άκουγε προσεκτικά όταν του εξηγούσα τις βασικές γραµµές της Μετριοπαθούς Πρότασής µας, για ολόκληρη την ευρωζώνη, και υποσχέθηκε μάλιστα να την εξετάσει πιο προσεκτικά.

Η συζήτηση συνεχίστηκε µε θέματα που αφορούσαν αποκλειστικά την Ελλάδα. Του εξήγησα το σχέδιό µου για τις ανταλλαγές χρέους και του ενεχείρισα το non-paper . Φάνηκε να διάκειται ευµενώς απέναντι στην ιδέα και µου είπε μάλιστα ότι η ουσιαστική αναδιάρθρωση χρέους είχε ήδη καθυστερήσει. Προτιµούσε, όµως, πρόσθεσε, να δώσει έµφαση στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και στην προώθηση της ανάπτυ-ξης. Δεν είχα κανένα πρόβληµα µε αυτό, δεδοµένου ότι µου έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξω τι σκόπευα να κάνω µε την οµάδα των αδιάφθο-ρων και την αλγοριθμική αναζήτηση των φοροφυγάδων, καθώς και τα σχέδια για µια αναπτυξιακή τράπεζα που θα χρησιμοποιούσε τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας ώστε να προσελκύσει εγχώριες επενδύσεις ως τμήμα µιας βιομηχανικής πολίτικης που επικεντρωνόταν στους πλέον υποσχόμενους κλάδους.

Ο Γκάµπριελ φάνηκε ικανοποιηµένος από την πορεία της συζήτησης αλλά έθεσε ένα πρακτικό ζήτημα. Το περασμένο καλοκαίρι ταξίδευε µε σκάφος στην Ελλάδα και ξαφνιάστηκε με το πόσο δύσκολο ήταν να πληρώσει τέλη ελλιµενισµού για το σκάφος του στα ελληνικά νησιά. Όταν απευθυνόταν στον υπεύθυνο λιµενικό, έπαιρνε την απάντηση «εντάξει, δεν υπάρχει βία, δώσε ότι νοµίζεις», χωρίς απόδειξη πλη-ρωµής ή κάποιο επίσημο χαρτί που να πιστοποιεί τη διαδικασία. Συμφώνησα ότι η µικροδιαφθορά επηρεάζει σωρευτικά την κοινωνία και την οικονοµία στο σύνολό της και αποτελεί µείζον πρόβλημα που το υπουργείο µου απλώς δεν είχε τους πόρους να το ελέγξει.

Για παράδειγµα, ανέφερα στον Γκάµπριελ ότι το καλοκαίρι του 2014, όταν εκείνος περνούσε τις διακοπές του στο Αιγαίο, στο γιώτ του, ο αριθµός των αφίξεων στη Μύκονο και τη Σαντορίνη, το δύο πιο τουριστικά νησιά των Κυκλάδων, είχε διπλασιαστεί σε σχέση με τα 2013. Παρ’ όλα αυτό, κατά την ίδια περίοδο, οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ μειώθηκαν κατά 40%.

Αλλά όταν ζήτησα από τον επικεφαλής του Σώµατος Δίωξης Οικονοµικού Εγκλήµατος (ΣΔΟΕ), που υπαγόταν στο υπουργείο µου, να µου εξηγήσει αυτήν τη σκανδαλώδη κατάσταση, µου απάντησε ότι συνεχείς περικοπές προσωπικού, λόγω λιτότητας και αποψίλωσης και παραµερισµού του ΣΔΟΕ από την τρόϊκα, άφησαν το ΣΔΟΕ µε προσωπικό λιγότερο των εκατό ατόµων για όλη την Ελλάδα. Όταν µάλιστα έστελνε ελεγκτές του ΣΔΟΕ στη Μύκονο ή στη Σαντορίνη, οι µαγαζάτορες στα νησιά αυτά είχαν ήδη ειδοποιηθεί για την αποστολή τους προτού καν το πλοίο τους αναχωρήσει από τον Πειραιά..

Για να κτυπήσουμε τη διαφθορά, είπα στον Γκάµπριελ, χρειαζόμα-στε καινοτόµες µεθόδους που θα έσπερναν τον φόβο στους παραβάτες και την ελπίδα στον λαό ότι κάτι σημαντικό άλλαξε ώστε να πληρώνουν οι έχοντες. Ο Ζίγκµαρ συμφώνησε και υποστήριξε ότι η φορολογική συνείδηση θα ερχόταν µόνο όταν οι μαγαζάτορες άρχιζαν να ανησυχούν ότι ο επόµενος πελάτης τους μπορεί να δουλεύει για τον εφορία. Συμφώνησα και του είπα ότι είχα ήδη εξετάσει την ιδέα η εφορία να απασχολεί περιστασιακούς συνεργάτες που θα εμφανίζονταν ως πελάτες σε µπαρ, εστιατόρια, πρατήρια καυσίµων, ιατρεία κτλ. Δεδοµένου ότι οι συνεργάτες αυτοί δε θα ήταν µόνιµοι εφοριακοί, και συνεπώς δε θα είχαν την εξουσιοδότηση να προβαίνουν σε ελέγχους, ο ρόλος τους θα ήταν απλώς η ηλεκτρονική καταγραφή των συναλλαγών που πραγματοποιούνταν, έτσι ώστε οι αρµόδιοι εφοριακοί να έχουν τα αποδεικτικά στοιχεία που χρειάζονταν για να ασκήσουν διώξεις και να προβαίνουν σε ελέγχους. Από τη στιγµή που διαδιδόταν ότι η εφορία είχε παντού μάτια και αυτιά, το οποία δεν ήταν εύκολα αναγνωρίσιµα από τους επιτήδειους φοροφυγάδες, το φορολογικά οφέλη του κράτους θα ήταν σημαντικά και, παράλληλα, θα διαδιδόταν το µήνυµα ότι η χώρα πήρε οριστικό διαζύγιο από το παρελθόν της ενδημικής φοροδιαφυγής. Του Γκάµπριελ του άρεσε πολύ αυτή η ιδέα και, καθώς βαδίζαµε προς την αίθουσα Τύπου για ακόµη µία συνέντευξη Τύπου, έβαλε το χέρι του πάνω µου και µε ενθάρρυνε να την εφαρμόσω..

Μόλις βρεθήκαµε ο καθένας στο αναλόγιο του, µπροστά στις κάµερες, στα µικρόφωνα και στους πολυάριθµους δηµοσιογράφους, ένιωσα ότι έβλεπα ξανά το χιλιοϊδωµένο έργο. Για την ακρίβεια, ήταν µια επανάληψη του Παρισιού. Ο Γκάµπριελ παρουσιάστηκε ως αλλαγ-μένος άνθρωπος. Για άλλη µια φορά ένας Ευρωπαίος σοσιαλδημοκρά-της στον δηµόσιο λόγο του θα επιχειρούσε να φανεί βασιλικότερος του βασιλέως Σόιµπλε. Όλες οι συζητήσεις µας για κοινό σοσιαλδημοκρατι-κό σχέδιο για την Ελλάδα και την Ευρώπη εξαφανίστηκαν. Το κοινό έδαφος που είχαµε κατακτήσει για τη βιομηχανική πολιτική, τον τερµατισµό της λιτότητας και την αναδιάρθρωση του χρέους ήταν σαν να µην είχε υπάρξει. Η συναντίληψη σχετικά µε τις στρατηγικές για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής εξανεμίστηκαν. Τα πάντα αντικατέστησε µια επιθετικότητα απέναντι στην κυβέρνησή µας και µια αυστηρή διάλεξη σχετικά µε τις υποχρεώσεις µου προς τους πιστωτές, οι οποίες ήταν υψίστης σηµασίας και υπεράνω κάθε διαπραγμάτευσης. Και βάζοντας αλάτι στην πληγή πρόσθεσε και µια αναφορά στην «ευελιξία» της τρόϊκας, την οποία έπρεπε, λέει, να εκτιμήσω..

Με τις προσδοκίες µου για τους Ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες να έχουν πλέον εξανεμιστεί, ιδιαίτερα µετά την εµπειρία της περασµένης νύκτας µε τον Γεργκ και τον Τζέροµιν, συνέχισα ατάραχος και, όταν ήρθε η σειρά µου, έβγαλα τον κλασικό λόγο µου για την κυβέρνησή µας που επιζητούσε τη βιωσιµότητα μέσα από μετριοπαθείς προτάσεις που θα επαναδιαµόρφωναν το υπάρχον και αποτυχημένο πρόγραµµα της τρόϊκας για την Ελλάδα. Αλλά καθώς φεύγαμε από την αίθουσα Τύπου, ρώτησα τον Ζίγκµαρ πόσο εύκολο του ήταν να λέει άλλα στις ιδιωτικές του συζητήσεις και άλλα δηµόσια. «Είναι κάτι θα µου ήταν εξαιρετικά δύσκολο», πρόσθεσα.

Απάντησε ισχυριζόµενος ότι δεν καταλάβαινε σε τι αναφερόµουν, αλλά αναίρεσε τον ισχυρισµό του δικαιολογούµενος ότι ο συνασπισµός µε τους Χριστιανοδηµοκράτες περιόριζε τι µπορούσε να πει δηµοσίως. Του απάντησα λέγοντας ότι οφείλει να διδαχθεί από το πάθηµα του ΠΑΣΟΚ, που επίσης είχε ανάλογη τάση να προσαρμόζει το αφήγηµα του ώστε να ταιριάζει µε τον συνασπισµό που είχε με το συντηρητικό κόµµα της Νέας Δηµοκρατίας. «Το αποτέλεσµα ήταν η εκλογική του συντριβή, από το 40% στο 4%. Δε θα ήθελα να δω το κόµµα του Βίλλυ Μπράντ να ακολουθεί τον ίδιο δρόµο», ήταν το τελευταία λόγια που του είπα.

Έναν µήνα αργότερα πρότεινα στους «θεσµούς» την ιδέα την οποία είχαµε συνδιαµορφώσει µε τον Γκάµπριελ να χρησιμοποιεί η εφορία εποχικούς υπαλλήλους που θα βοηθούσαν επικουρικά, το πολύ τρείς μήνες ο καθένας ή η καθεµία, στην προσπάθεια να αλλάξουµε τις επικρατούσες στην Ελλάδα κοινωνικές νόρµες, καταπολεμώντας τη φοροδιαφυγή μικρής κλίµακας, δίνοντας πολλά μάτια και αυτιά στους εφοριακούς σε ολόκληρη την επικράτεια, και δη σε τουριστικές περιοχές. Ήταν µόνο µία από τις πολλές αλλαγές που πρότεινα για το φορολογικό, οι πιο σημαντικές από τις οποίες ήταν η ψηφιοποίηση των οικονοµικών συναλλαγών, η θέσπιση ενός ορίου πενήντα ευρώ για συναλλαγές µε µετρητά και, βέβαια, οι αλγοριθμικοί έλεγχοι, που ήταν το βαρύ πυροβολικό µας. Οι τροϊκανοί προέβησαν σε διαρροή της συγκεκριμένης πρότασης στον συστηµικό Τύπο, ο οποίος το γλέντησε δεόντως. Έγραψαν ότι, αντί να αποδεχθώ τις «σοβαρές» προτάσεις των τροϊκανών (π.χ. την … αύξηση του συντελεστή του ΦΠΑ σε µια κατε-στραμμένη οικονοµία όπου ο κόσµος δεν πληρώνει τον ΦΠΑ), εισηγούµουν κωµικές προτάσεις για καλωδιωμένους τουρίστες και νοικοκυρές που θα κάρφωναν τους γειτόνους τους. Mήπως ο Ζίγκµαρ Γκάµπριελ -ή κάποιος από τον κύκλο του-υπερασπίστηκε την πρόταση µου την οποία τόσο διακαώς επιθυµούσε να εφαρμόσω; Η απάντηση δε θα σε ξαφνιάσει, αγαπητέ αναγνώστη. Αν μη τι άλλο, το γραφείο του συνέτεινε στη διακωμώδηση της εξαιρετικής πρότασης που είχαµε από κοινού διαµορφώσει. Αν κάποιος διερωτάται για τη φύση και τα αίτια του γενικευµένου Βατερλώ με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η µικρή ιστορία δίνει την απάντηση. Φυσικά, σε σχέση µε τον τρόπο που ο Ζίγκµαρ Γκάµπριελ επρόκειτο να συµπεριφερθεί λίγους μήνες αργότερα, την τελευταία εβδοµάδα του Iουνίου του 2015, εκείνη η µεταστροφή του δεν αποτιμάται καν στην κλίµακα Ρίχτερ της δειλίας .

362

 

 

 

 

 

 

 

 

Η φρενίτιδα πριν από την καταιγίδα.

 

Τσίπρας,Λαγκαρντ,Τακαλώτος, ΣόΪμπλε, Μοσχοβισί, Τόμσεν

A.Τσίπρας,  K.Λαγκαρντ, Ε. Τσακαλώτος, Β. Σόμπλε, Π. Μοσχοβισί, Π. Τόμσεν

`

Φίλοι και επικριτές µε κατηγορούν ότι εξαπάτησα το κοινό. Ρωτήθηκα πολλές φορές από τότε Γιατί δεν τα έβγαλα όλα στη φόρα για το τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ κεκλεισμένων των θυρών; Γιατί δεν αποκάλυψα τον εκβιασµό και την περιφρόνηση τους για τη δηµοκρατία;

Η απάντηση που δίνω είναι:

Επειδή δεν είχε έρθει ακόµα η στιγμή γι’ αυτό. Η εντολή που είχαµε από τον ελληνικό λαό ήταν να απορρίψουµε κάθε όρκο πίστης στο υφιστάμενο πρόγραµµα, στα μνημόνια των προηγούμενων κυβερνήσεων, σε οποιαδήποτε νέα μη βιώσιµα δάνεια ή μέτρα λιτότητας. Σκοπός µας ήταν να επιµείνουµε στους στόχους µας µέχρι την τελευταία στιγμή, χωρίς καµία πρόθεση να παραδοθούµε στην κεκαλυµµένη απειλή πολέµου. Είχα αποδεχθεί τη θέση του υπουργού οικονοµικών γνωρίζοντας ότι θα αντιμετωπίσουμε τις παρασκηνιακές απειλές με το δικό µας σχέδιο αποτροπής . Η αποστολή µας, όµως, δεν ήταν να κηρύξουμε τον πόλεµο την πρώτο κιόλας στιγμή.

`

πέστρεψα στην Αθήνα αργά το βράδυ της Πέµπτης. Η πρώτη µου συνεδρίαση του Eurοgrοup είχε προγραµµατιστεί για την επόµενη Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου. Είχαµε ένα τριήµερο για να προετοιµασθούµε..

Επί τρεις µέρες και τρεις νύχτες ο έκτος όροφος του υπουργείου έσφυζε από κόσµο. Ήταν µια οµάδα που αποτελούνταν από άτομα που είχε στείλει η Lazard, στενούς συνεργάτες µου όπως ο Γκλεν Κιµ και η Έλενα Παναρίτη, πρώην διδακτορικούς φοιτητές και άλλους τεχνικούς εµπειρογνώµονες που προσφέρθηκαν να βοηθήσουν. Στην κορυφή της ατζέντας ήταν η παραγωγή τριών κρισίµων εγγράφων, non-paper, που ήθελα να καταθέσω στα μέλη του Eurοgrοup ώστε να έχουν στο χέρια τους την ανάλυση και το περίγραµµα των προτάσεων µου:.

⦁Επικαιροποιημένη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (Debt Sustainability Analysis, DSA), η οποία θα αποδείκνυε ότι οι ανταλλαγές χρεών που πρότεινα όχι µόνο ήταν συμβατές µε τον στόχο της ανάκαµψης, αλλά και απαραίτητες για την επιστροφή της Ελλάδας στη βιώσιµη ανάπτυξη..

⦁Κατάλογος καταλλήλων, προοδευτικών μεταρρυθµίσεων που θα αντικαθιστούσαν το πρόγραµµα της τρόϊκας..

⦁ Πρόταση για πιο ορθολογική, αποτελεσματική και αξιοπρεπή διαδικασία για την παρακολούθηση της προόδου της Ελλάδας η οποία θα αντικαθιστούσε τις επισκέψεις-εισβολές της τρόϊκας στα υπουργεία µας..

Την ίδια στιγμή ο Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ έφτασε από τις Ηνωµένες πολιτείες και εγκαταστάθηκε στο µικρό γραφείο που ήταν κρυµµένο πίσω από τα δικό µου χωρίς δική του πρόσβαση ήταν διάδροµο. Τον καλωσόρισα µε µια αγκαλιά και τη φράση «Καλώς όρισες στη µαρτυ-ρική αρένα!», την οποία έναν χρόνο αργότερα θα χρησιμοποιούσε σε βιβλίο του όπου κατέγραψε την εµπειρία εκείνων των ημερών που µόλις ξεκινούσαν.

Η ποιότητα και ο όγκος της δουλείας όλων των µελών της οµάδας ήταν εντυπωσιακός, δίνοντας µου αν όχι αισιοδοξία τουλάχιστον ελπίδα. Αλλά, για να συνταχθεί ένα συνολικό και ολοκληρωμένο κείµενο πολίτικης που θα περιελάµβανε τις μεταρρυθµίσεις σε εθνικό επίπεδο, χρειαζόταν η συνεισφορά από το υπόλοιπα υπουργεία. Νωρίς το πρωί της Παρασκευής επικοινώνησα τηλεφωνικά µε τους περισσότερους συναδέλφους µου του υπουργικού συµβουλίου, ζητώντας τους να µου στείλουν το συνολικό πακέτο των μεταρρυθµίσεων τις οποίες σχεδίαζαν να εφαρµόσουν. Μόλις το σχέδιά τους έφθασαν στον έκτο όροφο του υπουργείου, η οµάδα µου το αξιολόγησε και ήρθε να µε δει στο γραφείο µου..

Τα πράγµατα δε φαίνονταν καλά. Τα περισσότερα από εκείνα το σχέδια δεν ήταν παρά ελαφρώς επεξεργασµένες εκδόσεις των προεκλο-γικών προτάσεων του Σύριζα, πρόχειρες και κακογραµµένες. Θα έπρεπε να αφιερώσουµε πολύ χρόνο για να τους δώσουµε µορφή παρουσιάσιμη στις Βρυξέλλες. Βέβαια αυτό ήταν φυσιολογικό ήµασταν µια νέα κυβέρ-νηση και χρειαζόµασταν αυτό που οι περισσότερες νέες κυβερνήσεις απαιτούν µια περίοδο χάριτος κατά την οποία τα προεκλογικά τους σχέδια μετατρέπονται σε εφαρµόσιµες πολιτικές µε τη βοήθεια έµπει-ρων δημοσίων υπαλλήλων. Εµείς δεν είχαµε αυτό το προνόµιο, καθώς η δική µας κυβέρνηση έπρεπε, εκ των πραγμάτων, να λειτουργήσει ως ηγετική οµάδα που σχεδίαζε τη µαζική απόδραση των Ελλήνων από το Μνηµονιστάν.. (364)

Όσο επέλεγα το υλικό που θα χρησιμοποιούσα για την εισήγηση µου στο Eurogroup, έλαβα ένα µέιλ από τον Βίλλεµ Μπούιτερ, επικεφαλής οικονοµολόγο της κολοσσιαίας Citibabk, στο οποίο προσφερόταν να βοηθήσει µε κάθε δυνατό τρόπο και επίσης εξέφραζε την έκπληξη και την οργή του για την κίνηση της ΕΚΤ να αποσύρει το waiver «τόσο νωρίς». Μερικές ώρες αργότερο ο Πολ Κρούγκµαν έθετε το ίδιο ζήτημα στη στήλη του στους New Yοrk Timeς.

Ίσως οι Γερµανοί φαντάζονται ότι µπορούν να επαναλάβουν το γεγονότα του 2010, οπότε η κεντρική τράπεζα ανάγκασε την Ιρλανδία να αποδεχθεί ένα πρόγραµµα λιτότητας απειλώντας να της κλείσει το τραπεζικό σύστημα. Αλλά κάτι τέτοιο είναι απίθανο να το πετύχει µε µια κυβέρνηση που έχει δει τη ζηµιά που έφερε η λιτότητα και η οποία εξελέγη µε την υπόσχεση να αναστρέψει αυτή τη ζηµιά..

Αυτό ακριβώς ήλπιζα κι εγώ: ότι η κυβέρνηση µας θα παρέµενε αταλάντευτη παρά την προσπάθεια του Βερολίνου να χρησιµοποιή-σει την ΕΚΤ εναντίον µας. Η μόνη µου αντίρρηση στο άρθρο του Πολ ο τίτλος του «Α Game οf Chicken» «το παίγνιο της κότας», σε κατά λέξη μετάφραση. Πρόκειται για µια αλληγορία όπου δύο αντίπαλοι πρέπει να επιλέξουν μεταξύ δύο στρατηγικών: της κότας και του γερακιού. Η κότα την τελευταία στιγµή λακίζει, αν δει ότι ο αντίπαλος της συμπεριφέρεται ως γεράκι. Το γεράκι, από την άλλη, δεν υποχωρεί είτε ο αντίπαλος είναι άλλο γεράκι είτε κότα. Προφανώς, αν και οι δυο τους επιλέξουν τη συµπεριφορά του γερακιού, το αποτέλεσµα είναι συµπλοκή, αίµα και εκατέρωθεν τραυµατισµοί. Αν ένας από τους δύο φοβηθεί και υποχωρήσει σαν κότα, τότε ο άλλος κερδίζει τη µάχη κι ότι «βραβείο» διακυβεύεται. Εν ολίγοις, στο «παίγνιο της κότας», αν νοµίζεις ότι ο αντίπαλος θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται, έως το τέλος, σαν γεράκι, καλύτερα να λακίσεις σαν την κότα. Από την άλλη, αν θεωρείς ότι ο αντίπαλος σου την τελευταία στιγμή θα φανεί κότα, τότε η βέλτιστη επιλογή σου είναι να συνεχίσεις έως το τέλος ως γεράκι..

Επί χρόνια υποστήριζα ότι το «παίγνιο της κότας » ήταν µια ιδιαίτερα κακή, και παραπλανητική, αλληγορία για τις σχέσεις µας µε τους πιστωτές της Ελλάδας, και συγκεκριµένα με το Βερολίνο. Μετά την πτώχευσή µας το 2010, και ιδίως µετά το 2ο µνηµόνιο του 2012, το χειρότερο που µπορούσε να συµβεί στην Ελλάδα δεν ήταν µια σύγκρουση µε τους δανειστές. Το χείριστο ήταν αυτό που συνέβαινε: η συνεχής υποταγή µας σ’ ένα μνημονιακό πρόγραµµα που οδηγούσε στην ατελείωτη συρρίκνωση της χώρας και της οικονοµίας της. Αντίθετα από το «παίγνιο της κότας », όπου πράγµατι η βέλτιστη στρατηγική σου είναι η υποχώρηση εάν είσαι βέβαιος ότι ο αντίπαλός σου δε θα υποχωρήσει, στην περίπτωση µας η βέλτιστη στρατηγική ήταν ακριβώς η ίδια, είτε η τρόϊκα υποχωρούσε είτε όχι η απόρριψη νέων μη βιώσιµων δάνειων και η απαίτηση αναδιάρθρωσης του χρέους και τερµατισµού της λιτότητας, ακόµα κι αν αυτό οδηγούσε σε Grexit.

Άλλωστε, αυτό ακριβώς έλεγε κι ο ιδίως ο Κρούγκµαν: Είχαµε κάθε λόγο να παραµείνουμε ακλόνητοι ακόµα κι αν πιστεύουμε ότι η καγκελάριος Mέρκελ και ο πρόεδρος Ντράγκι δε θα υποχωρούσαν. Αυτή ήταν ουσία της συµφωνίας µου µε τον Αλέξη: ότι, δηλαδή, δεν έπρεπε να βλέπουμε την όποια σύγκρουση µε τους δανειστές ως «παίγνιο της κότας ». Αντίθετα, αν και προφανώς ελπίζαμε ότι οι δανειστές θα υποχωρούσαν ακόµα και την τελευταία στιγµή, κι ότι θα τους βοηθούσαμε να το κάνουν µε δικές µας μετριοπαθείς προτάσεις, έπρεπε να παραµείνουµε αποφασισµένοι να μην υποχω-ρήσουμε ανεξάρτητα από τι έκαναν εκείνοι ακόµα και αν το αντίτιµο ήταν το Grexit.

Όπως έλεγα επί χρόνια σε διαλέξεις, τηλεοπτικές συνεντεύξεις κτλ, σε κάθε προεκλογική συγκέντρωση τον Γενάρη του 2015, στις προγραμματικές µου δηλώσεις ως υπουργού οικονοµικών στη Βουλή (βλ. πιο κάτω), στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις µε λογιών λογιών αξιωµατούχους, ο µοναδικός τρόπος να καταστεί η Ελλάδα βιώσιµη εντός του ευρώ ήταν να φοβηθούµε τη συνέχιση του Μνημονιστάν εντός της ευρωζώνης περισσότερο απ’ ό,τι φοβόμαστε το Grexit. Με άλλα λόγια, να καταλάβουμε ότι η αλληγορία του «παιγνίου της κότας » ήταν εκτός θέματος στην περίπτωση µας, και συνεπώς παραπλανητική. Πέραν του ότι αποτύγχανε να µεταφέρει την ορθή ανάλυση των επιλογών µας, ήταν και µια αφήγηση που µας παρουσίαζε, καταστροφικά, σαν ήρωες της ταινίας «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές». Μια τέτοια Εικόνα ήταν ιδιαίτερα επιζήµια για τον σκοπό µας, διότι αποσπούσε την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώµης από το πραγµατικό διακύβευµα: τα κοινά συµφέροντα όλων των Ευρωπαίων.

Σε µια προσπάθεια να αλλάξω αυτό το κλίµα, να καταπολεμήσω την αλληγορία του «παιγνίου της κότας », δημοσίευσα άρθρο γνώµης στους New York Times µε τίτλο «Νo Time For Games in Eυrope» («δεν υπάρχει χρόνος για παιχνίδια στην Ευρώπη»). Σε εκείνο το άρθρο έκανα τρείς επισημάνσεις: Πρώτον, ότι ως υπουργός οικονοµικών ενός µικρού, υπό πτώχευση, κράτους δεν είχα το ηθικό δικαίωµα να µπλοφάρω. Το µόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να παρουσιάσω µε ειλικρίνεια τα οικονοµικά δεδοµένα, να υποβάλω προτάσεις για την επιστροφή της Ελλάδας στην ανάπτυξη, να εξηγήσω γιατί αυτό θα ήταν προς το συµφέρον της Ευρώπης και να αποκαλύψω τις κόκκινες γραµµές, πέρα από τις οποίες η λογική και το καθήκον µας εµπόδιζαν να προχωρήσουµε. Δεύτερον, όπως συνήθιζα να λέω στους φοιτητές µου Επί δύο δεκαετίες, η θεωρία των παιγνίων ισχύει µόνον εφόσον µπορούµε να θεωρούµε τα κίνητρα των παικτών δεδοµένα. Στο πόκερ ή στο µπλακ τζακ αυτή η υπόθεση δεν είναι προβληματική, αλλά στις τρέχουσες διαπραγµατεύσεις, έγραφα στο άρθρο µου:

 

«… το όλο θέµα είναι να σφυρηλατήσουμε νέα κίνητρα . Να διαµορφώσουµε µια νέα νοοτροπία που να ξεπερνά τους εθνικούς διαχωρισµούς, να τερµατίσουµε τη διάκριση µεταξύ δανειστών-οφειλετών υπέρ µιας πανευρωπαϊκής προοπτικής και να τοποθετήσουμε το κοινό ευρωπαϊκό καλό πάνω από τη μικροπολιτική, τους δογµατισµούς που μπορεί να αποδειχτούν τοξικοί αν γενικευτούν και µια αντίληψη αντιπαλότητας της λογικής «εµείς εναντίον των άλλων»».

Αλλά τι θα γινόταν εάν η άρνηση µας να υποχωρήσουμε ήταν επώδυνη για τον ελληνικό λαό; Η τρίτη επισήμανση µου ήταν ότι υπάρχουν.:

«… περιπτώσεις όπου πρέπει να κάνουµε το σωστό, όχι ως στρατηγική, αλλά απλώς επειδή είναι … το σωστό … Ορισµένοι μπορεί να πιστέψουν ότι αυτή η υποχώρηση από τη θεωρία των παιγνίων προκαλείται από κάποια αριστερή ριζοσπαστική ατζέντα Δεν ισχύει όµως αυτό εν προκειµένω. Η κύρια επιρροή εδώ είναι ο Εµµανουέλ Kαντ, ο Γερµανός φιλόσοφος που µας δίδαξε ότι οι ορθολογικοί και οι ελεύθεροι δραπετεύουν από την αυτοκρατορία της σκοπιμότητας πράττοντας το σωστό»..

Εκτός από τέτοιες αναγκαίες παρεµβάσεις στη διαµόρφωση της διεθνούς κοινής γνώµης, και τη φρενίτιδα της προετοιμασίας για το Eurogroup, υπήρχαν και άλλα δύο ζητήματα με τα οποία έπρεπε να ασχοληθώ: Το ένα ήταν η πρώτη µου εµφάνιση στο κοινοβούλιο, µε την ευκαιρία της εκλογής του νέου προέδρου της Βουλής, ώστε να ορκιστούμε καθυστερημένα και µόνοι µας, µε τον Ευκλείδη, καθώς λόγω των ανά την Ευρώπη ταξιδιών µας είχαµε χάσει την επίσημη ορονοσία. Το δεύτερο ήταν µια επίσκεψη από τον Αµερικανό πρέσβη, τον οποίο θα συνόδευε αντιπροσωπεία του αµερικανικού υπουργείου οικονοµικών εξ Ουάσινγκτον ορµώµενη..

Το µεσηµέρι της Παρασκευής 6 Φεβρουαρίου περπάτησα µέχρι τη Βουλή µόνος µου. Καθώς διέσχιζα την Πλατεία Συντάγµατος, δεχόµουν συγχαρητήρια και ένιοτε συµβουλές από περαστικούς που µε αναγνώριζαν. Καθώς έµπαινα στη Bουλή, για πρώτη φορά ως εκλεγµένος βουλευτής, το σκοτισμένο µε χιλιάδες σκέψεις µυαλό µου ξάφνου πληµµύρισε µε υπερηφάνεια που µε ξάφνιασε. Μια ψηλή αστυνοµικός αντιλήφθηκε ότι ήμουν νέος στο κοινοβούλιο και µε κατηύθυνε μέσα από τους άγνωστους για µένα διαδρόµους του κτιρίου για να βρω την υπουργική είσοδο στην αίθουσα της ολοµέλειας. Περνώντας από την πόρτα βρέθηκα ξαφνικά ανάµεσα στο υπουργικά έδρανα, με τα βήμα αριστερά µου και την έδρα του προεδρείου να δεσπόζει από πάνω. Μπροστά µου, σε αμφιθεατρική διάταξη, το τριακόσια έδρανα, ενώ στα άκρα δεξιά (όπως τους αρµόζει) δεν μπορούσα παρά να αναγνωρίσω τους δεκαεπτά βουλευτές της Χρυσής Αυγής, που πάσχιζαν να ντύνονται και να µοιάζουν µε ναζί..

Η απόφαση να προωθηθεί η Ζωή Κωνσταντοπούλου ως πρόεδρος της Βουλής είχε πολιτικό νόημα. Κατά τις δύο προηγούµενες κοινοβουλευτικές περιόδους η Ζωή είχε διεξαγάγει μόνη της έναν ολόκληρο, πολλές φορές µοναχικό, πόλεµο ώστε να ξεσκεπάσει τις θλιβερές παραβιάσεις της κοινοβουλευτικής» διαδικασίας των προηγούμενων κυβερνήσεων, µέσω των οποίων περνούσαν το νομοθετήματα που τους υπαγόρευε η τρόϊκα. Την ώρα που ψηφίζαμε τη Ζωή για πρόεδρο της Βουλής δηλώναμε , τουλάχιστον κάποιοι εξ ηµών, ότι ποτέ ξανά δε θα επιτρέπαµε στο κοινοβούλιο να καταντήσει ένας απλός επικυρωτής της υποτέλειας του. Και όταν λίγο αργότερα η Ζωή µε κάλεσε να δηλώσω την υπακοή µου στο Σύνταγµα και να ορκιστώ βουλευτής, για µια στιγμή ένιωσα άφωνος από το βέλη που ήδη µε σκόπευαν από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και τη Φρανκφούρτη.

Με εκείνη την ενθαρρυντική διάθεση περπάτησα από την Πλατεία Συντάγµατος πίσω στο υπουργείο για να υποδεχτώ τον πρέσβη των ΗΠΑ και την αντιπροσωπεία που ο υπουργός οικονοµικών των ΗΠΑ Τζακ Λιου είχε στείλει από την Ουάσινγκτον. Ο Τζεφ Σάκς και ο Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ είχαν ασκήσει ένιοτε πιέσεις σε σημαντικούς αξιωµατούχους των ΗΠΑ, όπως η Τζάνετ Γέλλεν της Οµοσπονδιακής Τράπεζας, η Σαµάνθα Πάουερ του ΟΗΕ και ο Ντέιβιντ Λίπτον του ΔΝΤ, για να µας βοηθήσουν να εξασφαλίσουµε ένα χρονικό περιθώριο που θα µας έδινε µια ανάσα ενενήντα τουλάχιστον ημερών χωρίς απειλές για το τραπεζικό µας σύστημα η προθεσµίες για αδύνατες αποπληρωµές κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων. Δεδοµένης και της χρήσιµης δηµόσιας δήλωσης του προέδρου Οµπάµα λίγο µετά την εκλογή µας, για να μην αναφέρω την εξαίρετη επιστολή του Μπέρνι Σάντερς προς την Κριστίν Λαγκάρντ, ένιωθα πως ίσως οι Ηνωµένες Πολιτείες αποδεικνύονταν σημαντική πηγή στήριξης. Δυστυχώς, η συνάντηση µου µε τον πρέσβη έθεσε τέλος σ’ εκείνη την προσδοκία.

Τίποτα απ’ όσα είπε ο πρέσβης δεν αντηχούσε τη δημόσια τοποθέτηση του Μπαράκ Οµπάµα, ο όποιος, απευθυνόµενος ουσιαστικά στο Βερολίνο, είχε πει «Δεν μπορείτε να συνεχίσετε να πιέζετε τις χώρες που βρίσκονται εν µέσω οικονομικής ύφεσης». Αντίθετα, από την αρχή της συνάντησης µας ο πρέσβης άρχισε να µου κάνει κήρυγµα για το πόσο σημαντικό είναι να αποδεχτούµε τις παραµέτρους του «προγράμματος » και να συνεργαστούµε με το ΔΝΤ. Του εξήγησα πως δεν ήξερα πώς θα μπορούσαµε να κάνουµε και το δύο ταυτόχρονα. Εφόσον εδώ και αρκετό καιρό το ίδιο το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το ελληνικό πρόγραµµα δεν μπορεί να πετύχει χωρίς σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους και χαλάρωση των σημερινών επιπέδων λιτότητας. «Μάλιστα, ο Ευρωπαίος επικεφαλής» του ΔΝΤ Πόουλ Τόµσεν», του εξήγησα, «µου είπε ρητά στη συνάντηση µας στο Παρίσι ότι έπρεπε να διαγράψουµε αµέσως 53 δισεκατοµµύρια ευρώ από το δημόσιο χρέος της Ελλάδας και να αναπροσαρμόσουμε το πρόγραµµα χαλαρώνοντας τη λιτότητα και αναθεωρώντας το πρόγραµµα μεταρρυθµίσεων». Με τον πρέσβη να µε κοιτάζει ενοχλημένος, στράφηκα στα μέλη της αντιπροσωπείας του υπουργείου οικονοµικών των ΗΠΑ και ζήτησα τη γνώµη τους για το θέµα. Η απάντηση τους ήταν πιο κοντά στη γραµµή του Οµπάµα, αλλά μετά από λίγα λεπτά ο πρέσβης παρενέβη για να επαναλάβει το αδιάλλακτο μήνυμα του, το οποίο θα µπορούσε να έχει γραφτεί στο … Βερολίνο.

Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι για κάποιον λόγο ο Αµερικανός πρέσβης στην Αθήνα ακολουθούσε γραµµή διαφορετική από εκείνη του Λευκού Οίκου, και ενδεχοµένως από εκείνη του αµερικανικού Υπουργείου Οικονοµικών. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός ανακάλυπτα ότι το Υπουργείο Οικονοµικών του Τζακ Λιου ήταν επίσης πιο κοντά στις απόψεις του πρέσβη από εκείνες του προέδρου. Το γεγονός ότι ο Λιου δε µε προσκάλεσε στην Ουάσινγκτον εκείνες τις πρώτες εβδοµάδες, σε αντίθεση µε την πρόταση του προέδρου Οµπάµα στον Αλέξη, θα έπρεπε να µε είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό το ρήγµα.

Καθώς ήμουν αντιμέτωπος µε Αµερικανό πρέσβη αποφασισµένο να µου υπαγορεύσει τι έπρεπε να κάνω και τι όχι, εκείνη τη στιγμή µόνο ένα πράγµα είχε σημασία: Όταν ο Γερούν Ντάισελµπλουµ είχε προσπαθήσει να µε εξαναγκάσει σε υποταγή λίγες µέρες νωρίτερα, στο ίδιο γραφείο, του αντιστάθηκα. Το να μην κάνω το ίδιο τώρα απέναντι στον Αµερικανό πρέσβη θα ήταν αδικαιολόγητο, αντιευρωπαϊκό, και θα σήµαινε ότι εφήρµοζα δυο µέτρα και δυο σταθµά.

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο εκείνη τη λαµπερή μέρα του χειµώνα, µε τον αττικό ήλιο να λούζει το Κοινοβούλιο µε έντονα χρώματα, ομολόγησα στον πρέσβη ότι δεν είχα ποτέ τη φιλοδοξία να γίνω υπουργός. Ναι, κάνω τη δουλειά µου µε ευχαρίστηση, του είπα, αλλά µόνο από την αίσθηση του καθήκοντος µου απέναντι σε ένα έθνος υποδουλωµένο από το χρέος, ενός καθήκοντος του οποίου µοναδικός σκοπός ήταν η αναθεώρηση των όρων της δανειακής σύµβασης µας µε την ΕΕ και το ΔΝΤ, έτσι ώστε να μετατραπεί από µια σχέση υποταγής σε µια σχέση λειτουργική και δίκαιη. Εποµένως, η αποδοχή των σημερινών παραµέτρων της δανειακής µας σύµβασης απλώς δεν ήταν στα πλάνα µας.

Τότε παρενέβη και πάλι ο πρέσβης, αυτή τη φορά µε µια αόρατη, έμμεση αλλά απολύτως κατανοητή απειλή.

Από σεβασµό προς τους ψηφοφόρους µου και στους συντρόφους του Σύριζα που µε επέλεξαν για τη θέση του υπουργού οικονοµικών ένιωσα την υποχρέωση να τον βάλω στη θέση του. «Από τότε που ανέλαβα αυτό το υπουργείο, αυτό τα γραφείο έχει γίνει το επίκεντρο των ελπίδων και των προσδοκιών εκατομμυρίων Ελλήνων», του είπα. «Όμως αυτό δεν είναι το φυσικό µου περιβάλλον το φυσικό µου περιβάλλον είναι εκεί έξω», είπα δείχνοντας την Πλατεία Συντάγµατος. «θα ήμουν πιο ευτυχισμένος εκεί, διαδηλώνοντας ενάντια σε αυτό το γραφείο, όπως έκανα από τότε που ήµουν δεκατριών χρονών. Αν µε πιέσετε να δεσµευτώ σ’ ένα αποτυχηµένο πρόγραµµα που καταδικάζει τον λαό µας στη µονιµοποίηση της παρούσας ταπείνωσης, να είστε σίγουρος ότι θα αδράξω την ευκαιρία για να επιστρέψω εκεί, ως ένας από τους χιλιάδες διαδηλωτές».

Ο πρέσβης πήρε το µήνυµα και µετά από λίγο έφυγε. Δε θα µε εξέπληττε αν µάθαινα ότι, όταν επέστρεψε στην πρεσβεία του, απέστειλε το εξής κωδικοποιημένο μήνυμα : «Ο Βαρουφάκης δε μεταπείθεται. Εάν το παρόν πρόγραµµα πρόκειται να συνεχιστεί είναι επιτακτική ανάγκη να αποµακρυνθεί». Αυτό που δεν ήξερα ήταν ποιός θα ήταν ο αποδέκτης ενός τέτοιου µηνύµατος. Το Υπουργείο Εξωτερικών; Ο Λευκός Οίκος; Το Υπουργείο Οικονοµικών; Στα μέσα Απριλίου απέκτησα µια πιο καθαρή εικόνα.

`

Προγραμματικές δηλώσεις.

ο πρωί του Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου παρέστην στο πρώτο υπουργικό συµβούλιο. Το ευφυολόγημα του Όσκαρ Γουάιλντ για τη Δηµοκρατία µου ερχόταν συνέχεια στο µυαλό: «Δεν είναι πρακτικό ως πολίτευμα και αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό αξίζει να την εφαρµόσουµε!» Έχοντας σπαταλήσει πολύτιμές ώρες σε µια υπόθεση που ήταν κυρίως τελετουργική , µε όλους τους υπουργούς να µιλούν τόσο πολύ για όλα λέγοντας πολύ λίγα, έτρεξα πίσω στο υπουργείο, όπου η οµάδα από τη Lazard µαζί µε τους υπόλοιπους συνεργάτες συνέτασσαν τα τρία non-paper τα οποία θα έπαιρνα µαζί µου στις Βρυξέλλες..

Ένoιωθα ότι προχωρούσαµε καλά. Η ανάλυση της βιωσιµότητας του χρέους -στην οποία µας βοηθούσε από µακριά ο Τζεφ Σάκς ήταν αδιάψευστη όσον αφορά τα εµπειρικά της ευρήματα και τις προβο-λές στο µέλλον και υποστήριζε ξεκάθαρα την ανταλλαγή χρέους και τη δημοσιονοµική πολιτική που πρότεινα. Η ατζέντα για τις θεσμικές μεταρρυθµίσεις εστίαζε στα σημαντικά που έπρεπε να γίνουν αµέσως: τη διαχείριση της δηµόσιας περιουσίας μέσα από µια νέα αναπτυξιακή τράπεζα, τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων (κόκκινων) τραπεζικών δανείων των ιδιωτών από µια νέα δημόσια «κακή» τράπεζα κ.ά. Από την άλλη, µε προβλημάτιζε η μικρή συνεισφορά βασικών υπουργείων (Εργασίας, Ενέργειας, Υγείας, Περιβάλλοντος).

Τέλος, η πρόταση µας για την αντικατάσταση της διαδικασίας της τρόϊκας ήταν αναντίρρητα λογική: το σχέδιό µας ήταν να σπάσουµε την τρόϊκα στα συστατικά της µέρη, µε την ΕΚΤ να ασχολείται µε την πρωταρχική της αποστολή, δηλαδή με το να διατηρεί τη ρευστότητα των τραπεζών και τη σταθερότητα των χρηματαγορών, με το ΔΝΤ να προσφέρει τεχνική βοήθεια σε µια σειρά από τοµείς και µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλαµβάνει αποκλειστικά την πολιτική διαπραγμάτευση µε την ελληνική κυβέρνηση..

Την Κυριακή το βράδυ τα τρία κείµενα ήταν έτοιμα. Έτσι επικεντρώθηκα στην προετοιµασία της πρώτης µου σημαντικής παρέµβασης στη Bουλή των Eλλήνων, της ανακοίνωσης των «προγραµµατικών διπλώσεων» µου (δηλαδή του σχεδίου του Υπουργείου Οικονοµικών για την κοινοβουλευτική τετραετία), που ήταν προγραµµατισμένη για το πρωί της επόµενης µέρας. Με το πρώτο µου Eurοgrοup να απέχει λιγότερο από 24 ώρες, η ανακοίνωση των προγραµµατικών δηλώσεων αποτελούσε επίσης µια ευκαιρία να εκθέσω τις προτάσεις που θα έκανα εκεί, καθώς και να µεταφέρω το πνεύµα με τα οποίο θα τις εξέθετα. Με τις σκέψεις αυτές κατά νου εστίασα τις δηλώσεις µου σε τέσσερα θέµατα: διαφάνεια, ορθολογική ανάλυση, δέσμευση στην ασυμβίβαστη µετριοπάθεια και, τέλος, µια µείζονα χειρονοµία καλής θέλησης προς τους πιστωτές µας..

Στην εισαγωγή µου παρέπεµψα σε µια ρητορική φράση που είχε µόλις χρησιµοποιήσει ο Αλέξης.

«Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, σε πρόσφατες συνοµιλίες του µε ξένους αξιωµατούχους, τους είπε ότι σκέφτεται να πρωτοτυπήσει ότι σκέφτεται να κάνει πράξη αυτά που υποσχέθηκε στον ελληνικό λαό! Θα µου επιτρέψετε να τον αντιγράψω. Σκέφτοµαι να πρωτοτυπήσω κι εγώ. Να προσέρχοµαι στο Κοινοβούλιο και να µιλώ ειλικρινά για την οικονοµική κατάσταση που αντιμετωπίζει η χώρα»..

Σε αντίθεση µε προηγούµενους υπουργούς οικονοµικών που παρουσίαζαν την ελεύθερη πτώση της οικονομίας µας ως Success Story ελληνικής ανάκαµψης, υποσχέθηκα ότι θα συνεχίσω να αναφέροµαι στο ελληνικό κράτος ως χρεοκοπημένο, έως ότου γίνει αξιόχρεο. Αυτό σηµαίνει ο όρος «διαφάνεια». Σε αντίθεση µε τους προκατόχους µου, δε θα αποδεχόμουν στόχους που είναι αδύνατον να επιτευχθούν, ακόµα κι αν τους ενστερνιζόμασταν. Δε θα αποδε-χόμουν στόχους που η ορθολογική ανάλυση των µακροοικονοµικών δεδοµένων µας απαγορεύει να αποδεχθούµε και τους οποίους οι δανειστές δεν έχουν το δικαίωµα να απαιτήσουν. Αυτό εννοώ µε τον όρο «ορθολογική ανάλυση». Αν το πρόγραµµα της τρόϊκας ήταν ένα πολύ πικρό φάρµακο που θα θεράπευε την ασθένειά µας, θα πρότει-να να το πάρουµε. Αλλά δεν είναι. «Το πρόγραµµά τους είναι τοξικό, δηλητηριώδες, και χειροτερεύει την κατάσταση του Έλληνα ασθε-νούς», κατέληξα. «Η βέλτιστη, η ορθολογική επιλογή είναι να σταµατήσουµε να το παίρνουµε. Διαφορετικά, απειλεί να δηλητηριάσει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση µε τις αποπληθωρι-στικές επιπτώσεις του, όπως το κάνει από το 2010, και οι µόνοι που επωφελούνται είναι οι ακροδεξιοί και οι εχθροί της φιλελεύθερης δηµοκρατίας σε ολόκληρη την Ευρώπη»..

Για το θέµα της «ασυµβίβαστης µετριοπάθειας» είπα τα εξής.

[Α]πό την πρώτη στιγμή µας έβαλαν το µαχαίρι στον λαιµό λέγοντας µας ότι είτε υπογράφετε το πρόγραµµα το οποίο εκλεγήκατε για να αμφισβητήσετε είτε τελεία, τελεία, τελεία … Η σταθερή µας απάντηση όπου έχουµε βρεθεί και µε όποιον έχουµε συνομιλήσει, είναι απλή: Εδώ υπάρχουν δύο αλληλοσυγκρουόμενες αρχές, σεβαστές και οι δύο. Από τη µία, υπάρχει η συνέχεια του κράτους, η δέσμευση που έχουν αποδεχθεί προnγούµενες κυβερνήσεις για το τρέμων πρόγραµµα. Σεβαστή. Από την άλλη όµως υπάρχει και µια νέα λαϊκή εντολή να αµφισβητήσουµε τη λογική του προγράµµατος αυτού. Κι αυτό πρέπει να γίνει σεβαστή, εκτός αν συµφωνούµε ότι πρέπει να καταργηθούν οι εκλογές σε κράτος µε υπερβολικό χρέος..

Πώς µπορούν να παντρευτούν αυτές οι δύο αρχές; Αυτό δεν είναι άλλωστε το ίδιον της δηµοκρατίας; Το πάντρεµα συγκρουόμενων αρχών; Δική µας πρόταση είναι η εξής: Ούτε εµείς θα σκίσουµε το ισχύον πρόγραµµα ούτε εσείς θα απαιτήσετε την τυφλή εφαρµογή του. Όπως κάνουν οι σοβαρές επιχειρήσεις, οι έξυπνοι συμβεβλημένοι σε κάποιο συµβόλαιο όταν αλλάξουν τα δεδοµένα, συμφωνούν να υπάρξει µια μεταβατική περίοδος, µια γέφυρα μεταξύ της ισχύουσας συµφωνίας και µιας νέας, που θα εξασφαλίσει ικανό χρόνο ώστε να συζητήσουν µε καλή διάθεση, και σε κλίµα φιλικό και συνεργατικό, και να προκύψει µια νέα συµφωνία αµοιβαίως επωφελής. Γι’ αυτό όµως χρειάζεται σκληρή διαπραγμάτευση.

Από τα έδρανα της αντιπολίτευσης κάποιοι βουλευτές της Νέας Δηµοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ πετάχτηκαν φωνάζοντας δυνατά:

«Κάνε όσο σκληρές διαπραγµατεύσεις θέλεις, αλλά μη διαφωνήσεις µε την τρόϊκα. Απόκλεισε κάθε ρήξη!» Tους έδωσα τη μόνη λογική απάντηση που μπορούσα να δώσω:

Αν δεν μπορείς να σκεφθείς την πιθανότητα να αποχωρήσεις από µια διαπραγμάτευση, δε θα έπρεπε ποτέ να εµπλακείς σε αυτή. Αν η ιδέα ενός αδιεξόδου σού είναι αδιανόητη, τότε θα είναι σαν να περιορίζεσαι στον ρόλο του ικέτη που εκλιπαρεί τον Αφέντη για κάποια προνόµια. Βέβαια, στο τέλος, ο ικέτης αποδέχεται ό,τι είναι διατεθειμένος να του παραχωρήσει ο Αφέντης. Αυτή δεν ήταν όµως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η εντολή που λάβαµε στις 25 Ιανουαρίου. Η εντολή ήταν να διαπραγµατευτούµε. Αυτό σημαίνει να εργαστούµε για να αποφύγουµε τη ρήξη, ενώ αρνούμαστε να την αποκλείσουµε. Αυτό υποσχεθήκαμε στους πολίτες και αυτό θα κάνουµε. Είχατε την ευκαιρία να βγάλετε τη χώρα από τη φυλακή των οφειλετών μέσα από τη στρατηγική σας του «υποδειγµατικού κρατουµένου». Τώρα είναι η σειρά µας να επιχειρήσουμε να απελευθερώσουµε την Ελλάδα μέσα από µια πραγματική διαπραγμάτευση..

`

Η αποδοχή του 70% των µέτρων του μνημονίου,

στο πλαίσιο της κατάργησης του .

`

γνοώντας την κακοφωνία της μνημονιακής αντιπολίτευσης, προχώρησα στην ουσία της «ασυµβίβαστης μετριοπάθειας», που αποτελούσε την τελευταία, και ίσως πιο βασική, εξαγγελία-αρχής: Ως λογικοί εταίροι, που δε θέλουν τη ρήξη, θα περιλάβουµε στην ατζέντα των μεταρρυθµίσεων µας µέχρι και το 70% των µεταρρυθµίσεων που αναφέρονται στο υφιστάµενο μνημονιακό κείµενο. Αντί να το «σκίσουµε», θα αφαιρέσουµε τα υφεσιακά, ταξικά και τοξικά μέρη του (που ήταν στοιβαγμένα στο 30% των διατάξεων του μνημονίου), θα αντικαταστήσουμε την πολιτική λιτότητας και ξεπουλήµατος που το διαπνέει µε λογικούς και φιλικούς προς την ανάκαµψη δηµοσιονομικούς στόχους, θα προσθέσουμε τις θεσµικές µας προτάσεις για δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα διαχείρισης των κόκκινων δανείων και, τέλος, θα είμαστε άτεγκτοι στην προσθήκη ενός συνεκτικού προγράµµατος καταπολέμησης της ανθρωπιστικής κρίσης που βασανίζει τον λαό µας μετά από χρόνια µιας πολιτικά υποκινούμενης άρνησης των αιτίων και της φύσης της κρίσης.

Η χειρονοµία µου να καταδείξω στην τρόϊκα, στο πλαίσιο της «ασυµβίβαστης μετριοπάθειας», ότι αποδεχόµασταν το 70% των δικών τους προτάσεων προκάλεσε τεράστια αναταραχή τόσο εντός όσο και εκτός Bουλής. Τα κόμματα του μνημονιακού τόξου δεν ήξεραν αν έπρεπε να µε χαρακτηρίσουν ως έναν από αυτούς, «µνηµονιακό» δηλαδή, ή να µε καταδικάσουν που τόλµησα να απαιτήσω την αλλαγή του υπόλοιπου 30%. Παράλληλα, η πλειοψηφία της εκτός Σύριζα Αριστεράς, µαζί µε τους συντρόφους της Αριστερής Πλατφόρμας εντός του Σύριζα, µε κατηγόρησαν για ενδοτισμό, για να μην πω για αποδοχή του μνημονίου.

Απαντώντας, στη δευτερολογία µου, στους επικριτές που βάλθηκαν να µε χαρακτηρίσουν μνημονιακό (όχι αρκετά μνημονιακό οι εκ δεξιών και σχεδόν απολύτως μνημονιακό οι εξ ευωνύµων), είπα από το βήµα της Βουλής τα εξής:

 

Kυρίες και κύριοι συνάδελφοι, προ του 2010 το εθνικό µας εισόδημα µεγεθυνόταν µέσω μη βιώσιµου δανεισµού … Είχαµε µια κλασική περίπτωση πυραμιδικής μεγέθυνσης, και όχι σοβαρής ανάπτυξης. Μετά το 2010, όταν η φούσκα έσκασε, µπήκαµε σε περίοδο µεγάλης λιτότητας, όπως γίνεται πάντα µετά το σκάσιµο φουσκών. Δυστυχώς, και εκείνη η περίοδος χαρακτηρίστηκε από νέο μη βιώσιµο δανεισµό.

Περάσαµε λοιπόν από την κλασική περίπτωση πυραμιδικής µεγέθυνσης σε µια µοναδική στην ιστορία περίπτωση πυραμιδικής λιτότητας. Λιτότητα για τους πολλούς στη βάση τεράστιων μη βιώσιµων δανείων που ωφελούσαν τους πολύ λίγους, βυθίζοντας την κοινωνία σε ανατροφοδοτούμενη σκοτοδίνη η οποία συµπαρέσυρε σχεδόν όλους εργαζόµενους, µικροµεσαίους, βιοτέχνες, ακόµα και βιομήχανους.

Αυτό είναι το µνηµόνιο που γεννήθηκε το 2010 και παραµένει, φιλοσοφικά, µακροοικονοµικά και ηθικά, τοξικό. Η πυραµιδική λιτότητα την οποία επέβαλλε και περιφρουρούσε, µε περιοδικές επισκέψεις, η τρόϊκα των απεσταλµένων τεχνοκρατών. Πόσο ποσοστό αυτού του µνηµονίου αποδεχόμαστε; Ακριβώς µηδέν τοις εκατό!

Το µήνυµα µου ήταν σαφές: Τα μέρη του μνημονίου που ενίσχυαν την πυραµιδική λιτότητα, που εκποιούσαν τη δημόσια περιουσία, που καταργούσαν τη δηµοκρατική κυριαρχία επί των θεσµών του κράτους, που καταδίκαζαν τη χώρα στη συρρίκνωση συνωστίζονταν στο 30% των διατάξεων του μνημονίου, του Memorandum of Understanding (MοU). Το υπόλοιπο 70% αποτελούνταν από μεταρρυθµίσεις που, τις περισσότερες, θα τις ήθελα να γίνουν διαφορετικά, αλλά οι οποίες δεν ήταν µέρος του προβλήµατος κάποιες δε ήταν και στη σωστή κατεύθυνση. Στο πλαίσιο µιας διαπραγμάτευσης, και της «ασυµβίβαστης µετριοπάθειας» την οποία εξήγγειλα, αυτές τις διατάξεις ήμουν διατεθειμένος να τις αποδεχθώ ως αντάλλαγµα για τον ριζικό μετασχηματισμό του τοξικού 30%. Όµως, όπως είπα στη Βουλή: .

Δε θα αποδεχθούµε ούτε έναν όρο που ενισχύει τη δίνη της κρίσης η οποία μεγεθύνει το ποσοστό του χρέους. θα απορρίψουμε τις περαιτέρω µειώσεις αποδοχών, τούς νέους φόρους σε αυτούς που ήδη έχουν εξαντληθεί από τη φορολογία. Δε θα ανεχθούµε ούτε µία γραµµή, µία λέξη που θυσιάζει στον βωµό της Άρνησης της Πραγµατικότητας ούτε έναν Έλληνα, ούτε µια Ελληνίδα. Δε θα υποκύψουμε στην απατηλή πλάνη ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας αποτελεί μεταρρύθμιση.

Kυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το µνηµόνιο, η πυραµιδική λιτότητα, τα δάνεια που την τροφοδοτούσαν υπό τον όρο όλο και μεγαλύτερης συρρίκνωσης της κοινωνίας µας τελείωσαν. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι τελείωσε η δανειακή συµφωνία µε τους εταίρους µας. Για να πάψει όµως αυτό η δανειακή συµφωνία να είναι τοξική, απαιτείται µια νέα συµφωνία. Ένα νέο συµβόλαιο μεταξύ ηµών και των εταίρων µας. Αυτό σημαίνει διαπραγμάτευση: αµοιβαίες προσπάθειες προς µια νέα συµφωνία.

Υπό κανονικές συνθήκες, µια τέτοια τοποθέτηση υπουργού οικονοµικών θα χαιρετιζόταν ως λογική και μετριοπαθής. Όμως στην Ελλάδα του Μνηµονιστάν, των αρχών του 2015, η τοποθέτηση µου καταδικάστηκε τόσο από τους ορκισµένους οπαδούς του Grexit όσο και από τους ανερυθρίαστους βαστάζους της τρόϊκας. Ήταν άλλη µία απόδειξη ότι οι συνθήκες στη χώρα µας έχουν πάψει να είναι «κανονικές» εδώ και καιρό.

Αποφασισµένος ότι η κανονικότητα πρέπει να επιστρέψει, µαζί µε την απόδραση από τη χρεοδουλοπαροικία και µια στροφή της Ευρώπης προς την αποδοχή της αλήθειας για τη σαθρή αρχιτεκτο-νική της ευρωζώνης και των μνημονίων που κάποιοι σκαρφίστηκαν ως «λύση», έκλεισα τις προγραμματικές µου δηλώσεις κοιτάζοντας µπροστά και προϊδεάζοντας το σώµα για τις συνεδριάσεις του Eurοgrοup που έρχονταν:

Kυρίες και κύριοι συνάδελφοι, µε αυτή τη φιλοσοφία πήγαµε στο Παρίσι, στη Ρώµη, στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο. Με αυτή τη φιλοσοφία θα πάµε στις Βρυξέλλες την Τετάρτη … Όµως, δε θέλω να σας παραπλανήσω. Την Τετάρτη θα προσέλθω στο Eurοgrοup απέναντι σε συναδέλφους οι περισσότεροι εκ των οποίων, δυστυχώς, δεσμεύονται να μην κάνουν ανοικτό διάλογο επί της ουσίας. Πολλοί από αυτούς ενδιαφέρονται περισσότερο για τους δικούς τους εκλογικούς υπολογισµούς και λιγότερο για το µέλλον της Ευρώπης ή, πόσο μάλιστα, για τη βιωσιµότητα της ελληνικής κοινωνικής οικονομίας. Στόχος µου ένας: Να επιµείνω στην ευρωπαϊκή οπτική, στην υπέρβαση των μικροϋπολογισμών υπέρ του κοινού ευρωπαϊκού συµφέροντος, υπέρ του ορθολογισµού, που άλλωστε γεννήθηκε σε τούτη εδώ την ήπειρο.

 

Παίρνοντας τον ΟΟΣΑ με το µέρος µας

ριν αναχωρήσω για τις Βρυξέλλες και τη συνεδρίαση του Eurogroup, είχα κανονίσει συνάντηση µε αντιπροσωπεία από τον Οργανισµό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ο ΟΟΣΑ είχε συσταθεί από την Ουάσινγκτον το 1950 για να διαχειριστεί το Σχέδιο Μάρσαλ στη μεταπολεμική Ευρώπη, κι ήταν ένας από τους τρεις κορυφαίους διεθνείς θεσµούς που σχεδίασαν οι Ηνωµένες Πολιτείες για να αποφευχθεί µεταπολεµικά η επιστροφή της Μεγάλης Ύφεσης (και να «περιορισθεί», βέβαια, η Σοβιετική Αρκούδα). Οι άλλοι δύο θεσµοί ήταν το ΔΝΤ και η Παγκόσµια Τράπεζα.

Τύχαινε να έχω καλή προσωπική σχέση µε τον γενικό γραµµα-τέα του ΟΟΣΑ, Άνχελ Γκουρία. Η καλή χηµεία µεταξύ µας γεννή-θηκε από την κοινή µας αντίληψη για την ανάγκη αναδιάρθρωσης των μη βιώσιµων χρεών. Ο Άνχελ είχε γίνει γνωστός ως ο υπουργός οικονοµικών του Μεξικού κατά τη δεκαετία του 1980 ο οποίος διαπραγματεύτηκε ένα µείζον κούρεµα του μη βιώσιµου δημόσιου χρέους της χώρας του. Προτού καν φανταστώ ότι θα γινόµουν υπουργός οικονοµικών, ο Άνχελ µε είχε προσκαλέσει στο γραφεία του ΟΟΣΑ στο Παρίσι για να δώσω διάλεξη σχετικά µε την ευρωπαϊκή κρίση και να συντονίσω εκείνον και την οµάδα του, στο πλαίσιο των τακτικών ενημερώσεων που διοργάνωναν για να ενημερώνονται ως προς τις νεότερες αναλύσεις των τάσεων του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Μετά τι µοιραία νυχτερινή συνάντηση µου µε τον Αλέξη τον Νοέµβριο του 2014, οπότε δέχτηκα την προσφορά του για µια θέση στην ερχόμενη κυβέρνηση, επανασυνδέθηκα µε τον Άνχελ και τους συνεργάτες του. Ο Σύριζα δεν είχε την τεχνογνωσία για να καταρ-τίσει από µόνος του ένα ολοκληρωμένο πρόγραµµα µεταρρυθµίσε-ων. Η συνεργασία µε έναν τόσο µεγάλου κύρους παγκόσµιο θεσµό, που όχι µόνο θα συνέβαλλε στη διαµόρφωση του μεταρρυθμιστικού προγράµµατος µας, αλλά και που, µετά την οριστικοποίηση του, θα εγγυόταν γι’ αυτό, αποτελούσε ισχυρότατο διαπραγµατευτικό όπλο στην παγκόσµια σκακιέρα όπου αναγκαζόσασταν να παίζουµε.

Ο Άνχελ και η αντιπροσωπεία του ΟΟΣΑ είχαν φτάσει στην Αθήνα την προηγούµενη ηµέρα, την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου. Tους συνάντησα στο ρουφ- γκάρντεν της «Μεγάλης Βρετανίας». Κατά τη διάρκεια του δείπνου συζητήσαμε για την κατάσταση στην Ελλάδα και καταλήγαµε σε πλήρη συµφωνία για τη νέα µας συνεργασία. Το µοναδικό αίτημα µου ήταν να αποκηρύξουν δηµοσίως τη λεγόμενη εργαλειοθήκη τους ένα σύνολο µεταρρυθµίσεων που είχε προτείνει ο ΟΟΣΑ µε εντολή της τρόϊκας και των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων και οι οποίες, αντί να θέτουν στο στόχαστρο τη διαφθορά, τη διαπλοκή και την αναποτελεσµατικότητα που εκπορεύονταν από την ολιγαρχία, στοχοποιούσαν τους µικροµε-σαίους (π.χ. τους αρτοποιούς και τους φαρµακοποιούς). Ο Άνχελ ήταν ενθουσιασµένος µε τη νέα αρχή που είχε γίνει στις σχέσεις ΟΟΣΑ και Ελλάδας, παραδεχόμενος ότι εκείνη η εργαλειοθήκη δεν αποτελούσε µια από τις καλύτερες στιγµές του ΟΟΣΑ.

Το δείπνο κράτησε μέχρι τα µεσάνυχτα. Νωρίς το πρωί συνα-ντηθηκαμε και πάλι, αυτή τη φορά στο Μέγαρο Μαξίµου, µπροστά στις κάµερες και με κάθε επισημότητα. Τον γενικό γραμματέα του ΟΟΣΑ υποδέχθηκε ο πρωθυπουργός μαζί μου, παρουσία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Δραγασάκη και του υπουργού οικο-νομίας Σταθάκη , δηλώνοντας επισήμως την πρόθεση της νέας κυβέρνησης να συνεργαστεί στενά με τη λέσχη των πλούσιων χωρών, με στόχο τη συνδιαµόρφωση της νέας αναπτυξιακής ατζέ-ντας. Κατά την απάντηση του στην ομιλία υποδοχής του Αλέξη ο Άνχελ Γκουρία μίλησε με τα καλύτερα και πιο ελπιδοφόρα λόγια για τη συνεργασία μας και, όπως είχαμε συμφωνήσει, εξέφρασε την αποδοκιμασία του για την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, η οποία επρόκειτο να αντικατασταθεί από καλύτερες και καταλληλότερες μεταρρυθμίσεις της αγοράς.

Εκείνο το πρωινό η εκτίμηση και ο σεβασμός μου για τον πρώην υπουργό οικονομικών του Μεξικού μεγάλωσαν. ‘Ηξερε ότι η τρόϊκα θα δυσαρεστηθεί και πως η ηγετική του ομάδα στον ΟΟΣΑ θα υποστεί τις συνέπειες της δυσαρέσκειας της, ιδίως του Βερολίνου. Καθώς τον άκουγα να λέει αυτά τα λόγια, επιβεβαιωνόταν η ελπίδα μου ότι ήταν δυνατόν να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με θεσμούς διεθνούς κύρους ότι ήταν δυνατόν να τους έχουμε εταίρους και όχι αντιπάλους στις προσπάθειές μας να φυσήξει ούριος άνεμος στην Ελλάδα που θα απομακρύνει τη δυσωδία της στασιμότητας και της απόγνωσης. Λίγο με τα το τέλος της επίσημης τελετής βρισκόμουν στο αυτοκίνητο με κατεύθυνση το αεροδρόμιο και τελικό προορισμό τις Βρυξέλλες. Το πρώτο μου Eurοgrοup με καλούσε.

 

Στο Eurogroup

 

ια απάνθρωπη φυλακή όπου οι τρόφιμοι υποφέρουν σιωπηλά δεν αποτελεί είδηση. Αλλά όταν οι έγκλειστοί ξεκινούν μια εξέγερση την οποία οι αρχές προσπαθούν να καταστείλουν βίαια, τότε εμφανίζονται τα τηλεοπτικά βαν με τις δορυφορικές κεραίες. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η αποστολή μας στις Βρυξέλλες προκάλεσε τέτοιο ενδιαφέρον στα τηλεοπτικά μέσα, τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες της οικουμένης: πηγαίναμε στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο μιας εξέγερσης κρατουμένων-οφειλετών..

Προτού ακόμα το αεροπλάνο προσγειωθεί στις Βρυξέλλες, τα ΜΜΕ αναφέρονταν στην πρόσφατη ομιλία του Αλέξη στο κοινοβούλιο ως απόδειξη της «ανατροπής των μεταρρυθμίσεων», που «ισοδυναμεί με το σκάψιμο του δικού μας λάκκου». Όταν έφτασα στο κτίριο της Ευρωπαϊκης Eπιτροπής, όπου είχε προγραμματιστεί να λάβει χώρα η συνεδρίαση του Eurogroup, η βοή που ερχόταν από το συγκεντρωμένο πλήθος των εκπροσώπων του Τύπου ήταν εντυπωσιακή.

Πριν από τη συνεδρίαση του Eurοgrοup συναντήθηκα με την Κριστίν Λαγκάρντ την επικεφαλής του ΔΝΤ. Η θετική στάση της και η δεκτικότητα της απέναντι στις προτάσεις των non-paper που της παρέδωσα ήταν μια ψυχολογική τόνωση. (Στο τέλος εκείνης της συνάντησης η Κριστίν με συμβούλευσε λέγοντας μου, όπως περιέγραψα στο κεφάλαιο 2, πως αν και το μνημονιακό πρόγραμμα δεν μπορούσε ποτέ να πετύχει, εγώ έπρεπε, για να διασώσω την αξιοπιστία μου, να το αποδεκτώ.) Μετά τη συνάντηση μας το μήνυμά της στους συγκεντρωμένους δημοσιογράφους ήταν:381

«Οι Έλληνες είναι ικανοί, ευφυείς, έχουν σκεφτεί τα προβλήματα τους. Πρέπει να τους ακούσουμε. Ξεκινάμε τη συνεργασία μας, και είναι μια διαδικασία που αρχίζει τώρα και θα διαρκέσει αρκετό χρονικό διάστημα».

Λίγο πιο κάτω ήταν διάδρομο, καθώς φτάνομε στον χώρο της συνεδρίασης, συναντήσαμε τον Γερούν Ντάισελμπλουμ. Βλέποντας μας με την Κριστίν να έχουμε φιλική συνομιλία, έδειξε δυσαρεστη-μένος και αισθητά βλοσυρός. Ίσως του ήρθε στο μυαλό η δυσάρεστη ανάμνηση της ατυχούς επίσκεψης του στην Αθήνα. Μπήκαμε στην αίθουσα και καθίσαμε στις θέσεις μας.

Το Eurοgrοup είναι ένα ανθρωπολογικά ενδιαφέρον συνονθύ-λευμα. Δεν έχει νομική βάση σε καμία από τις συνθήκες της ΕΕ, παρά τούτο είναι το όργανο που παίρνει τις πιο ζωτικές αποφάσεις στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, συμπερι-λαμβανομένων των περισσότερων πολιτικών, δε γνωρίζουν σχεδόν τίποτα γι’ αυτό, καθώς λειτουργεί περίπου ως «άβατον », με τις συνεδριάσεις του να διεξάγονται γύρω από ένα τεράστιο ορθογώνιο τραπέζι µακριά από τα μάτια και τα αυτιά των Ευρωπαίων πολιτών.

Οι υπουργοί Οικονοµικών κάθονται στις δύο µακρύτερες πλευρές του τραπεζιού, συνοδευόµενοι από έναν µόνο βοηθό, ο οποίος τους εκπροσωπεί και στην οµάδα εργασίας του Eurogroup, το Eurogroup Working Group. Ωστόσο, οι έχοντες πραγµατική εξουσία κάθονται αντικριστά στις δύο στενότερες πλευρές του τραπεζιού.

Στη µία από τις στενές πλευρές, στο αριστερό σε σχέση µε τη θέση της ελληνικής αντιπροσωπείας, κάθεται ο εκάστοτε πρόεδρος του Eurogroup, ο Γερούν Ντάισελµπλουμ εν προκειµένω. Ακριβώς δίπλα του, στο δεξιά του, κάθεται ο Τόµας Βίζερ, ο πρόεδρος του Eurogroup Working Group η πραγµατική εξουσία πίσω από τον θρόνο του Eurogroup. Στα αριστερά του προέδρου κάθονταν οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Πόουλ Τόµσεν. Στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού, στο βάθος (και στα δεξιά της ελληνικής αντιπροσωπείας), καθόταν ο κ. Βάλντις Ντοµπρόφσκις, αντιπρόεδρος της ΕΕ και επίτροπος για το Ευρώ και τον Κοινωνικό Διάλογο, η πραγµατική δουλειά του οποίου ήταν να εποπτεύει (για λογαριασµό του Βόλφγκανγκ Σόιµπλε) τον Πιερ Μοσκοβισί, επίτροπο Οικονοµικών και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων, ο οποίος καθόταν στο αριστερό του Λετονού. Στα μεταξύ, δεξιά του Ντοµπρόφσκις ήταν η θέση του Μπενουά Κερέ, ενώ ο Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της ΕΚΤ, καθόταν στην άκρη εκείνης της πλευράς, στη γωνία του τραπεζιού.

Στην ίδια γωνία του τραπεζιού µε τον Ντράγκι, αλλά από τη μακρύτερη πλευρά και στα δεξιά του, ήταν η θέση του Βόλφγκανγκ Σόιµπλε. Η εγγύτητα τους θα προκαλούσε κατά διαστήματα έντονες τρίβες, οι οποίες όµως σε ελάχιστες περιπτώσεις δηµιούργησαν σπίθες ελπίδας. Κατά µήκος της ίδιας (µακριάς) πλευράς µε τον Σόϊµπλε κάθονταν οι υπουργοί που, όπως διαπίστωσα σύντοµα, λειτουργούσαν σαν µαζορέτες του: οι υπουργοί οικονοµικών της Φινλανδίας, της Σλοβακίας, της Αυστρίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβενίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας και της Μάλτας. Η θέση µου ήταν απέναντι από αυτούς, σχεδόν διαγωνίως από εκείνη του Σόιµπλε, στην ίδια πλευρά µε τους άλλους «ασώτους» της Ευρώπης, µε τους οποίους είχαµε (τυχαία; ) βολικά τοποθετηθεί όλοι µαζί: Αριστερά µου ήταν ο Ιρλανδός Μάικλ Νούναν, στα δεξιά µου ο Ισπανός Λουίς ντε Γκίντος και δίπλα στο ντε Γκίντος ο Ιταλός Πιερ Κάρλο Παντοάν. Ο Γάλλος Μισέλ Σαπέν καθόταν ακριβώς δίπλα στον Παντοάν, επίσης στην πλευρά µας.

Στις συνεδριάσεις του Eurοgrοup ένα συναρπαστικό τελετουργι-κό καταδεικνύει τον τρόπο µε τον οποίο η τρόϊκα και οι διαδικασίες της έχουν αναλάβει τη διακυβέρνηση της ηπειρωτικής Ευρώπης ένας λόγος για τον οποίο το φρικτό δράµα της Ελλάδας, το οποίο οδήγησε στην τρόϊκα, είναι τόσο σημαντικό και υπερβαίνει τα σύνορα της πατρίδας µας. Κάθε φορά που ένα θέµα ετίθετο επί τάπητος-για παράδειγµα, ο κρατικός προϋπολογισµός της Γαλλίας ή η πορεία των κυπριακών τράπεζών-, ο Ντάισελµπλουμ θα ανακοίνωνε το θέµα και στη συνέχεια θα καλούσε τους εκπροσώπους των θεσµικών οργάνων να παρουσιάσουν τις απόψεις τους διαδοχικά: Πρώτο τον Μοσκοβι-σί, εκ µέρους της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής, κατόπιν την Κριστίν Λαγκάρντ ή τον Πόουλ Τόµσεν (κατά την απουσία της), εκ µέρους του ΔΝΤ, και τελικά τον Μάριο Ντράγκι, εκ µέρους της ΕΚΤ (µε τον Μπενουά Κερέ να παρεμβαίνει στις σπάνιες περιπτώσεις που απουσίαζε ο Μάριο).

Μόνο αφού αυτοί οι μη εκλεγµένοι αξιωµατούχοι κατέθεταν την εκτίμnσn τους, δίνοντας τον τόνο και υπαγορεύοντας τους όρους της συζήτησης, οι εκλεγµένοι υπουργοί είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν. Επιπλέον, για σχεδόν όλες τις συναντήσεις στις οποίες ήμουν παρών, οι υπουργοί δε λάµβαναν ουσιαστική ενηµέ-ρωση για κανένα από το θέματα προς συζήτηση.Ένας λογικός και αμερόληπτος θεατής θα µπορούσε εύκολα να καταλήξει στο συµπέ-ρασµα ότι σκοπός του Eurοgrοup ήταν οι υπουργοί να εγκρίνουν και να νομιμοποιήσουν τις αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί, εν αγνοία τους, από τους τρεις θεσµούς.

Ωστόσο, η συνεδρίαση του Eurοgrοup της 11ης Φεβρουαρίου 2015 δεν ήταν µια κανονική συνεδρίαση. Για πρώτη φορά µια χώρα εκπροσωπούνταν από έναν υπουργό οικονοµικών ο οποίος µόλις είχε εκλεγεί µε λαϊκή εντολή να αμφισβητήσει το «πρόγραµµα» της τρόϊ-κας, η οποία ήταν βέβαια η ραχοκοκαλιά του Eurogroup. Η ατµό-σφαιρα ήταν γεµάτη ένταση. Πριν από τη συνεδρίαση ο Ντάισελµπλουμ ήλθε σε επαφή µε τον Αλέξη, προτείνοντας του να παρακάµψει τους κανόνες του Eurοgrοup που θέτουν όριο µόνο δύο αντιπροσώπους για κάθε κράτος µέλος. Δεδοµένου ότι αυτή ήταν η πρώτη συνεδρίαση για την κυβέρνησή µας και λόγω της ζωτικής σηµασίας που είχε, ο Γερούν θέλησε να επιτρέψει στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να παραστεί επίσης. Έτσι λοιπόν, εκτός από τον Γιώργο Χουλιαράκn, τον εντεταλμένο από τον Δραγασάκη «βοηθό» µου, στο πλευρό µου είχα και τον ίδιο τον Δραγασάκη. Ο Βασίλης πίστευε ότι αυτή ήταν µια απόπειρα του Ντάισελµπλουμ, σε συνεν-νόηση µε τον Αλέξη, να µε «περιορίσει». Δε µε πείραξε καθόλου. «Όσο περισσότεροι τόσο καλύτερο», σκέφτηκα.

`

Ο ριζοσπαστικός ευρωπαϊσµός στο Eurοgrοup

Οι υπουργοί Οικονοµικών που συμμετέχουν για πρώτη φορά σε Eurοgrοup έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις πολιτικές προτεραιότητες τους στην παρθενική τους οµιλία. Ξεκίνησα τη δική µου αναφερόµενος στην κόπωση των συναδέλφων µου:

Aντιλαµβάνοµαι την κόπωση σας με το ελληνικό δράµα. Αλλά, πιστέψτε µε, ο ελληνικός λαός έχει κουραστεί ακόµα περισσότερο … Η κυβέρνηση µας αντιμετωπίζει την πρόκληση να κερδίσει κάτι πολύτιμο χωρίς να σπαταλήσει το µοναδικό κεφάλαιό της: πρέπει δηλαδή να κερδίσουµε την εµπιστοσύνη σας χωρίς να χάσουµε την εµπιστοσύνη του λαού µας. Διότι η στήριξη του ελληνικού λαού αποτελεί σηµαντικό κεφάλαιο στον αγώνα της Ευρώπης να επιλύσει τα πρόβληµα της Ελλάδας και να την κάνει σταθερή και, στην ουσία, κανονική χώρα.

Στη συνέχεια δεσμεύτηκα ότι η κυβέρνηση µας θα προχωρήσει σε οικονοµική εξυγίανση, βαθιές µεταρρυθµίσεις και σε µια ολομέ-τωπη επίθεση στα οργανωµένα συµφέροντα. «Γιατί να περιµένετε από εμάς να πετύχουμε αυτά που άλλες ελληνικές κυβερνήσεις δεν µπόρεσαν;» ρώτησα. «Απλώς επειδή εµείς δε συνδεόμαστε µε οµάδες συµφερόντων. Δε θα δεσμευτούμε µόνο για τις µεταρ-ρυθµίσεις στη θεωρία, θα τις υλοποιήσουμε στην πράξη». Όµως, για να επιτύχουμε αυτούς τους στόχους, θα πρέπει να έχουµε τον λαό στο πλευρό µας. Και για να το πετύχουμε αυτό, θα πρέπει να πειστεί ότι υφίσταται δίκαιη μεταχείρηση.

Αυτός, εξήγησα, ήταν ο λόγος για τον οποίο επαναπροσλάβαμε τις απολυµένες καθαρίστριες και τους σχολικούς φύλακές, για τους οποίους τα δικαστήρια της χώρας είχαν κρίνει πως είχαν απολυθεί παράνοµα από την προηγούµενη κυβέρνηση, και’ εντολή της τρόϊκας. Γι’ αυτό υποσχεθήκαμε να καταργήσουµε τις περικοπές στις συντάξεις για τους ηλικιωµένους που ζουν κάτω από το (εξαιρετικά χαµηλό) όριο φτώχειας που ισχύει στην Ελλάδα. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο εξετάζουμε τρόπους για τη σταδιακή αποκατάσταση του κατωτάτου µισθού στον ιδιωτικό τοµέα. Οι συνάδελφοί µου του Eurοgrοup είχαν τη δέσμευση µου, τους είπα, ότι κανένα από αυτά τα µέτρα μικρής κλίµακας δε θα είχε αξιόλογο δηµοσιονοµικό αντίκτυπο. Το κόστος αυτών των µικρών παρεµβάσεων, µε αντάλλαγµα µια ανανεωμένη αίσθηση δικαιοσύνης, ήταν ανεπαί-σθητο. Το να θεωρούµε την παράνομη απόλυση µιας καθαρίστριας μεταρρύθμιση και την επαναπρόσληψη της απόδειξη ότι οι µεταρρυθµίσεις ανατράπηκαν ήταν ανώφελο, αν όχι παράλογο.

Για να δείξω τη δεκτικότητα µας στη συµμετοχή διεθνών οργανισµών, ανέφερα τη νέα συνεργασία µας µε τον ΟΟΣΑ και πρό-τεινα να συνεργαστούµε στενά με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ στους τοµείς της τεχνογνωσίας τους, καλώντας την Ευρωπαϊκη Επιτροπή να λειτουργήσει ως πολιτικός διαμεσολαβητής µεταξύ της Αθήνας και των άλλων πρωτευουσών. Όσον αφορά το θέµα των ιδιωτικοποιή-σεων και της αξιοποίησης της δηµόσιας περιουσίας, δήλωσα τα εξής:

Η κυβέρνηση µας δεν έχει δογµατισµούς … και είναι έτοιµη και πρόθυµη να αξιολογήσει κάθε περίπτωση ξεχωριστά σύµφωνα µε τις ιδιαιτερότητες της. Ταχείες εκποιήσεις της δηµόσιας περιουσίας, όταν οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων είναι εξαιρετικά χαµηλές, δεν αποτελούν ευφυή πολιτική. Η κυβέρνηση θα δημιουργήσει νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα που θα ενσωματώσει τα δηµόσια περιουσιακά στοιχείο, θα αυξήσει την κεφαλαιακή τους αξία μέσα από την αναμόρφωση των περιουσιακών δικαιωµάτων και θα τα χρησιµοποιήσει ως εχέγγυο προκειµένου να παράσχει -σε συνεργασία µε ευρωπαϊκούς επενδυτικούς οργανισµούς όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων-χρηµατοδότηση τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τοµέα … Σε συνεργασία µε την ΕΚΤ θα δηµιουργήσουµε νέα δημόσια τράπεζα για να διαχειριστεί τα μη εξυπηρετούµενα δάνεια, ώστε οι τράπεζες να µπορέσουν να στηρίζουν τις µικρές επιχειρήσεις και τις οικογένειες .

Τι συμβαίνει σε µια δηµοκρατία -ρώτησα άλλη µία φορά, όπως είχα πει ότι θα κάνω στο Ελληνικό κοινοβούλιο την προηγούµενη µέρα, κι όπως είχα προτείνει, στον Ντάισελµπλουµ να κάνουµε στην πρώτη µας, µοιραία, συνάντηση-όταν δύο βασικές αρχές-της συνέ-χειας του κράτους και της δηµοκρατίας συγκρούονται; οι δημοκρα-τίες βρίσκουν έναν συµβιβασµό που να αντανακλά την κοινή βούληση.

Ποιό ήταν το καθήκον µας σε αυτό το ευρωπαϊκό φόρουµ; Να καθιερώσουμε µια νέα σχέση, πάνω σε κοινό έδαφος μεταξύ του Ελληνικού προγράµµατος που συµφωνήθηκε από προηγούµενες, κυβερνήσεις και της νωπής λαϊκής εντολής προς τη νέα κυβέρνησή µας. Για τον σκοπό αυτό κάλεσα το ΔΝΤ να δηλώση µε σαφήνεια τις απόψεις του σχετικά µε τη βιωσιμότητα του χρέους και τις προτάσεις µου για την ανταλλαγή χρέους, εκείνη τη στιγµή θυμήθηκα το «αστειάκι» του Γερούν Ντάισελµπλουμ κατά τη συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα ότι η ΕΕ είχε ήδη µια µόνιµη διάσκεψη για τη µείωση του χρέους: το Eurogroup. Βασισμένος σε αυτό, πρόσθεσα το εξής:

«Καλωσορίζω την πρόσφατη δήλωση του κ. Ντάισελµπλουµ στην κοινή µας συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα ότι το Eurοgrοup είναι το κατάλληλο φόρουµ για να λειτουργήσει ως µια µόνιµη συνδιάσκεψη χρέους και να ασχοληθεί µε την αναδιάρθρωση χρέους των κρατών-µελών της ευρωζώ-νης. Ως εκ τούτου, προτείνουµε να δηµιουργηθεί µια ειδική οµάδα εργα-σίας του Eurοgrοup που θα συγκεντρώσει εκπροσώπους και ειδικούς από τα κράτη-μέλη γι’ αυτό τον σκοπό».

Καθώς έλεγα αυτό τα λόγια, µε την άκρη του µατιού µου παρα-τήρησα το θυµωµένο βλέµµα που έριξε ο Σόϊµπλε στον αποσβο-λωµένο Ντάισελµπλουμ και δεν µπόρεσα να συγκροτήσω ένα χαµόγελο.

Στη συνέχεια πέρασα από το ουσιώδες ζήτηµα της αναδιάρθρω-σης του χρέους µας στις ανάγκες βραχυπρόθεσμης ρευστότητας του κράτους µας. Η τρόϊκα απαιτούσε από το πτωχευµένο Ελληνικό κράτος να πληρώσει κάτι λιγότερο από 5 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ µέχρι τον Ιούλιο του 2015 και έπειτα, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, ακόµη 6,7 δισ. ευρώ στην ΕΚΤ. Πρότεινα να ξεκινήσουμε µε µια πρώτη, μετριοπαθή συµφωνία ότι η ΕΚΤ θα επιστρέψει αµέσως τα 1,9 δισ. ευρώ που οφείλει στην Ελλάδα από τα κέρδη των τελευταίων ετών που αποκόµισε από την κατοχή οµολόγων SMP. Αυτά όταν χρήματα της Ελλάδας. Εάν οι πιστωτές ήθελαν να συνεχίσουμε τις αποπλη-ρωµές µας προς αυτούς, το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να µας δώσουν πρόσβαση στα δικά µας χρήματα, οτιδήποτε λιγότερο θα ήταν πρόσκληση για να αθετήσουμε τις υποχρεώσεις µας.

Θέλω να είµαι απολύτως σαφής ως προς αυτό: η κυβέρνηση ζητεί να λυθεί το θέµα της βραχυπρόθεσμης ρευστότητας όχι ως αυτοσκοπό αλλά … υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι το πρώτο βήµα ειλικρινών διαπραγµατεύσεων, µε καλή πίστη, ώστε να σφυρηλατήσουμε ένα διαφορετικό συµβόλαιο µεταξύ µας, το οποίο θα βασίζεται στην κοινή προσπάθεια να επιτύχουμε ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσµατα και να εφαρµόσουµε αποτελεσµατικές και κοινωνικά δίκαιες διαρθρωτικές πολιτικές συµπεριλαµβανοµένων ασφαλώς και πολλών στοιχείων του προηγούμενου προγράµµατος που αποδεχόμαστε. Χρειαζόσαστε διαβεβαιώσεις επ’ αυτού. Μια τέτοια επέκταση δε θα πρέπει να εκληφθεί ως έμμεση αποδοχή της λογικής της προηγούµενης ατζέντας την οποία απέρριψε ο λαός µας

Με τις φράσεις αυτές παρουσίασα κάτι που δεν είχε ξανακου-στεί γύρω από το απέραντο τραπέζι του Eurogroup: την «ασυµβί-βαστη μετριοπάθεια » στο πλαίσιο του ριζοσπαστικού ευρωπαϊσμού που προκρίναμε.

Αφού εμβάθυνα σε ορισμένες τεχνικές λεπτοµέρειες, ολοκλήρωσα με τα παρακάτω λόγια

Η Ευρώπη είναι ενιαία και αδιαίρετη, και η κυβέρνηση της Ελλάδας θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι ένα μόνιμο και αδιαχώριστο μέλος της Ευρωπαϊκης και της Νομισματικής Ένωσης … Κάποιοι από εσάς , το ξέρω, δυσαρεστεθήκατε από τη νίκη ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος. Σε εσάς έχω να πω το εξής: Αν μας αντιμετωπίσετε ως αντιπάλους , θα χάσετε μια μεγάλη ευκαιρία. Είμαστε αφοσιωμένοι ευρωπαϊστές. Ενδιαφερόμαστε ισχυρότατα για τον λαό μας αλλά δεν είμαστε λαϊκιστές που υπόσχονται τα πάντα σε όλους τους Έλληνες. Επιπλέον, µπορούµε να πείσουμε τον ελληνικό λαό να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα είναι πραγµατικά επωφελής για τον μέσο Ευρωπαίο. Στα πρόσωπά μας θα βρείτε αξιόπιστους εταίρους που δε βλέπουν αυτές τις συναντήσεις ως έναν τρόπο να κερδίσουν κάτι από το τίποτα, να κερδίσουν εις βάρος των υπόλοιπων πολιτών της Ευρώπης.

`

Δηµοκρατία τετέλεσται, επισήμως

αθώς συνόψιζα, ο Δραγασάκης και ο Χουλιαράκης μου ένευαν επιδοκιμαστικά. Ο Ισπανός Λουίς ντε Γκίντος στα δεξιά μου φαινόταν ανήσυχος. Μόλις τελείωσα ο υπουργός οικονομικών της Γαλλίας Μισέλ Σαπέν τοποθέτησε την πινακίδα με το όνομα της χώρας του κάθετα στο τραπέζι, ο επιβεβλημένος τρόπος για να ζητήσει τον λόγο. Ο Γερούν του τον έδωσε.

Μία μέρα πριν, λίγο μετά τη δήλωσή μου ότι προτίθεμαι να δεχτώ το 70% των μέτρων του μνημονίου στο πλαίσιο μιας νέας συμφωνίας, είχα λάβει μήνυμα από το Παρίσι ότι η κίνηση μου ευχαρίσιησε ιδιαίτερα τη γαλλική κυβέρνηση. Γι’ αυτό δε μου έκανε εντύπωση όταν ο Μισέλ Σαπέν ξεκίνησε την τοποθέτηση του με εγκωμιαστικά σχόλια για την πρόταση οικοδόμησης γέφυρας μεταξύ του μνημονιακού προγράμματος και των προτάσεων της κυβέρνησης μας, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο τύπο συμβολαίου μεταξύ της Ελλάδας και του Eurogroup. Αλλά πριν καλά καλά ολοκληρώσει ο Μισέλ, ο Βόλφγκανγκ έβαλε τη δική του πινακίδα σε κάθετη θέση, µε μια έκφραση αποφασιστικότητας που φάνηκε να θορυβεί τον ομιλούντα. Αργότερα θα συνειδητοποιούσα ότι ήταν ίσως η πρώτη και τελευταία φορά που ο Μισέλ Σαπέν είχε τολμήσει να εκφράσει κατηγορηµατικά την υποστήριξη του σε οτιδήποτε έλεγα στο Eurogroup. Η ιεραρχία εντός του πάλαι ποτέ γαλλογερμανικού άξονα επρόκειτο να επιβεβαιωθεί, ήδη από την πρώτη ώρα του πρώτου μου Eurogroup.

Με την έναρξη της τοποθέτησης του ο Σόιμπλε έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα στον Σαπέν. «Δεν µπορούµε», είπε έντονα, «να επιτρέψουμε στις εκλογές να αλλάζουν την οικονομική πολιτική». Η Ελλάδα είχε υποχρεώσεις οι οποίες, με βάση τις συμφωνίες μεταξύ των προκατόχων μου και της τρόϊκας, δεν μπορούσαν να αναθεωρηθούν μέχρι την ολοκλήρωση του μνημονιακού προγράμματος. Το γεγονός ότι το Ελληνικό μνημο-νιακό πρόγραμμα ήταν αδύνατον να ολοκληρωθεί δε φαινόταν να τον απασχολεί. Αυτό που µε εξέπληξε στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε περισσότερο κι από την άποψη του ότι οι ε κλογές έπρεπε να αποψιλωθούν από τη δυνατότητα να αλλάζουν κάτι ουσιαστικά, ότι έπρεπε να καταργηθεί η δηµοκρατική διαδικασία, επί της ουσίας, αν όχι τύποις, ήταν ότι δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να την εκφράσει ..

Ο συλλογισμός του βέβαια ήταν απλός: Εάν κάθε φορά που ένα από το δεκαεννέα κράτη-μέλη άλλαζε κυβέρνηση το Eurοgrοup αναγκαζόταν να επανασχεδιάσει την πολιτική του, τότε οι γενικές οικονομικές πολιτικές του θα εκτροχιάζονταν. Φυσικά, από αυτή την άποψη, είχε δίκιο η δημοκρατία είχε πράγματι πεθάνει τη στιγμή που το Eurοgrοup απέκτησε την Εξουσία να υπαγορεύει την οικονομική πολιτική στα κράτη-μέλη, χωρίς να έχει καθιερωθεί οτιδήποτε που να προσομοιάζει με μια ομοσπονδιακή, δημοκρατική κυριαρχία.

Μετά την ομιλία του Βόλφγκανγκ πήραν τον λόγο για να τον υποστηρίξουν ένθερμα ο ένας με τα τον άλλον οι υπουργοί. Πέραν εκείνων οι οποίοι ίσως να είναι τόσο δεμένοι στο γερμανικό άρμα ώστε μπορεί και να έχουν εσωτερικεύσει την πίστη στις πολιτικές λιτότητας, ήταν φανερό ότι ακόμη και πολλοί που διαφωνούσαν ένοιωθαν την ανάγκη να τον μιμηθούν. Υπήρχαν, κατέληξα, τριών ειδών υποστηρικτές της γραµµής Σόϊµπλε: (1) Οι µαζορέτες των τέως κομουνιστικών χωρών που την είχαν ενστερνιστεί πλήρως , π.χ. οι υπουργοί οικονοµικών της Λιθουανίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας. (2) Υπουργοί μνημονιακών χωρών, δηλαδή της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Κύπρου, που σε περίπτωση που πετυχαίναµε εµείς µια σοβαρή αναδιαπραγμάτευση δε θα μπορούσαν εύκολα να εξηγήσουν στους λαούς τους γιατί εκείνοι δεν κινήθηκαν αναλόγως. Και (3) οι υπουργοί µιας µικρής αλλά σημαντικής οµάδας χωρών, µε τη Γαλλία στο κέντρο της και το Βέλγιο και την Αυστρία από κοντά, των οποίων οι υπουργοί έτρεμαν ότι ο Βόλφνγανγκ Σόϊµπλε ίσως τις εξανάγκαζε να εφαρµόσουν πολιτικές λιτότητας στο µέλλον, συντοµότερο απ’ ό,τι σε διαφορετική περίπτωση, εφόσον δεν τον στήριζαν εναντίον µας.

Όταν ήρθε η σειρά µου να απαντήσω, δεδοµένου ότι κανείς προλαλήσας δεν το είχε τολμήσει, έπρεπε να σταθώ αντιμέτωπος µε την περιφρόνηση του Βόλφνγανγκ προς τη δηµοκρατία:..

«Η ιδέα ότι δεν µπορούµε να επιτρέψουµε οι εκλογές να αλλάζουν την οικονομική πολιτική µιας χώρας αποτελεί µέγιστο δώρο στους υποστηρικτές του Λι Κουάν Γιου [σηµ.: ιδρυτή και δικτάτορα της Σιγκαπούρης] και στο Κομουνιστικό Κόµµα της Κίνας, που επίσης απορρίπτουν την ιδέα της δηµοκρατικής διαµόρφωσης της οικονομικής πολιτικής. Η αµφισβήτηση της αξίας της Δηµοκρατίας έχει, βέβαια, µακρά παράδοση. Θα ήθελα όµως, συνάδελφοι, να πιστεύω ότι αυτή η παράδοση αµφισβήτησης, της δηµοκρατίας έχει εδώ και πολύ καιρό εξοβελιστεί από την καρδιά της δηµοκρατικής Ευρώπης. Φαίνεται όµως ότι η κρίση του ευρώ την επανέφερε. Σας καλώ όλους να συνασπιστούμε εναντίον της αµφισβήτησης της αρχής της Δηµοκρατίας ξεκινώντας από εδώ µέσα.Το δικαίωµα σε δηµοκρατική διακυβέρνηση δεν αποτελεί πολυτέλεια που δικαιούνται οι πιστωτές και στερείται από τους οφειλέτες.

Συνάδελφοι, ακόµα και από οικονομική πλευρά να το δούµε, το έλλειµµα δηµοκρατίας στην καρδιά της νοµισµατικής µας ένωσης ευθύνεται σε µεγάλο βαθµό για τη διαιώνιση της κρίσης του ευρώ. Βέβαια, ίσως να κάνω λάθος. Συνάδελφοι, αν νοµίζετε ότι κάνω λάθος, εάν πράγματι συμφωνείτε µε τον Βόλφνγανγκ, τότε σας καλώ να το δηλώσετε ρητά, προτείνοντας οι εκλογές σε χώρες όπως η Ελλάδα να ανασταλούν µέχρι να ολοκληρωθεί το πρόγραµµά τους. Ποιο είναι το νόημα να ξοδεύουµε χρήµατα για εκλογές και να ζητάµε από τους πολίτες µας να ενεργοποιούνται κατά την προεκλογική περίοδο; Για να εκλέξουν κυβερνήσεις που δεν έχουν καµία δυνατότητα να αλλάξουν τίποτα;» ..

Ο Δραγασάκης         έγειρε προς το µέρος µου για να µε συγ-χαρεί ψιθυριστά. Ανεξάρτητα από τις διαφορές µας, η επι-χειρηματολογία µου φαίνεται να συντονί-στηκε µε κάτι μέσα του. Είτε επειδή οι παριστάμενοι ένιω-σαν  άσχημα  να αντικρούσουν την τοποθέτηση µου είτε για κάποιον άλλον λόγο, κανείς άλλος δε ζήτησε να µιλήσει, οπότε ο Ντάισελµπλουμ ανακοίνωσε «θα διακόψουµε τώρα για δέκα λεπτά και στη συνέχεια θα επανέλθουµε για να συντάξουμε το ανακοινωθέν». Η ώρα ήταν 6 µ.µ., µιάµιση ώρα μετά την έναρξη της συνάντησης, αλλά η δουλειά µας µόλις είχε ξεκινήσει. Αυτό που είχε πραγματικά σημασία δεν ήταν τα λογύδριά µας εκεί µέσα, αλλά το κοινό ανακοινωθέν που θα δηµοσιοποιούνταν στο τέλος της βραδιάς.

 

Για µια τόση δα λέξη

Νωρίτερα είχα ζητήσει από τη γραµµατεία του Eurοgrοup να µοιράσει τα τρία non-paper που είχα ετοιμάσει, έτσι ώστε όλοι οι συμµετέχοντες υπουργοί να είναι σε θέση να εξετάσουν τις προτάσεις µου, εγγράφως και λεπτομερειακά. Δεν πίστευα σι’ αυτιά µου όταν η γραµµατεία µου είπε ότι αυτό «ήταν δύσκολο». Αµέσως έσπευσαν µαζί ο Γερούν Ντάισελµπλουμ µε τον Τόµας Βίζερ να επαυξήσουν λέγοντας ότι αυτό που ζητούσα «δεν ήταν δυνατό».Μην µπορώντας να το πιστέψω, τους ρώτησα: «Μου λέτε ότι θα µε εμποδίστε να κοινοποιήσω στους συναδέλφους µου λίγες σελίδες µε την ουσία των προτάσεων µας σε βασικά ζητήματα σχετικά με το ελληνικό πρόγραµµα, που σήµερα αποτελεί το µοναδικό θέµα της συνεδρίασης µας;» Ναι, ακριβώς αυτό µου έλεγαν. Μα γιατί; ποιός ο λόγος; Μπορούσε να υπάρχει λογική στην άρνηση τους;..

 

Η απάντηση ήρθε µόλις ξαναμαζευτήκαμε από τα χείλη του Βόλφνγανγκ. Αν έπρεπε να παραλάβει τις προτάσεις µου, ισχυρίστηκε, θα ήταν υποχρεωμένος εκ του νόµου να τις καταθέσει στην Μπούντεσταγκ, το Οµοσπονδιακό Κοινοβούλιο της Γερµανίας στα Βερολίνο. Και τότε θα ξεσπούσε «κόλαση», ισχυρίστηκε, καθώς οι διάφορες παρατάξεις στο κόµµα του και στην αντιπολίτευση θα προέβαλλαν τις αντιρρήσεις τους . Οι προτάσεις µου θα ήταν «νεκρές» πριν καν δοθεί η ευκαιρία στους θεσμούς να τις εξετάσουν. «Γι’ αυτό καλύτερα πήγαινε τις προτάσεις σου στους θεσµούς», πρότεινε ακόµη µία φορά.

Το επιχείρηµα του Σόϊµπλε δεν είχε, προφανώς, το παραµικρό νοµικό έρεισµα. Μια έρευνα που διέταξα να γίνει από κορυφαίους Γερµανούς νοµικούς επιβεβαίωσε αυτό που φανταζόμουν: Ο Γερµανός υπουργός οικονοµικών είχε, πράγµατι, υποχρέωση να ενημερώσει την Μπούντεσταγκ πριν µονογράψει οποιοδήποτε σχέδιο συµφωνίας δεσµευτικό για την Ομοσπονδιακή Δηµοκρατία της Γερµανίας, το οποίο κατόπιν θα κατετίθετο στην Μπούντεσταγκ για ψήφιση. Όμως, σε καµία περίπτωση δεν ήταν υποχρεωμένος να καταθέτει απλά non-paper τα οποία του έστελνε οµόλογός του προς ενηµέρωση του για τις θέσεις µε τις οποίες προσερχόταν στο Eurοgrοup η ή σε διµερείς συνοµιλίες. Η άρνηση τους, και η απαγό-ρευση της γραµµατείας του Eurogroup, να µοιράσουν τα ενημε-ρωτικά κείµενά µας δεν ήταν τίποτα λιγότερο από µια χυδαία πράξη υπονόµευσης της ποιότητας του διαλόγου εντός του Eurogroup.

Δεν ήταν η µοναδική φορά εκείνο το βράδυ που µε εµπόδισαν να µοιραστώ τις προτάσεις µου µε άλλους υπουργούς. Αυτό συνέβαινε κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν. Σε όλες τις συνεδριάσεις του Eurοgrοup η γραµµατεία και το προεδρείο µου το απαγόρευαν. Σε µια περίπτωση μάλιστα ο Γερούν τόλμησε να µε απειλήσει λέγοντας µου ότι, αν έστελνα ο ίδιος, άνευ της διαμεσο-λάβησης της γραµµατείας του Eurοgrοup ή της Eπιτροπής, µέσω του µέιλ του δικού µας υπουργείου, τις προτάσεις µου στα άλλα υπουργεία οικονοµικών, θα παραβίαζα το πρωτόκολλο το οποίο θα σήµαινε, επέµεινε, ότι οι προτάσεις δε θα μπορούσαν ποτέ να ληφθούν υπ’ όψιν. Κι όλα αυτά την ώρα που, έξω από την αίθουσα, τα μέσα µαζικής αποβλάκωσης διέδιδαν ότι προσερχόµουν στο Eurοgrοup χωρίς προτάσεις!

Εκείνη τη µέρα, δεδοµένου ότι ήταν το πρώτο µου Eurogroup, δεν επιθυµούσα να συγκρουστώ σε όλα το µέτωπα ταυτόχρονα. Με το σχέδιο του ανακοινωθέντος έτοιμο προς διανομή, κράτησα το στόµα µου κλειστό. Όταν ήρθε στα χέρια µου το σχέδιο από τη γραµµατεία του Γερούν, µια µατιά αρκούσε για να καταλάβω ότι ήταν απαράδεκτο. Κατ’ αρχάς, δέσµευε ρητά την Ελλάδα να ολοκληρώσει το δεύτερο µνηµονιακό πρόγραµµα µε την εφαρμογή του συνόλου του µνηµονίου. Η µοναδική ένδειξη στο εν λόγω σχέδιο ότι το Eurοgrοup είχε λάβει γνώση πως στην Ελλάδα είχαµε εκλογές πρόσφατα, και πως η κυβέρνηση που είχε υπογράψει εκείνο το µνηµόνιο είχε πέσει, αντικαθιστάμενη από άλλη που είχε τη λαϊκή εντολή ανατρέψει, ήταν η προσθήκη της φράσης «… µε τη µέγιστη δυνατή ευελιξία στο πρόγραµµα, ώστε να προσαρμοστούν σε αυτό οι προτεραιότητες της νέας ελληνικής κυβέρνησης».

Η «µέγιστη δυνατή ευελιξία» είναι το τροϊκανό ισοδύναµο του διαφηµιστικού σλόγκαν του Χένρυ Φορντ για το πρώτο αυτοκί-νητο µαζικής παραγωγής , το θρυλικό Μοντέλο Τ: «Μπορείτε να το έχετε σε οποιοδήποτε χρώµα επιθυµείτε, αρκεί να είναι µαύρο!» Έτσι και με το µνηµόνιο: Η νέα σκληρή λιτότητα, το συνολικό ύψος των δ ηµοσιονοµικών περικοπών, ήταν δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα σύµφωνα με το σχέδιο ανακοινωθέντος του Γερούν. Οσο για τη «µέγιστη δυνατή ευελιξία», αφορούσε την κατανοµή του πόνου στον πληθυσμό της χώρας κάτι σαν την «Επιλογή της Σόφι», τη γνωστή ταινία του Άλαν Πάκουλα µε τη Μέρυλ Στριπ, στην οποία η ηρωίδα της ταινίας πρέπει να επιλέξει ποιο από τα παιδιά της θα γλιτώσει το κρεματόριο.

Παίρνοντας τον λόγο επισήμανα ότι το σχέδιο ανακοινωθέντος του Γερούν αποτελούσε µια συλλήβδην απόρριψη της γέφυρας την οποία είχαµε προτείνει, µε την υποστήριξη της Γαλλίας, μεταξύ του µνηµονιακού προγράµµατος και της νωπής λαϊκής µας εντολής. Για να δείξω καλή πίστη, ανέφερα ότι θα το δεχόµουν, αν θα μπορούσαµε να συµφωνήσουµε στην εισαγωγή ενός επιθέτου. «θα µπορούσες να προσθέσεις τον όρο «τροποποιημένο» µπροστά από το «πρόγραµµα»;» ρώτησα τον Γερούν…

Φάνηκε να εκπλήσσεται ευχάριστα από τη διαλλακτικότητα µου. Πράγµατι, ήταν τεράστιο παραχώρηση εκ µέρους µου να δεσµεύσω την κυβέρνηση µας στην «επιτυχημένη » ολοκλήρωση του τροποποιημένου προγράµµατος», ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι πάγια θέση του Σύριζα ήταν να σκιστεί σε πολύ µικρά κομματάκια το εν λόγω «πρόγραµµα»…

«Θα δεσµευόσουν πράγματι στην ολοκλήρωση του τροποποιημένου προγράµµατος,» µε ρώτησε έκπληκτος…

Συμβουλεύτηκα στα γρήγορα τον Δραγασάκη και τον Χουλιαράκη. Αν και στη συμφωνία θα αντετίθεντο πολλοί συνά-δελφοι υπουργοί και βουλευτές, και θα είχαν πολύ καλό λόγο να το κάνουν, σε τελική ανάλυση όλα θα εξαρτιόντουσαν από την ερμηνεία του όρου «τροποποιημένο». Έτσι κι αλλιώς, τους είπα, το δύο ζητούμενα είναι, πρώτον, η τροποποίηση να σημάνει άµεσο τερµατισµό της λιτότητας και, δεύτερον, η αναδιάρθρωση του χρέους να επακολουθήσει µετά την οποιοδήποτε ολοκλήρωση του ισχύοντος προγράμματος ως εκ των ων ουκ άνευ.Συμφώνησαν και οι δύο.

«Ναι, Γερούν, είμαστε διατεθειμένοι να δεσμευτούμε σε ένα τροποποιημένο πρόγραµµα που θα είναι µακροοικονοµικά βάσιµο, δημοσιονομικά βιώσιµο, κοινωνικά δίκαιο και θα περιέχει µεταρρυθµίσεις που να µπορούν να γίνουν αποδεκτές από τον λαό µας», είπα.

«Θα κάνουµε µια σύντοµη διακοπή», ανακοίνωσε ο πρόεδρος του 
Eurogroup, εµφανώς ικανοποιηµένος.

Καθώς περιµέναµε, είχα µια ευχάριστη συνοµιλία µε τον Ισπανό ομόλογο µου, και γείτονα µου στο τραπέζι του Eurogroup, τον Λουίς ντε Γκίντος. Παρά το γεγονός ότι εκπροσωπούσα µια κυβέρνηση που αποτελούσε θανατηφόρο απειλή για τη δική του, η χηµεία μεταξύ µας ήταν καλή: «Θα έπρεπε να δεις τι τράβηξα όταν ανέλαβα αυτή τη θέση για πρώτη φορά και οι τράπεζες µας κατέρρεαν. Ήταν τροµερό!» είπε, δείχνοντας προς την κατεύθυνση του Βόλφγκανγκ. Δεν ήταν βέβαια «η αρχή µιας θαυµάσιας φιλίας» μεταξύ µας, αλλά, τελικά, η καλή µας χημεία θα απέφερε µια συναρπαστική συζήτησn λίγους μήνες αργότερα στο γραφείο του στη Μαδρίτη.

Η περίπτωση του Ντε Γκίντος δεν ήταν µοναδική. Υπήρχαν αρκετοί αξιωµατούχοι µε τους οποίους επικοινωνούσαµε ανθρώπινα, χωρίς μικρότητες και προσωπικές αντιθέσεις, µε κατανόηση και, συχνά, µε χιούµορ. Μπορεί να μη συµφωνούσαµε καθόλου πολιτικά ή ιδεολογικά, αλλά πάντως µιλάγαµε την ίδια γλώσσα και επιθυµού-σαµε εξίσου να φτάσουμε στη ρίζα όποιου προβλήµατος συναντού-σαµε. Ο Ντε Γκίντος, ο Ντράγκι και αρκετοί άλλοι ανήκαν σε εκείνη την κατηγορία. Μια μέρα συνειδητοποίησα ποιο ήταν το κοινό στοιχείο τους: ήταν όλοι τους πρώην διευθυντικά στελέχη της … GoIdman Sachs!

Όταν η συνεδρίαση ξανάρχισε, ο Γερούν είχε το βλέµµα κατεβασμένο. Ο Βόλφγκανγκ, µας εξομολογήθηκε μπροστά στα μάτια του Γερµανού υπουργού, δεν µπορούσε να δεχθεί να µπει ο επιθετικός προσδιορισµός «τροποποιημένο» μπροστά από το «πρόγραµµα». Τότε, προφανώς για να εξηγηθεί, ο Βόλφγκανγκ άνοιξε το µικρόφωνό του λέγοντας ότι η προσθήκη του επιθέτου «τροποποιημένο» θα τον υποχρέωνε να παραπέµψει το θέµα στην Ομοσπονδιακή Bουλή για έγκριση. Το ελληνικό πρόγραµµα, όπως ορίζεται στο µνηµόνιο, είχε ψηφιστεί από το γερµανικό κοινοβούλιο, µας υπενθύμισε. Οποιαδήποτε τροποποίηση θα πρέπει να ψηφιστεί επίσης. Ωστόσο, δεδοµένου ότι το πρόγραµµα επρόκειτο να λήξει σε ακριβώς δεκαεπτά ηµέρες, δεν υπάρχει χρόνος να συμφωνηθούν λεπτοµερείς τροπολογίες, να κατατεθούν στην Μπούντεσταγκ και να ψηφιστούν. Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε εναλλακτική λύση παρά να δεσμευτεί στο υπάρχον πρόγραµµα ή να δεχθεί ότι οι τράπεζες της θα πρέπει να κλείσουν στις 28 Φεβρουαρίου.

Κάπως έτσι η σύγκρουση για την οικονομική πολιτική και το µεταρρυθµιστικό πρόγραµµα της χώρας µας μετατράπηκε σε µια σύγκρουση δύο κοινοβουλίων. Αλλά παρά το γ εγονός ότι ο Βόλφγκανγκ Σόϊµπλε επικαλέστηκε το γερµανικό κοινοβούλιο προκειµένου να αναγκάσει το ελληνικό κοινοβούλιο να παραιτηθεί από την κυριαρχία του, εγώ δε σκόπευα να του κάνω αυτή την παραχώρηση. Κρίνοντας από τη γλώσσα του σώµατος του, κατά-λαβα ότι το ήξερε. Όταν ο Βόλφγκανγκ ολοκλήρωσε, ο Γερούν µε κοίταζε µε φανερή εχθρότητα προτού πει:

«Γιάνη, ελπίζω να συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείτε να φύγετε από αυτή την αίθουσα χωρίς ένα συμφωνημένο ανακοινωθέν. Αντιμετωπίζετε αυστηρή προθεσµία. Κάθε επέκταση του προγράμματος χρειάζεται τουλάχιστον δύο εβδοµάδες για να πέρασει από τα τέσσερα κοινοβούλια που πρέπει να το ψηφίσουν, όπως το σύνταγμα των χωρών τους απαιτεί. Ο Φινλανδός συνάδελφος µου λέει ότι η κοινοβουλευτική τους ατζέντα είναι εξαιρετικά γεµάτη και ότι θα πρέπει να αρχίσουν τη διαδικασία έγκρισης οποιασδήποτε αίτησης για παράταση του Ελληνικού προγράµµατος µέχρι αύριο το πρωί. Εάν δεν υπάρξει συμφωνημένο ανακοινωθέν απόψε, το φινλανδικό κοινοβούλιο δε θα έχει τον χρόνο να εγκρίνει την παράταση, και η ΕΚΤ στις 28 Φεβρουαρίου θα υποχρεωθεί να τραβήξει το καλώδιο από την πρίζα. Εποµένως, δεν υπάρχει.χρόνος. Αποδεχτείτε αυτό το ανακοινωθέν τώρα, διαφορετικά θα χάσετε το τρένο».

Κοιτώντας τον Γερούν και τον Βόλφγκανγκ, απάντησα:

«Είναι µια θλιβερή μέρα για τη δηµοκρατία στην Ευρώπη όταν ένας νεοεκλεγείς υπουργός οικονοµικών, κατά την πρώτη του συµµετοχή στο Eurogroup, αυτό που ακούει είναι ότι τα επιχειρήµατα του και οι προτάσεις του δεν έχουν καµία σημασία, ότι η λαϊκή εντολή την οποία εκπροσωπεί δεν παίζει κανέναν ρόλο. Γιατί αυτό ακριβώς µου λές, Γερούν. Μου λες ότι, λόγω των τεχνικών περιορισµών που συνεπάγονται διάφορες κοινοβουλευτικές διαδικασίες και προθεσµίες, ακόµη και αν κατέθετα καταπληκτικές προτάσεις µε τις οποίες όλοι σε αυτό το δωµάτιο θα ήταν εκστασιασμένοι και που θα μπορούσαν να σώσουν τον λαό µου από µεγάλη ταπείνωση και φοβερές στερήσεις, το πρόγραµµα είναι πρόγραµµα και καµία απόκλιση από αυτό δεν είναι δυνατό.

Είναι χρέος µου ως Ευρωπαίου δημοκράτη και καθήκον µου ως υπουργού οικονοµικών µιας γονατισμένης χώρας να πω όχι σε αυτό το τελεσίγραφο».

Η Κριστίν Λαγκάρντ παρενέβη. Αναγνώρισε το δικαίωµα της ελληνικής κυβέρνησης να «ακουστεί» και έκανε κάποιες διακριτικές επισηµάνσεις σχετικά με τα χρέος µας, χωρίς όµως να αμφισβητήσει τον Βόλφγκανγκ. Χάρη στην παρέµβασή της ένας νέος όρος παρου-σιάστηκε ως πιθανό υποκατάστατο του «τροποποιημένο». «θα δεσµευόσασταν σε ένα «προσαρµοσµένο» πρόγραµµα;» ρωτήθηκα.

Μετά από σύντομη σκέψη αποφάσισα να είµαι ευέλικτος. Ήταν µια κακή εναλλακτική λύση. οι «προσαρμογές» υποδήλωναν ότι το πρόγραµµα ήταν θεµελιωδώς υγιές, όταν το πρόγραµµα χρειαζόταν βαθιά τροποποίηση ακριβώς επειδή απέτυχε και ήταν αδύνατο να ολοκληρωθεί. Όµως, ήµουν αποφασισµένος να κάνω τα πάντα για έναν έντιμο συµβιβασµό, και καθώς δεν πίστευα ότι οι εξελίξεις έπρεπε να καθοριστούν, µε τον έναν ή µε τον άλλον τρόπο, από µια τόση δα λέξη, έναν επιθετικό προσδιορισµό, γι’ αυτό απάντησα ότι θα δεχόµουν τη φράση «προσαρµοσµένο πρόγραµµα» υπό τον εξής όρο το κοινό ανακοινωθέν να αναφέρεται επίσης στην ανθρωπιστική κρίση που έχει ξεσπάσει στην Ελλάδα, λόγω της έως εκείνη τη στιγµή εφαρµογής του εν λόγω «προγράµµατος », καθώς και στη δέσμευση του Eurοgrοup να δράσουµε συλλογικά για την καταπολέμηση της.

«Δεν µπορώ να το δεχτώ αυτό», είπε ο Γερούν. «Ο όρος «ανθρωπιστική κρίση» είναι πολύ πολιτικός!»

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο πολιτικό, Γερούν», ανταπάντησα, «από την προσπάθεια να παραβλέψουµε µια ανθρωπιστική κρίση επειδή θα ήταν πολιτική πράξη η αναφορά µας σε αυτήν».

Ήταν σαφές ότι βρισκόµασταν σε αδιέξοδο. Περίπου στις 10.30 µ.µ. υπήρξε νέα διακοπή. Έξω από την αίθουσα, η Κριστίν Λαγκάρντ µε πλησίασε και προσπάθησε να µε πείσει να δεχτώ τον όρο «προσαρµοσµένο πρόγραµµα» και να αποσύρω το αίτημα µου να αναγνωριστεί στο ανακοινωθέν η ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα.

«Συνειδητοποιείς ότι δεν εξαρτάται µόνο από µένα» της είπα. «Υπάρχει µια κοινοβουλευτική οµάδα που, αν στο πρώτο µας Eurοgrοup καταστήσω τη λαϊκή εντολή άκυρη, θα ξεσηκωθεί. Υπάρχει ένας πρωθυπουργός που περιµένει εδώ κοντά και θα φρίξει». Στη συνέχεια εξέφρασα την απογοήτευση µου για το γεγο- νός ότι τόσο η ίδια όσο και ο Πόουλ Τόµσεν δεν έθεσαν στο Eurοgrοup όσα είχαν παραδεχτεί στις ιδιωτικές συζητήσεις µας. Η Κριστίν απάντησε ότι αυτά το ζητήματα θα πρέπει να τα αφήσουµε για αργότερα. Προς το παρόν, επέµενε, ήταν σηµαντικό να υποστη-ρίξουμε το ανακοινωθέν για να µην παρασύρουμε τους πάντες στον γκρεµό. Της είπα ότι έπρεπε να το συζητήσω µε τον Αλέξη.

Με τη Λαγκάρντ να µε σπρώχνει στην αγκαλιά του Βόλφγκανγκ και τον επίτροπο Μοσκοβισί καθώς και τον Γάλλο υπουργό οικονοµικών Σαπέν να κρατούν αποστάσεις, µόνο ένας άλλος Γάλλος µου πρόσφερε ηθική υποστήριξη: ο υπουργός οικο-νοµίας Εµµανουέλ Μακρόν. Χωρίς να έχει·θέση στο Eurogroup, µου είχε τηλεφωνήσει καθώς πήγαινα στη συνάντηση για να µου ευχηθεί καλή επιτυχία . Κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων για το ανακοινωθέν µου έστελνε τακτικά µηνύµατα, ρωτώντας για τις εξε-λίξεις. Ποια ήταν η αίσθησή µου; Πώς πήγαινε η συνάντηση; Απάντησα ότι ήµουν έτοιµος να κάνω τα πάντα για να καταλήξουν σ’ ένα αξιοπρεπές ανακοινωθέν. «Το πρώτο σχέδιο ήταν άθλιο, ας ελπίσουμε ότι δε θα αποδειχθούν τόσο γελοία πεισματάρηδες», του έγραψα. Στις 10.43 µ.µ. ο Εµµανουέλ µου απάντησε, συμβουλεύο-ντας µε να διατηρήσω την ψυχραιµία µου και να επιδιώξω έναν συµβιβασµό, αλλά µόνο αν αυτός κινούνταν «προς την κατεύθυνση µας». Στις 11.02 µ.µ. του απάντησα: «Mας ωθούν έξω από την πόρτα … Ήθελαν να µε σύρουν σε ένα ανακοινωθέν που ούτε καν ο Σαµαράς δε θα είχε υπογράψει».

`

Στήριξη από τηλεφώνου ..

ταν η στιγμή για άλλη µια διαβούλευση µε τον Δραγασάκη. Του είπα ότι θα μπορούσαµε είτε να κερδίσουµε λίγο χρόνο, αποδεχόµενοι την «προσαρµογή», είτε να ρισκάρουµε να κλείσουν τις τράπεζες µας σχεδόν αµέσως, πριν να έχουµε την ευκαιρία να προετοιμάσουμε τη χώρα για ένα τέτοιο σοκ. Κοιτάζοντας µε εξαντληµένος, ζήτησε τη γνώµη µου. Είπα ότι κλίνω προς τον συµβιβασµό στο ανακοινωθέν, έτσι ώστε να έχουµε την ευκαιρία να θέσουµε σε λειτουργία όλα τα σχέδια στα οποία είχαµε συµφωνήσει, ενόσω οι τράπεζες µας ήταν ακόµη ανοιχτές. Συµφώνησε και ο Χουλιαράκης.

Όλη εκείνη την ώρα ο Αλέξης και ο Παππάς βρίσκονταν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους εκεί κοντά , στις Βρυξέλλες, προετοιµάζοντας την παρουσία τους στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ της εποµένης. Κατά τη διάρκεια του Eurοgrοup κροτούσα τον Αλέξη ενήµερο στέλνοντας του µηνύµατα. Τώρα είχε έρθει η ώρα να µιλήσω απευθείας στον πρωθυπουργό µου.

Μιλήσαµε για µία ώρα περίπου, παρόλο που ο Γερούν µε πλησίασε για να µου πει ότι δεν ήταν φυσιολογικό ένας υπουργός να καλεί τον πρωθυπουργό του κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Eurogroup. Απάντησα ότι δεν ήταν φυσιολογικό ένας υπουργός να εξαναγκάζεται να λάβει επιτόπου, στην παρθενική του εµφάνιση στο Eurogroup, µια απόφαση που θα µπορούσε να οδηγήσει στο άµεσο κλείσιµο του τραπεζικού συστήµατος της χώρας του. Ήταν µια έντο-νη συνοµιλία, αλλά, µε όλους τους άλλους υπουργούς στην αίθουσα να έχουν σχηματίσει πηγαδάκια και να µας κοιτούν, προσπαθούσα να δείχνω ήρεμος.

Όταν διάβασα στον Αλέξη το σχέδιο ανακοινωθέντος που περιείχε τη φράση «προσαρµοσµένο πρόγραµµα», µου είπε αµέσως να το ξεχάσω: «Δε θα περάσει από το υπουργικό συµβούλιο», µου είπε κοφτό, πόσο µάλλον από την κοινοβουλευτική οµάδα! Του µετέφερα την απειλή του Γερούν ότι «θα χάσουµε το τρένο». Ο Αλέξης τότε µε ρώτησε ποια είναι η θέση του Ντράγκι, δεδοµένου ότι η ΕΚΤ είναι που θα δώσει στο λεγόµενο τρένο το πράσινο φως για να αναχωρήσει «Ο Ντράγκι δεν είπε τίποτα. Απλώς φαίνεται δυσαρεστηµένος», απάντησα.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης µας, με το κινητό µου τηλέφωνο να ζεσταίνεται όλο και περισσότερο και το άγχος µου να αυξάνεται, οµολογώ ότι πρέπει να άλλαξα άποψη τρεις ή τέσσερις φορές, ταλαντευόµενος ανάµεσα στο «να πάνε στα τσακίδια!» και στο «ας δεχθούµε το καταραµένο ανακοινωθέν κι ας συγκρουστούμε µε την τρόϊκα όταν έρθει η στιγμή να ορίσουµε τι εννοούµε µε τον όρο «προσαρµοσµένο πρόγραµµα».

Εν τω μεταξύ, ο Δραγασάκης µου έκανε νόηµα ότι θα έπρεπε να πείσω τον Αλέξη να υποχωρήσει. Αμφιταλαντευόμουν. Έκλινα κι εγώ προς τον συµβιβασµό, τον οποίο άλλωστε είχε προτείνει πρώτος στον Δραγασάκη, αλλά ένιωθα ότι ο Αλέξης µάλλον είχε δίκιο. Ήταν η στιγµή που χρειάστηκα τη σταθερότητα του Αλέξη στην άλλη άκρη του τηλεφώνου για να µου δώσει δύναµη. Μετά από δέκα ώρες συνεχών συγκρουσιακών αντιπαραθέσεων, σ’ ένα εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον, ξαφνικά ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να βγω από εκείνο το φωτισμένο με λάμπες φθορίου δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα επιζητούσα τα κρύα, σκοτεινά και άδεια δρομάκια των Βρυξελλών στη μέση μιας νύχτας του Φλεβάρη, ότι θα μπορούσα να νιώσω μια τόσο έντονη επιθυμία να πεταχτώ έξω για να ρουφήξω τη βροχή και να αναπνεύσω τον αέρα της αντιπαθη-τικής αυτής πόλης. Όμως αυτό ακριβώς ένιωσα.

Για μια φευγαλέα στιγμή κατάλαβα πώς οι προηγούμενοι υπουργοί οικονομικών υπέκυψαν στην πίεση και υπέγραψαν τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του Μνηµονιστάν.

Τους κατάλαβα, σε ανθρώπινο επίπεδο. Αργότερα, όταν είχα επιστρέψει στο ξενοδοχείο, τηλεφώνησα στη Δανάη για να μοιραστώ μαζί της το βαρύ φορτίο εκείνης της νύχτας, συμπεριλαμβανομένης εκείνης της σκέψης: ..

«Αν δεν είχαμε τα εκατομμύρια των Ελλήνων που είχαν πιστέψει σε εμάς, που περίμεναν ότι στο Eurοgrοup θα αρνούμασταν να δεσμευτούμε σε αυτό το μισητό πρόγραμμα, πιθανότατα θα υπέκυπτα κι εγώ, Δανάη. Πώς θα μπορούσε ο Παπακωνσταντίνου, ο Βενιζέλος ή ο Στουρνάρας να αντισταθούν σε μια τόσο ασφυκτική πίεση, όταν το μόνο στήριγμά τους πίσω στην πατρίδα ήταν οι ολιγάρχες και οι τραπεζίτες;»

Ο Αλέξης, από την άλλη πλευρά, μακριά από το καμίνι του Eurogroup, ήταν ψυχραιμότερος και σε θέση να διακρίνει καλύτερα τι έπρεπε να κάνουμε. Τη στιγμή που, με τη βοήθεια του, κατάφερα να ξαναβρώ τη μαχητικότητα μου, είδα ένα ανοίκειο παιχνίδι να παίζεται μπροστά στα μάτια μου: ο Σόιμπλε και ο Φινλανδός υπουργός αποχώρησαν από την αίθουσα. Σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση τους ο Γερούν με πλησίασε για να μου πει:

«Ο Φινλανδός συνάδελφός μας έπρεπε να φύγει για το αεροδρό-μιο για να προλάβει την πτήση του. Ο Βόλφγκανγκ έφυγε επίσης. Τώρα που έφυγαν δεν μπορεί να υπάρξει περαιτέρω αλλαγή του κειμένου του ανακοινωθέντος. Είτε το αποδέχεσθε ως έχει είτε όλα τελειώνουν».

«Μην ανησυχείς », είπα στον Γερούν. «Ίσως είναι καλύτερα που έφυγε ο Βόλφγκανγκ, καθώς δεν ήταν δυνατόν να υπογράψουμε αυτό το ανακοινωθέν. Δεν πρέπει να το πάρεις προσωπικά. Απλώς δεν έχουμε εντολή να κάνουμε κάτι τέτοιο. Είμαι σίγουρος ότι ούτε εσύ θα υπέγραφες εάν το ολλανδικό κοινοβούλιο και ο πρωθυπουργός σου δε σε είχαν εξουσιοδοτήσει», του είπα.

Με κάποιoν παράξενο τρόπο ο Γερούν κατάφερε να φανεί ακόμα πιο θυμωμένος. Κάθισα ξανά στη θέση μου και εξήγησα στον Δραγασάκη τι συνέβη. Αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης του Αλέξη. Του είπα ότι, παρότι κι εγώ έτεινα προς την υποχώρηση έως κάποια στιγμή, ο πρωθυπουργός είχε δίκιο.

`

«Μόλις ξέμεινες από χρήματα!»

`

συζήτηση δεν πήγαινε πουθενά. Ο Γερούν με τον Τόμας Βίζερ είχαν φτιάξει ένα δικό τους πηγαδάκι και τα λέγανε. Η Λαγκάρντ πήγαινε από τα ένα πηγαδάκι στο άλλο. Διάφοροι αξιωματούχοι κυκλοφορούσαν στην αίθουσα κάνοντας επα-φές. Ο Μοσκοβισί μόνος του καθόταν όρθιος, σαν να είχε αποκλει-στεί από την κουβέντα. Πού και πού τα βλέμματα μας διασταυρώνο-νταν, οπότε μου χαμογελούσε φιλικά. Το σκηνικό θύμιζε ταινία ιταλικού νεορεαλιστικού κινηματογράφου, με την παρακμή των αρχόντων στο προσκήνιο.

Κάποια στιγμή ο Βόλφγκαvγκ επέστρεψε στην αίθουσα. «Παίζουν μαζί μας», είπα στον Χουλιαράκn. «Όσο περισσότερο το κάνουν αυτό, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι θα ήταν λάθος να συμβι-βαστούμε». Η Κριστίν διάλεξε εκείνη τη στιγμή για να με πλησιάσει άλλη μία φορά και να πει, ήρεμα, ότι θεωρεί πως κάναμε λάθος. Με το που απομακρύνθηκε, κατέφθασε ο Γερούν για να δοκιμάσει κι αυτός ακόμη μία φορά την τύχη του:

«Θα αδράξεις αυτή την τελευταία ευκαιρία για να συμφωνήσεις στο σχέδιο ανακοινωθέντος» ρώτησε.

«Θα δεχθείς την αρχική µου πρόταση να εισαχθεί ο όρος «τροποποιημένο» πριν από το «πρόγραµµα», µια ιδέα που σου είχε αρέσει πριν ο Βόλφγκαvγκ τον απορρίψει» απάντησα.

Είχε µόλις γίνει σαφές ότι το αδιέξοδο ήταν οριστικό. Οι υπουργοί άρχισαν να κινούνται προς τις εξόδους. Έγνεψα στον Δραγασάκη και τον Χουλιαράκn ότι είχε έρθει η ώρα να αποχωρή-σουμε κι εµείς. Καθώς προχωρούσαµε, ένας από τους υπουργούς οικονοµικών χώρας που πάντως κατέβαλλε φιλότιµες προσπάθειες να αναδεικνύεται ο καλύτερος µαθητής του Σόϊµπλε µε ρώτησε µε φωνή που έκρυβε ανησυχία

«Το σχέδιό σας είναι να φύγετε από το ευρώ;» ..

«Καθόλου», απάντησα. «Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα αποδεχθούµε όρους που δεν µπορούν να εκπληρωθούν µόνο και µόνο επειδή απειληθήκαμε µε εκδίωξη µας από το ευρώ».

Ένας άλλος υπουργός, από το πρώην σοβιετικό µπλοκ αυτός, επέλεξε µια πιο επιθετική στάση:

«Μόλις µείνατε από χρήματα», µου είπε οργισµένα καθώς περνούσα δίπλα του κατευθυνόμενος προς την έξοδο.

«Κανένα πρόβλημα», του απάντησα χαµογελώντας. «Εδώ και πολύ καιρό έχω διδαχθεί από τους Beatles ότι τα χρήματα δεν αγοράζουν την αγάπη».

Στον διάδροµο παρατήρησα ότι ο Δραγασάκης παραπατούσε. Έτρεξα πίσω του, τον έπιασα από το αριστερό του χέρι και τον οδήγησα στο µπάνιο. Το πρόσωπό του ήταν χλωµό και γεµάτο ιδρώτα, το μάτια του θολά, η αναπνοή του ήταν ακανόνιστη. Περίµενα απέξω και ανακουφίστηκα όταν εμφανίστηκε, καθώς στεκόταν πολύ καλύτερα στο πόδια του, το χρώµα του είχε βελτιωθεί κάπως και το χαμόγελο του ήταν πιο σίγουρο. Καθώς περιπατούσαμε προς το γραφείο της ελληνικής αντιπροσωπείας, συλλογίστηκα ότι το ανθρώπινο κόστος της παρωδίας που µόλις είχαµε βιώσει ήταν δυσανάλογα µεγάλο, ιδίως σε σχέση µε την «τρύπα στο νερό» που είχε επιτευχθεί. Οι υπουργοί οικονοµικών δεκαεννέα ευρωπαϊκών χωρών, οι ηγέτες της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκης Επιτροπής, για να μην αναφέρουµε τους βοηθούς, τους αμέτρητους μεταφραστές και το βοηθητικό προσωπικό, σπατάλησαν δέκα ώρες εκβιάζοντας έναν υπουργό. «Τι σπατάλη ανθρώπινου δυναµικού!» σκέφτηκα.

Μόλις φτάσαµε στο συντοµία τηλεφωνικά τον Αλέξη. «Φανείτε γενναίοι», είπε. «οι άνθρωποι γιορτάζουν στους δρόµους και µας υποστηρίζουν. Χαζογελάστε!» Μια γραµµατέας µου έδειξε ένα τουίτ µε την εικόνα µιας διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας και το µήνυµα του Αλέξη: «Στις πόλεις της Ελλάδας και της Ευρώπης οι λαοί δίνουν µαζί µας τη µάχη των διαπραγµατεύσεων. Αυτοί αποτελούν τη δύναµη µας».

Πράγματι, όπως θα ανακάλυπτα την επόµενη µέρα, χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί στην Πλατεία Συντάγµατος όσο βρισκόµουν στο Eurogroup, ζητωκραυγάζοντας. Χόρευαν και κουνούσαν πανό που έγραφαν «πτωχευµένοι αλλά ελεύθεροι» και «σταματήστε τη λιτότητα». Την ίδια στιγµή, σε ένα ακόµη πιο συγκινητικό σκηνικό, χιλιάδες Γερµανοί διαδηλωτές, µε επικεφαλής το κίνημα Blockupy, περικύκλωναν το κτίριο της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη σε ένδειξη αλληλεγγύης. Εκείνη τη στιγµή ένας τελείως διαφορετικός τύπος Γερµανού υποστηρικτή µου ήρθε στο µυαλό ο προσωπικός µου φρουρός στο αεροδρόµιο της Φρανκφούρτης.

Η συνεδρίαση μπορεί να ολοκληρώθηκε, αλλά είχα ακόµα δουλειά να κάνω: Εκατοντάδες δημοσιογράφοι περίµεναν στην αίθουσα Τύπου. Ήµουν βέβαιος ότι ο Γερούν θα χρησιµοποιούσε την άρνηση µας να συµφωνήσουµε στο ανακοινωθέν που ήθελε ως µέσο για να επιταχύνει την εκροή καταθέσεων από τις τράπεζες µας, διασφαλίζοντας ότι τα μαντάτα του αδιεξόδου θα αναμεταδίδονταν σε όλο τον κόσµο. Στόχος µου ήταν να επιδείξω µπροστά στις κάµερες αρκετή πίστη σε µια έντιμη συµφωνία που θα ερχόταν τις επόµενες µέρες, ώστε να µετριάσω τον πανικό που το αδιέξοδο µπορούσε να δημιουργήσει στην κοινή γνώµη και στις αγορές. Αυτό άλλωστε µου ζητούσε και ο Αλέξης προσπαθώντας να µου τονώσει το ηθικό.

Καθώς πήγαινα προς την αίθουσα Τύπου, το προσωπικό ασφα-λείας µε βοήθησε να ξεφύγω από το πρέσινγκ των καµεραµάν, οι οποίοι δεν υπολόγιζαν τίποτα στην προσπάθειά τους για το ένα απο-κλειστικό κοντινό πλάνο. ‘Όταν βρέθηκα μέσα στο µικρό, ασφυκτικά γεμάτο δωμάτιο, έπρεπε να διαχωρίσω απολύτως το πώς ένιωθα από το πώς φαινόµουν. Μέσα µου ένιωθα συvτετριµµένος από το στρες και την κούραση. Φοβήθηκα ότι, λόγω της έντασης, η φωνή µου ίσως έσπαγε ή, ακόµα χειρότερα, θα µου ξέφευγαν κάνα δυο δάκρυα. Αλλά όταν ήρθε η στιγµή, ανακάλυψα γεμάτος έκπληξη ότι μέσα µου βρισκόταν ένας «ξένος» ικανός να αντιμετωπίσει το πλήθος των δημοσιογράφων καλά, ακόµα και να αντλήσει δύναµη από αυτό. Η γνωριµία µου µε εκείνον τον «ξένο μέσα µου» ήταν µια ευχάριστη έκπληξη.

Μεταξύ άλλων, στην παρουσίαση µου είπα: ..

«Το σημερινό Eurοgrοup ουδέποτε είχε σκοπό να διευθετήσει το πρόβλημα της χώρας. Ως ο νέος υπουργός οικονοµικών της Ελλάδας, προσερχόμενος στο πρώτο µου Eurogroup, προσκλήθηκα να παρουσιάσω τον ηροβληµατισμό, την ανάλυση και τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης µας. Μου δόθηκε, έτσι, µια θαυµάσια ευκαιρία, σε κλίµα θερµής υποδοχής, να παρουσιάσω τις θέσεις µας, τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τον οδικό χάρτη που προτείναµε. Και, δεδοµένου ότι θα συναντηθούνε ξανά τη Δευτέρα, νοµίζω ότι είναι απολύτως φυσιολογικό, και φυσικό, πως τώρα πρέπει απλώς να επικεντρωθούμε στη συνεδρίαση της Δευτέρας, έτσι ώστε η σύγκλιση σε συγκεκριµένες αποφάσεις να μην αργήσει».

Φίλοι και επικριτές µε κατηγορούν ότι εξαπάτησα το κοινό. Ρωτήθηκα πολλές φορές από τότε Γιατί δεν τα έβγαλα όλα στη φόρα για το τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ κεκλεισμένων των θυρών; Γιατί δεν αποκάλυψα τον εκβιασµό και την περιφρόνηση τους για τη δηµοκρατία; Η απάντηση που δίνω είναι: Επειδή δεν είχε έρθει ακόµα η στιγμή γι’ αυτό. Η εντολή που είχαµε από τον ελληνικό λαό ήταν να απορρίψουµε κάθε όρκο πίστης στο υφιστάμενο πρόγραµµα, στα μνημόνια των προηγούμενων κυβερνήσεων, σε οποιαδήποτε νέα μη βιώσιµα δάνεια ή μέτρα λιτότητας. Σκοπός µας ήταν να επιµείνουµε στους στόχους µας µέχρι την τελευταία στιγμή, χωρίς καµία πρόθεση να παραδοθούµε στην κεκαλυµµένη απειλή πολέµου. Είχα αποδεχθεί τη θέση του υπουργού οικονοµικών γνωρίζοντας ότι θα αντιμετωπίσουμε τις παρασκηνιακές απειλές με το δικό µας σχέδιο αποτροπής . Η αποστολή µας, όµως, δεν ήταν να κηρύξουμε τον πόλεµο την πρώτο κιόλας στιγμή. Αποστολή µας ήταν να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Επιπλέον, ήταν επιτακτικό να δω αν ο Γερούν µπλόφαρε εκείνο το βράδυ. Άραγε το τρένο θα έφαινε από τον σταθμό την ίδια εκείνη νύχτα; Θα µαθαίναµε την απάντηση την εποµένη.

Ένας δηµοσιογράφος µε ρώτησε εάν αλήθευε ότι ο πρωθυπουρ-γός µε είχε καλέσει κατά τη διάρκεια του Eurοgrοup για να υποστη-ρίξει τον Δραγασάκη κι εµένα στην απόφαση µας να σαμποτάρουμε το ανακοινωθέν. Ήθελα να απαντήσω ότι ο Δραγασάκης κι εγώ αμφιταλαντευόμασταν προς την κατεύθυνση της αποδοχής και ότι χρωστούσα ευγνωμοσύνη στον Αλέξη που µε στήριξε σε µια στιγμή αδυναµίας. Φυσικά δεν μπορούσα. να πω κάτι τέτοιο. Αντ’ αυτού, είπα: «Κανείς δε σαµπόταρε τίποτα. Σκοπός της συνεδρίασης όταν να γνωρίσουµε ο ένας τον άλλον και να δηµιουργήσουµε έναν οδικό χάρτη για το µέλλον». ’Ένας άλλος δηµοσιογράφος διέκοψε για να ρωτήσει ποιές ήταν οι εντυπώσεις µου από την πρώτη µου εµπειρία στο Eurogroup. «Ήταν συναρπαστικά!» απάντησα. «Απόλαυσα ιδιαίτερα τις πολύ διαφορετικές απόψεις που ακούστηκαν απόψε». Αν αντί για το ρήµα «απόλαυσα» είχα πει «συγκλονίστηκα», θα ήµουν πέρα για πέρα ειλικρινης! ..

Οι αναφορές των µέσων ενηµέρωσης στο αδιέξοδο δεν ήταν όλες σύµφωνες µε την οπτική της τρόϊκας την επόµενη µέρα. Οι New Yοrk Tίmes το συνόψισαν ωραία :

«Με την Ελλάδα να ξεµένει από χρήματα και έχοντας ανάγκη τη γερµανική στήριξη για κεφάλαια έκτακτης ανάγκης, ο Βαρουφάκης φάνταζε αδύναµος και χωρίς όπλα. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αυτός που έθεσε το τελεσίγραφο στη συνάντηση: Είτε διαπραγµατευόµαστε το πρόγραµµα διάσωσης της Ελλάδας, ύψους 240 δισεκατομμυρίων ευρώ, είτε ρισκάρουµε µια αµοιβαίως ολέθρια καταστροφή».

Ήταν 3 το πρωί όταν το αυτοκίνητο της πρεσβείας με άφησε στο ξενοδοχείο μου. Το σκοτάδι ήταν πηχτό. Η πόλη των Βρυξελλών φαινόταν θλιβερή. Η βροχή έπεφτε με δύναμη στην τέντα που κάλυ-πτε την είσοδο προς τη ρεσεψιόν κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ ένας βόρειος άνεμος την έκανε να πέφτει σχεδόν οριζόντια. Αλλά ήταν ακριβώς εκείνο που ονειρευόμουν εδώ και ώρες. Αντί να πάω στο δωμάτιο μου, βγήκα έξω στη δυνατή βροχή, περιπλανώμε-νος στους άδειους δρόμους χωρίς ομπρέλα, χωρίς προορισμό. Ο τρόπος με τον οποίο ο ανθρώπινος νους δημιουργεί ορίζοντες απόλαυσης μέσα από τον καθαρή θλίψη αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο της φύσης μας.

`

 

 

 

ΤΕΛΟΣ 6ου Μέρους

ΣYNEXIZETAI 7ο.

 

  • …Μικρός ανατραπείς θρίαμβος.

 

  • Δεκατρείς μέρες πριν κλείσουν οι τράπεζες.

 

  • Οι Μάσκες έπεσαν…

 

 

-3-4-5-

 

 

 

ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη (5 μέρος/11) Διορθωμένο.

«Αποσαφηνίστε παρακαλώ το «όχι και τόσο άσχημα», του ζήτησα. «Oτίδηποτε μεταξύ έντεκα ημερών (περισσότερα…)

``

Πολλές κυβερνήσεις υιοθέτησαν απεχθείς πολιτικές για να παραμείνουν ανοικτές οι τράπεζες τους: Χώρες της Βαλτικής, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Κύπρος, Ιταλία, Γαλλία, οι κυβερνήσεις εκάμφθησαν διαδοχικά, , πολλές φορές την επομένη της εκλογής τους (π.χ. οι πρόεδροι Ολλάντ και Αναστασιάδης, ο πρωθυπουργός Ραχόι κ.λπ..). Ο ίδιος ο Ντάισελμπλουμ είχε καυχηθεί ότι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε η Κύπρος το 2013, ήταν το «μοντέλο» για την αντιμετώπιση κρίσεων: κλείσιμο τραπεζών, περιορισμοί εξαγωγής ευρώ, κούρεμα των καταθέσεων…

Με κάποιες διορθώσεις για τις οποίες ζητάμε την κατανόηση σας 

(Συνέχεια από 4ο Μέρος)

Οργισμένοι με του φωτός το σβήσιμο  …

(……)

  • Συνάντηση με στελέχη του υπουργείου για να ενημερωθώ για τα ταμειακά υπόλοιπα και τις υποχρεώσεις του κράτους
  • Ενίσχυση του προσωπικού της γραμματείας και πρόσληψη εκπροσώπων τύπου
  • Σύγκληση συσκέψεων με τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για την υλοποίηση πολιτικών εναντίον της φοροδιαφυγής
  • Καθιέρωση στενής συνεργασίας με τους αναπληρωτές μου
  • Αποδέσμευση των μακροοικονομολόγων και στατιστικο-λόγων του υπουργείου από τις απαιτήσεις της τρόϊκας και εστίαση τους στο έργο όχι της συσκότισης της πραγματικότητας αλλά αντίθετα της όσο και το δυνατόν ακριβέστερης καταγραφής της
  • Προώθηση του ευαίσθητου έργου της συγκρότησης μικρής ομάδας η οποία θα ασχολούνταν με τη δημιουργία του παράλληλου συστήματος πληρωμών.

`

ις επόμενες σαράντα οκτώ ώρες το γραφείο του έκτου ορόφου που μέχρι πολύ πρόσφατα συγκέντρωνε την οργή του λαού μας θα γινόταν το σπίτι μου. Με τη Δανάη να έχει επιστρέψει στο Όστιν την προηγούμενη ημέρα για να κλείσει το διαμέρισμα μας και να μεταφέρει τα πάντα πίσω στην Ελλάδα, δεν είχα κανένα λόγο να φύγω από το υπουργείο. Ο ξεθωριασμένος κόκκινος καναπές θα ήταν ιδανικός για τον ύπνο των τριών ωρών πριν από το πρωϊνό άνοιγμα του υπουργείου. Η αδρεναλίνη θα έκανε τα υπόλοιπα. Λίγες ώρες αργότερα ένας λαμπερός ήλιος ανέτειλε πίσω από το κτίριο της Βουλής, λούζοντας το γραφείο με το φωτεινό του κίτρινο. Η νέα μέρα ξεκινούσε ελπιδοφόρα.

  `

Αποσαφηνίστε το «όχι και τόσο άσχημα»

μέρα ξεκίνησε με συνάντηση στην οποία συμμετείχαν στελέχη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και του Οργανισμού Διαχείρισης του Δημοσίου Χρέους. Τους υποδέχτηκα στο γραφείο μου, έχοντας επίγνωση της ανάγκης να διαλύσω κάθε φόβο τους ότι θα τους ξεφορτωνόμουν ή θα τους περιθωριοποιούσα, αντικαθιστώντας τους με Συριζαίους. Στη σύντομη ομιλία με την οποία προσπάθησα να σπάσω τον πάγο, τους είπα ότι η πολιτική ή κομματική τους τοποθέτηση ή η προηγούμενη συνεργασία τους με την τρόικα, όσο ενθουσιώδης και αν ήταν, δε θα έπαιζε κανέναν ρόλο, σε ό,τι τουλάχιστον με αφορούσε, Τόνισα την αποφασιστικότητα μου να είμαι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής τους, εφόσον εργαστούν με επιμέλεια και αφοσίωση. Ταυτόχρονα, τους ξεκαθάρισα ότι θα είμαι ο χειρότερος εφιάλτης τους αν επέλεγαν να εξυπηρετήσουν αλλότρια συμφέροντα. Η ανακούφιση φάνηκε να πλημμυρίζει το δωμάτιο και η συζήτηση ξεκίνησε με πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας.

     Υπολογιστικά φύλλα απλώθηκαν στο μεγάλο τραπέζι, μοιράστηκαν γραφικές παραστάσεις και διαγράμματα, κατατέθηκαν λίστες των ομολόγων και των αποπληρωμών, παρουσιάστηκαν χρονοδιαγράμματα. Σε όλα αυτά το κόκκινο χρώμα κυριαρχούσε στα γραφήματα από το μέσα Φεβρουαρίου και μετά. Αφού έγιναν όλες οι δυνατές αξιολογήσεις και αναφέρθηκαν όλοι οι αστάθμητοι παράγοντες, έθεσα τη μοναδική ερώτηση που είχε σημασία: «Πόσον καιρό έχουµε;»

     Ήταν 28 Ιανουαρίου 2015. Αυτό που ρωτούσα ήταν πόσες μέρες είχαμε προτού το ταμεία του κράτους αδειάσουν τόσο ώστε να καταστεί αναγκαία η επιλογή μεταξύ της παύσης πληρωμών είτε απέναντι στον βασικό μας πιστωτή, το ΔΝΤ, είτε προς τους συνταξιούχους και τους δημοσίους υπαλλήλους. Ακολούθησαν μερικές στιγμές σιωπής. Όταν τα μάτια μου συναντήθηκαν με εκείνα του διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου που ήταν αρμόδιος να απαντήσει, με κοίταξε όσο πιο αγέρωχα μπορούσε και είπε «Τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, κύριε Υπουργέ».

«Αποσαφηνίστε παρακαλώ το «όχι και τόσο άσχημα», του ζήτησα. «Oτίδηποτε μεταξύ έντεκα ημερών (περισσότερα…)

ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη (4 μέρος/11)

`

 

4-Βέλος Πράσινο

`Λόρδος Λάµοντ: ο συγκινητικός υποστηρικτής

αράλληλα με τη συγκρότηση της ομάδας μου κατέβαλα προσπάθειες ώστε να δημιουργηθούν ερείσματα για την Κυβέρνηση μας πέραν των στενών ορίων του αδύναμου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ακόμα και σε ακραιφνώς συντηρητικούς χώρους. παραδείγματος χάριν, σε μέιλ μου στον Λόρδο (Νόρμαν) Λάμοντ, του είχα μηνύσει τα εξής:

Όπως θα γνωρίζεις από τον Τύπο, οι ‘Έλληνες και οι Ελληνίδες προσέρχονται στις κάλπες αυτή την Κυριακή. Καλώς η κακώς, διεκδικώ βουλευτική έδρα στη Β’ εκλογική περιφέρεια Αθηνών, και, όπως δείχνουν τα πράγματα, σύμφωνα με τους δημοσκόπους, είμαι «καταδικασμένος» να την κερδίσω. Ακόμη χειρότερα, αν το κόμμα μας σχηματίσει κυβέρνηση (κάτι που δεν αποκλείεται καθόλου), θα κληρονομήσω το Υπουργείο Οικονομικών συν τα άδεια ταμεία του και τις εξωφρενικές πιέσεις από τις Βρυξέλλες και τη, Φρανκφούρτη. Θα μπορούσα να βασίζομαι σε σένα, ως εν δυνάμει σύμβουλο, στους ταραχώδεις καιρούς που έρχονται; Εύχομαι να είσαι καλά.

Γιάνης

Ο Νόρμαν ανταποκρίθηκε αμέσως. Ήταν πρόθυμος και έτοιμος, να προσφέρει τις συμβουλές του. Όταν μάλιστα του είπα ότι :το θέμα ήταν πολύ πιο βαθύ από το χρέος και τα κρατικά ομόλογα, ότι αφορούσε δηλαδή τη λαϊκή κυριαρχία, τον κοινοβουλευτισμό και τις δημοκρατικές διαδικασίες απέναντι σε πιστωτές οι οποίοι θεωρούσαν τη δημοκρατία μια πολυτέλεια την οποία οι πολίτες πτωχευμένου κράτους δε δικαιούνται, μου απάντησε:

Συμφωνώ απολύτως με αυτό που λες για τη δημοκρατία και την κοινοβουλευτική κυριαρχία. Προσπαθώ διαρκώς να υπενθυμίζω στον Κάμερον και στον ‘Οσµπορν ότι, αν τους δοθεί η ευκαιρία να διαπραγματευτούν εκ νέου τη σχέση μας με την ΕΕ, όπως ελπίζουν, θα πρέπει να διεκδικήσουν την αποκατάσταση της, εθνικής κυριαρχίας μας και όχι απλώς την ανάπτυξη της οικονομίας και της ανταγωνιστικότητας. Εσύ κι εγώ ταυτιζόμαστε ως προς αυτό. Επίσης συµφωνώ µαζί σου ότι, στην ευρωζώνη, έχει δοθεί υπερβολική έμφαση στη λιτότητα, λες και πρόκειται για πανάκεια… Αν γίνεις υπουργός Οικονοµικών, θα , χαρώ πολύ να κάνω ότι µπορώ για να βοηθήσω … Έχω κάποιες ιδέες. Καλή τύχη, από καρδιάς. Πάντα δικός σου.

Νόρµαν

Η φιλία µου µε τον γνήσιο Συντηρητικό και ευρωσκεπτικιστή Λόρδο Λάµοντ του Έρικ, τον υπουργό οικονοµικών που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε διασφαλίσει ότι η Βρετανία θα έµενε έξω από τον Eυρωπαϊκό Μηχανισµό Ισοτιµιών (επέκταση του Eυρωπαϊκού Νοµισµατικού Συστήματος), και κατ’επέκτασιν έξω από το ευρώ, ερχόταν σε αντίθεση µε την εικόνα µου ως ακροαριστερού. Χρησιμοποιήθηκε όµως, παράλληλα, από μνηµονιακούς αντιπάλους µου ως «περαιτέρω απόδειξη» ότι το είχα βάλει αµέτι µοχαµέτι να βγάλω την Ελλάδα από το ευρώ υπό την καθοδήγηση και την παρότρυνση µεταξύ άλλων, του Λάµοντ.

Φυσικά, ίσχυε ακριβώς το αντίθετο. Όταν, λίγους μήνες αργότερα, τα πράγματα έφτασαν σε κρίσιμη καµπή, και ο Βόλφγκανγκ Σόϊµπλε µας έσπρωχνε, προς το Grexιt, ο Νόρµαν µε συµβούλευσε να το σκεφτώ πάρα πολύ καλά προτού έστω όταν διανοηθώ να αποδεχθώ το Σχέδιο Σόϊµπλε-τόσο µεγάλο κόστος και ρίσκο θα είχε µια επιστροφή σε εθνικό νόµισµα. Καθ’ όλη τη διάρκεια των ημερών της υπουργικής θητείας μόνο ο Νόρμαν στάθηκε βράχος στο πλευρό µου, παρέχοντας σοφές και χρήσιµες συμβουλές για τις προτάσεις που κατέθετα στην ΕΕ και στο ΔΝΤ, τις μεταρρυθµίσεις που πρότεινα, την αναδιάρθρωση χρέους που επεξεργαζόμουν και, βεβαίως, για το δημοσιονοµικά. Αν µου είχαν σταθεί το ίδιο αριστεροί και κεντροαριστεροί Ευρωπαίοι και Έλληνες πολίτικοι, ενδεχοµένως έκβαση των πραγµάτων να ήταν πολύ διαφορετική.

`

Υπερατλαντική ντριμ τιµ

`

το μεταξύ άρχισε να συγκροτείται οµάδα υποστήριξης των προσπαθειών µου και στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Πρώτος και καλύτερος μεταξύ των υποστηρικτών µου ο συνάδελφος και φίλος Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ, µε τον οποίο συνεργαζόμασταν επί χρόνια στη διαµόρφωση της Μετριοπαθούς πρότασης για την επίλυση της κρίσης του ευρώ, στον μετριασμό της αντιπάθειας ομογενών στον Αλέξη και στον Σύριζα στην Ουάσινγκτον, στη σύνταξη λόγων του Αλέξη και στην οργάνωση συνεδρίων για την προετοιμασία του αγγλοσαξονικού κόσµου εν όψει της διακυβέρνησης Σύριζα.

Στις 20 Ιανουαρίου 2015, πέντε µέρες πριν από τις εκλογές, έστειλα στον Τζέιµι ένα διασκεδαστικό µέιλ:

Τζέιµι, χθες ο Αλέξης µε πληροφόρησε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από μεγαλοτραπεζίτη ο οποίος τον απείλησε, αν µε διορίσει υπουργό οικονοµικών, να μην περιµένει να λειτουργήσουν τα ΑΤΜ την εποµένη των εκλογών. Ο Αλέξης τον ρώτησε την ηλικία του. Εξήντα πέντε, απάντησε ο τραπεζίτης. Τότε ο Αλέξης µου είπε ότι του απάντησε : «Αν µε ανατρέψεις, είµαι αρκετά νέος για να επανέλθω. Εσύ δεν είσαι!»

Ήταν µία από τις στιγμές που µε έκαναν να νιώσω υπερηφάνεια για τους φίλους µου, παλιούς και νέους, και χαρά που είχα αποχτήσει τόσο άσπονδους εχθρούς. Τέτοιες στιγµές µε έκαναν να νιώσω ότι άξιζε να κινητοποιήσω όσους προοδευτικούς µπορούσα παγκοσµίως ώστε να δηµιουργηθεί µια ασπίδα γύρω από το εγχείρημα του Αλέξη και της νέας κυβέρνησης του. Αµέσως με τα τον Τζέιµι, οι νομπελίστες οικονομολόγοι Πολ Κρούγκµαν και Τζο Στίγκλιτς έσπευσαν να βοηθήσουν, µε τον τελευταίο να λέει δηµοσίως ότι δε γνωρίζει υπουργό οικονοµικών, παγκοσµίως, µε καλύτερη γνώση των µακροοικονοµικών. Σε αυτούς προστέθηκε κι ο Κεµάλ Ντερβίς, που το 2015 εργαζόταν στα φημισμένο ινστιτούτο Μπρούκινγκs της Ουάσινγκτον, έχοντας στο παρελθόν διατελέσει υπουργός οικονοµικών της Τουρκίας. [11]Όμως , ο Αµερικανός που έµελλε να παίξει καίριο ρόλο στο µέτωπο ήταν ο Τζεφ Σακς. Καθηγητής οικονοµικών του Πανεπιστημίου Κολούµπια και πρόεδρος του σημαντικού «Ινστιτούτου για τη Γη» (Earth Institute), ο Τζεφ είχε διαδραματίσει κεντρικό ρόλο, επί δεκαετίες, άλλοτε µε επιτυχία, άλλοτε όχι, στις προσπάθειες ανασυγκρότησης υπερχρεωμένων κρατών , Π.χ. της Βολιβίας, της Πολωνίας, της Ρωσίας κλπ., συχνά σε συνεργασία, ή και σε αντιπαράθεση, µε το ΔΝΤ τα στελέχη του οποίου γνώριζε πολύ καλά. (Μάλιστα, ο Ντέιβιντ Λίπτον , το Νο 2 του ΔΝΤ, ήταν τέως φοιτητής του Τζεφ.)

Με τον Τζέιμι Γκάλµπρεϊθ, τον Τζεφ Σακς, τον Λάρρυ Σάµµερς, τον Πολ Κρούγκµαν, τον Τζο Στίγκλιτς, τον Κεµάλ Ντερβίς, τον Μαρκ Βάισµπροτ και πολλούς άλλους η οµάδα µας απέκτησε σημαντική δύναµη κρούσης στις ΗΠΑ. Μαζί µε το ευρωπαϊκό της σκέλος, συµπεριλαµβανοµένων του Νόρµαν Λάµοντ, του Τόµας Μάγερ, της Lazard κτλ, η οµάδα κατάφερε, εντός δύο εβδομάδων, να φέρει υπό µία σκέπη αναλυτική και αφηγητική ισχύ ικανή να προβάλει σοβαρή αντίσταση στην προσπάθεια της τρόϊκας να µας ισοπεδώσει από την πρώτη κιόλας µέρα.

`

Ρηµαγµένη γη

`

ωρίς το ταλέντο ενός Τ. Σ. Έλιοτ, ενός Τζον Στάινμπεκ η ενός Νίκου Καζαντζάκη είναι δύσκολο να αποδώσει κανείς την κλίµακα της καταστροφής που είχε ήδη συντελεστεί στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2015. Όταν βρισκόµουν στο εξωτερικό, προσπαθούσα να τη μεταφέρω στην κοινή γνώμη προβαίνοντας σε συγκρίσεις µε μεγέθη οικονοµικών κρίσεων που είχαν πλήξει τις δικές τους χώρες. Παραδείγματος χάριν, στη Βρετανία τους έλεγα το εξής:

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η βρετανική οικονοµία υπέστη μέγα πλήγμα που οδήγησε στον πενταπλασιασμό της ανεργίας από 700.000 άτομα σε σχεδόν 4.000.000. Η ζηµιά εκείνη προκλήθηκε από µια ύφεση που κράτησε µία µόλις χρονιά, το 1980-1, µε το εθνικό εισόδημα να μειώνεται κατά 1,26 %. Η επόµενη ύφεση έπληξε τη Βρετανία με τα από µία δεκαετία και κράτησε επίσης µία χρονιά (1990-1), µε το εθνικό εισόδημα να μειώνεται κατά 1,78%. Πιο πρόσφατα, με τα το παγκόσμιο Κραχ του 2008, η Βρετανία κλονίστηκε από µια ύφεση (2008-9) που έφερε πτώση του εθνικού εισοδήµατος κατά 5,15%. Ας συγκρίνουμε, τους καλούσα, αυτά τα νούµερα µε το τι υπέστη η Ελλάδα:

Το 2010, τη χρονιά του 1ου μνημονίου, το εθνικό εισόδημα μειώθηκε κατά 7,5% σε σχέση µε το προηγούμενο έτος. Άραγε το 1ο µνηµόνιο σταθεροποίησε την κατάσταση; Το αντίθετο την περίοδο 2010-11 τα εισοδήµατα έπεσαν ακόµη περισσότερο, κατά 8,9% αυτή τη φορά. Συγκριτικά, η χρονιά 2011-12 ήταν λιγότερο καταστροφική, αφού η οικονοµία συρρικνώθηκε -εκ νέου «µόλις» κατά 1,1 %. Σε τι οφείλαµε εκείνη την ανάπαυλα; Κατά ειρωνική συγκυρία, σταθήκαμε «τυχεροί » επειδή προέκυψε η πολιτική κρίση από το καλοκαίρι του 2011 έως το καλοκαίρι του 2012, οπότε η κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά αδύναµη (µε τον Γιώργο Παπανδρέου υπό παραίτησιν και, κατόπιν, την κυβέρνηση Παπαδήμου να στερείται λαϊκής εντολής) για να περάσει κι άλλα μέτρα λιτότητας από τη Βουλή.

Με το που έγινε, όµως, πρωθυπουργός ο Αντώνης Σαµαράς, τον Ιούνιο του 2012, µε µια µικρή αλλά συνεκτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η τρόϊκα διασφάλισε ότι η καινούρια κυβέρνηση θα αναπλήρωνε τον χρόνο που είχε χαθεί, ανεβάζοντας στο κόκκινο τις στροφές της μηχανής της λιτότητας. Το αποτέλεσµα; Η πιο σκληρή χρονιά µέχρι σήμερα, µε το εθνικό εισόδημα να κάνει άλλη µία βουτιά, κατά 14%(!), έως το τέλος του 2013. Όσο για το 2014, που κάποιοι εν τη σοφία τους εξακολουθούν να το παρουσιάζουν ως χρονιά «ανάκαµψης», το εθνικό εισόδημα έχασε άλλο ένα 3,3% σε σχέση µε το «µαύρο» 2013.

Για να μην έχουν οι Βρετανοί φίλοι καµία αµφιβολία για την καταστροφή που έπληξε την πατρίδα µας, συνεχίζω συγκρίνοντας την κρίση µε τη Μεγάλη Ύφεση που έπληξε τη Βρετανία την περίοδο 1929-1932 µια περίοδο την οποία οι Βρετανοί θυμούνται µε απέχθεια. Τότε η βρετονική οικονοµία συρρικνώθηκε κατά 4,9% και η ανεργία ανήλθε από το 8% στο 17%. Συγκριτικά, την περίοδο 2008-2014 η Ελλάδα έχασε το …28% του εθνικού της εισοδήματος , ενώ πάνω από ένας στους πέντε εργαζόµενους έχασαν τη δουλειά τους εκτοξεύοντας την ανεργία από το 7% στο 27%, µε το ποσοστό ανεργίας των νέων να φτάνει το 65%.6

Κι όµως, ακόµα και σήμερα, υπό την καταιγιστική προπαγάνδα των µέσων µαζικής αποβλάκωσης, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι στο τέλος του 2014 η ελληνική οικονοµία ανέκαμψε και ότι, έως το τέλος του 2015, θα έβγαινε από το τούνελ των μνημονίων αν δεν είχε μεσολαβήσει η «ηλιθιότητα» των Ελλήνων ψηφοφόρων που «τίναξαν στον αέρα» την «αναπτυξιακή » πορεία ψηφίζοντας ανθρώπους σαν εμένα στις 25 Ιανουαρίου 2015.

Όντως, το κυρίαρχο μεν, ψευδές δε αφήγημα, ήταν ότι

το ελληνικό εκλογικό σώμα, σαν το άτακτα παιδιά που ουρλιάζουν από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου «πότε θα φτάσουμε επιτελούς, μπαμπά;» και αποσπούν την προσοχή του οδηγού, εκτροχίασε τη χώρα από τον δρόμο προς την ανάκαμψη ακριβώς τη στιγμή που μπαίναμε στην τελική της ευθεία.

Κι όλα αυτά για να καταλήξουν στο «συμπέρασμα» ότι, αν δε μεσολαβούσαν οι ενέργειες του ανυπόφορου υπουργού οικονομικών της πρώτης κυβέρνησης του Σύριζα, δε θα είχε χρειαστεί ποτέ 3ο μνημόνιο

Γράφημα 1: Η διακύμανση του τριμηνιαίου ελληνικού εθνικού εισοδήματος, σε ευρώ, και τιμές, για την περίοδο 2007-2014 με τη συμπαγή γραμμή να αποδεικνύει τον κινούμενο μέσο όρο (διάρκεια ενός έτους)

Γράφημα 1

Ας εξετάσουμε μια στιγμή το αφήγημα εκείνο ψυχρά και αντικειμενικά: Υπήρξε ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας το 2014, την οποία οι ψηφοφόροι απέτρεψαν εκλέγοντας τύπους σαν κι έμενα; Η τεθλασμένη γραμμή στο Γράφημα 1 δείχνει το συνολικό εθνικό εισόδημα της Ελλάδας σε ευρώ, χωρίς στατιστικά μαγειρέματα. Η μαύρη συμπαγής γραμμή ακολουθεί τους μέσους όρους ανά τετράμηνο και δίνει μια πιο σαφή αίσθηση της συνολικής τάσης. Η οβάλ σκιά αναδεικνύει την περίοδο του 2014 κατά την οποία ξεκίνησε η δήθεν ανάκαμψη. Tη βλέπετε πουθενά; οι ‘Έλληνες ψηφοφόροι πάντως, δεν την έβλεπαν,

Λίγο αφότου αποδέχθηκα την πρόσκληση της ηγετικής ομάδας του Σύριζα να αναλάβω το Υπουργείο Οικονομικών σε περίπτωση εκλογικής μας νίκης, έδωσα μια διάλεξη ενώπιον οικονομολόγων, ευρωβουλευτών, δημοσιογράφων κτλ. Όταν από το κοινό με ρώτησαν αν μια καινούρια κυβέρνηση ενδεχομένως θα έθετε σε κίνδυνο την «πρόσφατη ανάκαμψη», δεν είχα άλλη επιλογή παρά να τους εκθέσω το θλιβερά στοιχεία που δεν εμφανίζονταν σχεδόν ποτέ στον Τύπο:

⦁ 10 εκατομμύρια Έλληνες ζουν στην Ελλάδα (οι οποίοι βαίνουν μειούμενοι εξαιτίας της μετανάστευσης), συνιστώντας περίπου 2,8 εκατομμύρια νοικοκυριά.

⦁ Από αυτά το 2,8 εκατομμύρια νοικοκυριά, το 2,3 εκατομμύρια (3,5 εκατομμύρια ΑΦΜ) έχουν κάποια ληξιπρόθεσμη οφειλή προς τις φορολογικές αρχές κάτω των 5.000 ευρώ που όμως δεν μπορούν να την εξοφλήσουν,

⦁ Ένα εκατομμύριο νοικοκυριά δεν μπορούν να πληρώσουν στο ακέραιο τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, αναγκάζοντας την να «παρατείνει στο διηνεκές» την πίστωση, με αποτέλεσμα ένα εκατομμύριο σπιτικά να ζουν με τον φόβο του σκοταδιού και η εταιρεία να έχει πρόβλημα αφερεγγυότητας, (Εκείνη την Εποχή η ΔΕΗ έκοβε το ρεύμα περίπου σε 30.000 σπίτια και επιχειρήσεις κάθε μήνα εξαιτίας απλήρωτων λογαριασμών)

⦁ Το 48,6% των οικογενειών ζει κατά κύριο λόγο από συντάξεις, την ώρα που η τρόϊκα απαιτεί περαιτέρω περικοπές στις συντάξεις,

⦁ Η σύνταξη γήρατος των 700 ευρώ έχει μειωθεί κατά 25% περίπου από το 2010 και θα πέσει στο μισό το επόμενα χρόνια,

⦁ Ο κατώτατος μισθός συρρικνώθηκε (κατ’ εντολήν της τρόϊκας) κατά 40%.

⦁ Άλλα επιδόματα έχουν περικοπεί κατά 18% και περισσότερο.

⦁ Περίπου το 40% του πληθυσμού λέει ότι φέτος δε θα καταφέρει, να ανταποκριθεί στις οικονοµικές υποχρεώσεις του.

⦁ Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 160%, µε αποτέλεσµα 3,5 εκατοµµύρια εργαζόµενοι να συντηρούν 4,7 εκατοµµύρια ανέργους η ανενεργούς Έλληνες.

⦁ Από τα 3 εκατοµµύρια άτομα που συνιστούν το εργατικό δυναµικό της Ελλάδας, το 1,4 εκατοµµύρια είναι χωρίς δουλειά.

Από το 1,4 εκατοµµύρια ανέργους, µόνο 10% λαµβάνουν επίδοµα ανεργίας, και µόνο 15% λαµβάνουν oποιοδήποτε επίδοµα- οι υπόλοιποι πρέπει να το βγάλουν πέρα µόνοι τους .

Από τους εργαζόµενους στον ιδιωτικό τομέα, 500.000 έχουν να πληρωθούν πάνω από τρεις μήνες .

οι εργολάβοι που προσφέρουν υπηρεσίες στο Δηµόσιο µπορεί να πληρωθούν ακόµη και 24 μήνες µετά την παροχή των υπηρεσιών ή την παράδοση του εκάστοτε έργου, ωστόσο προκαταβάλλουν τον ΦΠΑ.

⦁ Μεταξύ 2008 και 2014 μικρές και µεγάλες επιχειρήσεις µείωσαν το προσωπικό τους κατά 29,3% και την παραγωγή τους (σε όρους προστιθέµενης αξίας) κατά 40,2%.

⦁ Οι μισές επιχειρήσεις που παραµένουν σε λειτουργία ανά την επικράτεια χρωστούν σημαντικά ποσά σε ασφαλιστικές εισφορές .

⦁ Το 2013, σύµφωνα µε επίσημα στοιχεία, το 36% του πληθυσμού διέτρεχε τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισµού. Το ποσοστό αυτό ακολουθεί ανοδική πορεία.

⦁ Το διαθέσιµο οικογενειακό εισόδημα έχει μειωθεί κατά 30% από το 2010.

Οι δαπάνες υγείας περικόπηκαν κατά 11,1 % µόνο την περίοδο 2009-2011, µε σημαντική αύξηση των κρουσμάτων AIDS, φυματίωσης και θνησιγενών βρεφών.

Μόνο ένας αδίστακτος προπαγανδιστής θα τολμούσε να υφάνει αφήγημα ανάκαµψης χρησιμοποιώντας ως νήµα τους ζοφερούς αυτούς αριθµούς. Μόνο ένας αδίστακτος ρεβανσιστής θα κατηγορούσε ως ανόητο έναν λαό που αντέδρασε σε αυτή την καταστροφή ψηφίζοντας το δικό µας κόµµα, συµµεριζόµενος την υπόσχεση µας να αναδιαπραγµατευτούµε πάση θυσία τους όρους ερημοποίησης αυτής της ρηµαγµένης χώρας.

`

Greek-cονery

αρ’ όλ’ αυτά, τον Δεκέµβριο του 2014 η κυβέρνηση και η τρόϊκα ήταν ανένδοτες: το Success Story τους ήταν αληθινό, ισχυρίζονταν, και η οικονοµία έδειχνε σαφή σημάδια ανάκαµψης. Μάλιστα επινόησαν τον νεολογισµό Greek-covery-από το Greek, «ελληνικός/η/ό», και το re-cονery, «ανάκαµψη»-, µε τον οποίο τα έβαλαν για τα καλά µε τη σκληρή πραγματικότητα. Η παραγωγή αγαθών (εκτός των γεωργικών),7 που το 2011 είχε μειωθεί κατά 4% και το 2012 κατά 15% τόσο ήταν οι συνολικές απώλειες κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης στη Βρετανία), το 2014 είχε αρχίσει να συρρικνώνεται και πάλι, µετά από µια µικρή αύξηση το 2013. Εν τω μεταξύ η βιομηχανική παραγωγή κατά τη διάρκεια του 2014 ήταν µειωµένη κατά 3% ενώ οι καθαρές επενδύσεις στη βιομηχανία είχαν γίνει αρνητικές.9 Όσο για την απασχόληση, παρότι ο κατώτατος µισθός είχε σηµειώσει παγκόσμιο ρεκόρ πτώσης, 40%, η οποία καθιστούσε την Ελλάδα «Γη της Επαγγελίας» των απανταχού νεοφιλελεύθερων, η πλήρης απασχόληση συνέχισε να µειώνεται, η επισφαλής απασχόληση σηµείωσε οριακή αύξηση, ενώ μείωση υπήρξε και στις συνολικές ώρες εργασίας.

Ποια στοιχεία, λοιπόν, θα µπορούσαν να στηρίξουν τον ισχυρισμό του Greek-cονery; Ο ισχυρισμός αυτός βασιζόταν σε ένα ιδιάζον σύνολο στατιστικών στοιχείων µε το οποία η ολιγαρχία κατέκλυζε τα µέσα.

Πρώτο και καλύτερο το λεγόµενο «πραγµατικό» εθνικό εισόδημα (ή ΑΕΠ) οικονομικός όρος που ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ του ρυθµού αύξησης του ΑΕΠ και του πληθωρισμού, κάτι που είναι, πράγματι , χρήσιμο όταν ο πληθωρισμός είναι θετικός. Πχ., αν τα εισοδήµατα αυξάνονται κατά 20% σε µια περίοδο που παράλληλα αυξάνονται κι όλες οι τιμές κατά 20% (δηλαδή έχουµε έναν ρυθµό µεγέθυνσης των ονομαστικών εισοδημάτων της τάξης του 20% κι έναν πληθωρισμό και πάλι της τάξης του 20%), είναι παραπλανητικό να μιλάμε για αύξηση των εισοδημάτων καθώς η αγοραστική τους αξία, το «πραγματικό » εισόδημα, δεν έχει αλλάξει.

Σωστά, λοιπόν, σε περιόδους πληθωριστικές , λέμε ότι έχουμε ανάπτυξη, ή μεγέθυνση, του ΑΕΠ, όταν το πραγματικό ΑΕΠ αυξάνεται. Όμως, σε περιόδους αποπληθωρισμού (μείωσης των τιμών λόγω κρίσης), το «πραγματικό» ΑΕΠ είναι παραπλανητικό, καθώς μπορεί να δείχνει ότι αυξάνεται όταν η ύφεση φουντώνει. Ας πάρουμε την περίπτωση της Ελλάδας το 2014. Κατά το 2014 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,8 δισ. ευρώ η «αυξήθηκε » κατά -1,569%.’Ομως, την ίδια χρονιά, εν έτει 2014 δηλαδή, οι μέσες τιμές μειώθηκαν ταχύτερο, κατά 2,21 % (πληθωρισμός = -2,21 %). Αυτό δηλαδή που συνέβη ήταν ότι η κρίση επιταχύνθηκε , βάθυνε: τα εισοδήµατα των πολιτών μειώθηκαν κι άλλο, την ώρα που η κρίση γινόταν τόσο βαθιά που έπεφταν οι τιμές ακόμα πιο γρήγορο. Βέβαια, το «πραγματικό» ΑΕΠ, το οποίο ισούται με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ μείον τον πληθωρισμό, ήταν: 1,569 μείον το … μείον 2,21. Δηλαδή -1,569-(-2,21) η -1,569 + 2,21 =+0,641. Εξού και το θαύμα του Greek-cονery, της πρώτης, μικρής έστω, αύξησης του «πραγματικού» ΑΕΠ! Δεν όταν παρά ένας αντικατοπτρισμός , όπως εκείνοι στην έρημο που κάνουν τον διψασμένο να νομίζει ότι είδε λίμνη ένα τρικ της στατιστικής που κάνει την εμφάνιση του όταν, σε περιόδους αρνητικού πληθωρισμού, χρησιμοποιούμε ως µέτρο του Εθνικού εισοδήματος ένα μέγεθος, το «πραγματικό» ΑΕΠ, το οποίο σχεδιάστηκε για να είναι χρήσιμο μόνο σε πληθωριστικές περιόδους.

Εν κατακλείδι, αντί στα τέλη του 2014 το κατεστηµένο να παραδεχθεί ότι η κρίση επιδεινωνόταν, καθώς οι τιμές έπεφταν μαζί με -και πιο γρήγορα από-τα εισοδήματα, η ολιγαρχία μας εν χορώ με την τρόϊκα γιόρταζε το Greek-cονery στη βάση ενός στατιστικού μεγέθους που δεν έπρεπε να χρησιμοποιείται στον καιρό της κρίσης και του αποπληθωρισμού.

Το δεύτερο «αποδεικτικό» στοιχείο υπέρ του παραμυθιού ονόματι Greek-cονery ήταν το γεγονός ότι το 2013 η Ελλάδα είχε καταστεί «πλεονασματική» χώρα, καθώς οι εξαγωγές ξεπέρασαν σε αξία τις εισαγωγές. Από το 2010 η τρόϊκα υποσχόταν στους Έλληνες ότι το πικρό ποτήρι των μισθολογικών περικοπών θα λειτουργούσε ως τονωτικό για τις εξαγωγές, καθώς η μείωση του Επιχειρηματικού κόστους στην Ελλάδα θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα μας. Στα τέλη του 2014 τρόικα και κυβέρνηση διατυμπάνιζαν ότι είχαν πέσει μέσα στις προβλέψεις τους, συνεπικουρούμενες από ξένα ΜΜΕ, οικονομικές εφημερίδες, οικονομολόγους της κυβέρνησης και της ΕΕ. Διαλαλούσαν λοιπόν ότι «η Ελλάδα παρουσιάζει το πρώτο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών εδώ και δεκαετίες».

Αν είχαν αναλογιστεί ποια ήταν η τελευταίο φορά που η Ελλάδα παρουσίασε εμπορικό πλεόνασμα, ίσως να μην είχαν πέσει στην παγίδα αυτή και ίσως να είχαν καταλάβει ότι το εν λόγω πλεόνασμα αντικατόπτριζε μια φρικτή πραγµατικότητα: η τελευταία φορά που το εμπορικό μας ισοζύγιο παρουσιάστηκε ως πλεονασματικό ήταν το … 1943, εν μέσω της γερµανικής κατοχής: τότε που ο Ελληνικός λαός πέθαινε πείνας και το τελευταίο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να εισαγάγει αγαθά από το εξωτερικό. Σε μια τέτοια περίοδο, κι ένα πορτοκάλι να εξαγάγουμε, εφόσον δεν εισάγουμε τίποτα, έχουμε εμπορικό … πλεόνασμα. Μια τέτοια περίοδος ήταν και εκείνη που κορυφώθηκε το 2014. Πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών αποκτήσαμε για τον αξιοθρήνητο λόγο ότι η διαρκώς επιδεινούμενη ύφεση είχε σακατέψει τις εισαγωγές, ενώ οι εξαγωγές αγαθών παρέμεναν σταθερές παρά τη μαζική μείωση του εργατικού κόστους. Ενώ έπρεπε να θρηνούν και να απολογούνται, οι ιθύνοντες πανηγύριζαν.

Παντού ήταν έκδηλα τα σημάδια της πραγματικής κατάστασης. Ακόμη και όταν η κυβέρνηση έβγαλε στο σφυρί τα εναπομείναντα «ασημικά της οικογένειας», τη δημόσια περιουσία, είτε δεν εκδηλώθηκε κανένα ενδιαφέρον είτε υποβλήθηκαν προσφορές μόνο από ύποπτους επενδυτές. Για παράδειγμα, η υψηλότερη προσφορά για τον ΟΠΑΠ κατατέθηκε από κοινοπραξία της οποίας τη σκοτεινή δράση έμελλε να αντιμετωπίσω ως υπουργός οικονομικών το 2015. Αφού απέκτησε για ένα κομμάτι ψωμί τη μοναδική κότα που γεννούσε χρυσά αυγά για το κράτος, βάλθηκε να επιδείξει μια μοναδική μανία να επωφεληθεί στο έπακρο από το αίσθημα απελπισίας των πολιτών, μετατρέποντας τη χώρα σε απέραντο ηλεκτρονικό καζίνο µε χιλιάδες VLΤ (την εξέλιξη των μηχανημάτων µε τα φρουτάκια και τους κουλοχέρηδες) σε όλες τις γειτονιές της Ελλάδας.

Ακόµη χειρότερα εξελίχθηκε η πώληση του κρατικού µονοπωλίου φυσικού αερίου, για το οποίο υπέβαλε προσφορά µόνο ο αγαπημένος επιχειρηματικός όµιλος του κ. Πούτιν, η Gazprom. Όµως ακόµα κι αυτή η ιδιωτικοποίηση κατέληξε σε φιάσκο. Ώρες πριν από την ανακοίνωση της εξαγοράς εκείνης, η Gazprom αποφάσισε να μην καταβάλει τελικά το λιλιπούτιο τίµηµα που της ζητήθηκε, µε τον εκπρόσωπό της να προβάλλει ως λόγο τον αποπληθωρισμό που µάστιζε την ελληνική οικονοµία. «Γιατί να δώσουµε 10 για κάτι που αύριο θα πωλείται προς 5;» ήταν το ρητορικό ερώτημα του µε το οποίο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η εταιρεία του τελικά δε θα αγόραζε το ελληνικό µονοπώλιο φυσικού αερίου ούτε για ένα κομμάτι ψωµί.

Στην αγορά ακινήτων, πεδίο σχετικά ασφαλών επενδύσεων υπό κανονικές συνθήκες, ήταν εξίσου άσχημα τα πράγματα. Το πρώην αεροδρόµιο του Ελληνικού αποτελεί πραγµατικό φιλέτο, όντας υπερδιπλάσιο σε έκταση από το Χάιντ Παρκ του Λονδίνου, δίπλα στα πιο ακριβά προάστια της Αθήνας και βρεχόµενο από τα πανέµορφα τιρκουάζ νερά του Σαρωνικού. Κι όµως ενδιαφέρθηκε µόνο ένας επενδυτικός όµιλος, µε γνωστό Έλληνα ολιγάρχη από πίσω, που απαιτούσε από το κράτος, πρώτον, να του δανείσει µεγάλο µέρος του ποσού αγοράς και, δεύτερον, να επενδύσει στο έργο σχεδόν όσα κι εκείνος.

Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση Σαµαρά και ο διεθνής οικονοµικός Τύπος -εξυμνούσαν την επιτυχία της µεγάλης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τράπεζών που είχε γίνει µε λεφτά τα οποία δανείστηκαν οι Έλληνες φορολογούµενοι, στο πλαίσιο του 2ου μνημονίου. Κι όµως, τον Φεβρουάριο του 2014, μήνες με τα τη λήψη 41 δισεκατομμυρίων ευρώ, η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων Blackrock ανέφερε ότι οι ελληνικές τράπεζες ήταν τόσο φορτωμένες µε κόκκινα, μη εξυπηρετούµενα δάνεια ώστε χρειαζόνταν ακόµη περισσότερα µετρητά από τους φορολογούµενους. Τον Ιούνιο του 2014, ενώ ο κ. Σόϊµπλε έχανε την υπομονή του µε την κυβέρνηση Σαµαρά, διέρρευσε από το ΔΝΤ ότι οι τράπεζες χρειαζόνταν επιπλέον 15 δισεκατοµµύρια ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από τα 11 δισ. που απέµεναν γι’ αυτό τον σκοπό από το 2ο μνημονιακό δάνειο.

Όσον αφορά το µύθευµα ότι η κυβέρνηση Σαµαρά, αν κέρδιζε τις εκλογές του Γενάρη του 2015, θα έβγαζε τη χώρα από τα μνημόνια και δε θα χρειαζόταν 3ο µνηµόνιο, τα νούµερα είναι αµείλικτα Το εναπομείναν ποσό του 2ου μνημονιακού δανείου, το οποίο θα δινόταν σε περίπτωση που η Αθήνα δεχόταν ένα νέο ασύλληπτο αντικοινωνικό πακέτο λιτότητας, έφτανε τα 7,2 δισ. Όµως, µόνο για το 2015, το ελληνικό δημόσιο έπρεπε να αποπληρώσει 22 δισ. δόσεων δανείων, µε το μεγαλύτερο µέρος να πηγαίνει στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ, συν τη µετακύλιση των έντοκων γραμματίων του Δημοσίου, συν τις λnξιπρόθεσµες οφειλές του κράτους προς τους ιδιώτες.

Αυτά τα υπόλοιπα 14 δισ. πού θα τα έβρισκαν; «Από τις αγορές», δηλαδή από ιδιώτες επενδυτές, απαντούσε η κυβέρνηση Σαµαρά. Κάπου εδώ βέβαια γελάνε: ποιοι επενδυτές θα έδιναν σε ένα πτωχευμένο κράτος, του οποίου το ΑΕΠ μειωνόταν συνέχεια, 14 δισ. µέσα σε µία χρονιά (ποσό γύρω στο ένα τρίτο όλων των εσόδων του κράτους);

Να γιατί δεν υπάρχει αµφιβολία ότι το ΔΝΤ, η Κοµισιόν, η ΕΚΤ και ο Δρ. Σόϊµπλε γνώριζαν άριστα ότι δύο ήταν οι εναλλακτικές για το 2015:

⦁ Είτε η αναδιάρθρωση του χρέους που πρέσβευα και την οποία Σαµαράς, Σόϊµπλε και Σία εξόρκιζαν.

⦁ Είτε το 3ο µνηµόνιο, που ο κ. Σαµαράς υποσχόταν ότι … δε θα το πάρει και ο κ. Σόϊµπλε δήλωνε ότι δε θα το εγκρίνει.

Να γιατί, κατά την εκτίμnσn µου, ο ίδιος ο κ. Σαµαράς αποφάσισε ότι ήταν καλύτερα να κερδίσει τις εκλογές ο Σύριζα[12] . Ήλπιζε ότι η σύγκρουση µας µε την τρόϊκα θα µας έκαμπτε, δίνοντας παράλληλα άλλοθι στο Βερολίνο να «προτείνει» το 3ο µνηµόνιο, το οποίο βέβαια θα έπρεπε να χρεωθεί ο Αλέξης Τσίπρας, µε αποτέλεσµα ή να παραιτηθεί ή να ανατραπεί από τον ίδιο τον Σύριζα. Έτσι, η Νέα Δηµοκρατία θα επέστρεφε για να διαχειριστεί το 3ο µνηµόνιο που έφερε η … Αριστερά – το σενάριο της πολύφηµης «αριστερής παρένθεσης».

Το παραµύθι ότι η ανάκαµψη είχε ξεκινήσει, ή ότι βρισκόταν προ των πυλών, ήταν λοιπόν το περιτύλιγμα του πλάνου για εκείνη την «αριστερή παρένθεση» και για την εφαρμογή του 3ου μνημονίου.

Στις 21 Ιανουαρίου 2015, τέσσερις μέρες πριν από τις εκλογές, μιλούσα στο τηλέφωνο με τον Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ εκφράζοντας τους βαθύτερους φόβους μου. οι ανοησίες περί Greek-cονery συνιστούσαν βέβαια ένα προεκλογικό πυροτέχνημα αλλά ήταν και κάτι άλλο. Έχοντας αποδεχτεί την επερχόμενη εκλογική της ήττα, η τρόϊκα εσωτερικού επένδυε[13] στο παραμύθι της ανάκαμψης ώστε να κερδίσει το παιχνίδι του καταλογισμού ευθυνών με τα τη σύγκρουση μαζί μας. Έλεγα στον Τζέιμι

«Υποστηρίζουν ότι το 3ο μνημόνιο δεν είναι αναγκαίο, έτσι ώστε, όταν θα έρθει, να το αποδώσουν στη διαπραγματευτική στάση της κυβέρνησης μας. Μάλιστα θα ερχόταν κουτί στην τρόικα, από πολιτική άποψη, η αποδοχή του 3ου μνημονίου από μια κυβέρνηση Σύριζα, καθώς αυτό θα δώσει άλλοθι στα κόμματα του κατεστηµένου για την καταστροφή που επέφεραν με το πρώτα δύο μνημόνια, αρχής γενομένης από το 2010. Θέλουν να αποφύγουν πάση θυσία την αναδιάρθρωση χρέους, με στόχο τη μετακύλιση του μη βιώσιμου χρέους μέσω ενός 3ου μνημονίου που θα το χρεώσουν σε. .. εμάς. Αν δεν πετύχουμε το κούρεμα του μη βιώσιμου κομματιού του χρέους μέχρι τον Ιούνιο [σημ.: του 2015], καταστραφήκαμε και ως χώρα και ως κυβέρνηση. Σε προσωπικό επίπεδο, Τζέιμι, να ξέρεις οτι, σε μια τέτοια περίπτωση, όλοι –οι εχθροί και σύντροφοι θα το χρεώσουν σε μένα και σε όποιον άλλον αντιταχθεί στους δανειστές απαιτώντας αναδιάρθρωση χρέους».

Ο Τζέιμι συμφώνησε οτι αν δε διατηρούσαμε ένα ενιαίο, σταθερό μέτωπο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με απώτατο σκοπό τη σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους θάταν άσχημα. Όμως ήταν βέβαιος ότι ο Αλέξης θα παρέμενε συνεπής μέχρι τέλους. Η σιγουριά προέκυπτε από τις συγκινητικές στιγμές που είχαμε μοιραστεί οι τρεις μας στη Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του 2013, μιλώντας μπροστά σε ενθουσιώδες πλήθος στο Βελλίδειο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Τζέιμι δε συμμεριζόταν τις αμφιβολίες μου αναφορικά με τη στάση που θα κρατούσε ο Αλέξης. Η άρνηση του να ανησυχεί για τις προθέσεις του Αλέξη ενίσχυε την αισιοδοξία μου ότι είχα … άδικο. Οι κάλπες απείχαν λίγες μόνο μέρες, και χρειαζόμουν όσο μεγαλύτερη πίστη και ενθουσιασμό γινόταν. Ένα ιστορικό ατύχημα μας είχε δώσει τη σπάνια ευκαιρία να κάνουμε το πρέπον, να τα βάλουμε με μια καθεστηκυία τάξη που είχε αποτύχει οικτρά ακόμα και με τα δικά της κριτήρια και να εργαστούμε για να φέρουμε πραγματική ανάκαμψη στη ρημαγμένη χώρα. Αν δεν την εκμεταλλευόμασταν, θα ήμασταν ασυγχώρητοι[14]

`

Gree-sterιty

ίχαμε μύρια όσα προβλήματα, ωστόσο είχε και η τρόϊκα τα δικά της. Το ΔΝΤ δίσταζε εξαρχής να συνεχίσει τον ρόλο του στην τρόϊκα. οι άνθρωποί του ένοιωθαν να έχουν συρθεί στον βούρκο του Μνημονιστάν από την ευρωπαϊκή ηγεσία του, που έβαζε τις γαλλικές τράπεζες και τους προσωπικούς δεσμούς της με την ηγεσία της Γερμανίας πάνω από τους εσωτερικούς κανονισμούς και τη συνοχή του Ταμείου. Από το 2011 το ΔΝΤ εξέπεμπε σήματα ότι ήταν απαραίτητη μια μερική ανακούφιση της Ελλάδας από το χρέος της.

Το 2012 το ΔΝΤ είχε επιδιώξει ανεπιτυχώς να συγκροτήσει κοινό μέτωπο με την Αθήνα, ενάντια στο Βερολίνο. Τον Ιούνιο του 2013 είχε βγάλει στη φόρα το γεγονός ότι η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών το 2012 ήταν άκρως ανεπαρκής και αλόγιστη. Και τελικά, τον Μάιο του 2014, έφτασε να συντάξει έκθεση που έλεγε ότι «η βιωσιμότητα του χρέους παραμένει ένας παράγοντας σοβαρής ανησυχίας» μια ευγενική γλωσσική διατύπωση που ουσιαστικά έλεγε ότι υπήρχε τεράστιο πρόβλημα. Οι αναλυτές του ΔΝΤ, με τα από χρόνια θεαματικών σφαλμάτων στις αναλύσεις και στις προβλέψεις τους, είχαν επιτέλους συνειδητοποιήσει όπως και όλοι οι αξιωματούχοι της τρόϊκας με γνώσεις οικονομικών, ότι τα ίδια το θεμέλια του ελληνικού μνημονιακού «προγράμματος » ήταν σαθρά και ότι δεν υπήρχε περίπτωση επιτυχίας του.

Δείγμα της αυτοκαταστροφικής φύσης της λιτότητας παρουσιάζει το Γράφημα 2.

Ο οριζόντιος άξονας απεικονίζει την έκταση της σωρευτικής λιτότητας την πενταετία 2009-2014, δηλαδή την περίοδο από το παγκόσµιο χρήµατοοικονοµικό Κραχ µέχρι λίγο πριν από την εκλογική νίκη του Σύριζα.

Η συνολική λιτότητα της Γερµανίας ήταν 2%, της Ιταλίας 3%, της Πορτογαλίας 5,4%, του Ηνωµένου Βασιλείου 6,3%, της Ισπανίας 6,8%, της Ιρλανδίας 9% και της Ελλάδας … 18%. Ο κάθετος άξονας δείχνει τη σωρευτική αύξηση του εθνικού εισοδήµατος την ίδια περίοδο. Είναι ξεκάθαρο ότι όσο μεγαλύτερη είναι η λιτότητα τόσο μικρότερη είναι η αύξηση του εθνικού εισοδήµατος. Η θέση της Ελλάδας κάτω δεξιά στο διάγραµµα φανερώνει τη σπαρακτική ιστορία µας.

Γράφημα 2: Ο βαθµός λιτότητας στον οριζόντιο άξονα, ως η ποσοστιαία μείωση του δοµικού ελλείμματος της κυβέρνησης (ως ποσοστού του εθνικού εισοδήµατος). Ο κάθετος άξονας είναι η ονομαστική αύξηση του εθνικού εισοδήµατος την ίδια περίοδο επί τοις εκατό.

Το Γράφηµα 2 όντως αποτυπώνει πλήρως την παταγώδη αποτυχία της τρόϊκας και το γεγονός ότι όσο μεγαλύτερη είναι η λιτότητα, τόσο μεγαλύτερη η αποτυχία της.[15] Όµως, όπως θα µου έλεγε αργότερα και κατ’ ιδίαν η Κριστίν Λαγκάρντ, η τρόϊκα είχε επενδύσει πολύ µεγάλο πολιτικό κεφάλαιο σε αυτό το µισανθρωπικό σφάλµα για να το παραδεχτεί.

Την παραμονή των εκλογών δηµοσιογράφος του οικονοµικού Τύπου, σε διάλειµµα της συνέντευξης µας, µου είπε ότι µόνο κάποιος που περιφρονούσε την αλήθεια µπορούσε να υποστηρίζει ότι η Ελλάδα ανέκαμπτε. Διαφώνησα: «Δεν είναι τόσο ότι δε θέλουν να πουν την αλήθεια. Επινοούν ψέµατα κάθε τόσο εξαιτίας του πανικού τους. Αρχικά δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τους τραπεζίτες, έπειτα την κυρία Μέρκελ. Τώρα φοβούνται µήπως, λέγοντας την αλήθεια, χάσουν τη δουλειά τους ».

Πράγματι, λίγο πριν κερδίσουµε τις εκλογές, η τρόϊκα , τα ΜΜΕ και η ελληνική κυβέρνηση συζητούσαν όχι πώς θα έθεταν τέρμα σε αυτόν τον ολέθριο φαύλο κύκλο, αλλά ποιό επίπεδο λιτότητας θα εξυπηρετούσε καλύτερα τις πολιτικές τους σκοπιμότητες: ο τερματισμός της λιτότητας θα ξεμπρόστιαζε την ασυνάρτητη αριθμητική της τρόϊκας ενώ µια νέα µεγάλη λιτότητα θα υπονόµευε το φρόνημα του Greek-cονery, και σε κάθε περίπτωση δε θα περνούσε από την υπάρχουσα Βουλή, στην οποία επικρατούσε διάχυτη δυσαρέσκεια.

Γι’ αυτό τον λόγο ο ελληνικός λαός ψήφισε τον Σύριζα. Δεν επρόκειτο για ξαφνικό έρωτα µε το Ριζοσπαστική Αριστερά, η οποία µέχρι πρόσφατα βρισκόταν στο πολιτικό περιθώριο. Οι ψηφοφόροι δεν είχαν κανένα συµφέρον να θέσουν σε κίνδυνο την όποια ανάκαµψη. Δεν είχαν καµία φιλοδοξία να τα βάλουν µε τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι, τη Φρανκφούρτη και την Ουάσινγκτον. Δεν είχαν καν αντίρρηση να κάνουν περισσότερες θυσίες η να σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι, αν υπήρχε προοπτική ανάκαµψης. Όχι, µας ψήφισαν γιατί είχαν φτάσει στο αμήν, από τις θυσίες χωρίς αντίκρισµα, από τα μέτρα δίχως μέτρο που τους οδηγούσαν σε μεγαλύτερο εξευτελισµό, αναξιοπιστία και απόγνωση, ενώ οι δήθεν κυβερνώντες πανηγύριζαν τη δήθεν ανάκαµψη για λογαριασµό τους.

Γι’ αυτό τον λόγο µας ψήφισαν όχι µόνο ριζοσπάστες και εργάτες, οδηγοί ταξί και αγρότες , αλλά και «καθώς πρέπει» συντηρητικοί, επιχειρηματίες που πάσχιζαν να τα βγάλουν πέρα, δεξιοί πατριώτες, ακόµα και καλόγεροι όσοι ουσιαστικά ενδιαφέρονταν, όπως ο Λάµπρος, ο άστεγος διερμηνέας, για όλους τους «άλλους» που ακόµη δεν είχαν πέσει στον αδηφάγο λάκκο της μη αναστρέψιμης φτώχειας.

`
Πρώτη επαφή

ατά την προεκλογική περίοδο µε προσκάλεσε να τον επισκεφθώ ο πρέσβης της Γερµανίας στην Ελλάδα. Ανταποκρίθηκα µε χαρά. Ένα απόγευµα έφτασα στο ακαλαίσθητο «φρούριο» που στεγάζει την πρεσβεία της Οµοσπονδιακής Δηµοκρατίας, πολύ κοντά στο εξίσου άχαρο κτίριο της βρετανικής πρεσβείας και όχι µακριά από τα κοµψά νεοκλασικά µέγαρα των πρεσβειών της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Αιγύπτου. Ο ψηλόλιγνος Γερµανός διπλωμάτης µου επεφύλασσε ένα µακρύ και συναρπαστικό απόγευµα. Ο Παππάς µε είχε προειδοποιήσει ότι ο πρέσβης είχε δώσει στον Αλέξη να καταλάβει ότι δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος µε το ενδεχόµενο να είµαι ο επόµενος υπουργός οικονοµικών. Ήταν κάτι που, αν και δεν το αμφισβητώ, ο πρέσβης δεν άφησε να διαφανεί. Αντίθετα, έδειξε ότι ανυποµονούσε να µε γνωρίσει καλύτερα.

Τον βρήκα ευφυή κι ευχάριστο συνοµιλητή, αν και σφιγµένο και, θα έλεγα, υπέρ το δέον επίµονο αναφορικά µε το τι θα έπρεπε, και τι δε θα έπρεπε, να κάνουµε αν κερδίζαµε τις εκλογές. Το μεγαλύτερο µέρος της δίωρης συνάντησης µας το αφιερώσαμε σε µια προσομοίωση των διαπραγματεύσεων που θα ακολουθούσαν, μεταξύ Αθηνών και Βερολίνου, όσον αφορά τα βασικά θέµατα της ελληνικής οικονομικής ατζέντας: χρέος, φορολογία, τράπεζες , μεταρρυθµίσεις στις αγορές προϊόντων, ιδιωτικοποιήσεις, αγορές εργασίας. Καλός γνώστης των προβλημάτων και των διαφορετικών απόψεων γι’ αυτό, δε θέλησε να κρύψει τη βασική θέση της κυβέρνησης του για την Ελλάδα και τις κυβερνήσεις της: Από τη σκοπιά του Βερολίνου, τα περί εθνικής κυριαρχίας των Ελλήνων ήταν µια πολυτέλεια εκτός θέματος, καθώς χρεοκοπήσαμε και δε δικαιούμαστε, ως κυβέρνηση, λαός, κόμματα, να διαπραγµατευόµαστε για το µέλλον µας. Να αιτούµαστε , ναι. Να ικετεύουμε, βεβαίως. Να απαιτούµε και να διαπραγµατευόµαστε, όχι. Όµως, παράλληλα έδειξε να αναγνωρίζει, σε έναν βαθµό, τη συνένοχη του Βερολίνου στην κατάρρευση της ελληνικής κοινωνικής οικονοµίας, αφήνοντας να διαφανεί µια συμβιβαστική διάθεση κάτι που αποκάλυπτε την προσωπική του πολιτική ροπή προς το SPD (το σοσιαλδημοκρατικό κόµµα της Γερµανίας).

Την ίδια µέρα ο Παππάς µου διαβίβασε επιστολή του Γεργκ Άσµουσεν γεµάτη φιλικές νουθεσίες για το τι θα έπρεπε να κάνουµε µετά την εκλογική µας νίκη. Ο Άσµουσεν ήταν από τα νεαρά υψηλά ιστάμενα στελέχη του SPD. Στο πλαίσιο της συγκυβέρνησης Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών είχε ξεκινήσει την πολιτική του σταδιοδρομία στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονοµικών, υπό τον Βόλφγκανγκ Σόιµπλε. Ήταν ο επικεφαλης της προσπάθειας του υπουργείου να διασώσει τις γερµανικές τράπεζες, ένας ρόλος που του πρόσφερε κύρος αλλά και την ευκαιρία να γνωρίσει από πρώτο χέρι τη διαδικασία εγκλεισµού της Ελλάδας στη φυλακή οφειλετών.

Οι υπηρεσίες του Άσµουσεν προς το Υπουργείο οικονοµικών, και βέβαια προς τις τράπεζες της Φρανκφούρτης, ανταμείφθηκαν µε µια θέση στο Διοικητικό Συµβούλιο της Ευρωπαϊκης Κεντρικής Τράπεζας, µια θέση µε τεράστιο ειδικό βάρος για έναν νέο άντρα µε λιγοστά διαπιστευτήρια στον χώρο της τραπεζικής. Από εκείνη τη θέση ο Άσµουσεν συμμετείχε « ενεργά στη μετάβαση της Ελλάδας από το 1ο στο 2ο µνηµόνιο, ενώ -και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία συμμετείχε στην κρυφή οµάδα πέντε η έξι το πολύ ιθυνόντων10 που, εν έτει 2012, εκπόνησαν το Σχέδιο Ζ το σχέδιο αποπομπής της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Αργότερα, όταν ολοκληρώθηκε η θητεία του στην ΕΚΤ, επέστρεψε στο Βερολίνο, ως υφυπουργός Εργασίας, µε µια ειδική απoστολή: να εισαγάγει για πρώτη φορά στη Γερµανία κατώτατο µισθό µια µείζων υποχώρηση της καγκελαρίου Μέρκελ προς το SPD, στο πλαίσιο της µεταξύ τους συµφωνίας σχηματισµού κυβέρνησης συνασπισµού, η οποία προκάλεσε την μήνιν του κόμματος της-των Χριστιανοδημοκρατών.

Με το που άκουσα ότι µας είχε στείλει επιστολή ο Άσµουσεν, τέντωσα τα αυτιά µου. Ήταν ένα πρόσωπο σαφώς πιο σημαντικό απ’ όσο υποδήλωνε το επίσημο προφίλ του κι επίσης ο άνθρωπος που ανέµενα ότι θα χρησιμοποιούσε η τρόϊκα ως προπομπό διερευνητικών επαφών. Ο ρόλος του ταίριαζε γάντι, Σοσιαλδημοκράτης που είχε συνεργαστεί στενά µε τον αρχισυντηρητικό Βόλφγκαvγκ Σόϊµπλε την περίοδο που κατέρρεαν οι γερµανικές τράπεζες, άνθρωπος που είχε βρεθεί στο τιμόνι της ΕΚΤ το 2012, όταν βρισκόταν στο τραπέζι το Grexιt -ώσπου πάτησε πόδι ο Μάριο Ντράγκι, στέλνοντας σήµα στην καγκελάριο Μέρκελ να το αποσύρει από το τραπέζι-ένας από τους ελάχιστους αξιωματούχους που είχαν επεξεργαστεί το Σχέδιο Ζ της ΕΚΤ, γνωρίζοντας έτσι καλύτερο από τον καθένα πόσο µεγάλο θα ήταν το κόστος της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ όχι µόνο για τη χώρα µας αλλά για την ευρωζώνη ολόκληρη.

Το βασικό στοιχείο της επιστολής Άσµουσεν ήταν η προσπάθειά του να µας συστήσει έναν άλλο, ακόµη πιο σημαντικά, αξιωµατούχο τον Τόµας Βίζερ. Ο Βίζερ και ο Άσµουσεν είχαν δουλέψει µαζί σε πολλές «οικοστολές» του βαθέος ευρωπαϊκού κατεστηµένου, συμπεριλαμβανομένης της εκπόνησης του προαναφερόµενου Σχεδίου Ζ για το Grexιt. Το ότι ο Βίζερ έλυνε και έδενε εντός της γραφειοκρατίας της ΕΕ και, ιδίως, εντός της τρόϊκας το γνώριζα καλά. Ως πρόεδρος του Eurοgrοup Working Grouρ, της Οµάδας Εργασίας του Eυrogroup, ήταν επικεφαλης των εκπροσώπων των υπουργείων οικονοµικών που υποτίθετο ότι προετοίμαζαν τις συναντήσεις του Eurοgrοup σε τεχνικό επίπεδο, ώστε οι υπουργοί οικονοµικών να επικεντρώνονται στις πολιτικές διαφωνίες τους τουλάχιστον αυτή ήταν η θεωρία. Θεωρητικά, λοιπόν, ο Τόµας Βίζερ ήταν το Νο 2 του Γερούν Ντάισελμπλουµ, του Ολλανδού υπουργού οικονοµικών και προέδρου του Eurοgrοup. Ουσιαστικά όµως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό ήταν ο κεντρικός κρίκος της τρόϊκας. Αντίθετα µε τον Ντάισελμπλουμ, που ήταν ένας δοτός (από τον κ. Σόϊµπλε και την κ. Μέρκελ) πρόεδρος του Eurοgrοup χωρίς ουσιαστικές εξουσίες, ο Βίζερ έπαιζε κεντρικό ρόλο στη διαµόρφωση της τακτικής και των θεσµών της τρόϊκας, ήταν πιο ισχυρός ακόµα και από τον Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ, τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής, και σαφώς σημαντικότερος από τον Πιερ Μοσκοβισί, τον επίτροπο Οικονοµικών Υποθέσεων. Ο Τόµας Βίζερ, εν κατακλείδι, ήταν κάτι σαν σκιώδης γενικός διευθυντής του γραφειοκρατικού μηχανισμού της ευρωζώνης.

Στο μέιλ του ο Άσµουσεν κρατούσε µια στάση κεντροαριστερού εν δυνάµει συµµάχου της νέας κυβέρνησης µας. Mας έγραφε µε το ύφος «συντρόφου» που επιθυµούσε να µας δει να τα πηγαίνουμε καλά. Σε αυτό το πνεύµα, µας ζητούσε να εµπιστευόµαστε και να συνεργαζόμαστε µε τον Βίζερ, περιγράφοντας τον ως «φίλο», «αξιόπιστο», «έντιµο» και «άνθρωπο-κλειδί στον μηχανισμό των Βρυξελλών». Επίσης ο Άσµουσεν άφηνε να εννοηθεί ότι ο Βίζερ θα µας βοηθούσε να εξασφαλίσουμε τον χρόνο που χρειαζόμασταν για να διεξαγάγουμε τις διαπραγματεύσεις µας. Σύµφωνα µε τον Άσµουσεν, ο Βίζερ πρότεινε την «επιµήκυνση του προγράµµατος» ως «µια καλή λύση, προκειµένου να διασφαλιστεί µια κάποια προστασία για την Ελλάδα ενώ θα διεξάγεται η βαθύτερη αναδιαπραγμάτευση. θα ήταν καλό ίσως η οικονοµική οµάδα μας να σπεύσει να έρθει σε επαφή µαζί του με τα τις εκλογές». Ο Άσµουσεν κατέληγε λέγοντας: «Αν µπορώ να βοηθήσω σε οτιδήποτε, είµαι στη διάθεση σας».

Ακουγόταν ορθό, πρέπον, αισιόδοξο. Η προηγούµενη κυβέρνηση είχε διαπραγματευτεί µε την τρόϊκα µια επιµήκυνση που έληγε έναν μήνα µετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης µας, σχεδιασµένο ως γκιλοτίνα που θα µας έκοβε το κεφάλι και σε καµία περίπτωση ως ένα χρονικό διάστημα στο οποίο θα πρόεκυπτε µια έντιμη, βιώσιμη συµφωνία. Οπότε ναι, προφανώς θέλαµε µια περαιτέρω επιµήκυνση που θα λειτουργούσε ως γέφυρα προς την αµοιβαίως επωφελή συµφωνία που αποζητούσαμε. Και αν οι «σοσιαλδημοκράτες» Βίζερ και Άσµουσεν ήθελαν να βοηθήσουν, αυτό ήταν θαυμάσιο. Ήθελαν όµως;

Ο Άσµουσεν είχε επισυνάψει ένα ανυπόγραφο non-paper11 γραµµένο από τον Βίζερ, το οποίο ξεκινούσε διπλώνοντας το απολύτως προφανές, ότι δηλαδή η κυβέρνηση µας «θα βρεθεί αντιμέτωπη µε µια πολύ δύσκολη κατάσταση έλλειψης ρευστότητας ». Ακολουθούσε µια ξερή δήλωση να μην περιµένουµε να λάβουµε ούτε καν τα δικά µας χρήματα, εκείνα που µας χρωστούσε η ΕΚΤ (γύρω στο 1,9 δισ. κέρδη από τα οµόλογα µας του SMP που κατείχε και που είχε συμφωνήσει να µας επιστρέψει) πόσο μάλιστα τα νέα δανεικά που είχε συμφωνήσει η προηγούµενη ελληνική κυβέρνηση και που απαιτούνταν για να συνεχίζεται η προσποίηση ότι (δήθεν) το ελληνικό κράτος αποπληρώνει το χρέος του. Παράλληλα, ο Βίζερ καθιστούσε σαφές ότι η τρόικα ανέμενε να ανταποκριθούµε στις δανειακές υποχρεώσεις µας πλήρως, την ώρα που η ίδια δε θα ανταποκρινόταν στις δικές της υποχρεώσεις! Χωρίς αιδώ, ανερυθρίαστα, µας προειδοποιούσε, λες και χρειαζόμασταν τον Βίζερ να µας το πει, ότι η ασφυξία της Ελληνικής κυβέρνησης που θα προκαλούνταν από τις δικές τους πράξεις θα οδηγούσε σε «προβλήματα ρευστότητας» και, αναπόδραστα, σε «ένταση στις αγορές». Κοντολογίς, ο Βίζερ µας διεμήνυε το εξής:

Θα σας πιέσουµε τόσο πολύ και τόσο φανερά ώστε οι επενδυτές θα αποσυρθούν από την Ελλάδα, οι καταθέτες θα επιταχύνουν το άδειασµα των λογαριασμών τους και η κυβέρνησή σας θα πάει από ασφυξία. Αυτό είναι το μαστίγιο.

Ακολουθούσε το καρότο. Η τρόϊκα θα µπορούσε να µας δώσει µια παράταση της τρέχουσας, δεύτερης δανειακής συµφωνίας, παρέχοντας µας µια νέα προθεσµία, πέρα από την γκιλοτίνα της 28ης Φεβρουαρίου 2015, κι επίσης θα δέχονταν να αυξήσει τη µέγιστη αξία, την οποία καθόριζε η ΕΚΤ, των έντοκων γραμματίων που είχαµε δικαίωµα να εκδίδουµε για γρήγορο δανεισµό σε µετρητά (ουσιαστικά, το όριο της πιστωτικής κάρτας του Δημοσίου), έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε κάποια επιπλέον µετρητά για να πληρώσουµε το ΔΝΤ τον Μάρτιο.12 Αυτά υπό ιόν όρο να δείξουμε «διάθεση συνεργασίας» µε την τρόικα.

Το μήνυμα ήταν απολύτως ξεκάθαρο: θα µας υπέβαλλαν σε χρήµατοοικονοµικό και δηµοσιονοµικό εικονικό πνιγµό ώσπου να συµφωνήσουµε να συμμετάσχουμε στο νοσηρό τελετουργικό του παρατεινόμενου χωρίς αντίκρισµα δανεισµού, για τον τερµατισµό του οποίου είχαµε εκλεγεί. Αφού διάβασα το μέιλ, ενηµέρωσα για την κατάσταση τον Αλέξη και τον Παππά. Όπως αναµέναµε, τους είπα, οι αρχιερείς της τρόϊκας έθεταν σε εφαρμογή το σχέδιο στραγγαλισµού µας. Άδραξα την ευκαιρία για να υπενθυμίσω το άτυπο συμβόλαιο µας: Από τη µία, ήταν σημαντικό να διασφαλίσουμε την επιµήκυνση που προσέφερε ο Βίζερ, πέρα από την 28η Φεβρουαρίου, προκειµένου να έχουμε περιθώριο ελιγµών. Από την άλλη, όµως, αυτό θα βοηθούσε µόνον εφόσον ήμασταν έτοιµοι να πυροδοτήσουµε, σε περίπτωση που οι πιστωτές αρνούνταν να διαπραγµατευτούν καλόπιστα, (α) τη στάση πληρωµών µας προς την τρόϊκα (αρχής γενοµένης με το ΔΝΤ και, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, την ΕΚΤ), (β) το µονοµερές κούρεµα των οµολόγων SMP της ΕΚΤ και (γ) την εφαρμογή του παράλληλου συστήµατος πληρωμών. Και οι δύο µε διαβεβαίωσαν ότι αυτό ακριβώς θα κάναµε.

Με αυτή τη διαβεβαίωση δεδομένη, κάθισα να συντάξω την απάντηση µας στον Βίζερ. Έθεσα δύο κρίσιµα ζητήματα, µε µετριοπάθεια και προθυµία συνεργασίας. Το πρώτο αφορούσε τα κέρδη µας από τα οµόλογα του SMP, που ο Βίζερ είχε πει να μην περιµένουµε να τα εισπράξουµε από την τρόϊκα «Το να αρνείστε να δώσετε στην Ελλάδα τα χρήματα της , και µάλιστα ασυζητητί», έγραψα, «Είναι αδικαιολόγητο, ακόµη και αν προηγούµενες Ελληνικές κυβερνήσεις έχουν συναινέσει σε νομικισμούς που θα δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο. Θεωρούµε πως αυτά τα κεφάλαια πρέπει να αποδεσμευθούν αµέσως από την ΕΚΤ. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των αποπληρωμών της Ελλάδας προς το ΔΝΤ µε δικά της περιουσιακά στοιχεία µέχρι και τον Μάρτιο

Κατά δεύτερο λόγο, αναφέρθηκα στην έμμεση πλην σαφή απειλή του Βίζερ ότι θα προέκυπτε «ένταση στις αγορές», η οποία έµοιαζε µε αντίλαλο της εμπρηστικής δήλωσης Στουρνάρα στις 15 Δεκεμβρίου:

Η προεξόφληση ενός δυνητικού αδιεξόδου πράγματι δηµιουργεί αβεβαιότητα που, µε τη σειρά της, µπορεί να προκαλέσει προβλήματα ρευστότητας. Όμως σε τι οφείλεται αυτή η προεξόφληση του αδιεξόδου;
Οφείλεται στην επιµονή των αξιωματούχων της ΕΕ και της ΕΚΤ να υποταχθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση, µέσα σε λίγες µόλις µέρες από την εκλογή της, σε ένα αποτυχημένο δηµοσιονοµικό και μεταρρυθμιστικό πρόγραµµα που εκλέχθηκε για να αναδιαπραγµατευτεί.
Η δηµοκρατική Ευρώπη πρέπει να δώσει στην Ελλάδα δηµοσιονοµικό χώρο που θα επιτρέψει στη νέα κυβέρνηση να καταθέσει προτάσεις που συνιστούν το θεµέλιο µιας βιώσιµης συµφωνίας. Το πρόβλημα ρευστότητας δεν το προκαλούν οι απολύτως λογικές προτάσεις της νέας κυβέρνησης µας αλλά η άρνηση να παραχώρησης αυτού του δηµοσιονοµικού χώρου στη νέα ελληνική κυβέρνηση.

Ως εκ τούτου, το να παρουσιάζει κανείς αυτά τα προβλήματα ρευστότητας ως εξωγενή σηµαίνει ότι δεν εννοεί να παραδεχτεί την ευθύνη της ΕΚΤ και της ΕΕ για τη δηµιουργία τους.

Όταν έστειλα το µέιλ, ήταν στο σπίτι η Δανάη, και σε λίγο θα φεύγαµε για να παραστούµε σε κάποια προεκλογική συγκέντρωση. Με ρώτησε πάνω σε τι δούλευα. «Πάνω σε µια υπέροχη καινούρια φιλία», απάντησα.

`

Δηµοκρατία µε το πιστόλι στον κρόταφο

ύο µέρες προτού ανοίξουν οι κάλπες της 25ης Ιανουαρίου 2015 οι φίλοι µου στον Σύριζα αγωνιούσαν µόνο για το µέγεθος της επικείµενης νίκης µας και για το αν θα εξασφαλίζαµε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Όµως εµένα αλλού έτρεχε ο νους µου.

Τρεις µέρες νωρίτερα ο Γκλεν µου είχε επιβεβαιώσει µέσω µέιλ ότι έσφιγγε η θηλιά. Από τις 15 Δεκεμβρίου 2014, οπότε ο Στουρνάρας µεγέθυνε τον τραπεζικό πανικό τον οποίο είχε πυροδοτήσει ο Σαµαράς, οι καταθέτες είχαν αποσύρει 9,3 δισ. από τις ελληνικές τράπεζες, µε τον ρυθµό ανάληψης να έχει φτάσει το 1 δισεκατομμύριο ανά µέρα. Μέχρι τις εκλογές 11 δισ. είχαν βγει στο εξωτερικό ή είχαν παραχωθεί κάτω από στρώματα. Οι τράπεζες, προκειµένου να δώσουν τόσα χρήματα, είχαν αναγκαστεί να αυξήσουν την εξάρτησή τους από την ΕΚΤ στο ύψος των 60 δισεκατομμυρίων και βάλε. Η απειλή του Μάριο Ντράγκι να κλείσει τις τράπεζες δηµιουργούσε ακριβώς τις συνθήκες που θα του παρείχαν τη δικαιολογία να την πραγματοποιήσει.

Στην τελική ευθεία για τις εκλογές ο µοναδικός μελλοντικός συνάδελφος στην κυβέρνηση µε τον οποίο κατάφερα να μοιραστώ τους φόβους µου υπήρξε ο Σπύρος Σαγιάς. Τον συναντήσαµε µε τη Δανάη στο διαµέρισµα του στο Παλαιό Φάληρο, κοντά στο πατρικό µου σπίτι όπου είχα περάσει τα παιδικά µου χρόνια. Αφού µας υποδέχθηκε στο ισόγειο ο προσωπικός φρουρός του, ανεβήκαμε µε το ασανσέρ στο διακοσμημένο µε έργα σύγχρονης ελληνικής τέχνης ρετιρέ, µε θέα στη µαρίνα. Ο Σαγιάς µε καθησυχαστική βαθιά φωνή µας ζήτησε να τον συγχωρέσουμε που δεν ήταν σε φόρµα. Είχε προβλήματα µε την καρδιά του, που, όµως, ούτε θόλωναν τη σκέψη του ούτε στόµωναν την οξυδέρκειά του.

Ο Σαγιάς δεν ήταν πολιτικός, αλλά, όπως συστήθηκε µεταξύ σοβαρού και αστείου, συστημικός δικηγόρος.13 Πανταχού παρών από τη δεκαετία του 1980 στις µεγάλες επιχειρηματικές συµφωνίες µεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, είχε συνεισφέρει τις δικηγορικές υπηρεσίες του σε ιδιωτικοποιήσεις, µεγάλα κατασκευαστικά έργα, συγχωνεύσεις κτλ. Μέχρι πρόσφατα παρείχε νοµικές συµβουλές, µεταξύ άλλων, στην Cosco, τον κινεζικό όµιλο που είχε αποκτήσει επί κυβερνήσεως Καραµανλή δύο από τις προβλήτες κοντέινερ του Πειραιά και που ανυποµονούσε να εξασφαλίσει το σύνολό του, µια ιδιωτικοποίηση την οποία ο Σύριζα απέρριπτε µετά βδελυγµίας. Όταν ο Παππάς µε πληροφόρησε ότι ο Σαγιάς θα γινόταν γραμματέας του Υπουργικού Συµβουλίου, εξεπλάγην αλλά όχι αρνητικά. Αν και δεν καταλάβαινα πώς κόλλαγε ένας μεγαλοδικηγόρος όπως ο Σαγιάς µε τον Σύριζα, τουλάχιστον θα είχαµε στην οµάδα έναν νοµικό μπαλαντέρ, έναν γνώστη των τεχνικών αναγκών του νοµοθετείν κι επιπλέον έναν ειδήμονα στα ένοχα μυστικά του «παλαιού καθεστώτος».

Ο Σαγιάς µπήκε κατευθείαν στο θέµα που πρωτίστως µε απασχολούσε, ρωτώντας πώς ακριβώς θα προσπαθούσε να µας προκαλέσει ασφυξία η ΕΚΤ. Του απάντησα ότι η ασφυξία θα ερχόταν σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση, µε απλή πλειοψηφία του Διοικητικού Συµβουλίου της ΕΚΤ, ο Μάριο Ντράγκι θα διέκοπτε την απευθείας παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες (αποσύροντας το λεγόµενο waiνer), παραπέμποντας τες για παροχή ρευστότητας στην Τράπεζα της Ελλάδος του Στουρνάρα, για πιο ακριβό βραχυπρόθεσμο δανεισµό από τον λεγόµενο ELA.14 Έπειτα, σε δεύτερη φάση, θα ήταν στη διακριτική ευχέρεια των δύο τρίτων του Διοικητικού Συµβουλίου της ΕΚΤ να «κόψουν» και τον ELA της Τράπεζας της Ελλάδος, ουσιαστικά κλείνοντας τις τράπεζες καθώς η παντελής άρνηση παροχής ρευστότητας θα σήμαινε ότι τα γκισέ των τράπεζών θα ξέµεναν από ρευστό χρήμα, οι καταθέτες θα προσέρχονταν κατά χιλιάδες, µπας και προλάβουν να σηκώσουν τις καταθέσεις τους πριν εξαντληθεί το ρευστό, και, έτσι, τα τραπεζικά καταστήµατα θα έκλειναν, ό,τι και να έκανε η ελληνική κυβέρνηση.

Κατέληξα πληροφορώντας τον Σαγιά ότι, ήδη από την 21η Ιανουαρίου 2015, δύο από τις τέσσερις συστημικές, τράπεζες της Ελλάδας είχαν καταφύγει στον ELA της Τράπεζας της Ελλάδος του Στουρνάρα, ουσιαστικά δηλώνοντας ότι είχαν ξεµείνει από εχέγγυα-τίτλους που η ΕΚΤ θεωρούσε φερέγγυα. «Το σκηνικό έχει στηθεί», είπα εν κατακλείδι. «Απλώς µας περιµένουν να ανέβουµε στη σκηνή». Έπειτα περιέγραψα τη βασική αποτρεπτική στρατηγική µας και την ουσία του άτυπου συµβολαίου µου µε τον Αλέξη, τον Παππά και τον Δραγασάκη, το οποίο είχε αποτελέσει προϋπόθεση για να αναλάβω το υπουργείο οικονοµικών. Έδειχνε να συµφωνεί µε το σχέδιο.

«Τι σε φέρνει, λοιπόν, σε αυτή την κυβέρνηση;» ρώτησα. «Δεν είναι προφανές από το βιογραφικό σου, Σπύρο». «Το κάνω µόνο επειδή πιστεύω στον Αλέξη», απάντησε. Πρόσθεσε πως στα νιάτα του έκλινε προς την Αριστερά. Ακόµη και αφού βρέθηκε στην καρδιά του κατεστηµένου, παρέχοντας του µε ουκ ευκαταφρόνητο αντίτιµο τις νομικές υπηρεσίες που λάδωναν τα γρανάζια της καθεστηκυίας τάξης, βαθιά µέσα του διατηρούσε ρωµαντικό δεσµό µε την Αριστερά. Συνέχισε λέγοντας µου:

«Έτσι, όταν γνώρισα τον Αλέξη, αποφάσισα να θέσω στη διάθεση του την πείρα µου. Δεν είµαι εδώ για τον Σύριζα. Θα χάσω χρήματα αφήνοντας τη δουλειά µου. Είµαι εδώ για να προστατεύσω τον Αλέξη. Θα χρειαστεί πολλή προστασία. Το ίδιο κι εσύ. Να είσαι βέβαιος, Γιάνη, ότι όλοι θα προσπαθήσουν να σε υπονοµεύσουν, από τους πιο αδίστακτους τραπεζίτες έως τον Δραγασάκη και όλους τους άλλους στον Σύριζα[ΔΖ16] . θα αγριέψει πολύ το πράγµα».

Τελικά δεν ήµουν µόνο εγώ αγχωµένος εν όψει της διακυβέρνησης µας.

Αποφάσισα ότι συμπαθούσα τον Σαγιά. Ναι, έφερε το στίγµα δεκαετιών συνεργασίας µε την ολιγαρχία και δεν τον ενδιέφερε να το κρύψει, ωστόσο έτεινα να εµπιστεύοµαι περισσότερο ανθρώπους που είχαν γνωρίσει και είχαν υπηρετήσει το κατεστηµένο απ’ ότι άγουρους ζηλωτές που δε θέλουν πολύ για να μεταφορτωθούν σε υπηρέτες του. Η ειλικρίνειά του, οι προσωπικοί λόγοι που προέβαλλε για τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση, οι προειδοποιήσεις του σχετικά µε τον Δραγασάκη και τους συριακούς ευαγγελιστές, αλλά και το έργα τέχνης στους τοίχους του διαμερίσματος του µε έκαναν να νιώσω άνετα µαζί του.

Καθώς φεύγαµε, µου εκμυστηρεύτηκε ότι αµφιταλαντευόταν. «Ακόµη δεν είµαι εκατό τους εκατό σίγουρος ότι θα δεχτώ τη θέση», µου είπε. «Πρέπει να τη δεχτείς !» τον προέτρεψα. «Ζούµε µια άλλη 28η 0κτωβρίου», πρόσθεσα, «δεν µπορούµε να µείνουµε αμέτοχοι ». «θα το σκεφτώ», είπε µε τρόπο που µε έκανε να πιστέψω ότι θα δεχόταν. Όταν επιστρέψαµε στο διαµέρισµα µας, είδα ένα μέιλ από τον Τζέϊμι, ο οποίος ρωτούσε «Ποια ακριβώς είναι η ατζέντα, απ’ όσο γνωρίζεις;». «Να μη µας στραγγαλίσουν η τρόϊκα και οι ντόπιοι τραπεζίτες από την πρώτη κιόλας εβδοµάδα!» απάντησα.

Κάνοντας τους υπολογισµούς µου, µε τη βοήθεια του Γκλεν, διαπίστωσα ότι, µόνο το 2015, το ελληνικό κράτος θα χρειαζόταν 42,4 δισεκατοµµύρια ευρώ, ποσό που ισοδυναµούσε µε το 24% του εθνικού εισοδήµατος, για πληρωµή η μετακύλιση του συνόλου των χρεών. Ακόµη και αν η τρόϊκα µας κατέβαλλε χωρίς νέους όρους όλες τις εναποµείνασες δόσεις του 2ου μνημονιακού δανείου, θα µας έλειπαν 12 δισεκατοµµύρια. Για µια χώρα που δεν µπορούσε να δανειστεί από ιδιώτες, µε τα ταμεία άδεια και µε οικονοµικά εξαθλιωµένους πολίτες, αυτές οι αποπληρωμές σήμαιναν µόνο ένα πράγµα: τη λεηλάτηση των όποιων κεφαλαίων είχαν αποµείνει στα ασφαλιστικά ταμεία, στους δήµους, στα νοσοκοµεία και στις ΔΕΚΟ και τον περαιτέρω δανεισµό από την τρόϊκα µε όρους επαιτείας και µε την υπόσχεση περαιτέρω ξεζουμίσματος συνταξιούχων, δήμων, νοσοκοµείων και ΔΕΚΟ, στον βωµό της επιστροφής και αυτών των χρημάτων στην τρόικα. Μόνο µε λοβοτοµή θα µε έπειθαν ότι η αναδιάρθρωση χρέους, για την οποία αποφάσισα να κατέβω στον εκλογικό στίβο, µπορούσε να αναβληθεί κι άλλο.

Την ηµέρα των εκλογών µε πλησίαζαν άνθρωποι στον δρόµο και µε έβαζαν να υποσχεθώ ότι δε θα αθετούσα τον λόγο µου. «Σε στηρίζουμε, αλλά μην τολμήσεις να µας το γυρίσεις, γιατί κάτι τέτοια δε θα τα ανεχθούµε, ακούς;» ήταν το οµόφωνο µήνυµα τους.

`

Ανάρμοστοι εταίροι

`

νώ ο Αλέξης προετοίμαζε τη σύνθεση του υπουργικού του συμβουλίου, προσπαθούσα να περιορίσω τον αριθμό των δυνητικών εχθρών μας. Ο Γκλεν πρότεινε να πάρω με το μέρος μου τους ξένους θεσμικούς ιδιώτες επενδυτές. Δύο ήταν οι λόγοι.

Πρώτον, η Ελλάδα όφειλε πλέον σε αυτούς πολύ μικρό ποσοστό του χρέους της , καθώς οι μεγάλες τράπεζες είχαν εξοφληθεί πλήρως από τα μνημονιακά δάνεια (στην πραγματικότητα, μόλις το 15% του συνολικού χρέους οφειλόταν πλέον σε ιδιώτες). Δεύτερον, ήξεραν … αριθμητική-αντιλαμβάνονταν δηλαδή το βασικό μου επιχείρηµα ότι άνευ σοβαρής αναδιάρθρωσης του χρέους μας προς την τρόϊκα Ελλάς γιοκ, και μαζί με την Ελλάδα θα βούλιαζαν και τα επιχειρρηματικά τους σχέδια για την περιοχή μας. Γιατί να μην έχουμε λοιπόν στο πλευρό μας πλούσιους, ισχυρούς και καλά δικτυωμένους ανθρώπους, αντί να τους αντιμετωπίζουμε προκλητικά;

Ο Γκλεν πρότεινε να τους καθησυχάσω με μια δήλωση του τύπου: «Δεν προβλέπουμε να υπάρξει ανάγκη περαιτέρω αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους προς τους επενδυτές του ιδιωτικού τομέα». Τελικά η δήλωση που επέλεξα να κάνω ήταν ακόμα πιο κατηγορηματική και φιλική προς τους ιδιώτες επενδυτές. Τους μήνυσα ότι όχι μόνο δεν αναγνωρίζαμε την ανάγκη για κούρεμα των χρεών μας προς ιδιώτες , αλλά και ότι ήμασταν «αντίθετοι στην ιδέα».

Με το μυαλό στα του χρέους και της επικείμενης σύγκρουσης με την τρόϊκα , είχα λιγοστό χρόνο να αφιερώσω στις -και ομολογώ ελάχιστο «ενδιαφέρον για τις εσωκομματικές διαβουλεύσεις και τη διαδικασία διορισμού των μελών του υπουργικού συμβουλίου. Η κύρια αγωνία μου ήταν να εξασφαλίσει ο Σύριζα την απόλυτη πλειοψηφία ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας. Αν έπρεπε να συνεργαστούμε με κάποιο μικρότερο κόμμα, ποιό θα ήταν αυτό; Εξαιρουμένων εκ προοιμίου των κομμάτων που είχαν κυβερνήσει μέχρι στιγμής και είχαν φέρει τα μνημόνια, του ΚΚΕ, που απλώς δεν ενδιαφερόταν, και φυσικά της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, υπήρχαν δύο επιλογές.

Η μία ήταν το Ποτάμι. Με τον Σταύρο Θεοδωράκη, τον πρόεδρο και ιδρυτή του Ποταµιού, και τη σύντροφο του η Δανάη κι εγώ είχαμε αναπτύξει αγαθές, θα έλεγα φιλικές, σχέσεις. Στην ουσία, ήταν η προέκταση της συνεργασίας μου με τον Σταύρο στο πλαίσιο της εκτενούς αρθρογραφίας μου στο protagon.gr, το οποίο εκείνος είχε ιδρύσει προτού δημιουργήσει το Ποτάμι. Πολλά από τα στελέχη του Ποταμιού ήταν, άνθρωποι τους οποίους γνώριζα, κυρίως μέσα από το protagon, και τους οποίους συμπαθούσα άλλους λιγότερο, άλλους περισσότερο. Επιπλέον, το κόμμα του Σταύρου είχε σωστές, προωθημένες θέσεις σε ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων, Π.χ. όσον αφορά τα δικαιώματα των γκέι, την ανάγκη διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας, τον ρατσισμό. Yπήρχε, όμως, ένα σοβαρό κώλυμα: το Ποτάμι είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ της τρόϊκας και, συστηματικά , παρά τις τόσες ευκαιρίες που είχα δώσει στον Σταύρο, αρνούνταν να πει έστω και μια ελάχιστη επικριτική κουβέντα για τους τραπεζίτες και τη χυδαία διαπλοκή που έχτιζαν με χρήματα των φορολογουμένων, τόσο στον χώρο του Τύπου, κυρίως του ηλεκτρονικού, όσο και γενικότερα.
Αν σχηματίζαμε κυβέρνηση συνεργασίας με το Ποτάμι, ήξερα τι θα. γινόταν: Αρχικά θα συμφωνούσαν να προσέλθουμε στις διαπραγματεύσεις με την τρόϊκα αλλά, παράλληλα, θα πρόσθεταν: Διαπραγματεύσου όσο σκληρά θέλεις αλλά δήλωσε εξαρχής ότι δε θα έρθεις σε καμία περίπτωση σε ρήξη μαζί τους! Οπότε θα γύρναγα και θα τους έλεγα εκείνο που έλεγα από το 2010: Αν δεν είσαι διατεθειμένος έστω να διανοηθείς την περίπτωση να αποχωρήσεις από μια διαπραγμάτευση, δεν έχει νόημα να μπεις καν στο δωμάτιο των διαπραγματεύσεων. Με αυτό το σκεπτικό κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κυβερνητικός συνασπισμός με το Ποτάμι θα ήταν άσκοπος. Η τρόϊκα θα ήξερε ότι, μόλις πατούσε το κουμπί για να κλείσει τις τράπεζές, το Ποτάμι θα μας εγκατέλειπε και θα με κατακεραύνωνε στη Βουλή για τη ρήξη με τους πιστωτές. Καλύτερα να αφήναμε τον κ. Σαμαρά να κυβερνήσει παρά να μπούμε στην περιπέτεια μιας κυβέρνησης συνεργασίας όπου ο βασικός μας εταίρος θα μας τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια τη στιγμή που θα το επέλεγε η τρόϊκα.

Όταν συζήτησα το θέμα με τον Αλέξη, προεκλογικά, κατάλαβα ότι η ηγεσία του Σύριζα και ειδικά ο Αλέξης είχαν ήδη πάρει την απόφαση τους έχοντας ήδη έρθει σε συµφωνία µε τον Πάνο Καµµένο, τον αρχηγό των Ανεξάρτητων Ελλήνων (ΑΝΕΛ). Η απόφαση εκείνη είχε µια λογική που, όµως, δεν αρκούσε για να ακυρώσει τη ναυτία που µε έπιανε στην ιδέα και µόνο µιας συγκυβέρνησης µε τον κ. Καµµένο. Οι ΑΝΕΛ, αν το καλοσκεφτούμε, ήταν κύηµα της θλιβερής παράνοιας του Μνηµονιστάν. Κάτι σαν σύµπτωµα της χρεοδουλοπαροικίας µας, µια µορφή μετάλλαξης της Λαϊκής Εθνικιστικής Δεξιάς σε αντισυστηµικη παράταξη που συνδυάζει τη σφοδρή αντίθεση στα δεσµά των µνηµονίων µε σκοταδιστικές θέσεις για κοινωνικά θέµατα, υπερεθνικισµό, υφέρποντα ρατσισµό, έντονο σεξισµό και αχαλίνωτη οµοφοβία.

Σαν να µην έφταναν αυτά, ο Καµµένος όταν επιρρεπής στη γελοία συνωµοσιολογία, την οποία έστρεφε κατά το δοκούν εναντίον οποιουδήποτε αντιπαθούσε φέρνοντας κατά νου τις αντισημιτικές θεωρίες συνωµοσίας που συνδυάζουν µικρές αλήθειες για να δημιουργήσουν τεράστια ψέµατα. Δεδοµένου µάλιστα ότι, σχετικά πρόσφατα, είχα καταθέσει σε δικαστήριο εναντίον του Καµµένου, υπερασπιζόμενος τον φίλο και συνάδελφό µου Αντρίκο Παπανδρέου (γιό του Ανδρέα Παπανδρέου και αδελφό του πρώτου µνηµονιακού πρωθυπουργού της χώρας), η ιδέα της συγκατοίκησης στο υπουργικό συµβούλιο µε τον Πάνο Καµµένο δε µε έκανε να πετάω από τι χαρά µου.15

Οµως ο Αλέξης δε µου άφησε περιθώριο να αναπτύξω τις αντιρρήσεις µου την ώρα που µου ανακοίνωσε την απόφαση του για συγκυβέρνηση µε τους ΑΝΕΛ σε περίπτωση µη αυτοδυναµίας µας. Μου είπε πως, δεδοµένης της παγίδας που µας είχαν στήσει η κυβέρνηση Σαµαρά και η τρόικα, συνωμοτώντας προκειµένου να έχουµε το πολύ έναν µήνα για να διαπραγµατευτούµε πριν πέσει η γκιλοτίνα της 28ης Φεβρουαρίου,16 είχαµε υποχρέωση να σχηματίσουμε κυβέρνηση αµέσως χωρίς την παραµικρή καθυστέρηση. Συνεργασία µε το Ποτάµι θα απαιτούσε χρονοβόρες διαπραγµατεύσεις και θα κατέληγε, όπως είχα συµπεράνει κι εγώ, σε εύθραυστη κυβέρνηση, η πλειοψηφία της οποίας στη Βουλή θα εξαφανιζόταν µε ένα νεύµα των τροϊκανών.

Όπερ µεθερµηνευόµενον, κατέληξε ο Αλέξης, δεν έχουµε άλλη επιλογή παρά µια κυβέρνηση συνεργασίας Σύριζα-ΑΝΕΛ. «Ναι, αλλά µε τα κοινωνικά θέµατα; Με το ζητήματα των ατοµικών δικαιωµάτων; Πώς θα συγκυβερνήσουμε µε κόµµα βαθιά αντιδραστικό στα ζητήματα των προσφύγων, του ρατσισμού, του πολιτικού γάµου, των δικαιωµάτων των γκέι, … » «Το µόνο που ζητά ο Καµµένος», µε διέκοψε ο Αλέξης, «είναι το Υπουργείο Άµυνας κι ένα η δύο υφυπουργεία ήσσονος σηµασίας, µε αντάλλαγµα να µας αφήσει να διαπραγµατευτούµε χωρίς να έχουµε εκπρόσωπο της τρόϊκας στο υπουργικό συµβούλιο και να αποφανθούμε εµείς για τα κοινωνικά ζητήματα. Το ότι είναι η µόνη µας επιλογή είναι ηλίου φαεινότερο », είπε συµπερασµατικά.

Όπως φάνηκε τους επόμενους µηνές, ο Αλέξης δεν είχε άδικο. Πράγµατι ο Καµµένος και οι συνάδελφοί του, αν εξαιρέσουµε κάποιες δηλώσεις τούς που µε έκαναν να τραβώ τις λιγοστές τρίχες της κεφαλής µου, κράτησαν τον λόγο τους και δεν παρενέβησαν ούτε στις διαπραγµατεύσεις ούτε και στα κοινωνικά θέματα.17 Μάλιστα, την πρώτη φορά που συναντηθηκαμε στη Βουλή, και λίγο αργότερα στο υπουργικό συµβούλιο, µε τον Καµµένο, όχι µόνο δεν έδειξε να µου κρατάει κακία που είχα καταθέσει εναντίον του αλλά έκανε το αντίθετο Με αγκάλιασε, µε φίλησε, µε αποκάλεσε «παλικάρι» και µε σεβασµό µου υποσχέθηκε να στηρίξει απόλυτα τη στρατηγική µου. Το ίδιο έκανε κάθε φορά που συναντιόσασταν, όσο ήµουν υπουργός. Μόνο µετά την παραίτηση µου «θύμηθηκε » ότι ήμουν στη δούλεψη του Σόρος και σκοτεινών κύκλων της … Γουόλ Στριτ.

`

«Αν μπορείς να ονειρεύεσαι χωρίς να υποδουλώνεσαι στα όνειρά σου» 

`

ύρω στις 8 µ.µ., στις 25 Ιανουαρίου 2015, γνωρίζαµε ότι είχαµε νικήσει µε µεγάλη διαφορά. Λίγες ώρες αργότερα, όταν οι δρόµοι γέµιζαν µε κόσµο που πανηγύριζε το αποτέλεσµα, ανακαλύπταμε ότι µας έλειπαν µόλις δύο έδρες για να έχουµε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Πριν κατέβουμε µε τη Δανάη στους δρόµους της Αθήνας για να γιορτάσουμε κι εµείς µε τον κόσµο, κάθισα κι έγραψα δύο αναρτήσεις στο µπλογκ µου: ένα ευχαριστήριο μήνυμα (στα ελληνικά) προς τους ψηφοφόρους µου κι ένα μήνυμα ελπίδας (στα αγγλικά) προς τον έξω κόσµο.

Στα πρώτο µήνυµα αναφερόµουν στην πρόσφατη συνάντηση µου µε τον Λάµπρο. «Καθώς θα διασχίζω το κατώφλι του Υπουργείου Οικονοµικών», έγραφα, «θα έχω κατά νου το δικά του λόγια. Όχι τα spreads µας, όχι τις αποδόσεις των έντοκων γραµµατίων µας, όχι το Μνημόνιο. Μόνο τα δικά του λόγια θα έχω στο µυαλό µου». Στο δεύτερο, αγγλικό, µήνυµα, το οποίο απηύθυνα σε μη ελληνόφωνους αποδέκτες οι οποίοι µπορεί να είχαν απορήσει ή να είχαν χαρεί, ή και το δύο, µε τη νίκη µας, είπα το εξής:

Σήµερα ο ελληνικός λαός έδωσε ψήφο εµπιστοσύνης στην ελπίδα. Χρησιμοποίησε την κάλπη, σε αυτή την υπέροχη γιορτή της δηµοκρατίας, για να θέσει τέρµα στην αυτοτροφοδοτούµενη κρίση που εξευτελίζει την Ελλάδα κι ενισχύει τις πιο σκοτεινές δυνάµεις της Ευρώπης.

Σήµερα ο ελληνικός λαός έστειλε ένα μήνυμα αλληλεγγύης στον Βορρά, στον Νότο, στην Ανατολή και στη Δύση της ηπείρου µας. Το απλό αυτό μήνυμα λέει ότι παρήλθε ο καιρός της άρνησης της κρίσης, των τιμωρών, των τιμωρούμενων και των αποδιοπομπαίων τράγων . Λέει ότι είναι καιρός να αναζωογονήσουµε τα ιδανικά της ελευθερίας, του ορθολογισµού, της δηµοκρατίας και της δικαιοσύνης στην ήπειρο που τα γέννησε,

Δανειζόμενος δύο στίχους από τον Ντύλαν Τόµας, κατέληγα:

Σήµερα η Eλληνική δηµοκρατία επέλεξε να πάψει να αργοσβήνει ήσυχα µες στην καλή νύχτα Η Eλληνική δηµοκρατία επέλεξε να εξοργιστεί µε του φωτός το σβήσιµο.19
Με τη λαϊκή εντολή του λαού της Ελλάδας ανά χείρας, καλούµε τους λαούς της Ευρώπης αλλά και του κόσµου όλου να βαδίσουν µαζί µας προς έναν κόσµο όπου επικρατεί η βιώσιμη, από κοινού, ευηµερία.

Συχνά µε ρωτούν πώς κατάφερνα να αντεπεξέρχομαι στο τροµερό άγχος των ημερών και των μηνών που ακολούθησαν. Η απάντηση µου είναι ότι την 9η Ιανουαρίου, τη µέρα που ανακοίνωσα την υποψηφιότητα µου στη Β’ Αθηνών, είχα συντάξει και υπογράψει επιστολή παραίτησης χωρίς να συμπληρώσω την ημεροµηνία[ΔΖ17] . Την ίδια στιγμή ανήρτησα το εξής στο µπλογκ µου:

Ουδέποτε σκόπευα να πάρω µέρος στο εκλογικό παιχνίδι. Από τότε που ξεκίνησε η κρίση ευελπιστούσα να διατηρήσω ανοικτό διάλογο µε λογικούς πολιτικούς από διάφορα πολιτικά κόμματα. Αλίµονο, το μνημόνια, ιδίως το 2ο, κατέστησαν ανέφικτο έναν τέτοιο ανοικτό και χρήσιμο διάλογο. Μου δίνεται σήμερα µια ευκαιρία να προωθήσω ο ίδιος αυτό που ο δημόσιος διάλογος αδυνατεί να κάνει την απελευθέρωση της χώρας από το χρέος που την κρατά σε δεσµά µόνιµης υποταγής. Ο μεγαλύτερος φόβος µου, τώρα που μπαίνω ο ίδιος στον χορό, είναι μήπως μετατραπώ σε … πολιτικό . Ως αντίδοτο σε αυτόν τον ιό, συντάσσω την επιστολή παραίτησής µου ώστε να την έχω πάντα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού µου, έτοιμος να την υποβάλω ανά πάσα στιγμή, αν συναισθανθώ ότι προδίδω τη δέσµευση µου να λέω τον αλήθεια απέναντι στην εξουσία,

Στις 25 Ιανουαρίου, πριν βγούµε µε τη Δανάη στον δρόµο για να γιορτάσουμε µε τον κόσµο, ξεκινώντας από το γραφεία του Σύριζα στην Κουµουνδούρου, έλεγξα ότι είχα µαζί µου, στην εσωτερική τσέπη του σακακιού µου, την επιστολή παραίτησης όπως είχα υποσχεθεί. Από εκείνη την Κυριακή και στο εξής την είχα πάνω µαζί µου, είτε σε συναντήσεις στο Μαξίµου και στο Υπουργείο Οικονοµικών είτε στο Eurοgrοup και στα γραφείο του Βόλφγκαvγκ Σόιµπλε. Η παρουσία της µου πρόσφερε παρηγοριά και µια αίσθηση ελευθερίας. Όµως, όπως όλες οι ελευθερίες, είχε κι αυτή ένα τίµηµα: οι πιο οξυδερκείς από τους αντιπάλους µου αναγνώριζαν εκείνη την αίσθηση ελευθερίας και µε απεχθάνονταν εξαιτίας της.

Στις 6 το πρωί της Δευτέρας, µε την ολοκλήρωση της καταμέτρησης, έλαβα γραπτό µήνυµα από τον φίλο µου τον Βασίλη Καφούρο: «Απίστευτο πήρες 142.000 ψήφους». Το εγχείρημα εξασφάλισης δηµοκρατικής νοµιµοποίησης ως του πρώτου υπουργού οικονοµικών που εκλεγόταν για να πει στην τρόϊκα ΟΧΙ στη συνέχιση του μνημονιακού παραλογισµού είχε πετύχει. Γρήγορα, όµως, την ικανοποίηση µου για την άνετη εκλογή διαδέχτηκε η ανησυχία, καθώς κοίταζα το αναλυτικά αποτελέσµατα: κανένας υποψήφιος του Σύριζα, µάλιστα κανένας υποψήφιος οποιουδήποτε κόμματος , δεν άγγιζε, σε όλη την Ελλάδα, εκείνο το νούµερο. Ήξερα ότι, κάποια στιγμή , την «επιτυχία» εκείνη θα την πλήρωνα ακριβά.

Λίγες ώρες αργότερα ο Αλέξης ορκιζόταν στο Προεδρικό Μέγαρο από τον Κάρολο Παπούλια, τον απερχόμενο Πρόεδρο της Δηµοκρατίας, προτού κατευθυνθεί στο Μαξίµου, όπου κανονικά θα τον περίµενε ο επερχόμενος πρωθυπουργός για την τελετή παράδοσης. Ο Αντώνης Σαµαράς όµως, δείχνοντας χαρακτηριστική µικροπρέπεια, δεν ήταν εκεί. Έτσι ο Αλέξης εισήλθε στο Μαξίµου και στρώθηκε στη δουλειά, ξεκινώντας µε την οριστικοποίηση της σύνθεσης της κυβέρνησης η οποία θα ορκιζόταν την επόμενη µέρα.

Από µέρες είχα συμβιβαστεί µε την ιδέα της συμμαχίας µε τον Καµµένο και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, οπότε η µοναδική παρέμβαση µου στη σύνθεση του υπουργικού συµβουλίου ήταν να επιµείνω το δύο άλλα οικονοµικά υπουργεία (το οικονοµίας και το νέο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης) να δοθούν στους συναδέλφους (από τον πανεπιστημιακό χώρο) και φίλους Γιώργο Σταθάκη και Ευκλείδη Τσακαλώτο. Ο Αλέξης και ο Παππάς µε είχαν καθησυχάσει ότι έτσι θα γινόταν. Ο λόγος που µε έκαιγε να γίνει σεβαστή εκείνη η αξίωση µου ήταν ότι πίστευα πως ιδίως µε τον Ευκλείδη θα αποτελούσαμε ένα καλό δίδυµο εκτός Ελλάδας. Ναι µεν το κύριο βάρος της διαπραγμάτευσης στο Eurοgrοup θα το σήκωνα µόνος, ωστόσο άθελο πολύ να έχω τον Ευκλείδη στο υπουργικό συµβούλιο, και σε οικονοµικό µάλιστα υπουργείο, ώστε να ταξιδεύουμε µαζί στο Βερολίνο, στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και αλλού και να µοιραζόµασιε το έργο της παρουσίασης, µε λογικό και πειστικό τρόπο, των προτάσεων µας ιδίως εκείνων που αφορούσαν την αναδιάρθρωση του χρέους και τις μεταρρυθµίσεις που στόχευαν την ολιγαρχία.

Προς το απόγευµα ο Σαγιάς, που τελικά δέχθηκε να γίνει γραµµατέα του υπουργικού συµβουλίου, µου τηλεφώνησε για να αναζητήσουµε διαδικαστικό θέμα . Κατά τη διάρκεια της συνοµιλίας µας µια φράση του έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία: «ο Αλέξης άφησε τον Ευκλείδη εκτός υπουργικού συµβουλίου». «Μα, αν είναι δυνατόν!» αναφώνησα στο πρόθυρα της οργής . Ο Σαγιάς µου απάντησε ότι ο Αλέξης, χάριν των εσωκομµατικών ισορροπιών, θα διόριζε στο υπουργείο που είχαµε συµφωνήσει ότι θα έπαιρνε ο Ευκλείδης τον Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Με τον Παναγιώτη δεν είχα κανένα πρόβλημα προσωπικό η αρχής. Θα ήθελα, για παράδειγµα, να τον δω να διορίζεται στο Υπουργείο Εργασίας, όπου υπήρχε ανάγκη να οικοδομηθούν πολιτικές στήριξης του δικαιώματος των µισθωτών στις συλλογικές διαπραγµατεύσεις. Όµως, δεδοµένου ότι, ως ηγέτης της Αριστερής Πλατφόρµας, ο Παναγιώτης διαφωνούσε µε τον στόχο µιας συµφωνίας εντός του ευρώ (προκρίνοντας, αντί γι’ αυτόν, την άµεση επιστροφή στη δραχμή ), θεωρούσα µέγα λάθος να του δοθεί ένα από τα τρία οικονοµικά υπουργεία, που θα έπρεπε να είναι οι πυλώνες της διαπραγµατευτικής µας στρατηγικής απέναντι στην τρόϊκα Πώς µπορούσαµε τα τρία οικονοµικά υπουργεία που θα ήταν η αιχμή του διαπραγµατευτικού µας δόρατος να σταθούμε μπροστά στην τρόϊκα όταν ο ένας από τους τρεις υπουργούς διαφωνούσε ως προς τον διαπραγµατευτικό µας στόχο; Πώς µπορούσα να αποδεχτώ την ιδέα ότι θα αφήναμε στον πάγκο τον Ευκλείδη, ήταν ήδη ένιωθα τόσο µόνος τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό µέτωπο;

Μόλις ολοκληρώσαμε την κουβέντα µας µε τον Σαγιά, τηλεφώνησα στον Αλέξη. Του είπα ότι ο διορισµός Λαφαζάνη στο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης ήταν λάθος και ότι δεν µπορούσα να αποδεχτώ τον αποκλεισµό του Ευκλείδη από το υπουργικό συµβούλιο. Ο Αλέξης απάντησε ότι είχε προσφέρει στον Ευκλείδη µια θέση στο πλάι µου, στο πόστο του αναπληρωτή υπουργού οικονοµικών (στη θέση την οποία τελικά κατέλαβε η Νάντια Βαλαβάνη), αλλά εκείνος την είχε απορρίψει θυµωµένος, λέγοντας ότι δε διέθετε τις απαιτούµενες γνώσεις για τη συγκεκριµένη δουλειά. «Μου µίλησε απότομα, Γιάνη. Άσ’ τον να ψήνεται για λίγο καιρό στη Βουλή, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Σύριζα, για να µάθει».

«Και’ αρχάς, ο Ευκλείδης έχει δίκιο, Αλέξη», είπα στον νέο πρωθυπουργό. «Η φορολογική πολιτική και η επίβλεψη της Γενικής Γραµµατείας Δημοσίων Εσόδων δεν είναι η ειδικότητα του. Αλλά και να ήταν, ο λόγος που θέλω τον Ευκλείδη στο υπουργικό συµβούλιο και σε οικονοµικό υπουργείο είναι επειδή υπάρχει ανάγκη, όπως σου είπα, να τον παίρνω µαζί µου στις διαπραγµατεύσεις στις Βρυξέλλες κι όπου αλλού χρειαστεί κάτι που θα ήταν εφικτό αν τον διόριζες στο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης. Αν είναι να έχει την ευθύνη των δημοσίων εσόδων στο δικό µου υπουργείο, και δεδοµένου ότι θέλοντας και µη, θα είµαι συνεχώς σε ένα αεροπλάνο, θα έπρεπε να βρίσκεται στην Αθήνα, οπότε θα ταξιδεύω µόνος. Μαζί οι δυο µας, ως υπουργοί, θα κάναµε πολύ δυνατή οµάδα. Είναι βαριά απώλεια, Αλέξη», συµπέρανα.

«Τώρα είναι πολύ αργά, Γιάνη», απάντησε ο Αλέξης. «Πρέπει να έχω τον Λαφαζάνη µέσα στο υπουργικό συµβούλιο και σε οικονοµικό υπουργείο, για να μη µου επιτίθεται απέξω. Αν του πάρω πίσω τη θέση τώρα, λίγες ώρες πριν ορκιστούμε, θα µε πολεμήσει ακόµη περισσότερο απ’ότι ήδη κάνει. Η Αριστερή Πλατφόρµα θα ξεσηκωθεί». Είχε ένα δίκιο. Έπρεπε να σκεφτώ άλλον τρόπο να βάλω τον Ευκλείδη στο υπουργικό συµβούλιο. «Υπάρχει εναλλακτική λύση, Αλέξη», είπα προτού καλά καλά τη διαµορφώσω στο µυαλό µου. Θυμήθηκα ότι στο Υπουργείο Εξωτερικών υπήρχε η θέση του γενικού γραµµατέα Διεθνών Οικονοµικών Σχέσεων. Πρότεινα λοιπόν στον Αλέξη να αναβαθµίσουµε τη θέση αυτή σε θέση αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, υπεύθυνου για τις διεθνείς οικονοµικές σχέσεις της χώρας. Έτσι ο Ευκλείδης, ως αναπληρωτής υπουργός µε χαρτοφυλάκιο συναφές µε τις διαπραγµατεύσεις µε τη Γερµανία, την ΕΕ και το ΔΝΤ, θα ερχόταν µαζί µου παντού. «Τι λες;» τον ρώτησα.

«Καλό ακούγεται», απάντησε ο Αλέξης. «Οµως θα δεχτεί ο Ευκλείδης; Πριν λίγες ώρες που µιλήσαµε, µε έβρισε και ανταπέδωσα στο ίδιο ύφος»

«Έχω τον λόγο σου ότι θα δημιουργήσεις τη θέση αυτή και τότε, αν εξασφαλίσω τη συµφωνία του, θα τον διορίσεις σε αυτή :» τον ρώτησα.

Μου έδωσε τον λόγο του. «Άσ’ το πάνω µου τότε », τον καθησύχασα. Τηλεφώνησα αµέσως στον Ευκλείδη. Η φωνή του έσφυζε από θυµό και θλίψη. Ήταν του εξήγησα τη λύση µου, αναθάρρησε, αλλά παρέµεινε διστακτικός. « Κοίταξε, όµως, Γιάνη», σχολίασε «ο Αλέξης µου συμπεριφέρθηκε οικτρά θα πάρει πίσω κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δέσµευση του: Και γιατί; Για να βάλει τον Λαφαζάνη, έναν άνθρωπο που θέλει να τινάξει στον αέρα τη διαπραγμάτευση προτού καν αρχίσει, επικεφαλής ενός κρίσιµου οικονοµικού υπουργείου; Δε θέλω ούτε να τον βλέπω».

Τον ηρέµησα κάπως υπενθυμίζοντας του ότι βρισκόµασταν σε µια ιστορική καµπή και δικαιολογώντας, σε έναν βαθµό, τον Αλέξη στη βάση ότι προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω σε τεντωµένο σχοινί. «Κι εγώ θύµωσα µαζί του», συνέχισα, «αλλά πρέπει να τον βοηθήσουμε να βρει µια λύση». Εξήγησα ότι ο νέος ρόλος που του πρότεινα θα µας ερχόταν γάντι για να διεξαγάγουµε, ως υπουργικό δίδυµο, τις διαπραγµατεύσεις. «Σε παρακαλώ να δεχτείς», του είπα.

«Μα δεν εµπιστεύοµαι τον Αλέξη ότι θα µε διορίσει στη θέση», είπε.

«Εμπιστέψου εµένα τότε. Με εμπιστεύεσαι;»

«Σε εµπιστεύοµαι:»,

Λίγα λεπτά αργότερα τηλεφώνησα στον Σαγιά, και το όνοµα του Ευκλείδη προστέθηκε στο υπουργικό συµβούλιο όπου θα ορκιζόταν το πρωί ως αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών.

Η ορκωμοσία τελέστηκε στο Προεδρικό Μέγαρο. Υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί παρήλασαν µπροστά από τον Πρόεδρο κι έπειτα χωρίστηκαν σε δύο οµάδες, µία µεγάλη, µία µικρή. Για ποιον λόγο χωριστήκαμε από τόσο νωρίς; Επειδή ήμασταν η πρώτη ελληνική κυβέρνηση της οποίας η πλειοψηφία των υπουργών αρνήθηκε τον θρησκευτικό όρκο και επέλεξε να δηλώσει πίστη στο Σύνταγμα και στους νόµους της χώρας. Βέβαια, καθώς οι ΑΝΕΛ παρέµειναν πιστοί στην παράδοση του θρησκευτικού όρκου, η τελετή της ορκωμοσίας ήταν διττή, µε δύο χωριστές οµάδες υπουργών. Ακόµα και σήµερα νιώθω τιμή και περηφάνια για το γεγονός ότι, σεβόµενοι βαθιά τον Αρχιεπίσκοπο και όσους συναδέλφους είχαν ανάγκη να ορκιστούν στο Ευαγγέλιο, οι περισσότεροι υπουργοί προτίμησαν τον πολιτικό όρκο.

Η τελετή δεν κράτησε πάνω από µία ώρα, µε τους νέους υπουργούς να αδημονούν να πάνε στα υπουργεία τους για τις τελετές παράδοσης. Εγώ προσωπικά δε βιαζόμουν, αφού ο προκάτοχος µου είχε ζητήσει λίγες ακόµη ώρες για να αδειάσει το γραφείο του. Όταν ο Πρόεδρος αποσύρθηκε, ο Αλέξης πρότεινε να περάσω από το Μαξίµου, που βρίσκεται δίπλα στο Προεδρικό Μέγαρο, για να κουβεντιάσουμε λίγο προτού τραβήξω για την Πλατεία Συντάγµατος, προς το Υπουργείο οικονοµικών. Για να δώσω στον Αλέξη τον χρόνο να τακτοποιηθεί , έπιασα κουβέντα µε δυο- τρείς άλλους υπουργούς, των οποίων οι τελετές παράδοσης είχαν επίσης καθυστερήσει κι έπειτα µε το πόδια κατευθύνθηκα στο διπλανό Μαξίµου. Κατά την είσοδό µου οι αστυνομικοί φρουροί µε ξάφνιασαν χαιρετώντας µε στρατιωτικά , λες και ήμουν ο Στρατηγός Παπάγος. Ήταν κάτι που δε συνήθισα ποτέ.

Μόλις µπήκα στο χολ του Μαξίµου, κοντοστάθηκα περιεργαζόμενος το εσωτερικό του. Αν και συνώνυµο της εκτελεστικής εξουσίας, ήταν μικρότερο απ’ ό,τι είχα φαντασθεί, αλλά πάντως είχε µια ιταλιάνικη φινέτσα. Προχωρώντας στα ενδότερα, πέρασα µπροστά από το γραφείο των γραμματέων του πρωθυπουργού. Βρήκα διασκεδαστικό το θέαµα συντρόφων που έως τότε εργάζονταν στα καταθλιπτικά γραφεία της Κουµουνδούρου να µοιάζουν έξω από το νερά τους στη σχετική χλιδή της γραµµατείας του Μαξίµου.

«Πού θα πάει, θα το συνηθίσεις, Ελένη», είπα στη µία εκ των δύο γραμματέων.

«Μάλιστα, Υπουργέ µου», απάντησε εκείνη περιπαιχτικά .

Μπαίνοντας στο πρωθυπουργικό γραφείο κοίταξα τον Αλέξη και, στο πνεύµα της Ελένης, έκλινα το κεφάλι µου ταπεινά, προσφωνώντας τον «Πρωθυπουργέ µου … ». Ξεσπάσαμε και οι δύο σε γέλια. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και αγκαλιαστήκαμε . «Τι πήγαµε και κάναµε, Αλέξη;» τον ρώτησα εναγωνίως, αλλά γελώντας ακόµη. «Και τώρα;» επεξέτεινα το ερώτημα µου µε όλο και μεγαλύτερη αγωνία. Δεν απάντησε. Απλώς µειδίασε και κούνησε το κεφάλι λέγοντας: «Πηγαίναµε γυρεύοντας».

Το περιπλανώμενο βλέµµα µου έπεσε σ’ έναν πελώριο, άσχημο πίνακα ζωγραφικής που απεικόνιζε την ελληνική σημαία και κρεµόταν πάνω από το γραφείο του πρωθυπουργού. Ο ζωγράφος είχε καταφέρει να κάνει µια σημαία που αγαπώ να φαίνεται άσχημη και τυραννική, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο του ευγενούς πατριωτισμού που συμβολίζει. «Ή αυτός µένει η εγώ», είπα στ’αστεία στον Αλέξη αναφερόµενος στον πίνακα. «Μην ανησυχείς. Μένεις! Έχω ήδη ζητήσει να τον αντικαταστήσουν», απάντησε.

Όταν ξανασυναντήθηκαν τα βλέµµατα µας, η όρεξη για χιούµορ είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπο του Αλέξη. Με κοίταξε µε βλέµµα σοβαρό για να µου πει «Κοίτα να δεις! Μη συνηθίσεις σε αυτό», δείχνοντας µε τον δείκτη του δεξιού χεριού του το πρωθυπουργικό γραφείο.

«Αυτά τα γραφεία, αυτές οι καρέκλες δεν είναι για εμάς. Η δική µας φυσική θέση είναι εκεί έξω, στους δρόµους, στις πλατείες, µε τον κόσµο. Μπήκαµε εδώ για να κάνουµε µια δουλειά. Μην ξεχάσεις ποτέ γιατί βρισκόµαστε εδώ. Για κανέναν άλλο λόγο. Και να είσαι έτοιµος. Αν οι μπάσταρδοι βρουν τρόπο να µας εµποδίσουν να κάνουµε ό,τι υποσχεθήκαμε, εσύ κι εγώ πρέπει να είµαστε έτοιµοι να παραδώσουµε τα κλειδιά στον Σαµαρά, σε εκείνους που θέλουν να εφαρµόζουν μνημόνια και να ξαναβγούμε στους δρόµους, για να οργανώσουμε την επόµενη διαδήλωση[18] ».

Και να έπαυε να γυρίζει η Γη, δε θα έπαιρνα χαμπάρι. Ήταν αξέχαστη η στιγµή. Τύψεις µεγάλες µε κατέκλυσαν για τους ενδοιασµούς που είχα για τον Αλέξη. Ο φόβος και το άγχος εξαφανίστηκαν. Δε µε ένοιαζε αν, τελικά, το φως έσβηνε παρά την οργισμένη µας αντίθεση στο σβήσιμο του. Ήµασταν εκεί, µαζί, για να παλέψουµε µε λύσσα να μη σβήσει. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Είχε φτάσει η ώρα να στρωθώ στη δουλειά.

`

`

6

`

Ξεκίνημα …

`

φρουρός έξω από το Μαξίµου είχε µείνει εμβρόντητος. «θα βγείτε µόνος σας, Υπουργέ;» ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά καθώς άνοιγε η ηλεκτρονική πύλη, έχοντας πλήρη επίγνωση των απέξω κατασκηνωμένων φωτογράφων και καµεραµάν. Ήµουν όµως αποφασισμένος να φτάσω ως το Υπουργείο Οικονοµικών µε το πόδια και χωρίς συνοδεία. Αιφνιδιάστηκαν κι εκείνοι όπως και ο φρουρός, και προσπαθώντας να µε πάρουν στο κατόπι φορτωμένοι µε τον εξοπλισµό τους, σκόνταφταν πάνω στα καλώδια και έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Μέχρι όµως να στρίψω αριστερά στη Βασιλίσσης Σοφίας, από την πλευρά του Εθνικού Κήπου, κατευθυνόμενος προς την Πλατεία Συντάγµατος , είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια.

Περνώντας από την πλαϊνή είσοδο της Ουλής θυμήθηκα τη σκηνή που εκείνη η διαδηλώτρια, τον Ιούνιο του 2011, απάντησε στη γεµάτη οργή ερώτηση κυβερνητικού στελέχους «ποια είσαι εσύ, µωρή, που θα κρίνεις τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ψηφίσω;» µε την αποστοµωτική απάντηση: «Ποια θα έπρεπε να είµαι;» Κάθε βήμα προς την Πλατεία Συντάγµατος µου έφερνε στον νου ένα πρόσωπο, ένα σύνθηµα, µια ανάµνηση από εκείνες τις μακρές νύχτες του 2011, όταν η Αθήνα ξεσηκώθηκε ενάντια στη συλλογική µας ταπείνωση. Διασχίζοντας τη Λεωφόρο Αµαλίας µπροστά από τη Βουλή προς την Πλατεία Συντάγµατος , ένιωθα πως πατούσα σε ιερό έδαφος.

Ο ήλιος είχε δύσει, και το ψυχρό χειμωνιάτικο αεράκι έκανε τα φύλλα που είχαν αποµείνει στα δέντρα να θροΐζουν, ωθώντας τους πεζούς να επιταχύνουν το βήμα τους. Τα φώτα του δρόµου δεν είχαν ακόµα ανάψει και µες στο σούρουπο µου πήρε µερικές στιγµές µέχρι να εντοπίσω το δέντρο µε τις ανθοδέσμες και τα χειρόγραφα σημειώµατα τα αφιερωμένα στη µνήμη του Δημήτρη Χριστούλα, του συνταξιούχου φαρμακοποιού που αυτοπυροβολήθηκε σε εκείνο το σημείο. Εκεί ξέκλεψα ένα λεπτό κοιτάζοντας µια το δέντρο, µια απέναντι προς το Υπουργείο Οικονοµικών, σαν να προσπαθούσα να κτίσω µια νοητή γέφυρα μεταξύ εκείνου του δέντρου και των φωτισμένων γραφείων του υπουργείου το οποίο θα παραλάμβανα.ντας

Την επόµενη στιγμή διέσχιζα την οδό Φιλελλήνων για να διαβώ την πόρτα του υπουργείου που θα αποτελούσε το καµίνι µου για τις επόµενες 162 µέρες. Καθώς έµπαινα στο κτίριο, µε υποδέχθηκαν µε επευφηµίες πενήντα από τις θρυλικές καθαρίστριες του υπουργείου που είχαν απολυθεί προς παραδειγματισμό από την τρόϊκα και την προηγούµενη κυβέρνηση εν µιά νυκτί και χωρίς αποζημίωση και οι οποίες δε σταµάτησαν ούτε µέρα να διαδηλώνουν έξω από το υπουργείο. «Μη µας προδώσεις!» φώναζαν µ’ έναν σοφό συνδυασµό ελπίδας και σκεπτικισμού. «Δεν πρόκειται», τους απάντησα κατευθυνόμενος προς το ασανσέρ.

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε στον έκτο όροφο, και µια γραµµατέας µε οδήγησε στο υπουργικό γραφείο, όπου περίµενε ο προκάτοχος µου. Ο Γκίκας Χαρδούβελης ήταν µόνος του και µε χαιρέτησε ευγενικά. Το γραφείο του ήταν εντυπωσιακά άδειο. Καµία από τις συσκευές που εξοπλίζουν σύγχρονα γραφεία δε φαινόταν πουθενά, ούτε καν ένας υπολογιστής, µια οθόνη. Το µοναδικό ορατό όπλο κατά του ωκεανού των προβλημάτων που µας πολιορκούσαν ήταν η εικόνα της Παναγίας σ’ ένα ράφι πίσω από το γραφείο του υπουργού. Η τεράστια υπουργική καρέκλα µε την ψηλή πλάτη, που αναµφίβολα είχε στόχο να αποπνέει εξουσία, πέραν του ότι ήταν ακαλαίσθητη, φαινόταν και εξαιρετικά άβολη. Η σειρά των παλιών τηλεφώνων στο πλαϊνό γραφείο έµοιαζε βγαλμένη κατευθείαν από ταινία της δεκαετίας του 1970, και τα βιβλία στο ράφι ήταν προφανώς δώρα που κανένας από τους προηγούμενους υπουργούς δεν ενδιαφέρθηκε να τα διαβάσει η να τα πάρει σπίτι µαζί του φεύγοντας. Οι πίνακες στον τοίχο ήταν δανεισμένοι από την Εθνική Πινακοθήκη. Θα χρειαζόταν μία λέξη μου μόνο για να τους αντικαταστήσω, αλλά δεν ένιωσα καμία βιασύνη να βολευτώ στο γραφείο εκείνο.

Η υπόλοιπη επίπλωση απέπνεε αέρα παρακμής , ειδικά το ξεθωριασμένο κόκκινο βελούδο του καναπέ-ιδανικό, σκέφτηκα, για το Υπουργείο Οικονομικών ενός πτωχευµένου κράτους. Η μοναδική εξαίρεση ήταν το μεγάλο ορθογώνιο ξύλινο τραπέζι συσκέψεων, που αμέσως αποφάσισα ότι θα ήταν ο χώρας εργασίας μου, και το τραπέζι γύρω από το οποίο θα συνομιλούσα με συνεργάτες, επισκέπτες και αντιπάλους. Από τη στιγμή εκείνη έως την τελευταία η υπουργική «έδρα» και η άσχημη καρέκλα του τέθηκαν σε αχρηστία .

Το μεγάλο τραπέζι με έκανε να αισθάνομαι όσο «σαν στο σπίτι μου» έπρεπε για να πράξω τα αναγκαία από έναν υπουργικό θώκο με τόσο αξιοθρήνητο πρόσφατα παρελθόν. Το μοναδικό καλό, λυτρωτικό χαρακτηριστικό του γραφείου ήταν το μεγάλο παράθυρο που διέτρεχε όλο τον εξωτερικό τοίχο προσφέροντας καταπληκτική θέα στην Πλατεία Συνάγματος και στο Κοινοβούλιο απέναντι. Μια ματιά μέσα από το παράθυρο εκείνο ήταν αρκετή για να ενισχύσει ψυχικά όποιον διατηρούσε έστω και μία στάλα υπερηφάνειας για τους μακροχρόνιους αγώνες για την κοινοβουλευτική μας δημοκρατία.

Ο προκάτοχος μου ήταν ευγενικός, ευχάριστος και εμφανώς ανακουφισμένος που η δοκιμασία του είχε τελειώσει Είχε δύο φακέλους για μένα, έναν μπλε μεσαίου μεγέθους και έναν κόκκινο διογκωμένο. Ο μπλε φάκελος περιείχε υπουργικές αποφάσεις που δεν είχε την ευκαιρία -να υπογράψει και τις οποίες με ενθάρρυνε να εξετάσω . Ο κόκκινος φάκελος είχε τον τίτλο «FACTΑ» και αφορούσε συμφωνία που οι Ηνωμένες Πολιτείες με μεγάλη ζέση προωθούσαν σε κάθε χώρα και η οποία θα επέτρεπε στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ να κρατάει στοιχεία για τις οικονομικές συναλλαγές των Αμερικανών πολιτών στο εξωτερικό. Περιέργως δεν είχε κανένα έγγραφο να μου παραδώσει σχετικά με τη δανειακή συμφωνία της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ, αν και προσφέρθηκε να με ενημερώσει για το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής μας, το οποίο φυσικά μπορούσα να απαγγείλω σαν ποίημα, απέξω και ανακατωτά, μέρα με τη μέρα, ευρώ προς ευρώ.

Mέρες αργότερα, όταν ζήτησα αντίγραφο της δεύτερης δανειακής συμφωνίας, έλαβα την εκπληκτική απάντηση από τις υπηρεσίες: «Υπουργέ ο προκάτοχος σας φαίνεται ότι πήρε το μοναδικό αντίγραφο μαζί του, μαζί με το ιδιωτικό του αρχείο». Όταν το ανέφερα στη Βουλή, η αντιπολίτευση δικαιολογήθηκε ότι η δανειακή σύμβαση ήταν διαθέσιμη στο Διαδίκτυο. Το γεγονός όμως ότι έλειπε η πρωτότυπη, υπογεγραμμένη συμφωνία, κάτι που δε θα συνέβαινε σε καμία επιχείρηση (όσα ηλεκτρονικά αντίγραφα και εάν υπήρχαν), δεν ήταν ικανό να κάνει να ιδρώσει το αυτί κανενός από την προηγούμενη κυβέρνηση. Δεν ήταν βέβαια η πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη εκείνων των πρώτων ημερών. Ήταν όμως, έστω και συμβολικά, κάτι που θα έπρεπε να κάνει έξαλλο τον κάθε πολίτη του οποίου το μέλλον υποθήκευσαν οι προκάτοχοι μου υπογράφοντας τη δεύτερη δανειακή σύμβαση την οποία μάλιστα με τα πήραν … σπίτι τους[19] .

Αν και θα ήθελα να συζητούσαμε με τον Γκίκα Χαρδούβελη την αποτυχηµένη, ύστατη προσπάθειά του να ολοκληρώσει, να «κλείσει» το δεύτερο μνημόνιο, κάτι που η κυβέρνηση Σαμαρά είχε υποσχεθεί να κάνει στα τέλη Δεκεμβρίου του 2014 (όπως άλλωστε προέβλεπε η δεύτερη δανειακή συμφωνία), η συζήτησή μας θα ήταν καθαρά ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος και θα κατέληγε νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι η επιτυχία του δεύτερου «προγράμματος » ήταν αδύνατη, για τον απλούστατο λόγο ότι από την αρχή ήταν έτσι σχεδιασμένο ώστε να αποτύχει δίνοντας τη θέση του σ’ ένα τρίτο . Εν τω μεταξύ, οι οικονομικοί ανταποκριτές όλης της χώρας, ένα δάσος από κάμερές, οι ξένοι ανταποκριτές και διάφοροι υπάλληλοι του υπουργείου είχαν στοιβαχτεί στην αίθουσα Τύπου του υπουργείου, αναμένοντας την παραδοσιακή συνέντευξη Τύπου που δίδεται από κοινού από τον απερχόμενο και τον νέο υπουργό. ‘Ένα πλήθος που γινόταν όλο και πιο ανήσυχο. ‘Επρεπε να προχωρήσουμε

`

Πριν κατέβουμε στον κάτω όροφο για τη συνέντευξη Τύπου παράδοσης-παραλαβής, ο προκάτοχος μου μου ζήτησε να σκεφτώ το ενδεχόμενο να κρατήσω τρεις από τους « μετακλητούς », μη μόνιμους, υπαλλήλους που κανονικά φεύγουν μαζί με τον υπουργό που τους διόρισε . Με παρακάλεσε ειδικά, προς τιμήν του , να κρατήσω μια ανύπαντρη μητέρα, που θα αντιμετώπιζε διαφορετικά μεγάλες δυσκολίες. Φυσικά συμφώνησα, και δεν το μετάνιωσα, καθώς απεδείχθη καλή στη δουλειά της . Την ίδια στιγμή όμως συνειδητοποίησα ότι ούτε οι τρεις γραμματείς που κάθονταν στον προθάλαμο του υπουργικού γραφείου ήταν μόνιμες δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά κομματικές επιλογές (μετακλητές κι εκείνες). Επομένως, θα έφευγαν και αυτές στα επόμενα λεπτά, επιστρέφοντας στα κομματικά γραφεία η στις τράπεζες απ’ όπου είχαν έρθει. ‘Έτσι, με τα τη συνέντευξη Τύπου θα επέστρεφα σ’ έναν άδειο έκτο όροφο για να εμπλακώ στη μάχη με τους πιο ισχυρούς πιστωτές του κόσμου άνευ γραμματέων, προσωπικού η έστω κι ενός υπολογιστή. Ευτυχώς που είχα το πιστό μου λάπτοπ στο σακίδιό μου, σκέφτηκα. Αλλά ποιός θα μου έδινε τον κωδικό πρόσβασης του Wi-Fi[20] ;

`

Λιτός βίος εναντίον λιτότητας

Μετά την αξιοπρεπή ομιλία του απερχόμενου υπουργού, ήταν η ευκαιρία μου να καταθέσω δημοσίως το πλαίσιο της νέας οικονομικής πολιτικής. «Το κράτος πρέπει να έχει συνέχεια», είπα, αφού πρώτα ευχαρίστησα τον προκάτοχο μου για τις προσπάθειές του. «Αλλά δε θα υπάρξει συνέχεια στο παιδαριώδες μεν, τοξικότατο δε, και δη υποκινούμενο, λάθος που άρχισε να καταστρέφει την κοινωνία μας το 2010 και το οποίο επαναλαμβάνεται συνεχώς και μονότονα από τότε στην αντιμετώπιση της κρατικής χρεοκοπίας ως έλλειψης ρευστότητας».

Αφού παρουσίασα σε αδρές γραμμές την ανάλυσή μου για το πώς το γιγαντιαίο χρέος και η μη αναγνώριση της πτώχευσης της Ελλάδας προκάλεσαν τη μόνιμη ύφεση, στη συνέχεια επικεντρώθηκα σε μια σηµαντική διάκριση που συχνά αποκρύπτετατι εκείνη μεταξύ του λιτού βίου και της λιτότητας.

Δεν πιστεύουμε ότι ανάπτυξη σημαίνει περισσότερες Πόρσε Καγιέν στους στενούς δρόμους των πόλεών μας. Ούτε περισσότερα σκουπίδια στις παραλίες μας. Ούτε περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα μας. Οι Έλληνες μεγαλούργησαν όταν ζούσαν λιτά, όταν ξόδευαν λιγότερα από τα έσοδά τους, όταν τις αποταμιεύσεις τους τις ξόδευαν για να σπουδάσουν το παιδιά τους, ήταν περήφανοι που δε χρώσταγαν. Άλλο όµως λιτός βίος, όπως µου έλεγε ο καλός µου φίλος Αλέκος Παπαδόπουλος [σηµ.: ο πρώην υπουργός οικονοµικών], κι άλλο πυραμιδική λιτότητα, όπως την ονομάζω µια δήθεν λιτότητα που από τη µία πετσοκόβει το ισχνά εισοδήματα των ανίσχυρων και από την άλλη φορτώνει γιγαντιαία χρέος στα ήδη μη βιώσιµα.

Με την τεράστια μείωση των ατομικών εισοδημάτων και τις µαζικές περικοπές στις δηµόσιες δαπάνες, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν µπορούσαν να τα βγάλουν πέρα. Με απλά λόγια, η προσπάθεια της κυβέρνησης να δημιουργήσει, και να διατηρήσει, ένα ανέφικτο κρατικό πλεόνασµα είχε καταστήσει αδύνατο για τους πολίτες να επιβιώσουν χωρίς να αυξάνουν το δικά τους ελλείμματα. Όσο περισσότερο έσφιγγαν συλλογικά και ατοµικά το ζωνάρι, τόσο βαθύτερα στο κόκκινο βυθιζόταν ο δικός τους προϋπολογισμός. Γι’ αυτό η πολιτική οικονομικής λιτότητας έπρεπε να τερματιστεί: επειδή εξολόθρευε την ιδιωτική οικονοµία και καθιστούσε αδύνατο έναν λιτό αλλά ανεκτό βίο. Πρόσθεσα ακόµα το εξής:

Τη σελίδα από την πυραμιδική λιτότητα στον λιτό βίο θα τη γυρίσουµε από το σπίτι µας. Από αυτό εδώ το υπουργείο. Ο λιτός βίος σε συνδυασµό µε την αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης αρχίζει εδώ. Από τις πρώτες µας κινήσεις θα είναι η άµεση εξοικονόμηση πόρων.

Θα ξεκινούσαμε, ανακοίνωσα, με τα έξοδα του ίδιου του Υπουργείου Οικονοµικών. Για να δώσω το παράδειγµα, παραχώρησα στη συµβολική κίνηση της άµεσης πώλησης των δύο θωρακισμένων λιμουζινών BMW σειράς 7 που είχαν αγοραστεί, όπως µου ανέφεραν οι υπηρεσίες, επί υπουργίας Ευάγγελου Βενιζέλου και οι οποίες είχαν κοστίσει το εξωφρενικό ποσό των 700.000 €. [ΔΖ21] Η μοτοσυκλέτα µου θα µου έκανε µια χαρά, ειδικά δεδοµένης της κίνησης στην περιοχή της Πλατείας Συντάγµατος, στον πηγαιμό για το Μαξίµου, για το σπίτι µου, γενικά. (Βέβαια, δεν είχα υπολογίσει ότι, αντί να συζητηθεί η πώληση των BMW ως παράδειγµα λιτής διαχείρισης του δημόσιου χρήματος, το «µέσα» είτε θα µε διακωμωδούσαν ως «ροκ σταρ» επειδή οδηγούσα μηχανή είτε θα επιδίδονταν σε όργιο λάιφ στάιλ ρεπορτάζ.)

Επιπλέον, στην ίδια συνέντευξη Τύπου, ανακοίνωσα ότι η ηγεσία του υπουργείου δεσμεύεται να μην προχωρήσουµε σε προσλήψεις ορδών ακριβών συµβούλων, όπως εκείνες που εισέβαλαν στο υπουργείο µε κάθε προηγούµενη κυβέρνηση, για να μην αναφέρω τις πολυεθνικές εταιρείες συµβούλων που χρεώνανε δεκάδες εκατοµµύρια για να παράσχουν καταστροφικές συµβουλές. Πράγµατι, ακόµα και οι εξαιρετικοί σύµβουλοι µε τους οποίους συνεργάστηκα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους τελείως αµισθί, Π.χ. οι Τζεφ Σάκς, Λάρρυ Σάµµερς, Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ κτλ. Ακόµα και άτοµα η εταιρείες που είχαν εργαστεί για την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (π.χ. η επενδυτική τράπεζα Lazard, ο Αµερικανός δικηγόρος Λι Μπουκέιτ) µε υπέρογκες αµοιβές συνεργάστηκαν µαζί µας χωρίς να λάβουν ούτε ένα ευρώ. Η μάχη του πραγµατικά λιτού βίου ενός µαχόµενου ελληνικού λαού κόντρα στην πυραμιδική, σπάταλη λιτότητα της τρόϊκας και της ολιγαρχίας είχε αρχίσει.

Από τις πρώτες µας κινήσεις θα είναι η άµεση εξοικονόμηση πόρων µε τη θεματική μείωση των εξωυπηρεσιακών συµβούλων του υπουργείου-εξοικονόμηση που θα χρηματοδοτήσει την επαναπρόσληψη των καθαριστριών του υπουργείου. Ως συμβολική αλλά και ουσιαστική πρώτη κίνηση.

Όταν λίγες µέρες αργότερα ταξίδεψα στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες για να ξεκινήσω τις συνοµιλίες µε τους δανειστές, µια από τις πρώτες ενστάσεις που έθεσαν αφορούσε την ανακοίνωσή µου της επαναπρόσληψης των τριακοσίων καθαριστριών. «Ανατροπή των μεταρρυθµίσεων» ήταν η έκφραση που χρησιμοποίησαν για να µε κατακρίνουν. Για κάποιους µάλιστα από τους δανειστές η επαναπρόσληψη των καθαριστριών αποτελούσε casus bellι.

Το γεγονός ότι είχαµε εξοικονομήσει πολλαπλάσιο ποσό των µισθών τους µε πραγµατικές οικονομίες δεν είχε καµία σημασία γι’ αυτούς. Το αντίθετο συνέβαινε: Τους ενοχλούσε τα µέγιστα ότι έβαλα τέλος στην άνεση µε την οποία ξοδεύονταν στο άµεσο παρελθόν δεκάδες εκατοµµύρια ευρώ µέσα σε λίγες ηµέρες για λιµουζίνες και ολέθριες συµβουλές επαγγελματιών συµβούλων-κολλητών τους, την ίδια στιγµή που απολύονταν οι δυστυχισμένες γυναίκες που, για το πολύ 400 ευρώ τον µήνα, καθάριζαν νωρίς κάθε πρωί τις τουαλέτες και τα γραφεία όπου εκείνοι βυσσοδομούσαν εναντίον ενός ολόκληρου λαού.

Βέβαια οι δανειστές ήξεραν τι έκαναν: Πιέζοντας από ανάγκη µεγάλη να πειστεί ο ελληνικός λαός ότι ευθυνόταν αποκλειστικά και µόνον ο ίδιος για ότι πέρναγε. Όχι µόνο έπρεπε να αναλάβουν νέα δάνεια οι πτωχοποιημένοι Έλληνες εκ µέρους των πτωχευμένων τραπεζιτών, αλλά έπρεπε να πιστέψουν κι από πάνω ότι τους έπρεπε κάθε τιμωρία, κάθε εξευτελισμός που επέβαλλε η τρόικα. Οι κιθαρίστριες του Υπουργείου Οικονοµικών δεν ήταν παρά µια εξαιρετική ευκαιρία να παρουσιαστούν τα αθώα θύµατα ως θύτες και οι τροϊκανοί θύτες ως τεχνοκράτες εντεταλμένοι από τη σκληρή πραγματικότητα . Αν η κατηγορία για την πτώχευση της χώρας έπρεπε να αποδοθεί στα θύµατά της, τότε η αρχή έπρεπε να γίνει µε τις γυναίκες που καθάριζαν το Υπουργείο Οικονοµικών και τις εφορίες. Οποία αθλιότης[22] !

`

Μετριοπάθεια ναι, υποταγή όχι

πως το αντιλαµβάνονταν, η δουλειά του υπουργού οικονοµικών µιας πτωχευµέvnς χώρας δεν ήταν να προσφέρει φρούδες ελπίδες θεμελιωμένες επί πλαστής αισιοδοξίας, αλλά αντίθετα να προαγάγει ισορροπημένες πολιτικές στη βάση ρεαλιστικών προσδοκιών. Γι’ αυτό και χάρηκα που µου δόθηκε η δυνατότητα να κλείσω εκείνη την πρώτη συνέντευξη Τύπου µε µια νότα αισιοδοξίας βασισμένη σε τηλεφωνική συζήτησn που είχε προηγηθεί:

Στα προεκλογικά τηλεοπτικά πάνελ άκουγα συνεχώς να µου λένε πως την εποµένη της εκλογής µας θα αντιμετωπίζαµε από τους εταίρους ένα τελεσίγραφο: Υπογράψτε δήλωση μετανοίας , την αίτηση για την επέκταση του υπάρχοντος προγράμματος , αλλιώς δε σας μιλάμε. Έλεγα ότι όποιος το πίστευε αυτό απλώς είναι πολύ κυνικός απέναντι στην Ευρώπη ότι έχει πολύ κακή εντύπωση για την Ευρώπη. Η Ευρώπη ξέρει να βρίσκει λύσεις αποφεύγοντας τα τελεσίγραφο. Πριν από δύο μέρες είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον κ. Ντάισελμπλουμ. Του Εξέθεσα τον σταθερό μας προσανατολισµό προς μια νέα συμφωνία µε τους εταίρους για την Ελλάδα που να υπερβαίνει, να ανατρέπει, την αδιέξοδη λογική των προηγούμενων προγραμμάτων, να ελαχιστοποιεί το κόστος της Ελληνικής αυτοτροφοδοτούμενης κρίσης όχι μόνο για τον Έλληνα πολίτη αλλά και για τον Σλοβάκο, τον Ολλανδό, τον Ιταλό , τον Γερμανό τον κάθε πολίτη της Ευρώπης. Μου είπε ότι συμφωνεί σε πολλά από αυτά που του είπα και ότι υπάρχει κοινός τόπος που, µε καλή θέληση, θα τον εντοπίσουμε. Στο πλαίσιο αυτού του εξαιρετικού κλίματος ο κ. Ντάισελμπλουμ προθυμοποιήθηκε να επισκεφθεί την Αθήνα την ερχόμενη Παρασκευή για συνάντηση πρώτο με τον πρωθυπουργό, κατόπιν με το οικονομικό επιτελείο μας και, τέλος , για μακρά συνεργασία των δυο μας.

Πράγματι, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ με είχε καλέσει για να με συγχαρεί για τη νίκη μας και δεν έχασε χρόνο να προχωρήσει στο αυτονόητο ερώτημα: ποιές ήταν οι προθέσεις μας για το εν εξελίξει ελληνικό πρόγραμμα; Απάντησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα, ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα τη θέση μας: η νέα μας κυβέρνnσn, είπα, αναγνωρίζει ότι κληρονόμησε ορισμένες δεσμεύσεις απέναντι στο Eurοgrοup, έχοντας παράλληλα την ελπίδα και την πίστη ότι οι εταίροι της θα αναγνωρίσουν επίσης το γεγονός ότι εκλεγήκαμε με την εντολή να επαναδιαπραγματευθούμε βασικά στοιχεία της δανειακής συμφωνίας και του σχετικού προγράμματος. Έτσι οφείλαμε όλοι μας να αναζητήσουµε κοινό έδαφος -το αποκάλεσα γέφυρα μεταξύ του υφιστάμενου προγράμματος και των προτεραιοτήτων της νέας κυβέρνησης.

Ο Γερούν συμφώνησε αμέσως λέγοντας «αυτό είναι πολύ καλό», προτείνοντας μου να με επισκεφθεί την επόμενη Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015. Από ευγένεια του αντιπρότεινα να τον επισκεφθώ στις Βρυξέλλες, αν αυτό τον βόλευε, αλλά επέμενε ότι ο ίδιος και η ομάδα του θα τιμούσαν τους νέους Έλληνες συναδέλφους τους με μια επίσκεψη στην Αθήνα. Ενθαρρυμένος από την αποδοχή εκ μέρους του του κοινού μας καθήκοντος, που ήταν το χτίσιμο γερής γέφυρας πάνω από το χάσμα μεταξύ του μνημονιακού προγράμματος και της λαϊκής μας εντολής, και με το βλέμμα στραμμένο προς την εξελισσόμενη μαζική απόσυρση καταθέσεων, που το προηγούμενο καθεστώς και η Τράπεζα της Ελλάδος είχαν πυροδοτήσει εβδομάδες πριν, τόνισα την αποφασιστικότατα μου να εξευρεθεί κοινό έδαφος. Όσο για την αφήγηση περί σύγκρουσης, την οποία συνεχώς διέδιδαν το μέσα ενημέρωσης, κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες για να τη διασκεδάσω κατά τη συνέντευξη Τύπου:

Ξέρετε , οι δημοσιογράφοι παγκοσμίως, έχουν μια προτίμηση για συγκρουσιακά αφηγήµατα. Άκουγα στο BBC τη Δευτέρα να παρουσιάζουν το σκηνικό που πρόεκυψε με τα την Εκλογική μας νίκη με όρους μονομαχίας ποιός θα υποχωρήσει πρώτος , αναρωτιόντουσαν, η Αθήνα ή οι Βρυξέλλες; Κατανοώ την ελκυστικότητα από τη μεριά των δημοσιογράφων τέτοιων αφηγημάτων. Όμως, με τον κ. Ντάισελμπλουμ συμφωνήσομε ότι μαζί θα τα αποδομήσουμε. Θα το αποδομήσουμε τόσο επειδή είναι εκτός πραγματικότητας όσο και επειδή δημιουργούν ανασφάλεια άνευ λόγου. Δε θα υπάρξει μονομαχία. Δε θα υπάρξουν απειλές. Δεν τίθεται θέμα ποιός θα υποχωρήσει πρώτος . Η κρίση της Ευρωζώνης μόνο θύματα και χαμένους έχει. Οι μόνοι που κερδίζουν Είναι οι μισαλλόδοξοι, οι ρατσιστές, οι επενδύοντες στον φόβο και στη διχόνοια-στο αυγό του φιδιού, όπως έλεγε και ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Με τον κ. Ντάισελμπλουμ την Παρασκευή θα βάλουμε τις βάσεις για να αποδομήσουμε το κλίμα αποδόμησης της Ευρώπης.

Εννοούσα κάθε λέξη. Μετά τη συνέντευξη Τύπου επέστρεψα στα γραφεία του έκτου ορόφου, για να τα βρω ανατριχιαστικά άδεια. Ο προκάτοχος μου είχε φύγει μαζί με το επιτελείο του, αφήνοντας πίσω του δύο νεαρές γυναίκες, έντρομες στη σκέψη ότι μπορεί να απολυθούν αυτοστιγµεί από το νέο αφεντικό της «ριζοσπαστικής Αριστεράς». Τις διαβεβαίωσα ότι το τελευταίο πράγµα το οποίο µε ενδιέφερε ήταν ο ρεβανσισμός και η εκκαθάριση του προσωπικού της προnγούµενης κυβέρνησης. ‘Εκλεισα την πόρτα πίσω µου και τράβηξα µια καρέκλα στο µεγάλο τραπέζι. Εβγαλα το λάπτοπ µου από το σακίδιο, το συνέδεσα στην πρίζα και περιµένοντας να ανοίξει, κοιτώντας έξω από το παράθυρο που πλαισίωνε τη φωταγωγηµένη Βουλή, προσπάθησα να καταρτίσω µια νοητική λίστα µε τις πιο επείγουσες προτεραιότητες της ηµέρας.

Όταν κοίταξα την οθόνη του λάπτοπ µου, θυμήθηκα ότι δεν είχα τον κωδικό πρόσβασης στο Wi-Fi. Σηκώθηκα, άνοιξα την πόρτα προς το γραφείο των γραμματέων και φώναξα: «Είναι κανείς εδώ;» Σύντοµα µία από τις δύο εµφανώς ανακουφισµένες και κάπως αµήχανες υπαλλήλους εμφανίστηκε από ένα µακρινό δωµάτιο. Μισή ώρα αργότερα βρήκαµε κάποιον που ήξερε κάποιον άλλο που γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης[ΔΖ23] . Και έτσι ο νέος υπουργός απέκτησε µια πολύ πολύ αργή σύνδεση στο Διαδίκτυο όχι και το πιο ευοίωνο ξεκίνημα σε µια µακρά, μοναχική εκστρατεία ενάντια στους αρτιότερα εξοπλισμένους και καλύτερα απροετοίµαστους αντιπάλους στην ιστορία του καπιταλισμού.

`

Οι Αμερικανοί φίλοι

`

ο πρώτα τηλεφώνηµα που έλαβα εκείνο το βράδυ από το εξωτερικό ήρθε από έναν άγνωστο αριθµό από τις Ηνωµένες Πολιτείες. Ήταν η Δανάη, η οποία είχε φτάσει στο Όστιν και καλούσε για να δει πώς τα πήγαινα. Μόλις κλείσαµε, το τηλέφωνο χτύπησε πάλι. Για άλλη µια φορά ο άγνωστος ερυθρός στην οθόνη ξεκινούσε µε +1, τον κωδικό κλήσης από τις ΗΠΑ. Σήκωσα το ακουστικό και άκουσα µια μακρινή , ήπια ανδρική φωνή µε έντονη προφορά από το Μπρούκλιν.

«Δε µε ξέρετε, κύριε Βαρουφάκη, αλλά ένιωσα την ανάγκη να σας καλέσω για να σας συγχαρώ για την εκλογή σας και για να σας παράσχω όλη την υποστήριξη που µπορώ να προσφέρω. Ονοµάζοµαι Μπέρνι Σάντερς και είµαι γερουσιαστής από το Βερµόντ. Κοινοί γνωστοί µας µου έδωσαν τον αριθµό σας και ελπίζω η πρωτοβουλία µου να μη σας ενόχλησε».

Να ενοχληθώ από την πρωτοβουλία; Χρειαζόμασταν όση στήριξη µπορούσαµε να συγκεντρώσουµε. Αφού τον ευχαρίστησα, του εξήγnσα ότι, φυσικά ήξερα ποιός ήταν. Αν και ο Μπέρνι δεν είχε γίνει ακόµα ευρέως γνωστός, καθώς θα διεκδικούσε το χρίσµα των Δημοκρατικών έξι μήνες αργότερα, ο Τζ